ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 279/2020

 

Πρόεδρος: Γ. Τσιάμπας, Εφέτης

Δικηγόροι: Ε. Αννίνου, Γ. Κορδάκη

 

Η υπό κρίση έφεση, η οποία στρέφεται κατά της οριστικής απόφασης 6568/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους και απέρριψε την από 12.11.2015 ανακοπή των εκκαλούντων κατά του εφεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513, 516, 517 και 518 του ΚΠολΔ, αφού: 1) ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ούτε από τα έγγραφα που προσκομίζουν προκύπτει ότι της ασκήσεώς της προηγήθηκε επίδοση της εκκαλουμένης με την επιμέλεια κάποιου από αυτούς, ούτε από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έγινε την 6.11.2015, έως την άσκηση της έφεσης, που έγινε την 2.10.2017, είχε παρέλθει τριετία και 2) οι εκκαλούντες έχουν καταθέσει το νόμιμο για την άσκησή της παράβολο σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ (σχετ. η επισυναπτόμενη στο δικόγραφο της έφεσης βεβαίωση κατάθεσης παραβόλων της Γραμματέως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Πρέπει, επομένως, να γίνει τύποις δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ανακόπτοντες ... και ... με την από 12.11.2014 ανακοπή τους ισχυρίστηκαν ότι κατά της καθ’ ης η εκτέλεση οφειλέτριάς τους εταιρίας υπό την επωνυμία «...», έχουν απαιτήσεις ο μεν πρώτος συνολικού ποσού 51.373,34 ευρώ, η δε δεύτερη συνολικού ποσού 68.347,88 ευρώ, που απορρέουν από συμβάσεις παροχής εξηρτημένης εργασίας και τους έχουν επιδικαστεί με τις αναφερόμενες στην ανακοπή διαταγές πληρωμής και δικαστικές αποφάσεις κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο δικόγραφό της. Ότι με το από 24.9.2014 κατασχετήριο έγγραφό τους κατάσχεσαν στα χέρια του καθ' ου η ανακοπή Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ως τρίτου, βάσει των προαναφερόμενων εκτελεστών τίτλων και των αντίστοιχων σε αυτούς επιταγών προς εκούσια συμμόρφωση, μέχρι του ποσού των 51.373,34 ευρώ ο πρώτος και του ποσού των 68.347,88 ευρώ η δεύτερη, το ποσό των 778.033,04 ευρώ, το οποίο ο οφειλέτης της καθής η εκτέλεση ... είχε καταθέσει δημόσια υπέρ αυτής προς μερική εξόφληση της έναντι αυτής οφειλής του, συνολικού ύψους 974.418,86 ευρώ (πλέον νομίμων τόκων), από τις αναλυτικά εκτιθέμενες στο δικόγραφο της ανακοπής ακάλυπτες επιταγές εκδόσεως του ίδιου εις διαταγήν της. Ότι με το κατασχετήριο έγγραφο επέταξαν το καθ' ου η ανακοπή, υπό την ιδιότητά του ως τρίτου, να μην καταβάλει τα πιο πάνω ποσά των απαιτήσεών τους στη δικαιούχο αυτών καθής η εκτέλεση, αλλά να τα καταβάλει σε αυτούς, προς μερική εξόφληση των δικών τους έναντι εκείνης απαιτήσεων. Ότι το καθ' ου η ανακοπή υπέβαλε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών την ανακοπτόμενη .../29.10.2014 αρνητική δήλωσή του, με την οποίαν δήλωσε ότι ουδέν ποσό της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτριάς τους υφίσταται ελεύθερο προς απόδοση, καθόσον με το .../8.5.2009 έγγραφο του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Π.Ε.Κ) Πειραιά έχει δεσμευτεί συνολικό ποσό 389.016,53 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν 2523/1997, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν 3296/2004, το οποίο (ποσό) έχει επιμεριστεί σε δύο γραμμάτια οίκοθεν συστάσεως παρακαταθήκης, ήτοι το .../28.3.2012, αξίας 149.997,77 ευρώ και το .../28.3.2012, αξίας 239.018,76 ευρώ.

