ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2837/2018

 

Πρόεδρος: Αικ. Μυλωνά (Πρόεδρος Πρωτοδικών)

Δικηγόρος: Β. Αραχωβίτης

Δικηγόρος: Δ. Βασιλείου

Δικηγόρος: Ι. Κυριακίδης

Δικηγόρος: Β. Κρικέτου

 

[…Ι. Σύμβαση απλής διανομής χαρακτηρίζεται η σύμβαση με την οποία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός) υποχρεούται να πωλεί για ορισμένη εδαφική περιοχή σε άλλον (διανομέα) τα προϊόντα παραγωγής του, τα οποία στη συνέχεια ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους, στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, αποσκοπώντας σε εμπορικό κέρδος που αντιστοιχεί στη διαφορά της τιμής αγοράς και της τιμής πωλήσεως, αναλαμβάνοντας συνήθως και την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιαστούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, και έχοντας το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές με τις οποίες μεταπωλεί τα προϊόντα προς τρίτους, ή να έχουν συμβατικά καθοριστεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών, χωρίς όμως ο τελευταίος (διανομέας) να ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή και χωρίς να συμφωνηθεί μεταξύ τους ο όρος της αποκλειστικότητας, υπό την έννοια ότι ο διανομέας αναλαμβάνει τη συμβατική υποχρέωση κατά τη λειτουργία της σύμβασης να μην ασκεί ανταγωνιστικές πράξεις διαθέτοντας στους πελάτες του δικτύου του αποκλειστικά και μόνον τα συμβατικά προϊόντα του προμηθευτή. Η σύμβαση απλής διανομής, ως διαρκής ενοχική σύμβαση, που δεν έχει ρυθμιστεί νομοθετικά, θεμελιούμενη όμως στην συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρ. 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να λυθεί με καταγγελία, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων περί εντολής του ΑΚ, που κατά ρητή επιταγή του άρ. 91 ΕμπΝ εφαρμόζονται στη σύμβαση παραγγελίας, η οποία ομοιάζει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της με τη σύμβαση διανομής (ΕφΘεσ 496/2011 ΕΕμπΔ 2011, 355, ΕφΑθ 5826/2010 ΕΕμπΔ 2011, 75). Σημειωτέον ότι η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων» στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, που θεσπίστηκε και νομοθετικά με το άρ. 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 μετά τη διαμόρφωση πάγιας προς τούτο νομολογίας, δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα ανταγωνιστικά προς τα δικά του προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή (ήτοι του απλού διανομέα) δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης διαρκώς και αποκλειστικά των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1933/2009, ΑΠ 1934/2009 ΤΝΠ Νόμος) και ούτε φυσικά συντρέχει η προαναφερόμενη προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω άρ. 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 περί του ότι ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, ώστε να υφίσταται ανάγκη ανάλογης προστασίας με την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων άνω π.δ. 219/1991 (βλ. ΑΠ 1935/2009 ΔΕΕ 2010, 710).

 

Μεταξύ των διατάξεων περί εντολής είναι και αυτή του άρ. 725 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από συμφωνία, με την επιφύλαξη αντίθετης συμφωνίας. Τέτοια συμφωνία θεωρείται ότι υπάρχει όταν καθορίστηκε η διάρκεια της σύμβασης για ορισμένο χρόνο, καθόσον αυτή έχει την έννοια ότι ο μεν εντολέας παραιτήθηκε από το δικαίωμα ανάκλησης της εντολής (άρ. 724 ΑΚ), ο δε εντολοδόχος παραιτήθηκε από το δικαίωμα της καταγγελίας της, πριν την παρέλευση του καθορισθέντος χρόνου (άρ. 725 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ). Η παραίτηση από την ανάκληση είναι έγκυρη και ισχυρή, όμως σε κάθε περίπτωση δεν αποκλείεται το δικαίωμα της καταγγελίας της σύμβασης και πριν την επέλευση του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο, τη συνδρομή του οποίου οφείλει να αποδείξει ο επικαλούμενος την καταγγελία και την κατάλυση της σύμβασης. Σε περίπτωση άκαιρης, χωρίς σπουδαίο λόγο ή κατά κατάχρηση δικαιώματος ή κατά των χρηστών ηθών καταγγελίας της εντολής, ο εντολοδόχος υποχρεούται να ανορθώσει τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη ο εντολέας εξαιτίας της, ήτοι να του καταβάλει πλήρες το διαφέρον, όπως στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, κατ’ άρ. 725 παρ. 2 ΑΚ (ΕφΑθ 2803/2008 ΔΕΕ 2009, 222, ΕφΘεσ 1628/2004 ΔΕΕ 2004, 1177, ΕφΑθ 874/2002 ΕλλΔνη 44, 248). Λόγω όμως της φύσης της σύμβασης εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολέα το δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής. Το ίδιο δε δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο εντολοδόχος (άρ. 723 ΑΚ), αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και η ανάκληση έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 390/2004 ΔΕΕ 2005, 65, ΑΠ 588/2002 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1628/2004 ΔΕΕ 2004, 1177). Έτσι, στην περίπτωση της σύμβασης απλής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται, όπως προαναφέρθηκε, αναλογικά οι διατάξεις των άρ. 724 και 725 ΑΚ, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει του συμβαλλόμενους σε αυτήν, η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της εν λόγω σύμβασης δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε στον εντολέα ή στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο δικαίωμα να ζητήσουν αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστησαν από αυτή, όχι όμως και να αξιώσουν την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, αφού εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης που αξιώνει η άνω σύμβαση (ΑΠ 163/2011 ΔΕΕ 2011, 931, ΑΠ 390/2004 ό.π.).

