ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2790/2019

 

Δικαστής : Αλ. Πολύζου, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Δικηγόροι : Π. Ματσουκατίδης - Π. Γιαννόπουλος

 

I. Με τον ν. 4307/2014 εισήχθη η παράλληλη προς τον Πτωχευτικό Κώδικα (εφεξής ΠτωχΚ) έκτακτη δια­δικασία της ειδικής διαχείρισης για την εκκαθάριση εν λειτουργία (εκποίηση εν λειτουργία και μεταβίβαση ως συνόλων ενεργητικού ή ως επί μέρους συνόλων ενερ­γητικού (κλάδων) σε νέους φορείς), υπερχρεωμένων επιχειρήσεων. Η ως άνω διαδικασία συνιστά παρεμ­φερή, κατά τον σκοπό και τη δομή της, ή απολύτως συναφή, διαδικασία προς την ειδική εκκαθάριση της διάταξης του άρθρου 106ια του ΠτωχΚ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή της με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 14 του ν. 4446/2016 και είχε προστεθεί στον ΠτωχΚ με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 4013/2011 και μετα­γενέστερα τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. Γ υποπαρ. Γ.3 περ. 16 του ν. 4336/2015 [βλ. Χρ. Χριστοπούλου, η διαδικασία εξυγίανσης ως διαχρονικός θεσμός του Ελληνικού Δικαίου, Γ. Μιχαλόπουλο, Η νέα πτωχευτική νομοθεσία (πρόλογος Δ έκδοσης), Αιτιολογική έκθεση του ν. 4336/2015, άρθρο 1, Γ.3, αριθ. 11]. Η ανωτέρω διαδικασία που ρυθμίζεται στις διατάξεις των άρθρων 68επ. του ν. 4307/2014, όπως και η ειδική εκκαθάριση, είναι συλλογική διαδικα­σία, δεδομένου ότι συνιστά μια εξωτερική και οργανω­μένη διαδικασία από τον νόμο, η οποία προβλέπεται σε περίπτωση γενικής και μόνιμης αδυναμίας εκπλή­ρωσης των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώ­σεων του έχοντος πτωχευτική ικανότητα οφειλέτη, με σκοπό την εκποίηση του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησής του ή επί μέρους λειτουργικών συνόλων (κλάδων) ή ακόμα και κατ ιδίαν περιουσιακών στοι­χείων, μέσω δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, για τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του (βλ. Χρ. Χριστοπούλου, ό.π.). Η διαδικασία αυτή είναι παραπτωχευτική, κηρύσσεται, εξελίσσεται και περα­τώνεται αυτοτελώς, χωρίς ανάμειξή της με την πτώ­χευση (βλ. Γ. Μιχαλόπουλο, ό.π. [πρόλογος γ έκδο­σης]). Στόχος του ν. 1307/2014 ήταν να δοθεί μια νέα αρχή στις πληγείσες επιχειρήσεις (βλ. άρθρο 1 της Αιτιολογικής Έκθεσης του ν. 4307/2014). Όπως και η καταργηθείσα διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης του άρθρου 106ια του ΠτωχΚ, η ως άνω διαδικασία της ειδικής διαχείρισης αποσκοπεί να αποφευχθεί η απα­ξίωση της επιχείρησης του νομικού προσώπου μέσω της άμεσης υπαγωγής του στην πτωχευτική διαδικα­σία, καθώς και να επιτευχθεί η σύμμετρη ικανοποίηση των πιστωτών από το τίμημα της πώλησης του ενερ­γητικού (εν συνόλω ή επί μέρους στοιχείων) της ως άνω επιχείρησης. Κι αυτό διότι η διάσωση της επιχείρη­σης δε σημαίνει αναγκαία και διάσωση του φορέα της επιχειρηματία. Συνεπώς, η διάσωση της επιχείρησης σκοπείται με την απώλεια του ελέγχου της από τον επιχειρηματία και τη μεταβίβασή της σε άλλον φορέα (πρβλ. και αιτιολογική έκθεση του ν. 4336/2015). Με την υπαγωγή της στην ειδική διαχείριση η επιχείρηση του νομικού προσώπου, το οποίο βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών του, δεν παύει να λειτουργεί, γι αυτό και ο ν. 4307/2014 τιτλοφορεί την ως άνω διαδικασία ως ειδική διαχείριση. Αλλωστε και στην παρεμφερή δια­δικασία της ειδικής εκκαθάρισης που προβλεπόταν με τη διάταξη του άρθρου 106ια του ΠτωχΚ -κατά παρέκ­κλιση των ισχυόντων στην κοινή εκκαθάριση- ρυθμιζό­ταν ότι η υπαγωγή στην ως άνω διαδικασία δε συνε­παγόταν την παύση της λειτουργίας της επιχείρησης, εφόσον η εκκαθάριση συντελούνταν εν λειτουργία της επιχείρησης. Βασικός στόχος της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης ήταν η μεταβίβαση της επιχείρησης του οφειλέτη, ενόσω αυτή εξακολουθεί να λειτουργεί (βλ. Cristoph G. Paul us, Στάθη Ποταμίτη, Αλέξανδρου Ρόκα, Ignasio Tirado, Το πτωχευτικό δίκαιο ως ένας από τους βασικούς πυλώνες της οικονομίας της αγο­ράς ΔΕΕ 11/2015.1070). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στην έκτακτη διαδικασία της ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68επ. του ν. 4307/2014 η λειτουργία της επιχείρησης κατά τη διάρκεια της ως άνω διαδικασίας αποτελεί πρωταρχικό σκοπό του ως άνω νόμου, ώστε μέσω αυτής να αποφευχθεί η απαξίωση της επιχείρη­σης του οφειλέτη νομικού προσώπου που έχει παύσει της πληρωμές του και να επιτευχθεί μέσω της μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης (ως συνόλου ή μερών) η συνέχιση της λειτουργίας αυτής με μετα­βολή των φορέων της με ταυτόχρονη ικανοποίηση των πιστωτών από το τίμημα της πώλησης του ενεργητι­κού (Μ.Πρ.Αθ. 963/2017, αδημ.). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 68 του ν. 4307/2014, «1. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με πτωχευτική ικανότητα σύμ­φωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα, το οποίο έχει την έδρα του στην Ελλάδα και βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης ληξιπρό­θεσμων χρηματικών υποχρεώσεων, δύναται να υπά­γεται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση κεφαλαιουχικών εταιριών, αυτές μπορούν να υπάγονται στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης του παρόντος άρθρου και εφόσον συντρέ­χει ως προς αυτές για δύο συνεχόμενες χρήσεις λόγος λύσης κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του ν. 2190/1920 (αναλο­γικά εφαρμοζόμενου στις λοιπές μορφές κεφαλαιου­χικών εταιριών) (Μ.Πρ.Αθ. 843/2016, ΕΕμπΔ 2016. 679, σχ. Αλ. Ρόκα, βλ. Περάκη Εμμ., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ. Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του ν. 4307/2014). 2. Η αίτηση υποβάλλεται από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη στους οποίους περιλαμβάνεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη. 3. Για τις ανάγκες του παρόντος ως πιστωτές νοούνται όσοι έχουν απαιτήσεις κατά του οφειλέτη κατά την έννοια του Ελληνικού Γενικού λογιστικού Σχεδίου (π.δ. 1123/1980) ή σύμφωνα με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, προκειμένου για επιχειρήσεις που καταρτίζουν οικονομικές καταστάσεις, υποχρεωτικά ή προαιρετικά σύμφωνα με αυτά, ενώ περιλαμβάνονται επίσης οι απαιτήσεις από χρηματοδοτικές μισθώσεις που οφείλονται συμβατικά από τον ως άνω χρόνο αναφοράς μέχρι τη συμβατική ημερομηνία λήξης των συμβάσεων, εφόσον σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες λογιστικές αρχές δεν αποτυπώνονται στις πιο πάνω οικονομικές καταστάσεις. 4. Ο υπολογισμός του ποσοστού των αιτούντων πιστωτών για τις ανάγκες της παρ. 2 γίνεται με βάση κατάσταση πιστωτών που συντάσσεται από κάτοχο άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α ή Β Τάξεως του ν. 2515 1997 ή ορκωτό ελεγκτή, βασίζεται στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις ή/και τα βιβλία και στοιχεία του οφειλέτη ή/και των αιτούντων πιστωτών και αποτυ­πώνεται σε βεβαίωση του συντάκτη ότι συντρέχει η προϋπόθεση της πλειοψηφίας της παρ. 2. Η βεβαίωση αυτή επισυνάπτεται στην αίτηση της παρ. 1 με ποινή απαράδεκτου. Κοινοπρακτούντες και ομολογιούχοι πιστω­τές συμμετέχουν στον σχηματισμό του ποσοστού της παρ. 2 σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμ­φωνίας. 5. Για το παραδεκτό της αίτησης απαιτείται η ταυτόχρονη κατάθεση δήλωσης του προτεινομένου ως ειδικού διαχειριστή (φυσικού ή νομικού προσώπου) περί αποδοχής του σχετικού έργου». Κατά τις διατά­ξεις του άρθρου 69 παρ. 1, «Ως ειδικός διαχειριστής ορί­ζεται νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο, όπως ορίζονται στον ν. 3693/2008 (Α 174) ή δικηγόρος με οικο­νομοτεχνικές γνώσεις ή δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις ή πτυχιούχος ανώτατης σχολής που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) και κάτο­χος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α τάξεως του ν. 2515/1997 (Α 154). Ειδικός διαχειριστής μπορεί να ορι­σθεί και σύμπραξη προσώπων εφόσον συμμετέχει σε αυτή νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο ή δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώσεις η δικηγορική εταιρία στην οποία συμμετέχει δικηγόρος με οικονομοτεχνικές γνώ­σεις ή πτυχιούχος ανώτατης σχολής, που είναι μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΟΕΕ) και κάτοχος άδειας Λογιστή Φοροτεχνικού Α τάξεως του ν. 2515/1997» (βλ. Περάκη Εμμ., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του ν. 4307/2014). Ενώ στην παρ. 2 ορίζεται ότι «Ως προς τον ειδικό διαχειριστή ισχύει το άρθρο 106ια παρ. 1 του Πτωχευτικού Κώδικα».

