ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2569/2020

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τις Δικαστές Άννα Κουσιοπούλου. Πρόεδρο Πρωτοδικών, Παναγιώτα Κολάρη. Πρωτόδικη. Παρασκευή Στεφανίδου, Πρωτοδίκη Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα. Ελένη Παπαγεωργοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του. την 23η Ιανουάριου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «.................................ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «.................... ................». με Α.Φ.Μ. .............. που εδρεύει στην Αθήνα (....................) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της. .................... (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. ................ ), που κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ..................3) ............... του ................, κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης (...). οι οποίοι παραστάθηκαν η μεν πρώτη και δεύτερη δια και ο τρίτος μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου τους. ......... (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. .........), που κατέθεσε προτάσεις. Συμπαραστάθηκε η ασκούμενη δικηγόρος ................ (Α.Μ. ..................../2017).

ΟΙ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ζήτησαν να γίνει δεκτή η από 31.03.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ............../2014 αγωγή τους, η οποία προσδιορίσθηκε για να δικαστεί κατά τη δικάσιμο της 11.02.2015 και κατόπιν αναβολής κατά τη δικάσιμο της 27.01.2016 κατά την οποία όμως δεν εκφωνήθηκε από το πινάκιο. Ήδη η καλούσα εναγόμενη επαναφέρει προς συζήτηση την υπόθεση με την από 01.08.2018 κλήση της, που απευθύνεται στο Δικαστήριο αυτό και έχει κατατεθεί νόμιμα την 03.08.2018 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ............/............/2018. προσδιορίσθηκε δε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση με την ένδικη κλήση της καλούσας εναγομένης η από 31.03.2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .............../2014 αγωγή των εναγόντων καθ' ων η κλήση κατά αυτής, η οποία είχε προσδιοριστεί να συζητηθεί κατόπιν αναβολής κατά τη δικάσιμο της 27.01.2016 κατά την οποία όμως δεν εκφωνήθηκε από το πινάκιο.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ ναι μεν η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος του. Στο πλαίσιο αυτό ο δανειστής, ο οποίος ασκώντας συμβατικό του δικαίωμα επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του, ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του. συνυφασμένου με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ’ αρχήν αποφασίζει, εκτός και πάλι αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και μάλιστα προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1504/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 106/2013 ΧρΙΔ 2013. 584, ΑΠ 1352/2011 ΕΕμπΔ 2012.417, ΑΠ 1472/2004 ΝΟΜΟΣ). Αυτό συμβαίνει και όταν η συμπεριφορά του δανειστή που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός του. σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του στον χρόνο που το άσκησε, με αποτέλεσμα η πρόωρη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς συνέπειες στον οφειλέτη και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη και καταχρηστική (ΑΠ 1873/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1352/2011 ό.