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 682 § 2, 731 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ως ασφαλιστικά μέτρα όχι μόνο τα ειδικώς στον ΚΠολΔ θεσμοθετούμενα αλλά και κάθε μέτρο που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση και διατήρηση κάποιου νόμιμου δικαιώματος ή για τη ρύθμιση ορισμένης κατάστασης. Πάντως, απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη τέτοιων μέτρων είναι η ύπαρξη δικαιώματος του αιτούντος από το ουσιαστικό δίκαιο, δεδομένου ότι ακριβώς για την εξασφάλιση ή διατήρηση τέτοιου δικαιώματος μπορούν να λαμβάνονται τα εν λόγω μέτρα, ενώ, όπου πρόκειται για ρύθμιση καταστάσεως, η ρυθμιστέα κατάσταση αναγκαίως θα πρέπει να προκύπτει από την προσβολή ή την άσκηση κάποιου δικαιώματος ή να προπαρασκευάζει την άσκηση ενός τέτοιου δικαιώματος (βλ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. Δ΄, σελ. 11-12, Μπέη, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 682, σελ. 39-30).

Η αιτούσα εκθέτει στην υπό κρίση αίτησή της, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι τυγχάνει οικογενειακή επιχείρηση δραστηριοποιούμενη στον τομέα προμήθειας, κατοχής και εφοδιασμού φαρμακευτικών προϊόντων και ότι η καθ’ ης αποτελεί εταιρία του διεθνούς φαρμακευτικού ομίλου […], παγκόσμιου ηγέτη στο χώρο της υγείας, στο πλαίσιο δραστηριότητας της οποίας εντάσσεται η προμήθεια της ελληνικής αγοράς με φαρμακευτικά προϊόντα, με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της εγχώριας αγοράς. Ότι με την καθ’ ης από το έτος 2010 συμφώνησε να προμηθεύεται από αυτήν ως κάτοχο σχετικής άδειας κυκλοφορίας (ΚΑΚ) φαρμακευτικά προϊόντα (στα οποία συμπεριλαμβάνονται και μοναδικά και αναντικατάστατα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα τα οποία είναι απαραίτητα για τη Δημόσια Υγεία, καθώς καλύπτουν ασθένειες που αφορούν στην καρδιολογία, το διαβήτη, την ογκολογία, την ανοσολογία, τα αντιβιοτικά και τη λοιμωξιολογία), και να τα διαθέτει στο διαμορφωθέν από την ίδια δίκτυο συνεργαζόμενων φαρμακείων έναντι τιμήματος, έχοντας υποχρέωση να μεριμνά για την κάλυψη των αναγκών σε φάρμακα σε όλη την Ελληνική Επικράτεια με σκοπό τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας. Ότι προσέτι διατήρησε το δικαίωμά της να προμηθεύεται παρόμοια ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και από άλλους κατόχους αδείας κυκλοφορίας και διακίνησης αυτών. Ότι η καθ’ ης με