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι προκειμένου να τεθεί ένα νομικό πρόσωπο σε καθεστώς ειδικής δια­χείρισης θα πρέπει: α) να έχει πτωχευτική ικανότητα, β) να βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εκπλή­ρωσης ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεων (ΑΠ 829/2003, ΕλλΔνη 45. 171, Εφ.Λαρ. 12/2014, ΔΕΕ 10 (2014), Εφ.Αθ. 4514/2010, ΔΕΕ 2011. 195, Εφ.Θεσ. 485/2010, Αρμ 2012. 88, Εφ.Λαρ. 726/2008, Εφ.Λαρ. 715/2007, ΝΟΜΟΣ, Εφ.Θεσ. 2632/2006, Αρμ 2007.739. Εφ.Αθ. 2407/2006, ΕλλΔνη 47. 1114, Εφ.Ιωαν. 294/2005 Αρμ 60. 261, Εφ.Αθ. 1572/2001, ΕλλΔνη 42. 1418, Εφ.Αθ. 9038/2000, ΕλλΔνη 44. 561, ΠΠρΑθ 665/2016, ΠΠρΘεσ 3111/2008, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠρΔρ 53/2017, ΕΕμπΔ 2017, 427επ, με σχ. Μαστρομανώλη, με εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία, βλ. Περάκη Εμμ., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του ν. 4307/2014), γ) να υποβάλλεται αίτηση από πιστωτή ή πιστωτές του οφειλέτη, στους οποίους περιλαμβά­νεται τουλάχιστον ένας χρηματοδοτικός φορέας, οι οποίοι εκπροσωπούν τουλάχιστον το 40% του συνό­λου των απαιτήσεων σε βάρος του οφειλέτη. Στη διαδι­κασία αυτή, η οποία εντάσσεται στις προπτωχευτικές διαδικασίες και ρυθμίζεται ωστόσο εκτός διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, έχουν αναλογική εφαρμογή (συμπληρωματικά) οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα (ν. 3588/2007), Εξ άλλου, συνέπειες της εκδοθείσας και δημοσιευθείσας απόφασης που κάνει δεκτή την αίτηση υπαγωγής της επιχείρησης σε καθεστώς ειδι­κής διαχείρισης είναι: α) η παύση της συνολικής εξου­σίας των καταστατικών οργάνων διοίκησης και δια­χείρισης της επιχείρησης (νομικού προσώπου), ήτοι της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβου­λίου, β) η άμεση -από τη δημοσίευση- ανάληψη καθη­κόντων εκ μέρους του διορισθέντος διαχειριστή, στον οποίο περιέρχεται το σύνολο των εξουσιών διοίκησης της επιχείρησης του φορέα αυτής, νομικού προσώ­που, με δημιουργούμενη κατάσταση όμοια με εκείνη της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης (πρβλ, για το ισχύο­ντα στην ειδική εκκαθάριση, Σ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο), γ) η αυτοδίκαιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχείρησης, καθ όλη τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανο­μένων και των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους ΦΚΑ, καθώς και των μέτρων διασφά­λισης της οφειλής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 του ν. 4174/2013 «Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας». Την αυτοδίκαιη αναστολή των ατομικών διώξεων με ίδιου περιεχομένου ρύθμιση προέβλεπε και ο μεταγενέ­στερος ν. 4335/2015 στο άρθρο 2 παρ. Γ υποπαρ. Γ3 περ. 16 αυτού, με την οποία αντικαταστάθηκε η διάταξη της παρ. δ του άρθρου 106ια του ΠτωχΚ περί της διαδι­κασίας της ειδικής εκκαθάρισης. Μάλιστα στην αιτιο­λογική έκθεση του ν. 4335/2015 αναφέρεται ότι: «η διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης που προβλέπεται στο άρθρο 106ια απλοποιείται ως προς τις συγκεκρι­μένες πτυχές της, έτσι ώστε να καταστεί περισσότερο εύχρηστη και δημοφιλής και να αποτελέσει ένα απο­τελεσματικό εργαλείο συνέχισης της δραστηριότητας της επιχείρησης ενός αφερέγγυου οφειλέτη. Προς τον σκοπό... προβλέπεται ο διορισμός εκκαθαριστή κατά το πρότυπο της διαδικασίας ειδικής εκκαθάρισης του ν. 4307/2014 (άρθρο 69 παρ. 41, εισάγεται η αναστολή των ατομικών διώξεων σε περίπτωση αποδοχής της διαδι­κασίας. Κατ ακολουθίαν, τόσο ο ν. 4307/2014, όσο και ο μεταγενέστερος κατά το πρότυπο του ν. 4335/2016, που τροποποίησε την αρχική ρύθμιση του άρθρου 106ια ΠτωχΚ για τη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρι­σης, ήδη καταργηθέντος άρθρου, εισάγουν ως συνέ­πεια αυτοδίκαιη της αποδοχής της αίτησης για ειδική διαχείριση ή ειδική εκκαθάριση, αντιστοίχως, την ανα­στολή όλων των ατομικών διώξεων κατά της επιχεί­ρησης. Δεδομένου ότι η διαδικασία της ειδικής διαχεί­ρισης είναι παραπτωχευτική, όπως προαναφέρθηκε, σε αυτήν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΠτωχΚ, όπου ρητώς οι διατάξεις του ως άνω νόμου παραπέμπουν στον ΠτωχΚ για αναλογική εφαρμογή του ή δεν απο­κλείεται η αναλογική εφαρμογή του από τη γραμματική ή τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του ν. 4307/2014. Πλην όμως, δε δύναται να εφαρμοστεί ο ΠτωχΚ, στο μέτρο που ο ν. 4307/2014 εισάγει ρητώς διαφορετική ρύθμιση (ΜΠρΔρ 53/2017, ΔΕΕ 2017. 907, ΕΕμπΔ 2017. 427, σχ. Μαστρομανώλη, βλ. Περάκη Εμμ., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του ν. 4307/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του ν. 4307/2014 θεσπίζει ρητώς την αυτοδί­καιη αναστολή όλων των ατομικών διώξεων, χωρίς δια­κρίσεις και εξαιρέσεις, ως προς όλους του πιστωτές. Επομένως, με την ως άνω ρύθμιση εισάγεται διάφορη και ειδική ρύθμιση στην παραπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, αντιθέτως με τα ισχύοντα επί πτώχευσης (άρθρα 25, 26 του ΠτωχΚ). Ήτοι, η θέση της επιχείρησης σε ειδική διαχείριση, με την απόφαση αποδοχής της αίτησης υπαγωγής της, συνεπάγεται αυτοδικαίως την αναστολή των ατομικών διώξεων για όλους τους πιστωτές της επιχείρησης, τόσο τους εγχειρόγραφους όσο και τους ενέγγυους. Σε περίπτωση που ο ειδικός διαχειριστής, μετά τον διορισμό του, δεν εξεύ­ρει χρηματοδότηση για τις ανάγκες της ειδικής διαχεί­ρισης (έξοδα διαδικασίας αυτής), στα οποία περιλαμ­βάνονται και οι δαπάνες για τη λειτουργία της επιχείρησης, τότε συντρέχει λόγος ανάκλησης της απόφα­σης περί υπαγωγής της επιχείρησης στην ειδική διαχεί­ριση (άρθρο 758 Κ.Πολ.Δ.). Και αυτό διότι ο ν. 4307/2014 θέτει στη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1, ως προϋποθέσεις για την αποδοχή της αίτησης, τις ρυθμιζόμενες στις παρ. 1, 2 του άρθρου 68 και δεν ορίζει την επάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας, ως θετική προϋπόθεση, για τη θέση της επιχείρησης σε ειδική διαχείριση (βλ. άρθρο 3 παρ. 4 του ΠτωχΚ) ή την τυχόν ανεπάρκεια της περιου­σίας του Οφειλέτη, ως λόγο απόρριψης της αίτησης (βλ. καταργηθέν άρθρο 6 παρ. 2 του ΠτωχΚ) (Μ.Πρ.Αθ. 1612/2017, ΕΕμπΔ 2017. 656, Μ.Πρ.Αθ. 963/2017, ΔΕΕ 2017. 371, ΜΠρΔρ 53/2017, ΕΕμπΔ 2017. 427επ, με σχ. Γεωργαντόπουλου Παν., με εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία, βλ. Περάκη Εμμ., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του ν. 4307/2014).