π., ΑΠ 385/2010 ΕφΑΔ 2010.1136. ΜονΕφΛΘ 130/2018. ΕφΠειρ 523/2015 ΝΟΜΟΣ). Το ζήτημα, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 6/2016 ΝΟΜΟΣ, All 385/2010 ό.π., All 381/2009 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ' αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι' αυτούς συνέπειες. Συνεπώς και για τον λόγο αυτό η άσκηση των δικαιωμάτων τους θα πρέπει να κυριαρχείται από τις αρχές της καλόπιστης και σύμφωνης με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωσης των οφειλόμενων παροχών (ΑΚ 178, 200, 288) και να αποφεύγεται αντίστοιχα κάθε κατάχρηση στη συμπεριφορά τους. Έτσι, σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά επιβάλλει σ' αυτήν την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής του πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του. χωρίς ουσιαστικά κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης, προπάντων όταν οι απαιτήσεις της είναι ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες, ο δε πελάτης της βρίσκεται σε άμεση οικονομική εξάρτηση απ' αυτήν και δεν οφείλει σε τρίτους, αφού τότε οι παραπάνω ενέργειες της προσλαμβάνουν καταχρηστικό χαρακτήρα (ΑΠ 1185/2019 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 1352/2011 ό.π., ΕφΛαρ 17/2017 ΔΕΕ 2019.421, ΕφΑΘ 676/2016 ΔΕΕ 2016.684, ΕφΑΘ 5/2012 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με την κρινόμενη αγωγή τους ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμβάσεων στεγαστικού δανείου που κατήρτισε η καθεμία από τις δύο πρώτες ενάγουσες το έτος 2006 με την εναγόμενη τράπεζα, χορηγήθηκαν σ' αυτές ως δάνεια τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, την εξόφληση των οποίων εγγυήθηκε ο τρίτος ενάγων. Ότι τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2013 οι δανειολήπτριες είχαν περιέλθει λόγω οικονομικών δυσχερειών σε αδυναμία καταβολής του συνόλου των οφειλόμενων δόσεων των δανείων, τα οποία έκτοτε εξυπηρετούσαν μερικώς, καταβάλλοντας μόνο το ποσό των 400 έως 500 ευρώ μηνιαίως, με αποτέλεσμα να καταστούν υπερήμερες. Ότι την 20.03.2014 η εναγόμενη προέβη με εξώδικες δηλώσεις της σε καταγγελία αμφοτέρων των δανειακών συμβάσεων λόγω μη ανταπόκρισης των δανειοληπτριών στην υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων δόσεων των δανείων, καλώντας τις ταυτόχρονα να καταβάλουν το συνολικό ποσό των 283.997,79 ελβετικών φράγκων που αντιστοιχούσαν κατά την ημερομηνία εκείνη στο ποσό των 235.350.78 ευρώ) η πρώτη από αυτές και το συνολικό ποσό των 284.321.95 ελβετικών φράγκων που αντιστοιχούσαν κατά την ημερομηνία εκείνη στο ποσό των 235.619.42 ευρώ η δεύτερη. Ότι στη συνέχεια η εναγόμενη με επόμενες εξώδικες δηλώσεις της. τις οποίες επέδωσε σ' αυτές την ίδια ημέρα, αλλά αμέσως μετά τις εξώδικες δηλώσεις με τις οποίες είχαν καταγγελθεί οι δανειακές συμβάσεις, προέβη σε συμψηφισμό μέρους της απορρέουσας από τις ως άνω καταγγελθείσες δανειακές συμβάσεις ανταπαίτησής της κατά κάθε δανειολήπτριας. η οποία υπολογιζόταν σε ελβετικά φράγκα, με απαίτηση καθεμιάς από τις τελευταίες σε βάρος της. για καταβολή (σε καθεμιά) του