την από 20.6.2017 εξώδικο επιστολή της, που της κοινοποιήθηκε στις 26.6.2017, προέβη σε καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, συνοδευόμενη από εξάμηνης διάρκειας προμήνυση, και επικαλέστηκε αορίστως λόγους αναδιοργάνωσης του δικτύου διανομής της μέσω ενός εξορθολογισμένου αριθμού φαρμακαποθηκών. Ότι η ανωτέρω καταγγελία, που δεν ανατράπηκε παρά τις γενόμενες διαμαρτυρίες της με την από 27.7.2017 εξώδικη διαμαρτυρία της, που κοινοποιήθηκε στην καθ’ ης την 1.8.2017, είναι άκυρη, καθώς έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο και προσκρούσει τόσο στις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση με τις αρχές της εμπορικής τους συνεργασίας που έχει μορφή αναγκαστικής σύμβασης, καθώς και με τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1 του ν.δ. 96/1973 και 107 της ΚΥΑ με αριθμό ΔΥΓ3α/ΓΠ 322221/2013, που θεσπίζουν την υποχρέωση της καθ’ ης να εφοδιάζει το εθνικό δίκτυο διανομής με τα φάρμακα που είναι αναγκαία για την κάλυψη των αναγκών της εγχώριας αγοράς, μη έχοντας τη δυνατότητα καθορισμού της διάρκειας συνεργασίας με την αντισυμβαλλομένη της, ήτοι την ίδια, όσο και στις διατάξεις περί αδικοπρακτικής ευθύνης ερχόμενη σε ευθεία αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ (καταχρηστική άσκηση δικαιώματος καταγγελίας), 919 ΑΚ (καταγγελία με προσχηματική αιτιολογία δοθείσα κατά τρόπο αντικείμενο στα χρηστά ήθη), 2 ν. 3939/2011 (διά της καταγγελίας εκδήλωση ανταγωνιστικής συμπεριφοράς άγουσας σε επιλεκτικό αποκλεισμό της ίδιας καθ’ εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της καθ’ ης στην αγορά των φαρμακευτικών προϊόντων), 1 ν. 146/1914 (καταγγελία συνιστώσα πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού με σκοπό τον επαγγελματικό παραγκωνισμό της και την χρήση του δημιουργούμενου από την αιτούσα δικτύου διανομής για την κάρπωση ωφελημάτων), 57 § 1, 59 ΑΚ, 362, 367 ΠΚ (προσβολή της φήμης και της εμπορικής πίστης της εταιρίας από τη δυσφήμησή της διά της επίδοσης της προαναφερόμενης καταγγελίας, το περιεχόμενο της οποίας πληροφορήθηκαν οι υπάλληλοι των εταιριών αμφοτέρων των διαδίκων, οι συνεργάτες της, οι συνεργαζόμενες με αυτήν φαρμακαποθήκες – φαρμακευτικές εταιρίες – φαρμακεία, οι ασθενείς και σημαντικό τμήμα της τοπικής κοινωνίας των καταναλωτών, στην οποία δραστηριοποιείται, σχηματίζοντας την εντύπωση ότι η ίδια είναι αφερέγγυος και αναξιόπιστος συνεργάτης).