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 5 του ΠτωχΚ προκύπτει ότι για την κήρυξη της πτώχευσης απαιτούνται δύο κυρίως ουσιαστικές προϋποθέσεις, δηλαδή: α) η πτωχευτική ικανότητα εκείνου του οποίου ζητείται η πτώχευση και β) η παύση των πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών του υποχρεώσεων. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα που έχουν την εμπορική ιδιότητα, άρα και η ανώνυμη εταιρεία (άρθρο 1 του ν. 2190/1920), που χαρακτηρίζεται έμπο­ρος κατευθείαν από τον νόμο με βάση το «τυπικό» σύστημα εμπορικότητας. Αναφορικά με την έννοια της παύσης πληρωμών (βλ. αναλυτικά Εμμ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, Κεφ. 15, Η κήρυξη της πτώχευ­σης - Η παύση πληρωμών), αποτελεί εκείνη η κατάσταση, κατά την οποία ο έμπορος, ανεξαρτή­τως προς την πραγματική περιουσιακή του δυνατό­τητα, περιέρχεται σε μόνιμη πραγματική -όχι δε προ­σωρινή από εντελώς παροδικές αιτίες- αδυναμία για την εμπρόθεσμη πληρωμή των ληξιπρόθεσμων, δηλαδή των εκκαθαρισμένων και άμεσα απαιτητών χρεών του (βλ. Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 7η έκδ., έκδ. 2008 επ). Επομένως, όχι οποιαδήποτε μη πληρωμή, αλλά η μη πληρωμή που έχει τον χαρακτήρα της γενικότητας και μονιμότητας και υποδηλώνει συγχρόνως νέκρωση ή διακοπή της εμπορικής κίνησης, αθεράπευτο κλονισμό της πίστης του εμπόρου ή διαταραχή στην οικονομική του υπόσταση, συνιστά παύση πληρωμών κατά την έννοια του νόμου και δεν αρκεί η απλή έλλειψη ρευ­στότητας του οφειλέτη (ΑΠ 1399/2000, ΕλλΔνη 2001.733, ΑΠ 910/2000, ΕλλΔνη 2001. 733, Εφ.Πειρ. 467/2010, ΔΕΕ 2010.915, Εφ.Λαρ. 726/2008, ΕπισκΕΔ 2008. 1113, ΠΠρΘεσ 1228/2012, ΕλλΔνη 2013.1105, βλ. Ευαγγ. Εμμ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 2010, Κοτσίρη Α., Πτωχευτικό Δίκαιο, 7η έκδ., 2008 επ). Η γενι­κότητα και μονιμότητα μπορεί να συναχθεί κατά τις περιστάσεις και καταδεικνύεται από την έναντι του κοινού αδυναμία αντιμετώπισης των χρεών του, που μπορεί να συντρέχει και στην περίπτωση της μη πλη­ρωμής ενός μόνο χρέους, τέτοιας όμως σημασίας, ώστε αυτή να φανερώνει μη πληρωμή έναντι του κοινού, δηλ. κλονισμό της εμπορικής πίστης του εμπόρου και πραγματική αδυναμία συνέχισης της εμπορίας του (ΑΠ 829/2003, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 281/2001, ΕΕμπΔ 2001. 590, ΑΠ 1399/2000, ΕλλΔνη 2001. 733, Εφ.Πειρ. 161/2003, ΔΕΕ 2003. 544). Απαιτείται αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώνει τις οφειλές του με τον ρυθμό που καθίστα­νται ληξιπρόθεσμες. Δεν αρκεί συνεπώς η αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών κάποιας χρο­νικής στιγμής, αλλά θα πρέπει να προβλέπεται ότι η αδυναμία αυτή θα πλήξει και τα επερχόμενα χρέη (βλ. Ευαγγ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο). Δεν υπάρ­χει μονιμότητα, αν ο οφειλέτης πληρώσει σημαντικά χρέη, συνεχίζει την εμπορική του δραστηριότητα και εξακολουθεί την πληρωμή του εργατοτεχνικού προσωπικού του. Εάν δημιουργηθούν, από την άλλη μεριά, βάσιμες προσδοκίες ανάκαμψης, το οποίο αποτελεί ζήτημα υπό την κρίση του δικαστηρίου, η παύση πλη­ρωμών αίρεται, λ.χ. η βάσιμη προσδοκία είσπραξης μεγάλου χρηματικού ποσού ενισχύει τον χαρακτήρα της παροδικής οικονομικής αδυναμίας (ΠΠρΘεσ 638/1987, ΕΕμπΔ 1989. 486). Με τον ορισμό της παύσης πληρω­μών ο ΠτωχΚ παρέμεινε στο σύστημα της αδυναμίας του οφειλέτη να καταβάλει τα χρέη του, οφειλόμενη σε έλλειψη ρευστότητας. Δεν υιοθέτησε την άποψη ότι η κρίση της επιχείρησης του οφειλέτη πρέπει να αποδίδεται σε «υπερχρέωση», στην κατάσταση δηλαδή εκείνη όπου το παθητικό υπερβαίνει το ενεργητικό, καθώς τα δύο αυτά κριτήρια διαφέρουν (βλ. Ευαγγ. Εμμ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο). Εάν συντρέ­χουν πολλά χρέη, η καταβολή μερικών και η, έστω κατά αδικαιολόγητη διάκριση, άρνηση εξοφλήσεως άλλων, δεν συνιστά παύση πληρωμών γενικώς, εκτός αν απο­δεικνύεται ότι είναι αδύνατη η ικανοποίηση όλων, ήτοι όταν ο οφειλέτης αδυνατεί να εκπληρώσει ένα ουσιώ­δες μέρος των εμπορικών του υποχρεώσεων. Το γεγονός της παύσης πληρωμών απόκειται στην κρίση του δικαστηρίου, το οποίο θα στηριχθεί επί πραγματι­κών γεγονότων, που μαρτυρούν την ιδιαίτερη εκείνη θέση του οφειλέτη, συνεπεία της οποίας αυτός δεν αντιμετωπίσει, κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο και όχι απλώς παροδικά, τις αναληφθείσες υποχρεώσεις του (ΑΠ 876/2017, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 829/2003, ΕλλΔνη 45.171, Εφ.Αθ. 2407/2006, ΕλλΔνη 2006. 1115, Εφ.Αθ. 1572/2001, ΕλλΔνη 2001. 1418, Εφ.Πατρ. 212/2001, ΔΕΕ 2003. 544, Εφ.Αθ. 149/2001, ΔΕΕ 2001. 391, Εφ.Λαρ. 46/2001, ΕΕμπΔ 2001.513, Εφ.Αθ. 1207/2000, ΕλλΔνη 41. 859, ΠΠρΑθ 12/2010, ΔΕΕ 2010.445, βλ. Ρόκα, Πτωχ.Δικ., παρ. 12, II). Η απόδειξη της παύσης των πληρωμών βαρύνει τον αιτούντα την πτώχευση και μπορεί να γίνει με κάθε επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο. Το δικαστήριο θα στη­ριχθεί και σε πραγματικά γεγονότα που μαρτυρούν τη μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη. Ως πραγματικό γεγονός μπορεί να αποδειχθεί με κάθε μέσο, ιδίως δε, από διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για μη πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτ­λων, τελεσίδικες καταψηφιστικές αποφάσεις για χρηματικές οφειλές που δεν εξοφλήθηκαν, κατασχέσεις, ομολογίες του οφειλέτη από επιστολές προς δανειστές και αιτήματα για φιλικό διακανονισμό, συμφωνητικά εξώδικου συμβιβασμού που δεν εκτελέστηκε, μαρτυρι­κές καταθέσεις, φυγή του οφειλέτη κλπ. (βλ. Κοτσίρη Α., Πτωχευτικό Δίκαιο, παρ. 62). Σχετικώς εκτι­μώνται και περιστατικά όπως η φυγή του οφειλέτη, το κλείσιμο του καταστήματος του, η αδιαφορία για τρέχοντες λογαριασμούς, η επιβολή κατασχέσεων, η άρνηση πιστωτών να ρυθμίσουν τα χρέη, οι μάταιες προσπάθειες εκτέλεσης κ.λπ. (βλ. Ευαγγ. Εμμ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο). Η κατ αρέσκεια του οφειλέτη εμπόρου πληρωμή μερικών μόνο χρεών του δεν εμποδίζει την πτώχευσή του, διότι τούτο αντίκει­ται σε έναν από τους σκοπούς της πτώχευσης, που είναι η σύμμετρη και ίση ικανοποίηση των δανειστών του (ΑΠ 829/2003, ΕλλΔνη 45. 171, Εφ.Αθ. 4326/2017, Εφ.Θεσ. 819/2014, ΕλλΔνη 2014.1479, Εφ.Αθ. 4514/2010, Εφ.Λαρ. 726/2008, ΝΟΜΟΣ). Η παύση πληρωμών πρέ­πει να υφίσταται κατά τον χρόνο της συζήτησης της αίτησης και σε κάθε περίπτωση στον χρόνο δημοσίευ­σης της πρωτόδικης απόφασης, συνεπώς, τυχόν προ­γενέστερη απόφαση που εκδόθηκε σε αίτηση ανοίγμα­τος διαδικασίας εξυγίανσης που δεν άνοιξε εν τέλει, είτε αναγνωρίστηκε είτε όχι η παύση πληρωμών, δεν αποτελεί δεδικασμένο σε έτερη μεταγενέστερη δίκη (βλ. σχετ. Ευαγγ. Εμμ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 18 περ. ιθ του ν. 2479/1997, οι απαιτήσεις του πιστωτή που ζητά την πτώχευση εμπόρου πρέπει να προκύπτουν από έγγραφα βέβαιης χρονολογίας κατά το άρθρο 446 Κ.Πολ.Δ. ή από τα τηρούμενα επίσημα εμπορικά βιβλία (ΑΠ 852/2006, ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 286/2007, Αρμ 2007. 883). Ωστόσο, ο οφειλέτης μπορεί να μην κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, εφόσον αυτός αρνείται την πληρωμή ενός σημαντικού χρέους. εξαιτίας ενστά­σεως, την οποία επιτρέπεται να θεωρεί καλόπιστα, ως βάσιμη, όπως πρέπει να γίνει δεκτό και υπό την ισχύ του Πτωχευτικού Κώδικα, παρά την κατάργηση της, επ αυτού, σαφούς διάταξης του άρθρου 528 παρ. 2 ΕμπΝ (ΑΠ 910/2000, ΕΕμπΔ ΝΑ. 779, ΑΠ 1399/2000, ΕλλΔνη 42. 733, βλ. Ψυχομάνη Σπ., Πτωχευτικό Δίκαιο). Για την παραδοχή της παραπάνω ένστασης ερευνάται μόνο εάν ο έμπορος επιτρέπεται να θεω­ρεί την ένσταση αυτή καλόπιστα ως βάσιμη, ανεξάρ­τητα εάν αυτή είναι πράγματι και ουσιαστικά βάσιμη (Εφ.