ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 27/2019

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ε. Νίκα, Σ. Βιτάλη, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Α. Φοβάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.

Για να δικάσει την από 19 Μαρτίου 2014 αίτηση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …., η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,

κατά του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Νικόλαο Αθανίτη (Α.Μ. ….), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 4909/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Νίκα.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. ….7-9/2014 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4909/2013 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας κατά της υπ’ αριθμ. Α.Χ.Κ. .../....2012 εγγραφής της στον χρηματικό κατάλογο του Δήμου Αθηναίων για δημοτικά τέλη και τέλη ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) συνολικού ύψους 530.515,67 ευρώ.

3. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213) [η παρ. 3, όπως είχε κατά τα ανωτέρω αντικατασταθεί, επαναλήφθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α΄ 240)], δεν χωρεί αίτηση αναιρέσεως όταν πρόκειται για διαφορά χρηματικού αντικειμένου, το ποσό της οποίας υπολείπεται των 40.000 ευρώ. Εφ’ όσον το ποσό της διαφοράς υπερβαίνει τις 40.000 ευρώ, για την παραδεκτή άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων οφείλει με το εισαγωγικό δικόγραφο να τεκμηριώνει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ότι με καθέναν από τους προβαλλομένους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Εξ άλλου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η συνδρομή των τασσομένων με αυτές προϋποθέσεων του παραδεκτού αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται για την περαιτέρω έρευνα κάθε ενδίκου μέσου, το οποίο εισάγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (κατά τα εξωτερικά του στοιχεία) ως αίτηση αναιρέσεως κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου εκδοθείσης επί διαφοράς που εκδικάσθηκε από το δικαστήριο αυτό ως διοικητική διαφορά ουσίας. Ως όρος δε του παραδεκτού του ενδίκου μέσου, το ζήτημα της συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών προηγείται της έρευνας κάθε ζητήματος που ανάγεται στον έλεγχο του βασίμου του ενδίκου μέσου, ακόμη και εκείνων που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως, όπως είναι τα ζητήματα της δικαιοδοσίας και της καθ' ύλην αρμοδιότητας του εκδόντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, τα οποία συνδέονται με την φύση της διαφοράς, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ως διοικητικής διαφοράς ή ως ιδιωτικής διαφοράς, ως ακυρωτικής διοικητικής διαφοράς ή ως διοικητικής διαφοράς ουσίας ή και ως διοικητικής διαφοράς υπαγομένης στην δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. ΣτΕ 1211/2018, 2964, 2289, 147/2017, 61/2016, 2574, 2751/2015 κ.ά.· πρβλ., ΣτΕ 2439/2017, 4280/2014, 3871, 3355, 1582, 867/2012, 778/2006, 2013/2001 επταμ. κ.ά.).

4. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση άγεται κατ' αναίρεση διαφορά, το χρηματικό αντικείμενο της οποίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση και βεβαιώνεται στο από 27.5.2016 σημείωμα της Διευθύνσεως Δημοτικών Προσόδων του Δήμου Αθηναίων, ανέρχεται στο ποσό των 530.515,67 ευρώ, ήτοι υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις προπαρατεθείσες διατάξεις ελάχιστο όριο των 40.000 ευρώ.

5. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 54 και 56 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού (ν. 2362/1995, ΦΕΚ Α΄ 247), ερμηνευόμενες σε συμφωνία με τις διατάξεις των άρθρων 94, 95 και 98 παρ. 1 εδαφ. στ΄ του Συντάγματος, αφορώσες στην δικαιοδοσία επί των διοικητικών διαφορών του Συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αφ’ ενός, και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφ’ ετέρου, προκύπτει ότι στην δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν, μεταξύ άλλων, οι διαφορές που γεννώνται από καταλογιστικές πράξεις, οι οποίες εκδίδονται εις βάρος δημοσίων υπολόγων (συμπεριλαμβανομένων των υπολόγων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 περ. ε΄ του ν. 2362/1995), από όργανα της Διοικήσεως ή του ιδίου του δικαστηρίου στo πλαίσιo του προβλεπομένου από το άρθρο 98 παρ. 1 εδαφ. γ΄ του Συντάγματος ελέγχου των λογαριασμών δημοσίων υπολόγων για την τακτοποίηση υπάρχοντος ελλείμματος (ΣτΕ 263/2014 εν συμβουλίω, 3002/2010 Ολομ., 2176/2002 Ολομ.). Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού καθώς και αυτές των άρθρων 15, 17, 22, 25, 27 και 33 του επίσης ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980, ΦEK Α΄ 189) προκύπτει ότι δημόσιος υπόλογος ή υπόλογος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης είναι ο εντεταλμένος την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, επιπλέον δε και κάθε άλλο πρόσωπο που ειδικώς από τον νόμο θεωρείται ως υπόλογος (ΣτΕ 929/2018, ΕλΣυν 877/2016 Ολομ., 2568/2008 IV Τμ.). Προσδιοριστικό στοιχείο της εννοίας του υπολόγου είναι η απονεμηθείσα σ' αυτόν από τον νόμο ή η ασκούμενη από αυτόν οποιαδήποτε εξουσία προς διαχείριση χρημάτων κ.λπ. που ανήκουν στο Κράτος, σε ν.π.δ.δ. ή σε ο.τ.α., ακόμη και όταν λαμβάνει χώρα καθ' υπέρβαση των περιγραφομένων στον νόμο καθηκόντων του, ενώ πράξη διαχειρίσεως αποτελεί η χρήση αυτών σύμφωνα με τον νόμο και τον προορισμό τους και η προσήκουσα απόδοσή τους. Αυτόθροη συνέπεια της ιδιότητας του δημοσίου υπολόγου είναι η υποχρέωσή του να αποδίδει λογαριασμό για την διαχείρισή του. Σε περίπτωση δε που διαπιστωθεί έλλειμμα σ' αυτήν, καταλογίζεται με αιτιολογημένη απόφαση από τους διαπιστώσαντες αυτό οικείους διατάκτες και επιθεωρητές και σε κάθε περίπτωση από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ως έλλειμμα διαχειρίσεως, η αποκατάσταση του οποίου συνεπάγεται τον καταλογισμό του υπολόγου, νοείται κάθε επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μια δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με τους τηρούμενους λογαριασμούς και με βάση νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει, καθώς και η αποστέρηση του Δημοσίου (ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης) από χρήματα, αξίες ή υλικό, που συνδέονται με τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα ορισμένου προσώπου ως υπολόγου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η μη συμμόρφωση του δημοσίου υπολόγου στην υποχρέωση λογοδοσίας, η οποία συνίσταται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στην απόδοση των χρηματικών ποσών στο Δημόσιο (ή στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή στον οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης), έχει ως άμεση συνέπεια την αποτροπή της βεβαίας επαυξήσεως της περιουσίας του Δημοσίου (ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή του οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης) στα αντίστοιχα χρονικά σημεία που τα ποσά αυτά ήταν αποδοτέα. Περαιτέρω, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 54 παρ. 1, 56 παρ. 1-2 και 58 παρ. 1 του β.δ/τος της 17.5/15.6.1959 «περί οικονομικής διοικήσεως και λογιστικού των Δήμων και Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α΄ 114), η είσπραξη των εσόδων των Δήμων και Κοινοτήτων ενεργείται από τα εντεταλμένα προς τούτο από το νόμο όργανα, τα οποία εισπρακτικά όργανα ευθύνονται ως υπόλογοι για την νομότυπη και εντός των εκάστοτε οριζομένων προθεσμιών κατάθεση του προϊόντος των εισπράξεών τους στην αρμόδια ταμειακή υπηρεσία του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης. Συνεπώς, όπως έχει κριθεί (βλ. ΕλΣυν 2568/2008, 1814/2004, 1419/2003 κ.ά. επίσης ΕλΣυν 1281/2006 Ολομ.), εισπρακτικό όργανο που δεν αποδίδει στον δικαιούχο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης τα εισπραχθέντα από αυτό έσοδα, τα οποία κατέβαλαν σ' αυτό οι δημότες, ως φόρους ή τέλη υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, λόγω της ιδιότητάς του ως εντεταλμένου οργάνου αυτού, προκαλεί έλλειμμα στη διαχείριση του τελευταίου, το οποίο τυγχάνει καταλογιστέο εις βάρος του.

6. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 43, τιτλοφορούμενο "Ρυθμίσεις οικονομικών θεμάτων ΟΤΑ", του ν. 3979/2011 (ΦΕΚ Α΄ 138) ορίζεται ότι «1.α. Όπου στις διατάξεις των νόμων 25/1975 (Α΄ 74), 429/1976 (Α΄ 235), 1080/1980 (Α΄ 246), 2130/1993 (Α΄ 62) και στο άρθρο 9 του ν. 3854/2010 (Α΄ 94) αναφέρεται η ΔΕΗ νοούνται οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή η ΔΕΗ ή ο εκάστοτε εναλλακτικός προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας. β. Τα δημοτικά τέλη καθαριότητας και φωτισμού κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του ν. 25/1975, ο φόρος ηλεκτροδοτούμενων χώρων του άρθρου 10 του ν. 1080/1980 και το τέλος ακίνητης περιουσίας του άρθρου 24 του ν. 2130/1993, βαρύνουν τον υπόχρεο σε πληρωμή του λογαριασμού καταναλισκόμενου ηλεκτρικού ρεύματος και συνεισπράττονται από τη ΔΕΗ ή από τον εναλλακτικό προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος, σε δόσεις ίσες με τον αριθμό των ετήσιων λογαριασμών. … Οι πραγματοποιούμενες από τη ΔΕΗ ή τον εκάστοτε εναλλακτικό προμηθευτή εισπράξεις αποδίδονται στο δικαιούχο δήμο, βάσει σχετικής εκκαθαριστικής κατάστασης εντός του δεύτερου μήνα από τη λήξη του μήνα στον οποίο λογιστικώς ανήκουν οι λογαριασμοί. … γ. Ο διαχειριστής του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και η ΔΕΗ υποχρεούνται να παρέχουν στους εναλλακτικούς προμηθευτές τα στοιχεία τιμολόγησης και εν γένει τα δεδομένα που αφορούν στους αντισυμβαλλόμενους των ανωτέρω προμηθευτών και τα οποία τηρούνται για τη συνείσπραξη των ποσών της παραγράφου β'. Οι ανωτέρω υποχρεούνται να ενημερώνουν τα στοιχεία που τηρούνται για τη συνείσπραξη των ποσών της περίπτωσης β', σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας, κατόπιν σχετικής γνωστοποίησης από τους δήμους. Ο διαχειριστής του δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας υποχρεούνται να διαβιβάζουν αμελλητί τα ανωτέρω στοιχεία τιμολόγησης και εν γένει τα δεδομένα των υπόχρεων που τηρούνται για τη συνείσπραξη των ποσών της παραγράφου β', προς τους οικείους δήμους, κατόπιν αιτήματος των τελευταίων».