Υπό τα εκτεθέντα περιστατικά, ζητά, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, που συνίσταται αφενός μεν στην διακινδύνευση της οικονομικής βιωσιμότητας της εταιρίας συνεπεία του εξοβελισμού της από το δίκτυο διανομής των προϊόντων της καθ’ ης στην ελληνική αγορά και της συνακόλουθης αδυναμίας της να ανταποκριθεί στις ήδη ειλημμένες υποχρεώσεις της έναντι των συνεργαζόμενων φαρμακείων στις περιοχές της Αττικής, του Αργοσαρωνικού, της Κεφαλληνίας και του νομού Ηλείας όπου δραστηριοποιείται, αφετέρου δε στη διακινδύνευση της δημόσιας υγείας λόγω της διατάραξης της ομαλής και επαρκούς κάλυψης των αναγκών των ασθενών στα φάρμακα της καθ’ ης, και επικείμενο κίνδυνο, που συνίσταται στον κίνδυνο επανάληψης παρόμοιων πρακτικών στο μέλλον από άλλες φαρμακευτικές εταιρίες που θα αναπτύξουν πρωτοβουλίες καταγγελιών πολυετών συνεργασιών με την ίδια, υπό το πρόσχημα της αναδιοργάνωσης του δικτύου διανομής των προϊόντων τους, ζητά προσωρινά μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί σχετικής αγωγής που πρόκειται να ασκηθεί στα τακτικά πολιτικά δικαστήρια και με απειλή εις βάρος της καθ’ ης χρηματικής ποινής ύψους 2.000 ευρώ για κάθε παράβαση του διατακτικού της απόφασης που θα εκδοθεί: α) αρθείσας της προσβολής της εταιρίας να υποχρεωθεί η καθ’ ης να παύσει κάθε έντυπη, τηλεοπτική, ραδιοφωνική ή ηλεκτρονική γνωστοποίηση, που εμφανίζει τη συνεργασία μεταξύ των επιχειρήσεων των διαδίκων λήξασα, β) να διαταχθεί η συνέχιση της λειτουργίας της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, υποχρεωμένης της καθ’ ης να εκτελεί όλες τις παραγγελίες της εταιρίας σε φάρμακα της από την 1.1.2018, γ) να διαταχθεί κάθε άλλο πρόσφορο και αναγκαίο μέτρο για την προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης και την αποτροπή του επικείμενου κινδύνου, και ε) να καταδικαστεί η καθ’ ης στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (25 § 2, 683 § 1, 686 επ. ΚΠολΔ). Όσον αφορά στο υπό στοιχείο α΄ αίτημα, η αίτηση είναι αόριστη, μη περιέχοντας όλα τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 ΑΚ, 688 § 1 και 111, 118 αρ. 4 ΚΠολΔ στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμησή της, αφού δεν αναφέρεται ότι συντρέχει κίνδυνος μετάδοσης από την καθ’ ης ανάλογων γνωστοποιήσεων στο μέλλον και επανάληψης της προσβλητικής της για τη φήμη και εμπορική της πίστη της αιτούσας συμπεριφοράς, ώστε να θεμελιώνεται λόγος για την λήψη προληπτικών μέτρων συνεπεία απειλούμενης προσβολής και για την προσωρινή απαγόρευση κάθε έντυπης, τηλεοπτικής, ραδιοφωνικής ή ηλεκτρονικής γνωστοποίησης της παύσης της συνεργασίας των διαδίκων (βλ. Γεωργιάδη/Σταθόπουλο, Γενικές Αρχές Ι, άρθρο 57, σελ. 104, § 17), ενώ σημειώνεται ότι δεν νοείται εν προκειμένω ούτε αυτοτελές αίτημα περί προσωρινής άρσης της προσβολής, αφού αυτό προϋποθέτει ότι η πράξη της προσβολής είναι παρούσα και ενεργή και όχι, όπως εν προκειμένω, πράξη συντελεσθείσα (επίδοση στις 26.6.2017 εξώδικης επιστολής δυσφημιστικού περιεχομένου) με παραμένοντα τα αποτελέσματα της προσβολής, διότι τότε γεννώνται αξιώσεις με αποκαταστατικό χαρακτήρα (ικανοποίηση ηθικής βλάβης, αποζημίωση, βλ. σχετ. ΜΠρΗρ 8/2017 Νόμος), που σε κάθε περίπτωση δεν έχουν θέση επί διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. Περαιτέρω, όσον αφορά στο υπό στοιχείο β΄ και γ΄ αίτημα η αίτηση είναι απορριπτέα, αφού, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι η καταγγελία για την διεπόμενη τις σχέσεις των διαδίκων σύμβαση απλής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για την εντολή, ήτοι εκείνη του άρθρου 725 ΑΚ, έγινε αντίθετα με τις αρχές της ενδοσυμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, καθώς και καταχρηστικά, δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε στην αιτούσα διανομέα (εντολοδόχο) η δυνατότητα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτήν, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης ούτε να επιδιώξει, όπως εν προκειμένω, την προσωρινή συνέχιση της λειτουργίας της σύμβασης απλής διανομής με την εκ μέρους της καθ’ ης εκτέλεση όλων των παραγγελιών της αιτούσας σε φάρμακά της, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, υπό στοιχείο Ι. Συνεπώς, δεν υφίσταται νόμιμο ουσιαστικό δικαίωμα για τη λήψη του μέτρου της προσωρινής συνέχισης της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης (υπό στοιχείο α΄ αίτημα) ούτε για τη λήψη κάθε άλλου πρόσφορου κατά την κρίση του δικαστηρίου μέτρου (υπό στοιχείο γ΄ αίτημα) σύμφωνα με όσα επισημάνθηκαν στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο II και η υπό κρίση αίτηση, καθ’ ο μέρος κρίθηκε παραδεκτή, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη…]