ποσού των 64.540.18 ευρώ, που βρισκόταν κατατεθειμένο στους αναφερόμενους στην αγωγή κοινούς λογαριασμούς τους, που οι ενάγουσες διατηρούσαν σ' αυτήν σε ευρώ. Ότι η καταγγελία της κάθε δανειακής σύμβασης είναι άκυρη διότι: α) δεν προκύπτει με ακρίβεια το ποσό που καλείται τελικά, μετά και τον προαναφερόμενο συμψηφισμό, να καταβάλει η κάθε δανειολήπτρια στην εναγόμενη, δεδομένου ότι η μεν απαίτηση της καθεμιάς από αυτές (δανειολήπτριες) κατά της εναγομένης από τις καταθέσεις τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς, αποτιμάται σε ευρώ η δε ανταπαίτηση της εναγομένης σε βάρος καθεμιάς από αυτές αποτιμάται σε ελβετικά φράγκα, β) η εναγόμενη επί ένα εξάμηνο αγνοούσε προκλητικά τις επανειλημμένες έγγραφες αλλά και προφορικές εκκλήσεις τους να ρευστοποιήσει τις καταθέσεις τους από τους ανωτέρω δύο κοινούς λογαριασμούς που τηρούσαν στην ίδια, προκειμένου με τμήμα των χρημάτων αυτών να εξοφληθούν οι ληξιπρόθεσμες δόσεις των δανείων και με το υπόλοιπο να αποπληρωθεί μέρος εκάστου των δανείων αυτών ώστε να μην περιέλθουν σε υπερημερία και να μην κινδυνεύουν από τυχόν καταγγελία των συμβάσεών τους. Ότι επί ένα εξάμηνο τουλάχιστον κατέβαλαν μέρος των συμφωνηθεισών δόσεών τους και όχι το σύνολο αυτών και ότι συνεπεία της πλήρους αδιαφορίας της εναγομένης που δεν ανταποκρίθηκε στις επίμονες εκκλήσεις τους, τα δάνειά τους περιήλθαν σε καθυστέρηση και στη συνέχεια καταγγέλθηκαν από αυτήν. Ότι η εναγόμενη αμέσως μετά την καταγγελία, επιδεικνύοντας όλως αντιφατική συμπεριφορά σε σχέση με τη μέχρι τότε συμπεριφορά της προέβη άμεσα στη ρευστοποίηση των ως άνω καταθέσεών τους και στον μονομερή συμψηφισμό αυτών με μέρος των ανταπαιτήσεών της που απέρρεαν από τις καταγγελθείσες συμβάσεις δανείου. Ότι τούτο έπραξε η εναγόμενη από εκδίκηση και εχθρότητα απέναντι τους, διότι οι ίδιες την 18.03.2014, δηλαδή δύο ημέρες πριν την κοινοποίηση της καταγγελίας σε καθεμία από αυτές, είχαν αρνηθεί να παραιτηθούν από τις δύο αγωγές που είχαν ασκήσει από κοινού το έτος 2010 και το 2011 σε βάρος της εναγομένης την οποία (παραίτηση) η εναγόμενη είχε θέσει ως προϋπόθεση προκειμένου να λάβει χώρα οποιαδήποτε συζήτηση για την επίλυση του προβλήματος τους. Ότι συνεπεία της ως άνω αντίθετης στα χρηστά ήθη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος συμπεριφοράς της εναγομένης και της καταγγελίας των δανείων τους, προκλήθηκε σ' αυτές σημαντική ζημία, όχι μόνο διότι φέρονται να οφείλουν υπέρογκα ποσά τα οποία αδυνατούν να εξοφλήσουν, δεδομένου ότι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό ολόκληρο το ποσό εκάστου δανείου, αλλά και επειδή εκτίθενται στον κίνδυνο έκδοσης σε βάρος τους διαταγής πληρωμής και επιβολής αναγκαστικής εκτέλεσης στην περιουσία τους και περαιτέρω εμφάνισής τους στα αρχεία του διατραπεζικού συστήματος «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ», με προφανείς δυσμενείς συνέπειες για την πιστοληπτική τους ικανότητα, με αποτέλεσμα οι ως άνω καταγγελίες να παρίστανται καταχρηστικές και γ) ο υπ’ αριθμ. 