7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία «….» και τον διακριτικό τίτλο «... ... Α.Ε.» ήταν κάτοχος αδείας προμηθείας ηλεκτρικής ενέργειας και δραστηριοποιείτο, έως τις 24.1.2012, στην πώληση, αγορά και εν γένει εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας εντός της ελληνικής επικρατείας. Με την υπ’ αριθμ. AXK .../....2012 εγγραφή στο χρηματικό κατάλογο του Δήμου Αθηναίων βεβαιώθηκε εις βάρος της το ποσό των 530.515,67 ευρώ για τέλη καθαριότητας και φωτισμού, φόρο ηλεκτροδοτουμένων χώρων και τέλη ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.), που φέρεται να εισέπραξε η αναιρεσείουσα από τους πελάτες της στον Δήμο Αθηναίων και δεν τα απέδωσε σ’ αυτόν. Ειδικότερα, όπως αναγράφεται στο σώμα της από 12.11.2012 ειδοποιήσεως του Τμήματος Ανταποδοτικών Τελών και Τ.Α.Π. της Διεύθυνσης Δημοτικών Προσόδων του εν λόγω Δήμου, με την οποία της γνωστοποιήθηκε η ανωτέρω εγγραφή, η ως άνω βεβαίωση διενεργήθηκε «σύμφωνα με τις διατάξεις του Β.Δ. 17.5/15.6.1959 άρθρ. 3 και 4, του Β.Δ. 24.9/20.10.1958 άρθρ. 79 παρ. 2, του Α.Ν. 344/1968 άρθρ. 12, του Ν.Δ. 356/1974 άρθρ. 2 παρ. 2, του Ν. 1416/1984 άρθρ. 61, του Ν. 3979/2011 άρθρ. 43 και τις .../2.3.2012 και .../8.11.2012 δηλώσεις εκχώρησης, το διαβιβασθέν στις 26.6.2012 από τον ΔΕΔΔΗΕ ηλεκτρονικό αρχείο εξυπηρετούμενων παροχών από την εταιρεία “... ...” που ανήκουν στη γεωγραφική περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, τα δηλωθέντα από τους υπόχρεους καταναλωτές των παροχών αυτών στοιχεία χρέωσης Δημ. Τελών και Φόρων στο μηχ/κό αρχείο του Δήμου, υπ/κά έγγρ. …./12 και …./12 και τις Π.Δ.Σ. …/11 και …/11 ...» και αφορά «αναλογούντα εισπραχθέντα Δημ. Τέλη και Φόρους από τους πελάτες της στον Δήμο Αθηναίων από την έναρξη ενσωμάτωσής των στους εκδοθέντες λογαριασμούς της έως την ημ/νία επιστροφής τους στη ΔΕΗ 25.1.2012 ...». Κατά της προαναφερθείσης βεβαιώσεως η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι «λόγω της ανάθεσης σε αυτήν, δυνάμει του άρθρου 43 του ν. 3979/2011, να εισπράττει για λογαριασμό τους [των Δήμων της χώρας] τους δημοτικούς φόρους και τέλη, η βεβαίωση σε βάρος της των δημοτικών φόρων και τελών που έχει υποτίθεται εισπράξει και θα έπρεπε να αποδώσει στο Δήμο Αθηναίων ως υπόλογος του Δήμου αυτού έπρεπε να χωρήσει μέσω πράξης καταλογισμού από Οικονομικό Επιθεωρητή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ/τος 1264/1942, και όχι αναρμοδίως μέσω πράξης οργάνου του Δήμου Αθηναίων …». Η προσφυγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την ήδη προσβαλλομένη απόφαση. Ειδικότερα, με την απόφασή του αυτή το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών δέχθηκε εν πρώτοις ότι «Στην αρμοδιότητα των Οικονομικών Επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (η οποία έχει περιέλθει πλέον, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3492/2006, φ. Α΄ 210, στη Γενική Δ/νση Δημοσιονομικών Ελέγχων του ιδίου ως άνω Υπουργείου) ανήκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3 περ. α΄ και β΄ του ν. 2343/1995 (φ. Α΄ 211) και του άρθρου 3 παρ. 1 Γ΄ περ. α΄ και γ΄ του π.δ/τος 211/1996 (φ. Α΄ 166), σε συνδυασμό και με τις πάγιες διατάξεις για την Οικονομική Επιθεώρηση του ν.δ/τος 1264/1942 (φ. Α΄ 100) και ιδίως του άρθρου 1 εδ. γ΄ και 12 παρ. 1 αυτού, η διενέργεια ελέγχων και ερευνών όσον αφορά στην οικονομική κατάσταση και τη διαχείριση, εκτός άλλων, των ΟΤΑ και ο καταλογισμός, με αποφάσεις τους, σε βάρος των υπολόγων, των ποσών των διαπιστωθέντων ελλειμμάτων στις διαχειρίσεις των ΟΤΑ», ότι «υπόλογοι των ΟΤΑ είναι οι εντεταλμένοι για την είσπραξη εσόδων ή την πληρωμή εξόδων του ΟΤΑ, καθώς και όσοι με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, διαχειρίζονται χρήματα, αξίες ή υλικά που ανήκουν σε ΟΤΑ, επίσης δε και οποιοσδήποτε άλλος, που εξαιτίας της φύσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων, θεωρείται από ειδική διάταξη νόμου ως υπόλογος ΟΤΑ»  και, περαιτέρω, ότι «ως “έλλειμμα” νοείται κάθε έλλειψη χρημάτων, αξιών, ενσήμων ή υλικού, που εμφανίζεται στις διαχειρίσεις των ΟΤΑ και διαπιστώνεται κατά τη νόμιμη διαδικασία καθώς και κάθε “ανοίκειος” πληρωμή», «Στην έννοια δε του “ελλείμματος” υπάγεται και η επί το έλαττον αδικαιολόγητη διαφορά που διαπιστώνεται μεταξύ της ποσότητας των χρημάτων που έπρεπε να υπάρχει σε μια δεδομένη στιγμή, σύμφωνα με τα εξαγόμενα από τους τηρούμενους λογαριασμούς με βάση τα νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, και εκείνης που πράγματι υπάρχει (βλ. Ολομ. Ε.Σ. 1037/1995, 1913/1992)». Κατέληξε δε το εν λόγω δικαστήριο στην κρίση ότι «Εν προκειμένω, η υπό κρίση διαφορά δεν αφορά διαπιστωθέντα “ελλείμματα” στη διαχείριση του καθού Δήμου από Οικονομικούς Επιθεωρητές στα πλαίσια … διαχειριστικού ελέγχου με βάση νόμιμα διαχειριστικά στοιχεία, αλλά βεβαίωση σε βάρος της προσφεύγουσας [ήδη αναιρεσείουσας], εναλλακτικής παρόχου ηλεκτρικής ενέργειας, εισπραχθέντων από αυτήν, κατά τους ισχυρισμούς του καθού, και μη αποδοθέντων δημοτικών τελών και φόρων» και ότι «Συνεπώς, αρμοδιότητα για την ως άνω βεβαίωση δεν έχουν οι Οικονομικοί Επιθεωρητές του Υπουργείου Οικονομικών αλλά τα όργανα του καθού Δήμου …».

