ΔΙΟΙΚΗΤΙΚO ΠΡΩΤΟΔΙΚΕIΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 29ο - ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2835/2019

 

Πρόεδρος : Γ. Τσεκούρας Πρόεδρος Δ.Δ.

Εισηγήτρια : Β. Τασούλη Πρωτοδίκης Δ.Δ.

Δικηγόροι : Απ. Παπακωνσταντίνου, Δ. Λυκοτραφίτης, Ελ. Φούντα, Ε. Τσιάντη

 

 

...6. Επειδή, όπως κρίθηκε με την 14559/2016 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, τη δίκη επί της κρινόμενης αγωγής, η οποία ασκήθηκε κατά της, μεταγενεστέρως, καταργηθείσης Νομαρ­χιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής (την οποία διαδέχθηκε ήδη ως Ο.Τ.Α. Β βαθμού η Περι­φέρεια Αττικής) και αφορά στη ευθύνη της τελευταίας από πλημμελή άσκηση αρμοδιότητας πολεοδο­μικής υπηρεσίας, συνεχίζει ex lege ο κατ άρθρο 1. περ. 5.3 Α6 του ν. 3852/2010 δήμος της έδρας της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, ήτοι ο Δήμος Παλλήνης (ΣτΕ 2873/2015, 1180/2015, 4779/2014), κατά τα οριζόμενα σης διατάξεις των νόμων 2218/1994 άρθρο 1 και 2240/1994 άρθρο 1 παρ. 5 περ. γ, ο οποίος παρέχει υποχρεωτική διοικητική υποστήριξη σε θέματα πολεο­δομικά στον Δήμο Μαραθώνα, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο, και ο οποίος είναι, εν προκειμένω, υπόχρεος προς πληρωμή της σχετικής δαπάνης (αποζημίωσης) στην ενάγουσα. Τούτο δε, διότι, αφενός η έναρξη της ισχύος της σύμβασης διαδημοτικής συνεργασίας περί άσκησης των πολεο­δομικών αρμοδιοτήτων του Δήμου Μαραθώνα από τον Δήμο Παλλήνης, σύμφωνα με το .../28.9.2015 έγγραφο, παρατάθηκε για αόριστο χρόνο, αφετέρου διότι ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προέκυπτε ούτε ο Δήμος Μαραθώνα πρόβαλε ότι κατά τη συζήτηση της αγωγής είχε εκδοθεί απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 της από 31.12.2012 Π.Ν.Π., όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, περί καθορισμού του χρόνου άσκησης των αρμοδιοτήτων του άρθρου 95 παρ. 1 περ. α του ν. 3852/2010 από τους οικείους δήμους, εν γένει ή και ειδικώς, από τον Δήμο Μαραθώνα, το γεγονός δε ότι ο Δήμος Μαραθώνα είχε συστήσει πολεοδομική υπηρεσία, η οποία δεν είχε καν ενσωματωθεί έως τον χρόνο συζήτησης της αγωγής στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του, δεν αρ­κούσε, κατά το νόμο, για την ανάθεση ή την ανάληψη της άσκησης των σχετικών πολεοδομικών αρμο­διοτήτων από τον Δήμο Παλλήνης (πρβλ. ΣτΕ 4779/2014). Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση, αφού λήφθηκε υπόψη ότι ο Δήμος Παλλήνης δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, καθό­σον δεν κλητεύθηκε με κανέναν από τους τρόπους που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, κηρύ­χθηκε άκυρη η συζήτηση της υπόθεσης, κατ άρθρα 62 και 135 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ορίσθηκε νέα δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση και διατάχθηκε η επανά­ληψη της συζήτησης, προκειμένου να κλητευθεί ο Δήμος Παλλήνης, ο οποίος κλητεύθηκε και παρα­στάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην παρούσα δικάσιμο. Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αγωγή, που ασκείται, εν γένει, παραδεκτώς, πρέπει να εξετασθεί, κατ ουσία.