8 όρος εκάστης σύμβασης δανείου, που παρέχει τη δυνατότητα στην εναγόμενη να καταγγείλει τη σύμβαση και να κηρύξει το σύνολο του δανείου ληξιπρόθεσμο και απαιτητό σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης του επίμαχου δανείου ή μέρους αυτής, είναι άκυρος, αφενός διότι είναι απαγορευμένος σύμφωνα με την υπ' αριθμ. Ζ1 - 798/25.06.2008 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και αφετέρου διότι συνιστά καταχρηστική ρήτρα κατ' άρθρ. 2 ν. 2251/1994 που επιφυλάσσει στον προμηθευτή, δηλαδή εν προκειμένω στην εναγόμενη, δικαίωμα μονομερούς λύσης της σύμβασης χωρίς σπουδαίο λόγο, με αποτέλεσμα την ακυρότητα των γενομένων επίδικων εν προκειμένω καταγγελιών με την επίκληση του όρου αυτού και τη μη επέλευση της έννομης συνέπειας αυτών, δηλαδή του ληξιπρόθεσμου και απαιτητού του συνόλου εκάστου δανείου. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζητούν: α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερόμενων ανωτέρω καταγγελιών των ένδικων συμβάσεων στεγαστικού δανείου, β) να αναγνωριστεί ότι ουδεμία έννομη συνέπεια έχουν επιφέρει οι ανωτέρω καταγγελίες, ώστε τα δάνειά τους εξακολουθούν να είναι ενήμερα κατά τους όρους των συναφθεισών αρχικών συμβάσεών τους, οι οποίες εξακολουθούν να τους δεσμεύουν και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να δικαστεί με την παρούσα τακτική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου (αυτού, που είναι καθ' ύλην (άρθρ. 18 ΚΠολΔ) και κατά τόπον αρμόδιο, δεδομένου ότι η εναγόμενη, που εδρεύει στην Αθήνα, δεν προέβαλε κατά τη συζήτηση με ποινή απαράδεκτου την έλλειψη γενικής ή ειδικής συντρέχουσας δωσιδικίας. με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται σιωπηρή παρέκταση της αρμοδιότητας υπέρ των δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης (άρθρ. 263 περ. α’ και 42 § 2 ΚΠολΔ). Ωστόσο η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη: α) κατά το μέρος που στηρίζεται στον υπό στοιχείο α' λόγο ακυρότητας, διότι τα αναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά, ακόμα και αν ήθελε υποτεθούν αληθινά, δεν είναι ικανά να επιφέρουν την ακυρότητα της καταγγελίας, καθόσον, πέραν του ότι, όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες εκθέτουν, στην εξώδικη δήλωση της καταγγελίας αναγραφόταν το συμψηφιζόμενο ποσό τόσο σε ελβετικά φράγκα όσο και σε ευρώ, πέραν του ότι όπως οι ίδιοι οι ενάγοντες επικαλούνται, ο συμψηφισμός έλαβε χώρα μεταγενέστερα, με διαφορετική εξώδικη δήλωση, που ναι μεν επιδόθηκε την ίδια ημέρα στις δανειολήπτριες, πλην όμως έπονταν της καταγγελίας εκάστου δανείου, με αποτέλεσμα να μη δύναται ο συμψηφισμός αυτός να προκαλέσει οποιαδήποτε ακυρότητα στην καταγγελία που είχε ήδη προηγηθεί, σε κάθε περίπτωση τυχόν αοριστία ως προς το αιτούμενο χρηματικό ποσό, καθιστά ανίσχυρη την όχληση, δηλαδή την πρόσκληση του δανειστή προς τον οφειλέτη να εκπληρώσει την υποχρέωσή του που συνιστά μονομερή οιονεί δικαιοπραξία (ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ, Μ., σε ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ, ΑΠ. ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟ. Μ., Αστικός Κώδιξ. άρθρ. 340 αριθμ. 