ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2850/2020

 

Πρωτοδίκης: ΛΟΥΚΑΣ ΣΕΛΙΑΧΑΣ

Δικηγόροι: Αικατερίνη Ασλανίδου - Αναστάσιος Ταρπινίδης

 

Στο άρθρο 2 παρ. 5 της 6/28.02.2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (στο εξής: ΠΥΣ), η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 «Έγκριση των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της Εθνικής Οικονομίας» και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014),(παρ. 24) ορίσθηκε ότι «Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 ν. 1876/90 παύουν να ισχύουν». Αντί των διατάξεων αυτών, με το άρθρο 2 της ως άνω ΠΥΣ ορίσθηκαν τα ακόλουθα: Στην παρ.1 «Οι ΣΣΕ συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη». Στην παρ.2 «ΣΣΕ που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14.02.2012 ή και περισσότερο, λήγουν την 14.02.2013». Στην παρ.3 «ΣΣΕ που την 14.02.2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 1876/1990». Και στην παρ.4 «Οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία [της]. Κανονιστικοί όροι ΣΣΕ που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του ν. 4046/2012. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγουμένου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας ΣΣΕ ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι με την έκδοση της ΠΥΣ 6/28.02.2012 (και σε αντίθεση προς τα μέχρι τότε ισχύοντα με τις καταργούμενες διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1876/1990), η παράταση της ισχύος κανονιστικών όρων ΣΣΕ μετά τη λήξη της χρονικής διάρκειας ή την καταγγελία της, στην οποία περιέχονται, περιορίσθηκε ως προς τη διάρκεια και το περιεχόμενο. Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η παράταση ισχύει (γενικώς) μόνο για ένα τρίμηνο και ότι μετά την πάροδο του τριμήνου αυτού και, εφόσον, βέβαια, δεν έχει συναφθεί νέα ΣΣΕ, περιορίζεται (ειδικώς) μόνο στους κανονιστικούς όρους που αναφέρονται στο βασικό μισθό (ή ημερομίσθιο) και σε τέσσερα ρητά και περιοριστικά κατονομαζόμενα επιδόματα: «ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας». Οπότε, κατά ρητή πρόβλεψη του νέου νόμου (τέταρτο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 2 της ως άνω ΠΥΣ), οι ατομικές συμβάσεις εργασίας «προσαρμόζονται», για το μέλλον, στις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου, ήτοι περιλαμβάνουν μόνο τους ως άνω κανονιστικούς όρους που συνεχίζουν να «μετενεργούν» και όχι τους υπόλοιπους. Και, μάλιστα, η προσαρμογή αυτή, η οποία σε κάθε περίπτωση λειτουργεί έξωθεν σε συνάρτηση με την εργασιακή σχέση, με την έννοια δηλαδή ότι οι ως άνω όροι δεν ενσωματώνονται σ’ αυτή, δυνάμενοι να μεταβληθούν στη συνέχεια και επί τα χείρω με τη σύναψη νέας ΣΣΕ ή ΔΑ (διαδοχή τάξεων) (ΑΠ 256/2016 ΝΟΜΟΣ), είναι επιτρεπτό να επέλθει μονομερώς, με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη, σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων (βλ. ΑΠ 174/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 876/2018 ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε δε περίπτωση, μετά τη λήξη και της εκ του νόμου, τρίμηνης πλέον, παράτασης ισχύος ΣΣΕ, χωρίς τη σύναψη νέας, κατά το στάδιο δηλαδή της μετενέργειας ΣΣΕ, η οποία καταλαμβάνει μόνο τους εργαζόμενους και τον εργοδότη που δεσμεύονταν από τη λήξασα ΣΣΕ, είναι δυνατόν, οποτεδήποτε, να συμφωνηθεί, εγκύρως, μεταξύ των μερών, εργαζομένων και εργοδότη, με σχετικές τροποποιητικές συμβάσεις, ακόμα και κατάργηση ή περιορισμός των ως άνω αναφερομένων περιοριστικά επιδομάτων που κατά νόμο μετενεργούν, αφού πλέον έχουν αυτά απολέσει την αναγκαστική ισχύ τους. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ. 1 ν. 1876/90 ορίζεται ως συστατικός τύπος για την έγκυρη κατάρτιση ΣΣΕ, ο έγγραφος τύπος, ενώ ως προεκτέθηκε, ήδη, με διάταξη αναγκαστικού δικαίου, απαγορεύεται η συνομολόγηση ΣΣΕ αόριστης διάρκειας. Συνεπώς, δεν νοείται δυνατότητα σιωπηρής παρατάσεως της ισχύος λήξασας ΣΣΕ, είτε γιατί αυτή καταγγέλθηκε είτε γιατί παρήλθε ο ορισμένος χρόνος διάρκειάς της είτε γιατί τούτο ορίσθηκε κατά νομοθετική επιταγή (βλ. την ΠΥΣ 6/2012), για αόριστο χρόνο, όπως μπορεί να συμβεί, υπό προϋποθέσεις, στις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κατά το άρθρο 671 ΑΚ, καθόσον τέτοια πρακτική θα καταστρατηγούσε τις δημοσίας τάξεως ρυθμίσεις για τη χρονική διάρκεια των ΣΣΕ και την υποχρέωση τήρησης έγγραφου συστατικού τύπου.