Ότι η ανωτέρω δήλωση του καθ' ου η ανακοπή είναι ανακριβής, αναφορικά με το δεσμευμένο ποσό των 389.016,53 ευρώ, καθόσον: Α) η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν 3296/2004 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. Ειδικότερα, εκθέτουν ότι η ανωτέρω ενέργεια του Ελληνικού Δημοσίου για την διασφάλιση των συμφερόντων του σε βάρος της οφειλέτριάς τους καθής η εκτέλεση εταιρίας έλαβε χώρα την 8.5.2009, μέσω του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Π.Ε.Κ) Πειραιά, και έκτοτε έχει παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 5,5 ετών, χωρίς να έχει υπάρξει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, με συνέπεια η διασφάλιση αυτή να έχει αδρανοποιηθεί και να αντίκειται στις προαναφερόμενες διατάξεις, Β) οι απαιτήσεις τους κατά της καθής η εκτέλεση, απορρέουσες από δεδουλευμένες αποδοχές τους, καθώς και από αποζημίωση απόλυσής τους, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της ανακοπής τους, εξαιρούνται ρητά από την υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου δέσμευση των δημοσίως υπέρ εκείνης κατατεθέντων χρημάτων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του Ν 3296/2004, Γ) το καθ' ου η ανακοπή εσφαλμένα, εκτελώντας το .../8.5.2009 έγγραφο του Περιφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Π.Ε.Κ) Πειραιά, δέσμευσε το ποσό των 389.016,53 ευρώ, γιατί οι έναντι του Ελληνικού Δημοσίου οφειλές της καθ' ης η εκτέλεση για μη απόδοση φόρων, αναγόμενες στη φορολογική περίοδο από 7/2/2008 έως 28/2/2009, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 274.323,42 ευρώ, μέχρι του οποίου και αρκούσε, προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου, να δεσμευτεί η υπέρ αυτής γενομένη δημόσια κατάθεση, με αποτέλεσμα να υφίσταται ελεύθερο προς απόδοση ποσό ύψους (389.016,53 - 274.323,42 =) 114.693.11 ευρώ, Δ) Επικουρικά, εκθέτουν ότι η διασφάλιση του Ελληνικού Δημοσίου για το επιπλέον των 274.323,24 ευρώ των απαιτήσεών του ποσό των 114.693.11 ευρώ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν 2523/1997, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι η προαναφερόμενη διοικητική κύρωση υπερβαίνει τα όρια του αυστηρώς αναγκαίου για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, με συνέπεια να συνιστά περιορισμό των συνταγματικών ελευθεριών, Ε) η διάταξη του άρθρου 14 του Ν 2523/1997 αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος, ήτοι στα δικαιώματα του φορολογούμενου περί προσωρινής έννομης προστασίας και προηγούμενης ακρόασής του, καθόσον με τη διάταξη αυτή επιτρέπεται η επιβολή διασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του προτού λάβει οποιαδήποτε γνώση της πράξης που τον αφορά, και ΣΤ) το Δικαστήριο της εκτέλεσης έχει την εξουσία να διατάξει την άρση της επιβληθείσας, με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν 2523/1997, δέσμευσης του 50% των λογαριασμών του οφειλέτη, εάν το υπόλοιπο δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης του κατασχόντος.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ανακόπτοντες ζήτησαν: 1) να αναγνωριστεί, για τους ανωτέρω εκτιθέμενους λόγους, η ανακρίβεια της .../29.10.2014 αρνητικής δήλωσης του καθ' ου η ανακοπή στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, όσον αφορά την ύπαρξη της απαίτησης της καθ' ης η εκτέλεση οφειλέτριάς τους εταιρίας υπό την επωνυμία «...», ύψους 389.016,53 Ευρώ, και 2) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του καθού η ανακοπή να τους καταβάλει τα ανωτέρω ποσά των 51.373,34 ευρώ και 68.347,88 ευρώ αντιστοίχως για τα οποία κατάσχεσαν στα χέρια του ως τρίτου το δημοσίως υπέρ της καθής η εκτέλεση κατατεθέν ποσό των 389.016,53 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την οριστική 6568/2015 απόφασή του έκρινε μη νομίμους όλους τους πιο πάνω λόγους της ανακοπής και την απέρριψε. Την εξαφάνιση της πιο πάνω αποφάσεως και την αποδοχή της ανακοπής τους ζητούν ήδη με την υπό κρίση έφεσή τους οι ανακόπτοντες για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.

I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 § 1 περ. α' ΚΠολΔ, μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά και χρηματική απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. Κατά την έννοια του ως άνω άρθρου, αντικείμενο της κατάσχεσης στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαιτήσεις υπό αίρεση ή προθεσμία, αλλά και μέλλουσες απαιτήσεις, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι υπάρχει η βασική έννομη σχέση από την οποία, ως δικαιοπαραγωγική αιτία, απορρέει η μελλοντική κ.λ.π. απαίτηση και δεν είναι απλώς προσδοκώμενη. Για να μπορεί να κατασχεθεί μια τέτοια απαίτηση, πρέπει να μπορεί να προσδιορισθεί κατ' είδος και οφειλέτη, όχι, δε, απαραιτήτως και κατά ποσό. Στην περίπτωση αυτή, ο τρίτος υποχρεούται σε καταβολή, μετά τη γέννηση της απαίτησης και όχι απλώς μετά την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ (βλ. ΕφΑθ 5740/2011 ΔΕΕ 2012, 131, ΕφΑθ 5526/2006 ΝοΒ 2007, 363 και ΕφΑθ 8540/1999 ΔΕΕ 2000, 287).

Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου γίνεται όπως ορίζει το άρθρο 983 ΚΠολΔ, δηλαδή με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, το οποίο μάλιστα στον καθ' ου η εκτέλεση πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες, αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο, αλλιώς η κατάσχεση είναι άκυρη, πρέπει, δε, το κατασχετήριο έγγραφο να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ, και: α) ακριβή περιγραφή του εκτελεστού τίτλου και της απαίτησης βάσει των οποίων γίνεται η κατάσχεση, β) το ποσό για το οποίο επιβάλλεται η κατάσχεση, γ) επιταγή προς τον τρίτο να μην καταβάλει σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η εκτέλεση και δ) διορισμό αντικλήτου που κατοικεί στην περιφέρεια του ίδιου ειρηνοδικείου ή στην έδρα του πρωτοδικείου της κατοικίας του τρίτου, αν εκείνος υπέρ του οποίου γίνεται η εκτέλεση δεν κατοικεί στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου της κατοικίας του τρίτου.