Θεσ. 1749/1996, Αρμ 1996. 1350, Εφ.Θεσ. 42/1994, Αρμ 1994. 1281, Εφ.Αθ. 44/1983, ΕλλΔνη 24. 812, Εφ.Αθ. 1224/1981, Αρμ 1982. 39, βλ. Κοτσίρη Λ., Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 1998). Η καλή πίστη του εμπόρου, υπό την παραπάνω έννοια, ταυτίζεται εννοιολογικά με το επιτρεπτό της πεποίθησής του, τη μη αντίφαση, δηλαδή, της συμπεριφοράς του, προς την προβολή και το περιεχόμενο της ένστασης. Σημαίνει, δηλαδή, με άλλα λόγια ότι όλη η εμπορική δραστηριότητα του και η εν γένει συμπεριφορά του, κατά το πριν τη δίκη, διάστημα, δικαιολογούν την, κατά τη διάρκειά της, προβολή της συγκεκριμένης ένστασης (ΑΠ 1399/2000, ΕλλΔνη 2001. 733, ΑΠ 910/2000, ΕΕμπΔ 2000. 779, Εφ.Αθ. 4514/2010, ΔΕΕ 2011. 195, Εφ.Αθ. 111 7/2001, ΔΕΕ 2001. 617, βλ, Κουφό, Αρνηση πληρωμών ένεκεν ενστά­σεων και πλασματική παύση πληρωμών, Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 528 παρ. 2 εδ. β και γ του ΕμπΝ, Αρμ 41(1987). 913επ). Αλλά και αναι­τιολόγητη άρνηση πληρωμής δεν αποτελεί αυτόματο λόγο πτώχευσης και ο πιστωτής πρέπει να κατα­φεύγει στα κοινά μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ. σχετ. Ε. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο), Πάντως η μη πληρωμή εμπορικών χρεών, έστω και από κακή πίστη του οφειλέτη, δεν αποτελεί απόδειξη παύσης πληρωμών (Εφ.Θεσ. 380/1999 Αρμ 2000.222, ΠΠρΘεσ 3111/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης). Αν δεν αποδεικνύεται, και κατ εφαρμογή της αυτεπάγγελτης έρευνας των γεγονότων από το δικαστήριο, κατ άρθρο 744 Κ.Πολ.Δ., η επαπειλούμενη παύση πληρωμών κατά το άρθρο 3 παρ. 2 ΠτωχΚ ή η παύση των πληρωμών κατά το άρθρο 3 παρ. 1 ΠτωχΚ, ή η ύπαρξη απαίτησης του αιτούντος πιστωτή κατά του οφειλέτη, η αίτηση απορρίπτεται ως αβάσιμη (Εφ.Πειρ. 467/2010, ΔΕΕ 2010. 915). Τέλος, η κατάσταση της παύσης πληρωμών ενδέχεται να αρθεί εάν αρχίσουν εκ νέου οι πληρωμές με γενικότητα και διάρκεια (βλ. σχετ. Ευαγγ. Εμμ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο).

III. Περαιτέρω, στο άρθρο 70 παρ. 1 εδ. α ορίζεται ότι: «Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτη­σης είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την έδρα του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιο­δοσίας», ενώ σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου «Η αίτηση του άρθρου 68 μαζί με την πράξη ορισμού δικασίμου κοινοποιείται στην επιχείρηση και περίληψη αυτής δημοσιεύεται στο ΓΕΜΗ δεκαπέντε (15) τουλά­χιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κύριες παρεμβάσεις κατατίθενται υποχρεωτικά και με ποινή απαραδέκτου το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από τη δικάσιμο και συνεκδικάζονται, υποχρεωτικώς όπως και οι τυχόν πρόσθετες παρεμβάσεις, με την αίτηση, Οι κυρίως παρεμβαίνοντες φέρουν το βάρος απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 68» (βλ. Περάκη Ευαγγ., Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Κεφ. 13, Η προπτωχευτική διαδικασία της ειδικής διαχείρισης, άρθρα 68-77 του ν. 4307/2014). Οι κυρίως παρεμβαίνοντες φέρουν το βάρος απόδειξης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 68. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης φυσικού ή νομικού προσώπου δεν απευθύνεται κατά αυτού, αλλά απλώς κοινοποιείται στην υπό υπαγωγή επιχείρηση τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες πριν τη δικάσιμο. Κατά συνέπεια, και εν όψει του ότι η σχετική αίτηση δικάζεται, κατά τα προεκτιθέμενα, σύμφωνα με τις διατάξεις της εκούσιας δικαιοδοσίας εφόσον δεν επιβάλλεται από τον νόμο η απεύθυνση της αίτησης προς το υπό υπαγωγή σε ειδική διαχεί­ριση πρόσωπο, η μη απεύθυνσή της δεν επάγεται την ακυρότητα της αίτησης ή το απαράδεκτο αυτής, Στην περίπτωση δε αυτή, ακόμη και αν η αίτηση στραφεί κατά του υπό υπαγωγή σε ειδική εκκαθάριση προσώ­που, το τελευταίο δεν καθίσταται διάδικος, αφού αυτή η ιδιότητα, στην εκούσια δικαιοδοσία, προσλαμβάνε­ται μόνο με τους περιοριστικά προκύπτοντες από τις σχετικές διατάξεις τρόπους. Στην περίπτωση της αίτη­σης υπαγωγής στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68επ του ν. 4307/2014, το υπό ειδική διαχείριση πρόσωπο (νομικό ή φυσικό), προκειμένου να απο­κτήσει την ιδιότητα του διαδίκου -και δεδομένου ότι στις σχετικές διατάξεις του νόμου αυτού δεν ορίζεται ότι η αίτηση στρέφεται εναντίον αυτού του προσώ­που-, μπορεί να ασκήσει, εφόσον αιτείται την απόρ­ριψη της αίτησης, κύρια παρέμβαση, σύμφωνα με τα ειδικότερα επιτασσόμενα από τη διάταξη του άρθρου 70 παρ. 4 εδ. β του ν. 4307/2014. Εξ άλλου, με τη δια­τύπωση του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. γ του ν. 4307/2014, ως άνω, ο νομοθέτης προβαίνει σε αντιστροφή του βάρους απόδειξης ζητώντας από τον κυρίως παρεμ­βαίνοντα να αποδείξει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του οφειλέτη στη διαδικασία, πλην όμως η διάταξη επαναλαμβάνει τη γενική υποχρέωση απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμε­λιώνουν, κατ άρθρο 338 παρ. 1 σε συνδ. με 741 Κ.Πολ.Δ., την αυτοτελή αίτησή του, καθώς μάλιστα, η εκδίκαση των υποθέσεων του ν. 4307/2014 γίνεται με τη διαδι­κασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, στην οποία υποστη­ρίζεται ότι δεν υφίσταται κατανομή του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως, δεδομένης της ισχύος του ανακρι­τικού συστήματος (άρθρο 744 Κ.Πολ.Δ.). Ακριβέστερα, επί τη βάσει του άρθρου 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., στην εκού­σια δικαιοδοσία ισχύει το σύστημα της πλήρους ελεύ­θερης απόδειξης υπό την έννοια ότι το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αποδεικτική δύναμη που προσδί­δει ο νόμος στα αποδεικτικά μέσα, αλλά εκτιμά κατ ελεύθερη κρίση όλα τα προσκομιζόμενα ή διαταχθέ­ντα από αυτό αποδεικτικά μέσα, δίδοντας κατά την κρίση του δέουσα αποδεικτική βαρύτητα (βλ. σχετ. Γέσιου-Φάλτση, Δίκαιο Αποδείξεως, έκδ. 1985, Νικολόπουλο, Το δίκαιο της αποδείξεως έκδ. 2011). Το βάρος αποδείξεως λειτουργεί αντικειμε­νικά και η σχετική αίτηση απορρίπτεται αν τα θεμελι­ωτικά της περιστατικά δεν αποδειχθούν από όλα τα αποδεικτικά μέσα, εισφερθέντα από τους διαδίκους ή συλλεγέντα αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου (βλ. σχετ. Μπότσαρη, Βάσεις και διαδικαστικά προβλή­ματα της εκούσιας δικαιοδοσίας, έκδ. 1997, Χατζηϊωάννου, Η δίκη της πτώχευσης και των προλη­πτικών μέτρων της, έκδ. 2016).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του ΠτωχΚ, «μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση ο πρόεδρος του αρμοδίου κατά το άρθρο 4 δικαστηρίου, ήτοι του πτωχευτικού δικαστηρίου δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφα­λιστικών μέτρων (άρθρο 682 Κ.Πολ.Δ.) μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να δια­τάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιου­σίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγο­ρεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την ανα­στολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορί­σει μεσεγγυούχο. Η απόφαση υποβάλλεται στη δημοσιότητα του άρθρου 8.» Η δε δεύτερη παράγραφος του άρθρου αυτού ορίζει ότι «Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης». Σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη ως αρμόδιο όργανο για την εκδίκαση της αίτησης περί λήψης ασφα­λιστικών μέτρων της πτωχευτικής διαδικασίας ορίζε­ται ο Πρόεδρος του αρμοδίου κατά το άρθρο 4 δικαστηρίου, ήτοι του πτωχευτικού δικαστηρίου. Κατά την αληθή ερμηνεία της παραπάνω διάταξης και εν όψει αφενός του ότι δεν υφίσταται στον Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής διαδικασία ενώπιον του Πρόεδρου Πρωτοδικών, αφε­τέρου, δε, του ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο συγκροτείται κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 εδ. β του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών» από Πρόεδρο Πρωτοδικών ή Πρωτόδικη, αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης για τη λήψη προληπτικών μέτρων του άρθρου 10 του ΠτωχΚ, η οποία ασκείται με αυτοτελή αίτηση, είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, το οποίο όμως στην περίπτωση αυτή, εν όψει και της λεκτι­κής διατύπωσης του άρθρου 10 του ΠτωχΚ, πρέπει να συγκροτείται από τον Πρόεδρο του (ως πρόεδρο του πτωχευτικού Δικαστηρίου) (Μ.