12 και 16), όχι όμως και την καταγγελία που συνιστά μονομερή δικαιοπραξία, ξεχωριστή από την όχληση, ανεξάρτητα από το ότι συνήθως στην πράξη εμπεριέχονται αμφότερες στον ίδιο έγγραφο, β) κατά το μέρος που στηρίζεται στον υπό στοιχείο β' λόγο ακυρότητας διότι, σύμφωνα με όσα εκθέτουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους, ουδέποτε η εναγόμενη με τη συμπεριφορά της, τους δημιούργησε την πεποίθηση και μάλιστα ευλόγως. ότι αυτή δεν επρόκειτο να ασκήσει το δικαίωμα καταγγελίας των δανειακών τους συμβάσεων ή ότι δεν επρόκειτο να το ασκήσει κατά τον χρόνο που το άσκησε. Αντιθέτως μάλιστα από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι η εναγόμενη επέδειξε αδιαφορία ως προς τις προτάσεις τους, ενώ δύο μόλις ημέρες πριν την κοινοποίηση των καταγγελιών στις δανειολήπτριες, τους δήλωσε ρητά ότι δεν προτίθετο να προβεί σε διαδικασία επίλυσης της μεταξύ τους διαφοράς που αφορούσε τα εν λόγω δάνεια, όσο οι ενάγοντες δεν παραιτούνταν από τα δικόγραφα των ασκηθεισών εναντίον της αγωγών που αφορούσαν άλλες αιτίες. Εξάλλου, η συμπεριφορά της εναγομένης, όπως περιγράφεται στην αγωγή, το γεγονός δηλαδή ότι αυτή αδιαφορούσε για την κάλυψη των ληξιπρόθεσμων οφειλών και τη μερική εξόφληση των δανείων των δύο πρώτων εναγουσών με τον προτεινόμενο από αυτές τρόπο, δηλαδή μέσω συμψηφισμού με το προϊόν της ρευστοποίησης των καταθέσεων που οι δύο πρώτες ενάγουσες τηρούσαν σε κοινούς λογαριασμούς τους στην ως άνω τράπεζα, και η συνεπεία αυτού εξακολούθηση και μη άρση της υπερημερίας των δανειοληπτριών εξαιτίας της οποίας καταγγέλθηκαν οι δανειακές συμβάσεις τους, δεν είναι τέτοια που θα μπορούσε να προσδώσει «καταχρηστικότητα» στην καταγγελία (ΑΠ 1185/2019 ό.π.), λαμβανομένου υπόψη ότι οι δύο πρώτες ενάγουσες θα μπορούσαν να είχαν προβεί από μόνες τους σε ανάληψη των καταθέσεων τους και στη συνέχεια σε πίστωση με αυτές των δανειακών τους λογαριασμών, ενόψει του ότι δεν προβάλλεται στην αγωγή οποιοσδήποτε λόγος που παρεμπόδιζε την άσκηση του δικαιώματος τους αυτού, πλην όμως τούτες επί ένα ολόκληρο εξάμηνο δεν προέβησαν στις ως άνω ενέργειες, παρά ζητούσαν από την εναγόμενη να τις πράξει. Πέραν τούτων εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, προκειμένου να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης. θα έπρεπε οι ενάγοντες να επικαλούνται επιπλέον και άλλα γεγονότα, τα οποία όμως ουδόλως επικαλούνται και ειδικότερα ότι το καταβαλλόμενο ποσό των 400 έως 500 ευρώ μηνιαίως υπολειπόταν κατ' ολίγον από το ποσό εκάστης δόσης (το οποίο αποφεύγουν να αναφέρουν), ότι η εναγόμενη δεν είχε στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας, ότι η ως άνω άσκηση αυτού επέφερε βλάβη σ' αυτούς (όπως πράγματι ισχυρίζονται), την οποία όμως όφειλαν να προσδιορίζουν κατά τρόπο ορισμένο εκθέτοντας συγκεκριμένα περιστατικά που να την θεμελιώνουν, κάτι το οποίο δεν κάνουν (ad hoc ΑΠ 1352/2011 ό.π., ΠολΠρΖακ 2/2012 ΝΟΜΟΣ), ότι επρόκειτο για πρόσκαιρη μόνο οικονομική αδυναμία τους, στα πλαίσια της οποίας η τράπεζα όφειλε καλόπιστα να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία των μεταξύ τους δανειακών συμβάσεων, ότι η καταγγελία αυτή ήταν άνευ σημασίας από άποψη κέρδους για την τράπεζα, ότι οι απαιτήσεις της τράπεζας ήταν ασφαλισμένες με εμπράγματες ή προσωπικές ασφάλειες που κατά τον κρίσιμο χρόνο επαρκούσαν για την κάλυψη του υπολοίπου εκάστου δανείου, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί και ότι οι ίδιοι δεν είχαν άλλες οφειλές προς τρίτους, τα οποία (περιστατικά) συνεκτιμώμενα, εφόσον πληρούνταν και οι λοιπές προϋποθέσεις (εύλογη πεποίθηση συμπεριφορά προσδίδουσα καταχρηστικότητα) θα μπορούσαν να οδηγήσουν πράγματι σε θεμελαυση καταχρηστικής συμπεριφοράς της τράπεζας απέναντι τους και γ) κατά το μέρος που στηρίζεται στον υπό στοιχείο γ' λόγο ακυρότητας, δεδομένου ότι ακόμα και αν υποτεθούν αληθινά τα επικαλούμενα από τους ενάγοντες πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή είναι παράνομος και καταχρηστικός ο υπ' αριθμ. 