Κατά το άρθρο 985 ΚΠολΔ, ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ' αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του αν υπάρχει η απαίτηση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας, συνάμα, ποιος την επέβαλε και για ποιο ποσό, σε περίπτωση, δε, καταφατικής δήλωσης ως προς την ύπαρξη της απαίτησης οφείλει, ακολούθως, να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης.

Μέσα σε τριάντα ημέρες από την παραπάνω ρητή ή σιωπηρή αρνητική δήλωση δικαιούται αυτός που επέβαλε την κατάσχεση ν' ασκήσει στο αρμόδιο κατά τις γενικές διατάξεις δικαστήριο ανακοπή κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ, με την οποία μπορεί να επικαλεσθεί ολική ή μερική ανακρίβεια της δήλωσης και να επιδιώξει την αναγνώριση της ύπαρξης της κατασχεθείσας απαίτησης και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του ποσού για το οποίο έγινε η κατάσχεση, θεωρώντας αυτόν οφειλέτη του κατασχεμένου. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται, δε, δεκτή η κατ' αυτής ανακοπή και υποχρεούται τότε ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 990 ΚΠολΔ, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Αντικείμενο, έτσι, της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ' ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιούς περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος. Στην ουσία, δηλαδή, εισάγεται προς εκδίκαση η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθ' ου η εκτέλεση, η οποία αποτελεί και το κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης. Από την άποψη αυτή η ανακοπή αποτελεί πλαγιαστική άσκηση των δικαιωμάτων του καθ' ου η κατάσχεση (βλ. ΕφΑθ 1022/2008 ΕφΑΔΠολΔ 2009, 228, ΕφΑθ 1930/2007 ΕφΑΔΠολΔ 2008, 365, ΕφΑθ 1837/2007 ΝοΒ 2007, 1143). Επομένως, στο δικόγραφο της ως άνω ανακοπής του άρθρου 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ' ου η εκτέλεση, κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης (βλ. ΑΠ 1065/2009 ΕΠολΔ 2010, 60), εκτός αν ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξή της και απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται, πλέον, ο τρίτος ν' αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (βλ. ΑΠ 480/2012 στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, το αντικείμενο της ανακοπής και της σχετικής δίκης οριοθετείται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και το περιεχόμενο της δήλωσης του τρίτου, από το οποίο και εξαρτώνται οι λόγοι της ανακοπής. Συνεπώς, είναι απαράδεκτη η επέκταση με το περιεχόμενο της ανακοπής της κατάσχεσης επί άλλης απαιτήσεως ή άλλης εννόμου σχέσεως που δεν περιέχεται στο κατασχετήριο (βλ. ΕφΑθ 1930/2007 ΕφΑΔΠολΔ 2008, 365).

Περαιτέρω, με την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε πληρωμή τόκων επί της απαιτήσεως, αξίωση που αρχίζει, όμως, όχι με την επιβολή της κατασχέσεως, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ, από τότε δηλαδή που ο τρίτος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει την απαίτηση στον κατασχόντα (988 § 1 εδ. α' και 345 ΑΚ) (βλ. ΕφΑθ 9000/2005 ΧρΙΔ 2006, 724, Π. Γέσιου - Φαλτσή: «Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης», Τόμος II, Ειδικό Μέρος, 2001, σελ. 824), ή, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαιτήσεως, μόλις γεννηθεί η απαίτηση, ή, επί κατασχέσεως υφιστάμενης (γεγενημένης) αλλά μη εισέτι ληξιπρόθεσμης απαιτήσεως, μόλις αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη. Προσέτι, στη δίκη που ανοίγεται με την ως άνω ανακοπή, ο τρίτος μπορεί να προτείνει όλες τις ενστάσεις τις οποίες έχει κατά του δανειστή του (καθ' ου η εκτέλεση), που αφορούν την οφειλή του, αλλά δεν μπορεί να προτείνει ενστάσεις κατά της εκτελεστότητας του τίτλου από το ουσιαστικό ή δικονομικό δίκαιο, μπορεί, όμως, να προτείνει ενστάσεις βάσει του άρθρου 987 ΚΠολΔ, ήτοι ενστάσεις που αφορούν τις αναφερόμενες σε αυτό πράξεις της διαδικασίας της κατάσχεσης (βλ. ΕφΑθ 1837/2007 όπ.π., ΕφΑθ 5526/2006 ΝοΒ 2007, 363, ΕφΑθ 9000/2005 όπ.π. και ΕφΑθ 8540/1999 όπ.π.).