Πρ.Θεσ. 2543/2014, ΠΠρΘεσ 14539/2013, ΠΠρΘεσ 1399/2011, Μ.Πρ.Θεσ. 18316/2011).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 692 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., τα ασφαλιστικά μέτρα δεν πρέπει να συνίστανται στην ικανοποίηση του δικαιώματος, του οποίου ζητείται η εξασφάλιση ή η διατήρηση. Η διάταξη αυτή, όπως είναι διατυπωμένη, δεν περιέχει κατευθυντήριες γραμμές ή οδηγίες προς το επιλαμβανόμενο της αίτησης ασφαλι­στικών μέτρων Δικαστήριο, αλλά τίθεται δι αυτής απα­γορευτικός κανόνας, δεσμευτικός για το Δικαστήριο, υπό την έννοια ότι σε καμία περίπτωση δεν έχει τη δυνατότητα να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία συνιστούν ικανοποίηση δικαιώματος, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που υπάρχει ειδική περί τούτου νομο­θετική πρόβλεψη. Ο απαγορευτικός δε αυτός κανό­νας έχει εφαρμογή και στο ασφαλιστικό μέτρο περί τη ρύθμιση κατάστασης, το οποίο δεν διαφέρει κατά τον σκοπό του από τα άλλα ασφαλιστικά μέτρα, αφού και αυτό συνδέεται τελολογικά με κάποιο δικαίωμα που πρέπει να προστατευθεί προσωρινά για την απο­τροπή δημιουργίας, έως την περάτωση της κυρίας δια­γνωστικής δίκης, αμετακλήτων καταστάσεων, που θα μπορούσαν να ματαιώσουν τον πρακτικό σκοπό της δίκης αυτής. Η διακριτική ευχέρεια που δίνει το άρθρο 732 Κ.Πολ.Δ. στο Δικαστήριο δεν αποτελεί εξαίρεση στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρου 692 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., αλλά ο τελευταίος αποτελεί οριοθέτηση της παρεχομένης στο δικαστήριο, με το άρθρο 732 του ιδίου Κώδικα, δια­κριτικής ευχέρειας (Π. Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 1985, Κ. Μπέης Πολ. Δικ., υπό το άρθρο 682, Β. Βαθρακοκοίλης, Κ.Πολ.Δ. άρθρο 692, αριθ. 9, ΜΠρΛαμ 435/2013, Μ.Πρ.Αθ. 4700/2006, ΜΠρΡοδ 1251/2006, ΝΟΜΟΣ).

Οι παραπάνω διατάξεις απηχούν τις βασικές αρχές του δικαίου των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τις οποίες η προσωρινή δικαστική προστασία πρέπει α) να μην ταυτίζεται με το αντικείμενο της οριστικής δικαστικής προστασίας, αλλά να διαφέρει και να υπο­λείπεται από αυτό και β) να μη δημιουργεί αμετάκλητές καταστάσεις, που δεν μπορούν να ανατραπούν, όταν ανακληθεί η σχετική απόφαση ασφαλιστικών μέτρων ή διαγνωστεί στην κυρία δίκη με ισχύ δεδικα­σμένου η ανυπαρξία του δικαιώματος που εξασφαλί­στηκε, ώστε να μη ματαιώνεται ο πρακτικός σκοπός της κυρίας δίκης, οι αρχές δε αυτές έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις που ρυθμίζεται προσωρινά η κατά­σταση με ασφαλιστικά μέτρα... Η απόφαση δηλαδή των ασφαλιστικών μέτρων, αποσκοπώντας να απο­τρέψει δημιουργία ανεπανόρθωτων κατά κανόνα κατα­στάσεων, δεν θα πρέπει να δημιουργεί η ίδια ανεπανόρ­θωτες καταστάσεις (Π. Τζίφρας, Ασφαλιστικά μέτρα, Κ. Μπέης, Ασφαλιστικό μέτρα, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, ΕρμΚ.Πολ.Δ., εισαγ. 692-738, αρ. 11, άρθρο 692 αρ. 2, Μ.Πρ.Αθ. 1273/2016, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛαμ 435/2013, ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις των άρθρων 682 και 688 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επιτρέπεται και διατάσσεται σε περίπτωση όπου υπάρχει επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος απειλεί το επίδικο δικαίωμα ή την απαίτηση και προς αποτροπή του ή σε περίπτωση συνδρομής επείγουσας περίπτωσης, η οποίο επιβάλλει την ταχεία και άμεση λήψη μέτρων, πριν ή κατά τη διάρκεια της τακτικής διαγνωστικής δίκης. Συνεπώς, όταν ο νόμος απαιτεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση εννοεί την ύπαρξη ασυνήθους ανάγκης έκτακτης δικα­στικής προστασίας του διαδίκου, η οποία να δικαιολο­γείται από τη συνδρομή πραγματικών περιστατικών, και, συγκεκριμένα κινδύνου να ματαιωθεί η απαίτηση ή επείγουσα περίπτωση της παρούσας στιγμής (βλ. ΜΠρΖακ 24/2014, ΝΟΜΟΣ, Μ.Πρ.Θεσ. 21847/2009, ΕΠολΔ 2009. 532, Μ.Πρ.Αθ. 31951/1996, Αρμ 1997. 1499, Μ.Πρ.Αθ. 22493/1994, ΕλλΔνη 37. 707) η οποία είναι πιεστική και ανεπίδεκτη αναβολής και απαιτεί άμεση ρύθμιση, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ανεπανόρθωτων ή δύσκολα αναστρέψιμων καταστά­σεων (Μ.Πρ.Πειρ. 437/2018, ΜΠρΚω 175/2016, Μ.Πρ.Αθ. 449/2004, ΝΟΜΟΣ). Δεν δύναται επομένως να θεωρη­θεί ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περί­πτωση η πιθανή και μόνο μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, διότι με τέτοια εκδοχή θα δικαιολογούταν η λήψη ασφαλι­στικών μέτρων σε κάθε εκκρεμή αγωγή, εν όψει της ενδεχόμενης, κατά την κοινή πείρα και λογική, μετα­βολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου, Μ.Πρ.Θεσ. 13293/2010, Μ.Πρ.Θεσ. 19987/2005, ΝΟΜΟΣ), Εξ άλλου η ελαττωμένη περιουσιακή κατά­σταση ή αφερεγγυότητα του οφειλέτη δεν δικαιολογεί από μόνη της τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων επί των περιουσιακών του στοιχείων, αφού ανάγκη εξασφα­λίσεως της απαιτήσεως του δανειστή δεν δημιουργεί­ται όταν ο οφειλέτης είναι κάτοχος μικρής περιουσίας, αλλά όταν υφίσταται κίνδυνος εκποιήσεως, αποκρύψεως, επιβαρύνσεως και γενικώς βλάβης της περιου­σίας του μέχρις ότου εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο η απαίτηση του δανειστή (Μ.Πρ.Αθ. 4244/2016 ΝΟΜΟΣ), Με την υπό κρίση αίτηση οι αιτούσες οι οποίες είναι πιστώτριες της καθ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………», και εκπροσωπούν ποσοστό μεγαλύτερο του 40% των συνολικών απαιτή­σεων σε βάρος της καθ ης, έχουν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) την με αριθμό κατάθεσης 15134/11630/2018 αίτησή τους με την οποία αιτούνται την υπαγωγή της στην προβλεπόμενη από τα άρθρα 68επ του ν. 4307/2014 έκτακτη διαδικασία ειδικής δια­χείρισης, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 20.7.2018, το δικόγραφο της οποίας παραθέτουν στην αίτησή τους και ζητούν να διαταχθούν ως προληπτικά μέτρα μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ανωτέρω αιτή­σεως α) η αναστολή των μέτρων, εκκρεμών ή μη ατομι­κής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης εκ μέρους οποιουδήποτε τρίτου κατά της περιουσίας της καθ ης ανώνυμης εταιρίας, ρητώς εξαιρουμένων των διεκδικη­τικών απαιτήσεων για την προστασία περιουσιακών στοιχείων τρίτων που ευρίσκονται στην κατοχή της ως άνω οφειλέτριας εταιρίας, β) η αναστολή λήψης οποιουδήποτε ασφαλιστικού μέτρου κατά της καθ ης ανώνυμης εταιρίας, γ) η απαγόρευση εκποίησης ή επι­βάρυνσης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της καθ ης καθώς και η απαγόρευση διενέργειας συμψη­φισμών, δ) η απαγόρευση διάθεσης των ακινήτων και του εξοπλισμού της καθ ης κατά το άρθρο 70 παρ. 3 του ν. 4307/2014 προς οποιονδήποτε τρίτο, ε) η αναστολή των μέτρων διοικητικής εκτέλεσης από το Δημόσιο και τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και των μέτρων διασφάλισης της οφειλής κατά τις διατάξεις του άρθρου 46 ν. 4174/2013 κατά της καθ ης.