8 όρος των ένδικων συμβάσεων δανείου, τούτα δεν είναι ικανά να επιφέρουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια, δηλαδή την ακυρότητα εκάστης καταγγελίας, στο μέτρο που σύμφωνα με όσα οι ίδιοι οι ενάγοντες επίσης ισχυρίζονται στην αγωγή τους, η εναγόμενη δεν ενεργοποίησε στην προκειμένη περίπτωση τον αναφερόμενο ως καταχρηστικό υπ’ αριθμ. 8 όρο των συμβάσεων δανείου, που της παρείχε τη δυνατότητα να καταγγείλει τις ως άνω συμβάσεις σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε, δηλαδή έστω και μίας δόσης των επίμαχων δανείων ή μέρους αυτής, ώστε να καθίστανται άκυρες οι διενεργηθείσες βάσει του όρου αυτού καταγγελίες, αλλά αντιθέτως η εναγόμενη προέβη στις επίδικες καταγγελίες μετά από αναμονή έξι ολόκληρων μηνών κατά τις οποίες οι δανειολήπτριες ήταν υπερήμερες, όπως οι ίδιες ομολογούν στην αγωγή τους. Η αιτία δηλαδή των επίδικων καταγγελιών, σύμφωνα με όσα διατείνονται οι ίδιοι οι ενάγοντες στο δικόγραφό τους, δεν ήταν η καθυστέρηση πληρωμής μιας δόσης ή μέρους αυτής, αλλά η υπερημερία των δανειοληπτριών για χρονικό διάστημα έξι μηνών, την οποία όπως οι ίδιες οι δανειολήπτριες υποστηρίζουν, με τις επανειλημμένες προτάσεις τους προς την εναγόμενη, επιχείρησαν να αποτρέψουν, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου τυχόν ακυρότητα του υπ’ αριθμ. 8 όρου των συμβάσεων, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα των καταγγελιών, ενόψει της μη θέσης σε εφαρμογή του όρου αυτού στην προκειμένη περίπτωση εκ μέρους της εναγομένης, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος ακυρότητας να παρίσταται ως μη νόμιμος. Σημειωτέον ότι η ενάγουσα με τις προτάσεις της επιχειρεί επιπλέον να θεμελιώσει την αγωγή της και σε άλλη βάση και ειδικότερα στην καταχρηστικότητα των καταγγελιών λόγω μη τήρησης εκ μέρους της εναγομένης των υποχρεώσεων που της επιβάλλει ο Κώδικας Τραπεζικής Δεοντολογίας, πλην όμως απαραδέκτως πράττει τούτο, διότι με τον τρόπο αυτό προβαίνει σε μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (άρθρ. 224 ΚΠολΔ). Κατόπιν τούτων, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα τη εναγομένης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εναγόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176 και 191 §2 ΚΠολΔ). κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, ύψους εξακοσίων (600) ευρώ, σε βάρος των εναγόντιον.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στη Θεσσαλονίκη την 24η Φεβρουάριου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη την 3η Μαρτίου 2020, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, με σύνθεση για τη δημοσίευση, τους Δικαστές Μάρθα Δήμου, Πρόεδρο Πρωτοδικών (λόγω προαγωγής και μετάθεσης της Προέδρου Άννας Κουσιοπούλου). Παναγιώτα Κολάρη Πρωτόδικη, Παρασκευή Στεφανίδου, Πρωτόδικη Εισηγήτρια και την ίδια Γραμματέα της έδρας.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]