Ο αποκλεισμός προσβολής της κατάσχεσης για ουσιαστικούς λόγους, όπως για ελαττώματα της απαίτησης του κατασχόντος, του εκτελεστού τίτλου (π.χ. κατά του κύρους της απαίτησης του κατασχόντος, κατά του οφειλέτη του, την εξόφληση αυτής, την εικονικότητα αυτής ή την εικονικότητα της εκχώρησης αυτής) δικαιολογείται από το γεγονός ότι αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου είναι η αλήθεια ή όχι της δήλωσής του και η ύπαρξη ή όχι οφειλής του προς τον οφειλέτη του κατασχόντος. Ενόψει, δε, του ότι η κατάσχεση εις χείρας τρίτου αποτελεί μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, μπορεί να προσβληθεί από τον καθ' ου η εκτέλεση υπό τις προϋποθέσεις, τους περιορισμούς και κατά τη διαδικασία των άρθρων 933 επ. ΚΠολΔ (ΕφΑθ 5526/2006 ό.π).

II Επειδή, το άρθρο 14 του Ν 2423/1997, το οποίο επιγράφεται «Διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου σε περίπτωση φοροδιαφυγής», όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 27 του Ν 3296/2004 (ΦΕΚ Α' 253/14.12.2004), εν συνεχεία, δε, το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 Ν 3763/2009 (ΦΕΚ Α' 80/27.5.2009) και το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 προστέθηκε με την παρ. 2 άρθρου 38 Ν 3659/2008 (ΦΕΚ Α' 77/7.5.2008), ορίζει ότι: «1. Κάθε φορά που η φορολογική αρχή διαπιστώνει φορολογικές παραβάσεις, από τις οποίες, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, προκύπτει ότι δεν έχει αποδοθεί συνολικά στο δημόσιο ποσό πάνω από εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ από ΦΠΑ, ΦΚΕ, παρακρατούμενους και επιρριπτόμενους φόρους, τέλη και εισφορές, απαγορεύεται στις αρμόδιες δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες να παραλαμβάνουν δηλώσεις ή να χορηγούν βεβαιώσεις ή πιστοποιητικά που απαιτούνται κατά τις κείμενες διατάξεις και ζητούνται από τον παραβάτη, για την κατάρτιση συμβολαιογραφικών πράξεων μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται έναντι του δημοσίου και το απόρρητο των καταθέσεων, των λογαριασμών, των κοινών λογαριασμών, των πάσης φύσεως επενδυτικών λογαριασμών, των συμβάσεων και πράξεων επί παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων και του περιεχομένου των θυρίδων του φορολογούμενου σε τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα και δεσμεύεται το πενήντα τοις εκατό (50%) αυτών. Οι δεσμεύσεις του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζονται για ποσά μισθών και συντάξεων που κατατίθενται στους οικείους λογαριασμούς φυσικών προσώπων. Οι κυρώσεις της παραγράφου αυτής επιβάλλονται και στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, εφόσον η αξία των συναλλαγών που αναγράφονται σε αυτά, αθροιστικά λαμβανομένη κατά το χρόνο πίστωσης των παραβάσεων, υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ. Κατ' εξαίρεση οι ανωτέρω κυρώσεις δεν επιβάλλονται στους παραβάτες λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων στην περίπτωση που η εικονικότητα ανάγεται αποκλειστικά στο πρόσωπο του εκδότη. Επίσης, οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και στους φορολογούμενους στους οποίους έχουν επιβληθεί τα πρόστιμα των τρίτου και τέταρτου εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 4.

2. Οι κυρώσεις της προηγούμενης παραγράφου επιβάλλονται και σε όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20 του Ν 2523/1997 από τη γένεση της υποχρέωσης απόδοσης του ΦΠΑ, ΦΚΕ, παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών, ανεξάρτητα εάν μεταγενέστερα και μέχρι την ενεργοποίηση των μέτρων απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία. Στις περιπτώσεις λήψης και χρήσης εικονικών φορολογικών στοιχείων, έκδοσης εικονικών, πλαστών φορολογικών στοιχείων και νόθευσης τέτοιων στοιχείων, οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και για τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ιδιότητες των παραγράφων 1 έως και 4 του άρθρου 20 κατά την τέλεση της παράβασης.

3. Η αρμόδια για την έκδοση των οικείων καταλογιστικών πράξεων των φόρων, τελών και εισφορών ή των αποφάσεων επιβολής προστίμου του κώδικα βιβλίων και στοιχείων φορολογική αρχή υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο όλες τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και την Τράπεζα της Ελλάδος, προκειμένου να ενημερωθούν εκ μέρους της τα λειτουργούντα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα. Οι ανωτέρω υπηρεσίες και οι φορείς από της ενημερώσεώς τους υποχρεούνται να εφαρμόσουν αμέσως τις απαγορεύσεις και δεσμεύσεις της παραγράφου 1, χωρίς καμία άλλη διαδικασία ή διατύπωση ενημερώνοντας την αρμόδια για την επιχείρηση ΔΟΥ.