Η αίτηση αρμόδια καθ ύλη και κατά τόπο φέρεται να δικαστεί από το Δικαστήριο αυτό (683 παρ. 1 και 22 Κ.Πολ.Δ.) κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686επ του Κ.Πολ.Δ.). Σύμφωνα δε με όσα σχε­τικά διαλαμβάνονται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, η αίτηση είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68επ του ν. 4307/2014 του άρθρου 10 παρ. 1 και 4 του ΠτωχΚ, 682, 731, 732, 947 παρ. 1, 176, του Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και του συνό­λου των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται και των ισχυρισμών που οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν προφορικά και διέλαβαν στα σημειώματα που κατέθεσαν εντός της δοθείσας σχε­τικής προθεσμίας, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: οι αιτούσες ανώνυμες τρα­πεζικές εταιρίες είναι πιστώτριες της καθ ης η αίτηση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……………», και εκπροσωπούν ποσοστό μεγαλύτερο του 40% των συνολικών απαιτήσεων σε βάρος της καθ ης, έχουν ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (Διαδικασία Εκούσιας Δικαιοδοσίας) την με αριθμό κατάθεσης 15134/11630/2018 αίτησή τους με την οποία αιτούνται την υπαγωγή της στην προ­βλεπόμενη από τα άρθρα 68επ του ν. 4307/2014 έκτα­κτη διαδικασία ειδικής διαχείρισης, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 20.7.2018, το δικόγραφο της οποίας παραθέτουν στην αίτησή τους. Η καθ ης η αίτηση εταιρία, η οποία έχει νομική προσωπικότητα και είναι έμπορος κατά το τυπικό σύστημα (άρθρο 1 του ν. 2190/1920) και έχει εκ του νόμου πτωχευτική ικανό­τητα, ενώ κατά τα τελευταία έτη και ήδη από το 2014 βρίσκεται σε αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθε­σμων χρηματικών υποχρεώσεών της. Σε βάρος της καθ ης έχει κατατεθεί η με αριθμό κατάθεσης 13566/2016 αίτηση εξυγίανσης στην οποία συνομολο­γείται το πρόβλημα ρευστότητας ήδη από το έτος 2016, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 3414/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε την ανωτέρω αίτηση εξυγίανσης. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε η με αριθμό κατάθεσης 103405/2017 έφεση, επί της οποίας εκδό­θηκε η με αριθμό 1237 2018 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία έκανε τυπικά δεκτή την έφεση και απέρριψε αυτή κατ ουσία. Οι αιτούσες διατηρούν σημαντικές απαιτήσεις κατά της καθ ης ύψους 19.282.466 ευρώ την 31.12.2015, συνεπώς εκπροσω­πούσαν ποσοστό 49,60% των συνολικών απαιτήσεων σε βάρος της καθ ης κατά το έτος 2015 το οποίο κατά τις 31.12.2014 αντιστοιχούσε σε ποσοστό 49,60% των συνολικών απαιτήσεων σε βάρος της καθ ης και κατά τις 31.12.2016 σε ποσοστό 52,1% των συνολικών απαι­τήσεων σε βάρος της καθ ης. Οι ανωτέρω απαιτήσεις των τραπεζών είναι εξασφαλισμένες με εμπράγματες ασφάλειες. Παρά το γεγονός ότι η καθ ης εταιρία βρί­σκεται σε γενική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρό­θεσμων υποχρεώσεών της ήδη από το έτος 2016, οι αιτούσες δεν προσδιορίζουν με την αίτησή τους το ακριβές ύψος των υποχρεώσεών της, κατά τον χρόνο άσκησης της αίτησής τους, ενώ δεν επικαλούνται ορι­σμένα ιδιαίτερα επείγοντα περιστατικά που θέτουν σε κίνδυνο τις απαιτήσεις τους, μέχρι την έκδοση αποφά­σεως επί της αιτήσεως υπαγωγής σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης της καθ ης η αίτηση εταιρίας. Συγκεκριμένα με το σημείωμά τους προς υποστήριξη της αίτησής τους, επικαλούνται και προσκομίζουν: 1) το από 27.6.2017 κατασχετήριο του Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε εις χείρας της Α. Β., Α. Β., Π. Σ. Τ. και Η. Β. ως τρίτων, κατάσχεση σε βάρος της καθ ης για το ποσό των 188.399,24 ευρώ, 2) το από 4.7.2018 κατασχετήριο της Σ. Α. του Ε. εις χείρας τρίτου, της πρώτης αιτούσας, για το ποσό των 6.867,85 ευρώ, 3) το από 17.1.2018 κατασχετήριο της Α. Κ. του Δ., Ε. Κ. του Γ. και Γ. Χ. του Ν., εις χείρας τρί­του, της πρώτης αιτούσας, για το ποσό των 2.799,09 ευρώ για την 1η, 2.096,09 ευρώ για τη 2η και 2.928,86 ευρώ για την 3η επισπεύδουσα δανείστρια, και 4) το από 2.4.2018 κατασχετήριο της Σ. Π. του Κ., εις χείρας τρίτου, της πρώτης αιτούσας, για το ποσό των 16.380,90 ευρώ. Είναι προφανές ότι οι αναφερόμενες ανωτέρω πράξεις εκτέλεσης αφενός έχουν λάβει χώρα σε χρόνο αρκετά προγενέστερα της υπό κρίση αίτησης για λήψη ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να επισυμβεί η επέλευση κινδύνου για τις απαιτήσεις των αιτουσών, ενώ οι πιο πρόσφατες από αυτές λόγω του ύψους των απαιτήσεων των κατασχόντων εις χείρας τρίτου και της ύπαρξης εμπράγματων ασφαλειών των πιστω­τριών τραπεζών δεν πιθανολογείται ότι συνιστούν συγκεκριμένο κίνδυνο ματαίωσης των απαιτήσεών τους ούτε επείγουσα περίπτωση για τη λήψη των αιτούμενων προληπτικών μέτρων. Εξ άλλου, αναφο­ρικά με τη νομική βάση της αίτησης περί μόνιμης και γενικής αδυναμίας της καθ ης ως οφειλέτριας για πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της, ήτοι της συνδρο­μής περίπτωσης παύσης πληρωμών στο πρόσωπο της, πρέπει να σημειωθεί ότι είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνονται σε αυτήν τα ανα­γκαία κατά νόμο πραγματικά περιστατικά για το ορι­σμένο της για την επιδίκαση του αιτούμενου και συγκε­κριμένα, δεν εκτίθενται κατά το δυνατόν κατά τρόπο ειδικό, ορισμένο και σαφή στην αίτηση ποια είναι τα υπόλοιπα χρέη της καθ ης έναντι τρίτων, από ποια αιτία, ποιου ύψους (ποσού), ποιο χρονικό διάστημα αφορούν και εάν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα, για να προκύπτει από πότε είναι ληξιπρόθεσμα και απαιτητά έναντι της καθ ης από τους πιστωτές της, τα οποία είναι κρίσιμα για το αντικείμενο της δίκης, προκειμένου να προκύπτει συγκεκριμένα εάν όντως συντρέχει κατά νόμο (άρθρο 3 του ΠτωχΚ) η προϋπόθεση της παύσης πληρωμών που προϋποθέτει γενικότητα και μονιμότητα στην αδυναμία πληρωμών εκ μέρους της καθ ης οφειλέτριας ΑΕ, ως σωρευόμενη αυτοτελής νομική βάση της κρινόμενης αίτησης των τραπεζών σε βάρος της. Η δε γενικόλογη, ασαφής και αόριστη αναφορά στην οικονομική αδυναμία της καθ ης λόγω σωρείας χρεών και η επιγραμματική αναφορά στην έκθεση- βεβαίωση που επισυνάπτεται κατ άρθρο 68 παρ. 4 του ν. 4307/2014, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, δεν επαρ­κεί προς τούτο, για την αναγνώριση της γενικής και μόνιμης αδυναμίας της προς πληρωμή των χρεών της από την εμπορία της. Επιπλέον, δεν εκτίθεται ορισμένα ούτε η σημερινή οικονομική και εμπορική κατάσταση της καθ ης, καθόσον η κατάσταση παύσης πληρωμών ενδέχεται να αρθεί εάν σε πρόσφατο χρόνο έχουν γίνει πληρωμές με γενικότητα και διάρκεια (βλ. Ευαγγ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο), το ενεργητικό (σε ακίνητα, κινητά, καταθέσεις κατ είδος και εμπορική αξία, ικανό προς εκποίηση για την κάλυψη των δανει­στών της), η φερεγγυότητα ή η ανεπάρκεια της περιου­σίας της για να καλύψει τις σε βάρος της χρηματικές υποχρεώσεις των τρίτων, εάν υπάρχουν πόροι η έσοδα που μπορούν να χρησιμεύσουν για την ικανοποίηση των οφειλών της, η έλλειψη ρευστότητας της οφειλέτριας, η οποία δεν αρκεί και πάλι όταν περιορίζεται σε απλή μορφή (ΑΠ 1399/2000, ΕλλΔνη 2001. 