7. Επειδή στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ ορίζεται: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξου­σίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών», στο δε άρθρο 106 ΕισΝΑΚ ορίζεται: «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων,... από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Εξάλλου, στο άρθρο 932 ΑΚ ορίζεται: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρ­τητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης...». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για να στοιχειοθετηθεί ευ­θύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, απαιτείται παράνομη πράξη ή παρά­λειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενεργείας οργάνων του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά την άσκηση της ανατεθειμέ­νης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανόμου πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας και της επελθούσης ζημίας. Οι ως άνω προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (ΣτΕ 474/2016, 1828/2010, πρβλ. ΣτΕ 322/2009). Η ευθύνη δε του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, κατά τις ίδιες αυ­τές διατάξεις, είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από υπαιτιότητα των οργάνων τους (ΣτΕ 474/2016, 1970/2009). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποχρεούνται να αποκαταστήσουν κάθε θετική ή αποθετική ζημία εκ της ανω­τέρω αιτίας, τα δε δικαστήρια της ουσίας δύνανται, επιπλέον, να επιδικάζουν εις βάρος τους χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικος (ΣτΕ 474/2016, 1826/2014 κ.ά.). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης αποτελεί, όπως εξετέθη, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενεργείας ή παράλειψης υλικής ενεργείας του δημοσίου οργάνου και της επελθούσης ζημί­ας. Και ναι μεν η Διοίκηση μπορεί να ανακαλέσει την παράνομη πράξη, εκδί­δοντας νέα νόμιμη, προσδίδοντας, μάλιστα, σε αυτήν αναδρομική ισχύ, είτε να εκδώσει τη νέα αυτή πράξη μετά από την ακύρωση, με απόφαση διοικητικού δικαστηρίου της αρχικής παράνομης πράξης, με αποτέλεσμα, στις περιπτώσεις αυτές, να μην υφίσταται, πλέον, παράνομη διοικητική πράξη και να διασπάται, με αυτόν τον τρόπο ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας. Σε πε­ρίπτωση, όμως, που η αρχικώς εκδοθείσα παράνομη διοικητική πράξη έχει εφαρμοσθεί για ορισμένο χρονικό διάστημα, δηλαδή μέχρι την έκδοση της νεότερης νόμιμης πράξης, εξακολουθεί να υφίσταται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω παρανομίας και της ζημίας και, συνεπώς, εξακολουθεί να συντρέχει η ως άνω, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, προϋπόθεση (ΣτΕ 1320/2017). Είναι δε διάφορο το ζήτημα ότι η πλημμέλεια της πράξης, τόσο η τυπι­κή όσο και η ουσιαστική, πρέπει να είναι ικανή να προκαλέσει τη ζημία, της οποίας ζητείται η αποκατάσταση (ΣτΕ 441/2011). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ. λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης, παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων έκδοσής της, στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς, ανυπαιτίως πίστεψε, η ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώ­που δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης) που περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στην θέση, στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νόμιμης πράξης (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε εξ άλλης αιτίας, αν αυτός δεν είχε πιστέψει, ανυπαιτίως, στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη (ΣτΕ 7/2016, πρβ. ΣτΕ 866/2011 επτ.).

9. Επειδή, από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων και πε­ρί του τρόπου και της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών, που προπαρατέθηκαν, προκύπτει ότι με αυτές, πέραν της προστασίας του γενικού συμφέ­ροντος, προστατεύονται και ατομικά δικαιώματα και, ιδίως, το δικαίωμα σε ανέγερση οικοδομής που πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλούς διαβίωσης έναντι κινδύνων από φυσικά ή γεωλογικά φαινόμενα. Εξαιτίας δε του προστατευτι­κού σκοπού των διατάξεων αυτών, η τήρηση των κανόνων που τίθενται με αυ­τές δεν εναπόκειται μόνο στη βούληση και την τεχνική επάρκεια των ιδιωτών μελετητών, αλλά εντάσσεται στη σφαίρα ευθύνης και των αρμόδιων πολεοδο­μικών υπηρεσιών, που στελεχώνονται από προσωπικό που διαθέτει τις κατάλ­ληλες τεχνικές γνώσεις, για να ελέγξει την επακριβή τήρησή τους (ΣτΕ επταμ. 1397/2014, ΣτΕ 4409/2015, 2506, 1299/2014). Περαιτέρω, υπό το ισχύον νο­μοθετικό καθεστώς, το τοπογραφικό διάγραμμα αποτελεί ένα από τα δικαιολο­γητικά που υποβάλλονται για τη χορήγηση οικοδομικής άδειας, το οποίο, μά­λιστα, συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων, τα οποία πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση αυτή, εξαρχής, και είναι τμήμα της αρχιτεκτονικής μελέτης της άδειας που πρόκειται να εκδοθεί, αποτελεί δε, ως εκ τούτου, αντικείμενο «πλή­ρους», «λεπτομερούς» και «διεξοδικού» ελέγχου εκ μέρους εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, καθώς και νέου ελέγχου πριν υπογραφεί η οικοδομική άδεια. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, εξάλλου, ότι η πιστότητα του υποβαλλομένου με την αίτηση τοπογραφικού διαγράμματος, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την έκδοση της οικοδομικής άδειας (ΣτΕ 1857/2016, 1605, 5017/2013). Ειδικότερα, από το άρθρο 5 του π.δ. 08 13.07.1993 συνάγεται ότι η οικοδομική άδεια εκδίδεται ύστερα από πλήρη και λεπτομερή έλεγχο του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος κάλυψης, ως προς την τήρηση των γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων και προ­διαγραφών και όσων στοιχείων περιλαμβάνονται σε αυτά. Στην περίπτωση δε, κατά την οποία οι πολεοδομικές υπηρεσίες διαπιστώνουν ότι μία ή περισσότε­ρες από τις υποβαλλόμενες μελέτες δεν είναι πλήρεις ή ορθές, οφείλουν να αρ­νηθούν την έκδοση της οικοδομικής άδειας (Δ.Εφ.Αθ. 4893/2014).

10. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 9 του π.δ. της 16ης/30ης Αυγούστου 1985 (ΦΕΚ Δ 416» «Πολεο­δόμηση περιοχών δεύτερης κατοικίας μέσα στης Ζ.Ο.Ε. και σχετικές ρυθμίσεις» που εκδόθηκε κατ επίκληση του άρθρου 42 παρ. 4 του ν. 1337/1983 «Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις» (ΦΕΚ Α 33), το οποίο είχε καταργηθεί με το π.δ. της 27.8.1993 (ΦΕΚ Α 162), ορίζονται τα εξής : «1. Για την εφαρμογή της Πολεοδομικής Μελέτης εφαρμόζονται α­νάλογα οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1337/1983. 2. Στις περιοχές του άρθρου 4 παρ. 7 του παρό­ντος, εφόσον με την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης η ρυμοτομική γραμμή συμπίπτει με το όριο των διαμορφωμένων κοινόχρηστων χώρων μπορεί στις ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο στους χώρους αυ­τούς η οικοδομική άδεια να χορηγείται πριν κυρωθεί η πράξη εφαρμογής. Επίσης άδεια μπορεί να χο­ρηγείται πριν κυρωθεί η πράξη εφαρμογής σε περιπτώσεις διαπλάτυνσης υφισταμένων δρόμων και σε οποιαδήποτε περίπτωση που κατά την κρίση της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας μπορεί να καθο­ρισθεί η ρυμοτομική γραμμή και εφόσον η πολεοδομική μελέτη προβλέπει στη θέση αυτή προκήπιο... 3. ... 4. Η έκδοση της οικοδομικής άδειας πριν από την πράξη εφαρμογής γίνεται με βάση το σχήμα και το εμβαδόν του οικοπέδου που κατά τον υπολογισμό της πολεοδομικής υπηρεσίας θα προκύψουν από την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης και την απόδοση της εισφοράς της ιδιοκτησίας σε γη. 5. ...».

14. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα και τις διατάξεις που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν, λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι η τήρηση των κανόνων που τίθενται από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλεων και περί του τρόπου και της διαδικασίας έκδοσης των οικοδομικών αδειών εντάσσεται στη σφαίρα ευθύνης των αρμόδιων πολεοδομικών υπηρεσιών και δεν εναπόκειται μόνο στη βούληση και την τεχνική επάρκεια των ιδιωτών μελετητών, β) ότι το τοπογραφικό διάγραμμα και το διάγραμμα κάλυψης αποτελούν αντικείμενο «πλήρους», «λεπτομερούς» και «διεξοδικού» ελέγχου εκ μέρους εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, καθώς και νέου ελέγχου πριν υπο­γραφεί η οικοδομική άδεια, ως προς την τήρηση των γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων και προδιαγραφών και όσων στοιχείων περιλαμβάνονται σε αυτά και γ) ότι, όπως προκύπτει από το .../1992 διάγραμμα εφαρμογής και τις αεροφωτογραφίες της περιοχής από το διαδίκτυο, που αποτελούν στοι­χεία του φακέλου, καθώς και από τη διενέργεια αυτοψίας από τα αρμόδια όργανα της πολεοδομίας, το ένδικο οικόπεδο έχει πρόσωπο σε ανώνυμη οδό, η οποία παραμένει αδιάνοικτη, ενώ τα συρματοπλέγ­ματα και ο μανδρότοιχος των ομόρων ιδιοκτησιών εκατέρωθεν του επίμαχου οικοπέδου τέμνουν την εν λόγω οδό σε τέτοια θέση. ώστε να μην εξασφαλίζεται επικοινωνία του οικοπέδου με άλλο διανοιγμένο κοινόχρηστο χώρο. ενώ παρατηρείται βλάστηση μέσα στο πλάτος της οδού, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρανόμως, ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί σχεδίων πόλων και περί του τρό­που και της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών, εκδόθηκε η .../2005 οικοδομική άδεια, βάσει της οποίας άρχισε να ανεγείρεται το επίμαχο ακίνητο, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από την ενά­γουσα. Υπαίτια δε για την παράνομη έκδοση της εν λόγω οικοδομικής άδειας ήταν τα αρμόδια όργανα της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της τέως Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, τα οποία παρέλειψαν να διενεργήσουν πλήρη και λεπτομερή έλεγχο του από το Μάιο του έτους 2004 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού, Α. ως προς την τήρηση των γενικών και ειδικών πολεοδομικών διατάξεων, αν και είχαν, κατά νόμο, αυτο­τελή υποχρέωση προς τούτο, λαμβανομένου υπόψη ότι είχαν στη διάθεσή τους το .../1992 διάγραμμα εφαρμογής και τις αεροφωτογραφίες της περιοχής από το διαδίκτυο. Ο πλημμελής δε έλεγχος εκ μέ­ρους των ανωτέρω οργάνων είχε ως αποτέλεσμα να μην εντοπιστεί από τα τελευταία ότι στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, εσφαλμένως, είχε αποτυπωθεί ότι το επίμαχο οικόπεδο είχε πρόσωπο σε γνω­στή κοινόχρηστη οδό αφού η ευθύνη των ιδιωτών μελετητών, οι οποίοι συντάσσουν τα απαιτούμενα για τη χορήγηση της άδειας οικοδομής έγγραφα, δεν απαλλάσσει τα αρμόδια πολεοδομικά όργανα από την εκ του νομού απορρέουσα υποχρέωση να ελέγξουν τα υποβαλλόμενα ενώπιον τους έγγραφα στοι­χεία, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, η διαπίστωση του ότι το οικόπεδο δεν είχε πρόσωπο σε διανοιγ­μένη οδό δεν απαιτούσε αυτοψία, αλλά χρησιμοποίηση έτερων στοιχείων, όπως του .../1992 διαγράμ­ματος εφαρμογής και των αεροφωτογραφιών της περιοχής. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ούτε το εναγόμενο επικαλείται ότι η πρόσβαση στα ανωτέρω στοιχεία ήταν αδύνατη ή δυσχερής. Και ναι μεν το τοπογραφικό διάγραμμα που είχε υποβληθεί στην πολεοδομική υπηρεσία για τη χορήγηση της οικονομικής άδειας, περιείχε εσφαλμένα στοιχεία, τα οποία γνώριζε ο μηχανικός που το εκπόνησε και υπέβαλε στην ως άνω υπηρεσία, πλην, όμως, το εν λόγω τοπογραφικό προσκομίσθηκε από τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα συνυπαιτιότητας της τελευ­ταίας για την έκδοση της μη νόμιμης οικοδομικής άδειας. Κατόπιν τούτων, λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη: α) ότι η ενάγουσα προσκομίζει για την απόδειξη του ύψους της δαπάνης αγοράς οικοδομικών υλικών, μόνο τις 1609 και .../14.11.2007 και .../4.3.2008 αποδείξεις είσπραξης της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία «...». ύψους 10.000 ευρώ, 10.000 ευρώ και 10.074,64 ευρώ, αντιστοίχως, ήτοι συνολικού ύψους 30.074,64 ευρώ, ενώ η ένορκη βεβαίωση του εργολάβου, που προσκομίζει η ενάγουσα δεν πείθει το Δικαστήριο ως προς το ύψος της εν λόγω δαπάνης, δεδομένου ότι δεν συνεπι­κουρείται από κανένα άλλο έγγραφο, και η ένορκη βεβαίωση της αδερφής της ενάγουσας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 183 παρ. 1 εδ. γ του Κ.Δ.Δ., λόγω της συγγενικής της σχέσης με την ενάγουσα αποκλείεται να εξετασθεί ως μάρτυρας, β) ότι τα κονδύλια που ζητεί η ενά­γουσα, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, ήτοι ως αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε, εάν η έκδοση της οικοδομικής άδειας ήταν νόμιμη, όπως τα μισθώματα που κατέβαλε, για την εκμίσθωση κατοικίας από την ίδια, καθώς και το κέρδος από την πώληση και την εκμίσθωση των άλλων κατοικιών, είναι απορριπτέα, ως νόμω αβάσιμα, όπως έγινε δεκτό στη μείζονα σκέψη της παρούσας και γ) ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από τις ως άνω παράνομες πράξεις των οργάνων του εναγομένου, αφού υποβλήθηκε σε ψυχική ταλαιπωρία, στενοχώρια και απογοήτευση από τη ματαίωση της πεποίθησης ότι κατείχε νόμιμη οικοδομική άδεια, κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούται να λάβει ως αποζημίω­ση, για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη το συνολικό ποσό των 30.074,64 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη το δίκαιο και εύλογο ποσό των 5.000 ευρώ.