4. Η ενέργεια αυτή της φορολογικής αρχής κοινοποιείται με αντίγραφο της σχετικής ειδικής έκθεσης ελέγχου συγχρόνως και στη διεύθυνση ελέγχου του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και στον φορολογούμενο στη γνωστή κατοικία του ή στην έδρα της επιχείρησής του, ο οποίος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών μέσω της αρμόδιας για την έκδοση των πράξεων φορολογικής αρχής την ολική ή μερική άρση των απαγορευτικών μέτρων. Κατά της απόφασης του υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής κατά τις διατάξεις του κώδικα διοικητικής δικονομίας. Για την εκδίκαση της προσφυγής εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παραγράφου 9 του προηγούμενου άρθρου, όπως ισχύουν.

5. Στις περιπτώσεις που επιτυγχάνεται διοικητική επίλυση ή δικαστικός συμβιβασμός ή κατ' άλλο τρόπο διοικητική περαίωση της φορολογικής διαφοράς και αφορά το συνολικό ποσό των οικείων φόρων, τελών και εισφορών, μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων του κώδικα βιβλίων και στοιχείων, αίρεται περιοριστικά και μόνον η δέσμευση του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1. Η άρση της δέσμευσης του προηγούμενου εδαφίου παύει να ισχύει σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής δύο (2) συνεχόμενων εκ των προβλεπόμενων δόσεων του ως άνω οφειλόμενου ποσού. Για την εφαρμογή της διάταξης του πρώτου εδαφίου ο υπόχρεος φορολογούμενος υποβάλλει σχετική αίτηση στον προϊστάμενο της αρμόδιας φορολογικής αρχής, ο οποίος υποχρεούται μέσα σε δύο (2) μήνες να εκδώσει τις οικείες καταλογιστικές πράξεις. Η άσκηση προσφυγής κατά των πράξεων αυτών δεν αίρει την ισχύ των μέτρων που έχουν ληφθεί. Αν μέσα στην προθεσμία αυτή δεν έχουν εκδοθεί οι οικείες καταλογιστικές πράξεις, οι συνέπειες και απαγορεύσεις που καθορίζονται με αυτό το άρθρο αίρονται αυτοδικαίως.

6. Τα μέτρα αίρονται υποχρεωτικά στο σύνολό τους, εφόσον ο υπόχρεος φορολογούμενος καταβάλει το ποσό πάνω από εβδομήντα τοις εκατό (70%) του συνόλου των οφειλόμενων οικείων ποσών φόρων, τελών και εισφορών μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Σε κάθε περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και της παραγράφου 5 του άρθρου αυτού η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούται να ενημερώσει άμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη διεύθυνση ελέγχου του υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, όλες τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες, τις τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα».

Σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις, σε περίπτωση διαπίστωσης από τη φορολογική αρχή, βάσει ειδικής έκθεσης ελέγχου, φορολογικής παράβασης συνιστάμενης, μεταξύ άλλων, στην μη απόδοση στο δημόσιο παρακρατούμενων ή επιρριπτόμενων φόρων, εφόσον το μη αποδοθέν ποσό υπερβαίνει αθροιστικά το οριζόμενο στο νόμο ποσό των 150.000 ευρώ, επιβάλλονται στους παραβάτες τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 μέτρα, τα οποία αίρονται κατά τους όρους των παραγράφων 5 και 6. Όπως προκύπτει τόσο από τον τίτλο του ανωτέρω άρθρου 14 όσο και από το περιεχόμενο των μέτρων αυτών και τη μερική ή ολική άρση τους στις οριζόμενες στο νόμο περιπτώσεις διοικητικής περαίωσης της διαφοράς ή πληρωμής άνω του 70% του συνόλου των οφειλόμενων ποσών, τα εν λόγω μέτρα σκοπούν στο να εξασφαλιστεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του δημοσίου κατ' αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων κ.λπ., μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Ως τέτοια, τ' ανωτέρω μέτρα, παρά τον νομοθετικό χαρακτηρισμό τους και ως κυρώσεων, δεν έχουν γνήσιο κυρωτικό χαρακτήρα ούτε, άλλωστε, προσλαμβάνουν τέτοιο χαρακτήρα, λόγω του ότι ενδέχεται να κατατείνουν και στη συμμόρφωση των παραβατών προς τις σχετικές καταλογιστικές πράξεις που εκδίδονται σε βάρος τους.

Περαιτέρω, εφόσον δεν είναι δυσανάλογα προς τον προαναφερόμενο σκοπό τους, τα ίδια μέτρα περιορίζουν θεμιτά την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του καθ' ου και επιτρεπτώς επιβάλλονται αναδρομικά, δηλαδή σε σχέση με αποδιδόμενες παραβάσεις που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της θέσπισης της ανωτέρω ρύθμισης, χωρίς να παραβιάζεται εντεύθεν η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η οποία δεν προστατεύει τους παραβάτες της φορολογικής νομοθεσίας από τη λήψη τέτοιων μέτρων εξασφάλισης της πληρωμής των οφειλών τους και του δημοσίου συμφέροντος (βλ. ΣτΕ 2797/2009, 2024/2010, 1159/2012, 432/2017, 155/2018,1520/2018,1769/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ).