733, ΑΠ 910/2000, ΕλλΔνη 2001. 733, Εφ.Πειρ. 467/2010, ΔΕΕ 2010. 915, Εφ.Λαρ. 726/2008, ΕπισκΕΔ 2008. 1113, ΠΠρΘεσ 1228/2012, ΕλλΔνη 2013. 1105, βλ. Κοτσίρη Α., Πτωχευτικό Δίκαιο, 7η έκδ. 2008) η παύση πληρωμής εν γένει των οφειλών της και έναντι άλλων πιστωτών της, δεδομένου ότι δεν αρκεί για τη διάγνωση της προϋπόθεσης της γενικότητας της αδυ­ναμίας της για πληρωμής να εκτίθεται μόνο η μη εξυ­πηρέτηση ενός χρέους, ακόμη κι αν αυτό είναι το κύριο, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση της παύσης πλη­ρωμών εν γένει, η δε μονιμότητα της κατάστασης αυτής ως αντικειμενικό γεγονός ευλόγως συνάδει και εξαρτάται από την ευρύτερη αδυναμία της επί μακρόν -και όχι προσωρινώς- να καλύψει ληξιπρόθεσμες οφει­λές έναντι απάντων των πιστωτών της. Απαιτείται, εξ άλλου, η αδυναμία του οφειλέτη να εκπληρώνει τις οφειλές του με τον ρυθμό που καθίστανται ληξιπρόθεσμες, συνακόλουθα, πρέπει να εκτίθενται ποιες είναι και οι λοιπές οφειλές του συνολικά και εάν έχουν κατα­στεί ληξιπρόθεσμες. Η έκθεση δε στην αίτηση περί της ύπαρξης ή μη περιουσιακών στοιχείων της καθ ης οφειλέτριας άμεσα ρευστοποιήσιμων δεν είναι μεν ανα­γκαία για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας, αλλά αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την κατ ουσίαν έρευνα της σκοπιμότητας υπαγωγής της καθ ης σε διαδικασία ειδικής διαχείρισης-εκκαθάρισης, εν όψει του ότι η έλλειψη ενεργητικού της καθιστά άσκοπη και αλυσιτελή, ίσως και καταχρηστική, κάθε τέτοια διαδι­κασία, που σκοπό έχει την εκποίηση διά πλειστηρια­σμού της λειτουργούσας επιχείρησης της καθ ης, ειδάλλως, δεν συντρέχει λόγος υπαγωγής στον θεσμό των άρθρων 68επ. του ν. 4307/2014, εάν είναι εξαρχής καταδικασμένη η διαδικασία να αποβεί άκαρπη, καθυ­στερώντας παρελκυστικά την ικανοποίηση των δανει­στών της, αλλά προεχόντως μπορεί να ακολουθηθεί απευθείας κάθε πτωχευτική διαδικασία που προβλέ­πεται από τις ισχύουσες διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα αλλά και του ίδιου του ν. 4307/2014 σε ορι­σμένα σημεία του, όπως τα άρθρα 73 παρ. 9, 76 παρ. 1 και 76 παρ. 2 (βλ. Ευαγγ. Εμμ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 3η έκδ., Μαστρομανώλη, παρατηρήσεις στην υπ αριθ. 53/2017 απόφαση ΜΠρΔρ, ΕΕμπΔ 2017. 427, 436 - 439) ή ακόμη και διαδικασία κοινής-ατομικής αναγκα­στικής εκτέλεσης σε βάρος της καθ ης. Αναφορικά δε με τους υπόλοιπους επιμέρους ισχυρισμούς-αιτιάσεις εκ μέρους της καθ ης στις προτάσεις της περί αντισυ­νταγματικότητας του θεσμού τις ειδικής διαχείρισης κρίνονται εν προκειμένω ότι δεν θέτουν ζητήματα αντισυνταγματικότητας, αλλά επιλογής - πολιτικής του νομοθέτη περί αντιμετώπισης των περιπτώσεων εξυ­γίανσης του χώρου των εμπορικών εταιρειών που έχουν περιέλθει αδιέξοδα και αναπότρεπτα σε κύκλο πτώχευσης ή επικείμενης πτωχευτικής φάσης, ένεκα των συντρεχουσών περιστάσεων οικονομικής αφερεγ­γυότητας και μόνιμης και γενικής αδυναμίας των πλη­ρωμών, ώστε πρέπει να προστατευτούν από το φαι­νόμενο αυτό τόσο η αγορά όσο και οι πιστωτές τους, εάν συντρέχουν βεβαίως οι πτωχευτικές συνθήκες (ως παραπτωχευτικής διαδικασίας), αντικειμενικά και υπο­κειμενικά, όπως ορίζονται στον Πτωχευτικό Κώδικα, αναλογικά εφαρμοζόμενων των διατάξεων του, σε συν­δυασμό και με τα διδάγματα της νομολογίας. Αλλωστε, η ειδική αυτή διαχείριση με σκοπό την εκποίηση εν λει­τουργία της επιχείρησης, κατά το δυνατόν καθ ολο­κληρίαν, προκειμένου να μη διασπαστεί η ενότητά της με δυσμενή αντίκτυπο στη διατήρηση της εμπορικής και οικονομικής της αξίας, αποτελεί προπτωχευτικό στάδιο-διαδικασία, εναλλακτικό της εξυγίανσης ή της πτώχευσης (άρθρο 76 του ν. 4307/2014), καθόσον σε περίπτωση μη επίτευξης του διωκόμενου αυτού απο­τελέσματος σε χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης (άρθρα 69 παρ. 3, 70 του ν. 4307/2014), παρέχεται από τον νόμο δυνατότητα ανάκλησης της σχετικής απόφασης που έκανε δεκτή την αίτηση, ειδάλλως, ακόμη και η επι­δίωξη πλέον κήρυξης αυτής σε κατάσταση πτώχευσης, που αποτελεί ένα μεταγενέστερο στάδιο, ακόμη επα­χθέστερο για την καθ ης. Παρόμοιος θεσμός είχε, εξ άλλου, θεσπιστεί και με προηγούμενα νομοθετήματα του Έλληνα νομοθέτη στο πεδίο του εμπορικού και ειδικότερα του πτωχευτικού δικαίου των εταιρειών, όπως λ.χ. η διαδικασία εκκαθάρισης του άρθρου 106 περ. ια του ΠτωχΚ, η ειδική εκκαθάριση επιχειρήσεων με βάση τα άρθρο 46, 46α, 46β του ν. 1892/1990, που καταργήθηκε με το άρθρο 181 του ΠτωχΚ, η ειδική εκκαθάριση του ν. 1386/1983 και μέσω αυτού του ν.δ. 3562/1956, τα οποία λειτούργησαν ως πρότυπα, έχουν την ίδια ευρύτερη μορφή και τους επεδίωκαν τους ίδιους νομοθετικούς σκοπούς με την ειδική διαχείριση- εκκαθάριση του ν. 4307/2014 (βλ. Ευ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 3η, και ιδίου, Πτωχευτικό Δίκαιο, 2η έκδ., Γνωμοδότηση Ρούσσου Δημ., Πώληση με πλειστηριασμό κοινοπρακτικής συμμετο­χής, ΕφΑΔ 2016. 234, ΑΠ 1331/2003, ΝΟΜΟΣ). Κύριος νομοθετικός σκοπός της εν λόγω διαδικασίας (ειδικής διαχείρισης του ν. 4307/2014) καθώς και όλων των νομοθετικών προτύπων αυτής είναι η διάσωση επιχει­ρήσεων που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προ­βλήματα, με αντίστοιχο παραμερισμό από την όλη διαδικασία του φορέα (φυσικού ή νομικού προσώπου) της επιχείρησης, ο οποίος σκοπός επιτυγχάνεται με μία ταχεία διαδικασία κατά την οποία η διαχείριση της επι­χείρησης από τον φορέα της περιέρχεται στον ειδικό διαχειριστή και η οποία αποσκοπεί στη μεταβίβαση του συνόλου του ενεργητικού (χωρίς το αντίστοιχο παθητικό) των επιχειρήσεων ή μεμονωμένων αλλ αυθύπαρκτων λειτουργικών συνόλων ή περιουσιακών στοιχείων αυτών σε υγιείς επιχειρηματίες, οι οποίοι θα συνεχίσουν την επιχειρηματική δραστηριότητα αυτών, χωρίς να τεθούν οι επιχειρήσεις αυτές σε καθεστώς πτώχευσης, με τις επακόλουθες δυσμενείς συνέπειες και τη συνεπαγόμενη οικονομική απαξίωση τα οποία συνεπάγεται η πτώχευση και τα οποία θα απέτρεπαν τρίτους να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για την εξαγορά τους και εν τέλει τη διάσωση τους. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα διάσωσης όχι υποκειμενικώς του φορέως (νομικού ή φυσικού προσώπου κυρίου) της επιχείρησης (βλ. ιδίως άρθρο 76 παρ. 2, 3) και ως εκ τούτου η διαδικασία αυτή δεν έχει εξυγιαντική αποστολή για τον φορέα της επιχείρησης, αλλ αντικειμε­νικώς της ίδιας της επιχείρησης ως οικονομικού συνό­λου, ανεξαρτήτως της πτώχευσης ή μη του φορέα- κυρίου της επιχείρησης (βλ. εισαγωγικές εκθέσεις εν λόγω νομοθετημάτων, Ευαγγ. Περάκη, Πτωχευτικό Δίκαιο, έκδ. 3η). Εκ του νομοθετικού σκοπού αυτού σε συνδυασμό με την παρεμφερή νομοτεχνική δομή αλλά και από τον νομοθετικό σκοπό των νομοθε­τημάτων τα οποία αποτέλεσαν πρότυπο της πρέπει να γίνει δεκτό, πως η ειδική διαδικασία που ρυθμίζεται στα άρθρα 68επ. του ν. 4307/2014, παρά την ονομα­σία της ως «ειδική διαχείριση», αποτελεί κατ ουσίαν παραπτωχευτική εκκαθαριστική διαδικασία και ειδικό­τερα συνιστά μία ειδικότερη μορφή συλλογικής ανα­γκαστικής εκτέλεσης ειδικού σκοπού, καθ υποκατά­σταση της διαδικασίας της κοινής αναγκαστικής εκτέ­λεσης η οποία στοχεύει στη διατήρηση αυτούσιου του συνόλου ή των λειτουργικών τμημάτων της περιουσίας του υπό ειδικού διαχείριση φορέως αυτής (φυσικού ή νομικού προσώπου) και στη ρευστοποίησή της ως συνόλου ή κατά το μεγαλύτερο τμήμα αυτής (ενεργη­τικού μόνο και όχι και του αντίστοιχου παθητικού αυτής κατ άρθρο 75 παρ. 3, 4), ώστε αφενός μεν, ως επιχείρηση να διατηρηθεί στον παραγωγικό ιστό της χώρας, χωρίς να τεθεί σε καθεστώς πτώχευσης, αφε­τέρου δε, από το προϊόν του επιτευχθέντος τιμήματος της πώλησης αυτής να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των πιστωτών, οι οποίοι αντιμετωπίζονται συνολικά κατά τα αντιστοίχως γενόμενα δεκτά με τα νομοθετικά πρότυπα αυτής, δηλ. των άρθρων 46, 46α και 46β του ν. 1892/1990 και του ν. 1386/1983 (βλ. αναφορικά με την ειδική εκκαθάριση του ν. 1892/1990: ΑΠ 704/2009, Εφ.Αθ. 2251/2007, Εφ.Πειρ. 362/2006, ενώ αναφορικά με την ειδική εκκαθάριση του ν. 1386/1983 ΟλομΑΠ 14/1994, ΟλομΑΠ 16/1994, Εφ.Αθ. 5920/2014, Εφ.Θεσ. 2428/2000, Εφ.Αθ. 3232/1998, ΝΟΜΟΣ, γνμδ Ρούσση Δημ., Πώληση με πλειστηριασμό κοινοπρακτικής συμ­μετοχής, ΕφΑΔ 2016.234). Επιπλέον δε, δεν προκύπτει ότι συντρέχει καθ οιονδήποτε τρόπο περίπτωση ή περιστάσεις παραβίασης της αρχής της αναλογικότη­τας (άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος) με την εφαρμογή του εν λόγω θεσμού της ειδικής διαχείρισης, εν γένει, καθόσον εναρμονίζεται στο πλαίσιο των προβλεπόμε­νων στην ελληνική έννομη τάξη πτωχευτικών ή παραπτωχευτικών διαδικασιών, ουδόλως δε επικαλείται ορι­σμένα τέτοιες περιστάσεις στην προκειμένη περί­πτωση η καθ ης η αίτηση. Μάλιστα, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της καθ ης περί παραγκώνισης του ΔΣ της εταιρείας μέσω του υποχρεωτικού διορισμού του διαχειριστή αφερεγγυότητας και ανυπαρξίας τίτ­λου εκτελεστού που να αποδεικνύει τις απαιτήσεις του χρηματοδοτικού ιδρύματος που αιτείται την υπαγωγή της οφειλέτριας στην προτεινόμενη διαδικασία, δεν κρί­νεται ότι αποτελούν ενδείξεις αντισυνταγματικότητας του οικείου νόμου, με τη σκέψη ότι αφενός μεν η πρό­βλεψη αυτή του νομοθέτη εναρμονίζεται με τις αρχές που διέπουν όλες τις συλλογικές διαδικασίες που προβλέπονται και στον Πτωχευτικό Κώδικα για την ικανο­ποίηση των πιστωτών, για τις οποίες δεν προκύπτει ζήτημα αντισυνταγματικότητας, όπου ο σύνδικος της πτώχευσης αναλαμβάνει να κινεί τη διαδικασία ικανο­ποίησης των πιστωτών, παραμερίζοντας και αναλαμ­βάνοντας τις εξουσίες του ΔΣ, αφετέρου, δε, έννομο συμφέρον για την επιδίωξη της διαδικασίας αυτής με αίτησή του έχει κάθε πιστωτής που διαθέτει γεγενημένη και δικαστικώς επιδιώξιμη ενοχική αξίωση κατά του οφειλέτη προς χρηματική παροχή εφόσον πρόκει­ται να καταστεί πτωχευτικός πιστωτής (άρθρο 21 παρ. 1 ΠτωχΚ), ανεξαρτήτως του αν υπάρχει εκτελεστός τίτ­λος ή όχι στα χέρια του και εάν η απαίτησή του είναι ληξιπρόθεσμη, βέβαιη, εκκαθαρισμένη και απαιτητή (ΠΠρΛαμ 8/2013, ΝΟΜΟΣ), Η δε επίκληση διατάξεων εκ μέρους της καθ ης οφειλέτριας, η εφαρμογή των οποίων επιφέρει δυσμενείς συνέπειες στην ίδια, δεν συνεπάγεται από μόνη της ότι αυτές αντιβαίνουν στο Σύνταγμα, εάν δεν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που καταδεικνύουν ad hoc κάτι τέτοιο, με βάση τα κριτή­ρια, τις προϋποθέσεις και τα όρια της συγκεκριμένης συνταγματικής διάταξης. Σε κάθε δε περίπτωση, ανα­φορικά με τη μονόπλευρη αναγνώριση δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων στους διαδίκους (άρθρο 71 παρ. 6 του ν. 4307/2014), ότι δηλαδή κατά της απόφασης που απορρίπτει την αίτηση επιτρέπεται έφεση, ενώ η απόφαση που την κάνει δεκτή υπονοείται ότι είναι ανέκκλητη, εάν θεωρηθεί ευλόγως ότι εγείρονται ζητή­ματα ισότητας στην παροχή δικαστικής προστασίας και αδικαιολόγητης μονομέρειας στην ικανοποίηση του συνταγματικού δικαιώματος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, μεταξύ των διαδίκων, όπως ισχυρίζεται η καθ ης, δεν αποτελούν αντικείμενο αρμοδιότητας και κρίσης του παρόντος πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά αυτού που θα κρίνει για το παραδεκτό άσκησης τυχόν ενδίκου μέσου, σε σχέση με τη συνταγματικό­τητα της νομοθετικής διάταξης του συγκεκριμένου περιοριστικού άρθρου και όχι εν γένει ως προς τον θεσμό της ειδικής διαχείρισης των εταιρειών και όλων των σχετικών άρθρων του ν. 4307/2014. Ως εκ τούτου, αλυσιτελώς εισφέρεται στην παρούσα δίκη.

Σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη και περιλαμβα­νόμενη στην υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, κύρια αίτηση των τραπεζών περί ένταξης της καθ ης εταιρίας στη διαδικασία ειδικής διαχείρισης των άρθρων 68επ ν. 4307/2014, είχε ήδη προσδιοριστεί για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 20.7.2018, και κατά τη δικάσιμο αυτή ζητήθηκε αναβολή για την δικάσιμο της 6.11.2018. Σύμφωνα με τα ανωτέρω δεν πιθανολογείται η ύπαρξη επείγοντος κινδύνου και η προοπτική ευδοκίμησης της κύριας αίτησης των τρα­πεζών περί ένταξης της καθ ης στη διαδικασία ειδι­κής διαχείρισης, ούτε η ύπαρξη κινδύνου εκποιήσεως αποκρύψεως, επιβαρύνσεως και γενικώς βλάβης της περιουσίας των αιτουσών μέχρις ότου εξοπλισθούν με εκτελεστό τίτλο και θα πρέπει η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω θα πρέπει, απορριπτομένης της κύριας αίτησης, να καταδικαστούν οι αιτούσες στην δικαστική δαπάνη της καθ ης η αίτηση λόγω της ήττας τους (176 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.