8. Επειδή, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως η αναιρεσείουσα εταιρία στρέφεται κατά της ως άνω κρίσεως του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου και προβάλλει, επαναφέροντας τον κατά τα ανωτέρω απορριφθέντα λόγο της προσφυγής της, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 15, 17, 22, 25, 33 και 43 του π.δ/τος 774/1980 περί του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου καθώς και των άρθρων 1 και 12 του ν.δ/τος 1264/1942 περί Οικονομικής Επιθεωρήσεως το Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνιστούν έλλειμμα του Δήμου Αθηναίων τα ποσά που αυτή φέρεται ότι εισέπραξε ως εισπράκτορας δημοτικών φόρων και τελών του εν λόγω Δήμου χωρίς να τα αποδώσει σ΄ αυτόν και ότι, συνεπώς, αρμόδιο όργανο καταλογισμού εις βάρος της των σχετικών ποσών είναι όργανο του εν λόγω Ο.Τ.Α. και όχι οι Οικονομικοί Επιθεωρητές. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου αυτού η αναιρεσείουσα προβάλλει αντίθεση της πληττομένης κρίσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την έννοια του «ελλείμματος» στις διαχειρίσεις των Ο.Τ.Α. κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 εδαφ. γ΄ και 12 παρ. 1 του ν.δ. 1264/1942 και, συνακόλουθα, ως προς την αρμοδιότητα καταλογισμού των επιδίκων ποσών δημοτικών τελών προς την πάγια νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ειδικότερα τις αποφάσεις 1419/2003 ΙV Τμ., 1814/2004 ΙV Τμ. και 1281/2006 Ολομ. Ο ισχυρισμός αυτός είναι, εν όψει όσων εκτέθηκαν στην σκέψη 5 της παρούσας, βάσιμος και, συνεπώς, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς κατ’ άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010.

9. Επειδή, περαιτέρω, εφ’ όσον, κατά τα προαναφερθέντα, θεμελιώνεται το παραδεκτό κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3900/2010 του ως άνω προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, το Δικαστήριο, πριν χωρήσει στην έρευνα του βασίμου τούτου, προβαίνει στην εξέταση του ζητήματος της φύσεως της ένδικης διαφοράς και της δικαιοδοσίας του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών προς εκδίκασή του, ζήτημα το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ως αναγόμενο στην δικαιοδοσία του δικάσαντος δικαστηρίου. Από τα εκτεθέντα ανωτέρω προκύπτει ότι η προκειμένη διαφορά ανέκυψε από την αμφισβήτηση της νομιμότητας πράξεως, με την οποία καταλογίσθηκαν στην αναιρεσείουσα εταιρία ποσά που αυτή, ως πάροχος ηλεκτρικής ενέργειας, φέρεται να εισέπραξε -μέσω λογαριασμών πληρωμής- για λογαριασμό του Δήμου Αθηναίων χωρίς στη συνέχεια να τα αποδώσει σ’ αυτόν. Συνεπώς, εφ’ όσον, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην σκέψη 5, ποσά δημοτικών φόρων και τελών που εισεπράχθησαν από τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του δημοσίου υπολόγου, και τα οποία δεν απεδόθησαν στους δικαιούχους δήμους συνιστούν έλλειμμα κατά την έννοια του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ν.δ/τος 1264/1942, ο έλεγχος της νομιμότητας της επίδικης πράξεως καταλογισμού υπάγεται στην δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όχι σ’ αυτή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Εν όψει τούτου, το δικάσαν διοικητικό εφετείο που δίκασε την διαφορά αυτή υπερέβη την δικαιοδοσία του και πρέπει, κατά συνέπεια, για τον λόγο αυτό της ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικάσαντος δικαστηρίου, να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, οπότε παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα του παραδεκτού και βασίμου των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Το Δικαστήριο δε, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαλλάσσει τον αναιρεσίβλητο Δήμο από την δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εταιρίας. Περαιτέρω, δοθέντος ότι επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων δεν υπάρχει πραγματικό προς διευκρίνιση, το Δικαστήριο διακρατεί το ένδικο βοήθημα (“προσφυγή”) της αναιρεσείουσας, το οποίο και παραπέμπει, κατ' άρθρο 12 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), στο Ελεγκτικό Συνέδριο (πρβλ. ΣτΕ 275/2013, 1700/2004).

Δια ταύτα

Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4909/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει την “προσφυγή” της εταιρίας.

Παραπέμπει το ένδικο βοήθημα της εταιρίας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 2018 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 2019.

 

Η Πρόεδρος του Β´ Τμήματος        Η Γραμματέας

           Ε. Σάρπ                        Α. Ζυγουρίτσα