III. Περαιτέρω, η λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 14 του Ν 2523/1997 μέτρων σε βάρος του φορολογούμενου στις ειδικώς αναφερόμενες περιπτώσεις, οι οποίες συντρέχουν όταν υφίστανται βάσιμες υποψίες περί μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, υπαγορεύεται από επείγοντες και επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος αναγόμενους στη διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του (φερομένου ως) παραβάτη, ώστε να διασφαλίζεται η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Επομένως, νομίμως επιβάλλονται τα εν λόγω μέτρα χωρίς κλήση του θιγόμενου σε προηγούμενη ακρόαση. Το δικαίωμα του θιγομένου σε ακρόαση διασφαλίζεται με την προβλεπόμενη από την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 εδ. α' του Ν 2523/1997 σύμφωνα με την οποία η φορολογική αρχή κοινοποιεί στον φορολογούμενο την πράξη της περί επιβολής σε βάρος του των μέτρων, ο δε θιγόμενος μπορεί να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών την ολική ή μερική ανάκληση των μέτρων και ως εκ τούτου διατηρεί την ευχέρεια να εκθέσει κατά τρόπο λυσιτελή στη Διοίκηση τις απόψεις και αντιρρήσεις του. Η εν λόγω διάταξη είναι μεταγενέστερη και ειδική σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 εδ. β' και γ’ του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, οι οποίες, επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση λήψης των παραπάνω μέτρων. Εξάλλου, σε τέτοια περίπτωση, δεν έχει πεδίο εφαρμογής ούτε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, η οποία αφορά μόνο στις περιπτώσεις που επιβάλλεται κλήση του ενδιαφερομένου σε προηγούμενη ακρόαση, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του αυτού άρθρου (βλ. ΣτΕ 5/2014, 397/2015, 399/2015, 1567/2015, 4199/2015, 259/2016,296/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

IV. Τέλος, δεδομένου ότι νόμιμη προϋπόθεση για την επιβολή του εξαιρετικού αυτού διοικητικού μέτρου δεν αποτελεί η προηγούμενη έκδοση διαπιστωτικής πράξεως της οικείας οικονομικής υπηρεσίας, με την οποία να προσδιορίζεται ατομικώς καθ' υποκείμενο και αντικείμενο η αποδιδόμενη παράβαση της διαπράξεως οικονομικού εγκλήματος ή μεγάλης εκτάσεως φοροδιαφυγής, ούτε βεβαίως, η έκδοση καταλογιστικής πράξεως, με την οποία να καταγιγνώσκονται οριστικώς οι τελεσθείσες φορολογικές παραβάσεις και να βεβαιώνεται (εν ευρεία έννοια) η σχετική οφειλή ως δημόσιο έσοδο, ενόψει των οποίων και μόνο θα ήταν νοητός ο ουσιαστικός έλεγχος των αποδιδόμενων παραβάσεων, αλλά αρκεί απλή πιθανολόγηση αυτών, περιεχόμενο που συνάδει με τον κατά τ' ανωτέρω πρόσκαιρο και προληπτικό χαρακτήρα του εν λόγω μέτρου, δεν υφίσταται πεδίο έρευνας των σχετικών με την τέλεση των παραβάσεων ζητημάτων, αλλά μόνο εξεταστέο ζήτημα αποτελεί αν, ενόψει των κατ' αρχήν διαπιστώσεων του ελέγχου, δικαιολογείται η επιβολή περιορισμών σε περιουσιακά δικαιώματα (βλ. ΣτΕ 2797/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΔΠρΘεσ 771/2011 Αρμ 645, 2012).

Από όλα τα παραπάνω συνδυαζόμενα προκύπτουν τα ακόλουθα σε σχέση με το νόμω βάσιμο των λόγων της υπό κρίση ανακοπής: 1) η δια των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν 2523/1997 δέσμευση υπέρ του δημοσίου των περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου προς διασφάλιση της εισπράξεως των οφειλόμενων από αυτόν παρακρατούμενων, επιρριπτόμενων φόρων, τελών και εισφορών που προκύπτουν, βάσει εκθέσεως ελέγχου, από παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας, έχουσα χαρακτήρα προληπτικού μέτρου και όχι διοικητικής κυρώσεως, περιορίζει θεμιτά την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του παραβάτη και δεν είναι αντίθετη προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την πιο πάνω υπό στοιχεία II σκέψη. Είναι επομένως νόμω αβάσιμος ο ανωτέρω πρώτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίον οι ανακόπτοντες προβάλλουν αντίθεση των πιο πάνω διατάξεων, βάσει των οποίων δεσμεύτηκε η επίδικη υπέρ της καθής η εκτέλεση δημόσια κατάθεση στο καθού η ανακοπή, προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντ., και συνακόλουθα δυνατότητα κατάσχεσής της στα χέρια του ως τρίτου, όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το νόμο, έκρινε, και συνεπώς είναι αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος ο αντίστοιχος πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίον οι ανακόπτοντες, επαναφέροντας τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους, υποστηρίζουν τα αντίθετα.