Με την υπό κρίση αγωγή ιστορείται ότι οι ενάγοντες, με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που είχαν συνάψει με την εναγόμενη, παρείχαν την εργασία τους, με την αναφερόμενη για έκαστο ειδικότητα, στις εγκαταστάσεις της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ε.Π. ΑΕ» στη βιομηχανική περιοχή Θεσσαλονίκης, έναντι αποδοχών που αρχικά διέπονταν από την από 14.09.2010(παρ. 25) εθνική ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών που εργάζονται σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας» η οποία είχε κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική δυνάμει της με αριθμ. 11343/ 2011(παρ. 26) αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, και ακολούθως, μετά την έναρξη ισχύος της ΠΥΣ 6/2012, το Σεπτέμβριο 2014, μειώθηκαν με τροποποιητικές συμβάσεις των μερών. Ιστορείται περαιτέρω ότι οι ως άνω τροποποιητικές συμβάσεις είναι άκυρες και οι αποδοχές ενός εκάστου των εναγόντων, όπως εκτίθενται αναλυτικά στην αγωγή, εξακολούθησαν να ρυθμίζονται από την ως άνω ΣΣΕ, η οποία καίτοι δυνάμει της ΠΥΣ 6/2012 έληξε στις 14.02.2013, καθόσον ήδη κατά τις 14.02.2012 βρισκόταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα πέραν των 24 μηνών, στη συνέχεια ανανεώθηκε σιωπηρά, κατά το αναλογικά εφαρμοζόμενο άρθρο 671 ΑΚ, καθόσον τα συμβαλλόμενα μέρη αυτής εξακολουθούσαν να την εφαρμόζουν, ανανεώνοντας στην πράξη την κανονιστική της ισχύ και μετά τις 14.02.2013, όπως έπραττε και η εναγόμενη, εργοδότριά τους. Σε κάθε περίπτωση άλλωστε, επικουρικά, ιστορείται ότι η ισχύς της ως άνω ΣΣΕ ουδέποτε έληξε, αφού είχε συμφωνηθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη αόριστη διάρκεια και η προβλεπόμενη από την ΠΥΣ 6/2012 εκ του νόμου λήξη της, είναι αντισυνταγματική, καθόσον έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 22 παρ. 2 Σ που κατοχυρώνει τη συλλογική αυτονομία. Με βάση τα ανωτέρω οι ενάγοντες ζητούν, (...) περιορισμό του αιτήματος ενός εκάστου από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους απαίτηση καθίσταται από το νόμο απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων εορτών και αδείας, μεταξύ των οφειλομένων με βάση τη ΣΣΕ και αυτών που προέκυψαν από τις τροποποιητικές συμβάσεις, χρονικού διαστήματος από το έτος 2013 μέχρι το 2018, τα εξής ποσά (...) Επικουρικά δε, και σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, αυτοί ζητούν τα ανωτέρω χρηματικά ποσά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθόσον κατά το ύψος αυτών κατέστη η εναγόμενη πλουσιότερη εξοικονομώντας τη δαπάνη που θα κατέβαλλε σε άλλους εργαζόμενους με έγκυρες συμβάσεις εργασίας για την ίδια εργασία που παρείχαν οι ενάγοντες. Τέλος, ζητούν να καταδικασθεί η εναγόμενη στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων.

Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας, μετά τον ως άνω περιορισμό των αιτημάτων από καταψηψιστικά σε αναγνωριστικά, δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, παραδεκτά και αρμοδίως, κατά τόπο και καθ’ ύλη (άρθρα 1, 7, 9, 12, 13, 14, 16 αριθμ. 3, 25, 31 και 621 ΚΠολΔ), φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με την προκειμένη διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614, 621 και 622 ΚΠολΔ), πλην όμως, είναι μη νόμιμη τόσο ως προς την κύρια βάση της, όσο και ως προς την επικουρική. Και τούτο γιατί σύμφωνα και με τα αναφερόμενα ανωτέρω στη μείζονα πρόταση, μετά τη λήξη της ισχύος της από 14.09.2010 εθνικής ομοιοεπαγγελματικής ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των χειριστών και βοηθών χειριστών που εργάζονται σε βιομηχανικές, βιοτεχνικές και εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας», δυνάμει της ΠΥΣ 6/2012, στις 14.02.2013, εγκύρως συμφωνήθηκε, το Σεπτέμβριο 2014, μεταξύ της εναγόμενης, εργοδότριας, και των εναγόντων εργαζομένων, με τροποποιητικές συμβάσεις, μείωση των αποδοχών τους σε επίπεδα χαμηλότερα από αυτά της ως άνω ΣΣΕ, όχι όμως χαμηλότερα των νομοθετικά ρυθμιζομένων, καθόσον έκτοτε, ήτοι μετά τις 14.02.2013 δεν έχει συναφθεί άλλη ΣΣΕ ούτε εκδόθηκε σχετική ΔΑ που να δεσμεύει την εναγόμενη και τους ενάγοντες. Η δε επικαλούμενη από τους ενάγοντες ανανέωση της ισχύος της προρρηθείσας ΣΣΕ μετά την εκ του νόμου λήξη της, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 671 ΑΚ, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή προεχόντως, γιατί η ως άνω διάταξη, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση δεν εφαρμόζεται στο δίκαιο των συλλογικών συμβάσεων. Σε σχέση εξάλλου, με την επικουρική αιτίαση των εναγόντων για αντισυνταγματικότητα της ΠΥΣ 6/2012, πρέπει να αναφερθεί ότι οι ρυθμίσεις της ανωτέρω ΠΥΣ που επάγονται την εκ του νόμου λήξη ισχυουσών ΣΣΕ, συν-εκτιμώμενες και με τις ρυθμίσεις των νόμων, που θεσπίσθηκαν πριν από την έκδοση της εν λόγω ΠΥΣ, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύστημα ρυθμίσεων και μέτρων, τα οποία εκτείνονται σε ένα μεγάλο φάσμα τομέων της δημόσιας πολιτικής και περιγράφονται αναλυτικά στο Μνημόνιο, κείμενο κατ’ εξοχήν τεχνικού χαρακτήρα, του οποίου η επιστημονική ποιότητα και επάρκεια δεν ελέγχεται από το δικαστήριο και του οποίου το σχέδιο εγκρίθηκε με τον ν. 4046/2012, και αποσκοπούν - όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού και αναλύεται εκτενέστερα στο Μνημόνιο - στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της διόγκωσης του δημοσίου χρέους και των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, μέσω, μεταξύ άλλων, διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας, της μείωσης του κόστους εργασίας και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής Οικονομίας. Τα μέτρα αυτά, που ελήφθησαν υπό όλως εξαιρετικές περιστάσεις, δηλαδή προ του κινδύνου στάσης πληρωμών και κατάρρευσης της Εθνικής Οικονομίας με απρόβλεπτες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, δεν εμφανίζονται, στο πλαίσιο του οριακού ελέγχου της συνταγματικότητας των αντίστοιχων ρυθμίσεων του ν. 4046/2012 και της ΠΥΣ 6/2012, ως μη πρόσφορα ή μη αναγκαία για την επίτευξη του παραπάνω, συνταγματικώς θεμιτού, σκοπού, ούτε θίγουν τον πυρήνα των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα άρθρα 22 παρ.1 και 2 και 23 του Συντάγματος, εφ’ όσον η συνδικαλιστική ελευθερία και το δικαίωμα της απεργίας δεν θίγονται και οι θεσμοί της συλλογικής αυτονομίας κατ’ αρχήν διατηρούνται κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στους μισθωτούς η δυνατότητα να διεκδικούν την βελτίωση της θέσης τους και την άμβλυνση των δυσμενών συνεπειών της οικονομικής κρίσης και των επίμαχων μέτρων (ΟλΣτΕ 2307/2014). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή, τόσο ως προς την κύρια βάση της όσο και ως προς την επικουρική, ως νόμω αβάσιμη. Τα δε δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 179 ΚΠολΔ, καθόσον η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.