2) Της δέσμευσης που επιβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν 2523/1997 εξαιρούνται, κατά την παράγραφο 1 εδαφ. γ΄αυτού, μόνο οι κατατιθέμενοι στον οικείο δεσμευμένο λογαριασμό μισθοί και συντάξεις του δικαιούχου αυτού φορολογουμένου, τα ποσά των οποίων ελευθέρως αυτός μπορεί να αναλάβει ή άλλως πώς να διαθέσει, και όχι οι μισθοί και οι συντάξεις τρίτων δανειστών του ώστε να μπορούν αυτοί, κατάσχοντας τον λογαριασμό, να ικανοποιηθούν από το προϊόν του γι’ αυτές. Είναι επομένως νόμω αβάσιμος ο ανωτέρω δεύτερος λόγος της ανακοπής, με τον οποίον οι ανακόπτοντες προβάλλουν εξαίρεση των απαιτήσεών τους από τη δέσμευση που επεβλήθη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 14 του Ν 2523/1997, στην επίδικη υπέρ της καθής η εκτέλεση δημόσια κατάθεση στο καθού η ανακοπή λόγω της φύσεώς των ως δεδουλευμένων αποδοχών, και συνακόλουθα δυνατότητα κατάσχεσής της στα χέρια του ως τρίτου προς ικανοποίησή τους, όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το νόμο, έκρινε, και συνεπώς είναι αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίον οι ανακόπτοντες, επαναφέροντας τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, υποστηρίζουν τα αντίθετα.

3) Σύμφωνα με τις προηγούμενες υπό στοιχεία II και IV σκέψεις αρνητική προϋπόθεση του κύρους της δέσμευσης που επιβάλλεται με τις διατάξεις του άρθρου 14 του Ν 2523/1997 είναι η δυσανολογία του μέτρου αυτού σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει, ο οποίος συνίσταται στο να εξασφαλιστεί η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του παραβάτη, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του δημοσίου κατ' αυτού από τις σχετικές πράξεις επιβολής φόρων κ.λπ., μετά των νομίμων προσαυξήσεων ή προστίμων. Συνεπώς η ύπαρξη δυσαναλογίας ή μη κρίνεται με βάση το σύνολο της οφειλής, όπως αυτή κατά πιθανολόγηση, με βάση το πόρισμα της σχετικής έκθεσης ελέγχου, εκτιμάται ότι τελικά, μετά και την επιβολή των προβλεπόμενων από τη φορολογική νομοθεσία προστίμων και προσαυξήσεων, θα διαμορφωθεί, και όχι αποκλειστικά με βάση το ποσό της κύριας οφειλής των φόρων, τελών κ.λπ. που ο παραβάτης, σύμφωνα με την οικεία έκθεση ελέγχου, δεν απέδωσε.

Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως, κατά την οποίαν, όπως οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται, η φορολογική αρχή, για κύρια οφειλή της καθής η εκτέλεση ποσού 274.323,42 ευρώ από μη αποδοθέντες φόρους μισθωτών υπηρεσιών (254.827,31 ευρώ), ελευθέρων επαγγελματιών (14.087,81 ευρώ) και τέλους χαρτοσήμου μετά ΟΓΑ αμοιβών μελών του Δ.Σ (5.408,30 ευρώ) δέσμευσε, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν 2523/1997, στα χέρια του καθού η ανακοπή ως τρίτου την επίδικη υπέρ αυτής δημόσια κατάθεση για το ποσό των 389.016,53 ευρώ, ήτοι και για ποσό 114.693,11 ευρώ πλέον εκείνου της κύριας οφειλής, η δέσμευση του υπερβάλλοντος την κύρια οφειλή αυτού ποσού, που αντιπροσωπεύει το 42% αυτής, όχι μόνο δεν είναι δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό αλλά και απολύτως αναγκαία για την επίτευξή του, αφού δεν ασφαλίζεται μόνο η κύρια οφειλή αλλά το σύνολό της μετά των νομίμων προστίμων και προσαυξήσεων, όπως αυτό ήθελε με τις τελικές καταλογιστικές πράξεις διαμορφωθεί. Είναι επομένως νόμω αβάσιμοι οι ανωτέρω τρίτος και τέταρτος λόγοι της ανακοπής, με τους οποίους οι ανακόπτοντες προβάλλουν ακυρότητα της δέσμευσης της επίδικης δημόσιας κατάθεσης κατά το υπερβάλλον την κύρια οφειλή ποσό των 114.691,11 ευρώ, ως επιβληθείσας κατά παράβαση: α) κατ’ αρχήν των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν 2593/1997 και β) επικουρικά της θεσπιζόμενης από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντ. αρχής της αναλογικότητας, και συνακόλουθα δυνατότητα κατάσχεσής του στα χέρια του καθού η ανακοπή ως τρίτου, όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το νόμο, έκρινε, και συνεπώς είναι αβάσιμοι στην ουσία τους και απορριπτέοι οι αντίστοιχοι τρίτος και τέταρτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους οι ανακόπτοντες, επαναφέροντας τους τρίτο και τέταρτο λόγους της ανακοπής τους, υποστηρίζουν τα αντίθετα.

4) Σύμφωνα με την προηγούμενη υπό στοιχεία III σκέψη, νομίμως επιβάλλονται τα κατά το άρθρο 14 του Ν 2523/1997 προληπτικά μέτρα χωρίς κλήση του θιγόμενου σε προηγούμενη ακρόαση, το δικαίωμα στην οποίαν διασφαλίζεται με την προβλεπόμενη από την παρ. 4 εδ. α΄ του ίδιου άρθρου Ν 2523/1997 υποχρέωση της φορολογικής αρχής να κοινοποιεί στον φορολογούμενο την πράξη της περί επιβολής σε βάρος του των μέτρων σε συνδυασμό με το παρεχόμενο από αυτήν στον τελευταίο δικαίωμα να ζητήσει με αίτηση στον Υπουργό Οικονομικών την ολική ή μερική ανάκληση των μέτρων, διατηρώντας έτσι την ευχέρεια να εκθέσει κατά τρόπο λυσιτελή στη Διοίκηση τις απόψεις και αντιρρήσεις του. Είναι επομένως νόμω αβάσιμος ο ανωτέρω πέμπτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίον οι ανακόπτοντες προβάλλουν ακυρότητα της δέσμευσης της επίδικης δημόσιας κατάθεσης κατά το υπερβάλλον την κύρια οφειλή ποσό των 114.691,11 ευρώ, ως επιβληθείσας κατά παράβαση: α) κατ’ αρχήν των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν 2593/1997 και β) επικουρικά της θεσπιζόμενης από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντ. αρχής της αναλογικότητας, και συνακόλουθα δυνατότητα κατάσχεσής του στα χέρια του καθού η ανακοπή ως τρίτου, όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το νόμο, έκρινε, και συνεπώς είναι αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος ο αντίστοιχος πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίον οι ανακόπτοντες, επαναφέροντας τον πέμπτο λόγο της ανακοπής τους, υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Και 5) η δια των διατάξεων του άρθρου 14 του Ν 2523/1997 δέσμευση υπέρ του δημοσίου των περιουσιακών στοιχείων του φορολογουμένου αίρεται μόνο στις περιπτώσεις και με τη διαδικασία που διαγράφουν οι παράγραφοι 5 και 6 του ίδιου άρθρου, και συγκεκριμένα είτε αυτοδικαίως, αν πληρωθεί το 70% της οφειλής ή επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς, είτε με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών κατόπιν αιτήσεως του φορολογουμένου προς αυτόν και, αν η αίτηση απορριφθεί, με απόφαση του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου κατόπιν προσφυγής του φορολογουμένου σε αυτό. Πριν από την άρση της δέσμευσης με κάποιον από τους προαναφερόμενους τρόπους που ο νόμος προβλέπει, το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή του άρθρου 986 ΚΠολΔ δεν έχει την εξουσία να προβεί αυτό στην άρση της ώστε η δεσμευθείσα απαίτηση, απαλλασσόμενη της δεσμεύσεως, να καταστεί αντικείμενο κατάσχεσης από τον δανειστή του δικαιούχου, ακόμη και αν η απαίτησή του είναι εξοπλισμένη με προνόμιο ισοδύναμο ή ισχυρότερο εκείνου του δημοσίου, η κατάταξη του οποίου και στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί εκ των προτέρων να αποκλειστεί. Είναι επομένως νόμω αβάσιμος ο ανωτέρω έκτος λόγος της ανακοπής, με τον οποίον οι ανακόπτοντες, επικαλούμενοι εργατικές απαιτήσεις τους κατά της καθής η εκτέλεση εξοπλισμένες με το προνόμιο του άρθρου 975 αριθ. 3 του ΚΠολΔ, ζητούν την άρση της δέσμευσης της επίδικης δημόσιας κατάθεσης που επεβλήθη από το δημόσιο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14 του Ν 2523/1997, ώστε από το προϊόν της να ικανοποιηθούν για τις απαιτήσεις τους αυτές, χωρίς να επικαλούνται ότι η επιβληθείσα δέσμευση έχει ήδη με κάποιον από τους προαναφερόμενους νόμιμους τρόπους αρθεί, όπως ορθά και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας το νόμο, έκρινε, και συνεπώς είναι αβάσιμος στην ουσία του και απορριπτέος ο αντίστοιχος έκτος λόγος της έφεσης, με τον οποίον οι ανακόπτοντες, επαναφέροντας τον έκτο λόγο της ανακοπής τους, υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Τέλος, μη νόμιμος και απορριπτέος είναι και ο έβδομος και τελευταίος λόγος της έφεσης, με τον οποίον οι ανακόπτοντες προβάλλουν ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αντί να καταδικάσει το καθού η ανακοπή στη δικαστική τους δαπάνη, την συμψήφισε με τη δική τους, καθ’ όσον, απορριφθείσης της ανακοπής τους, δεν συνέτρεχε, νόμιμη σύμφωνα με τα άρθρα 176, 177, 177, 178 και 179 του ΚΠολΔ περίπτωση επιβολής της δικαστικής τους δαπάνης εις βάρος του καθού η ανακοπή.

Μετά ταύτα η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί κατ’ ουσίαν, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου που οι εκκαλούντες κατέθεσαν κατά την άσκηση της εφέσεώς τους (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να συμψηφιστεί η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας εξ ολοκλήρου μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ).