ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2565/2020

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αθανάσιο Αθανασόπουλο, Πρωτοδίκη-Εισηγητή, Αναστασία Σαρήμπαλη Πρωτόδικη, και από τη Γραμματέα Όλγα Οικονόμου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2019, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α.

Της ενάγουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «.....» και με το διακριτικό τίτλο «.....», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της Λεωφ. ....... αριθμ. ....., η οποία προκατέθεσε προτάσεις που τις υπογράφουν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τής Σπύρος Αλεξανδρής (Δ.Σ. Αθηνών), και Παναγιώτης Γιαννόπουλος (Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), και παραστάθηκε διά του 2ου εξ αυτών.

Του εναγόμενου: Θ. Α. του Κ., κατοίκου ..... Κύπρου, οδός ..... και .... αριθμ. ... (επαγγελματική κατοικία) και ... αριθμ. ... (ιδιωτική κατοικία), ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις που τις υπογράφει ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Θεόδωρος Ζέρβας και δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 6.10.2017 αγωγή της που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (ΓΑΚ ...../ΕΑΚ ...../09.10.2017), προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό ..../1, καθώς και όσα αναφέρονται στις προτάσεις της.

Ο εναγόμενος ζητεί να απορριφθεί η αγωγή και. να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις του.

Β.

Της ενάγουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «.....» και με το διακριτικό τίτλο «.....», που εδρεύει στην Αθήνα, επί της Λεωφ. .... αριθμ. ...., η οποία προκατέθεσε προτάσεις που τις υπογράφουν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Σπύρος Αλεξανδρής (Δ.Σ, Αθηνών), και Παναγιώτης Γιαννόπουλος (Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), και δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του εναγόμενου: Μ. Θ. του Ι. , κατοίκου Αθηνών, οδός ... αριθμ. ..., ο οποίος προκατέθεσε προτάσεις που τις υπογράφει η πληρεξούσια δικηγόρος του Ελένη Φρουδάκη, δια της οποίας παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 6.10.2017 αγωγή της που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (ΓΑΚ ..../ΕΑΚ ..../9.10.2017), προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό ..., καθώς και όσα αναφέρονται στις προτάσεις της.

Ο εναγόμενος ζητεί να απορριφθεί η αγωγή και να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις του.

Οι υποθέσεις συζητήθηκαν κατά την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο, των διαδίκων παραστάντων κατά αυτήν, όπως ανωτέρω αναφέρεται.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτησή ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου οι αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας αγωγές (αριθμ. καταθ. ..../...../2017 και ..../..../2017), οι οποίες είναι συναφείς διότι δι’αυτών η ενάγουσα ασκεί αξιώσεις της κατά των εναγομένων, που απορρέουν από το αυτό βιοτικό συμβάν Και συγκεκριμένα από την κατάρτιση των κάτωθι αναφερόμενων συμβάσεων έργου μεταξύ αυτής και της εδρεύουσας στην Κύπρο εταιρείας με την επωνυμία “....”. Πρέπει, επομένως, να συνεκδικαστούν διότι με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται ή μείωση των εξόδων (άρθρο 246 ΚΠολΔ).

Α. Ως προς την από 6.10.2017 άγωγή (ΓΑΚ ...../ΕΑΚ ...../09.10.2017).

I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 αγωγές «Μέσα σε εκατό (100) ημέρες από την κατάθεση της αγωγής οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφά που επικαλούνται με αυτές. Μέσα στην ίδια προθεσμία κατατίθενται το αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής, καθώς και τα πληρεξούσιά έγγραφά προς τους δικηγόρους κατά το άρθρο 96. Το δικαστικό ένσημο κατατίθεται το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης. Η παραπάνω προθεσμία παρατείνεται κατά τριάντα (30) ημέρες για όλους τους διαδίκους, αν ο εναγόμενος ή κάποιος από τους ομοδίκους του διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής.». Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται για τις κατατιθέμενες μετά την 1.1.2016 αγωγές), η οποία συνδυάζεται συστηματικά με τις ρυθμίσεις των άρθρων 237 και 238 (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Ν. 4335/2015), «Στην περίπτωση του άρθρου 237, η αγωγή επιδίδεται στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της και αν αυτός ή κάποιος από τους ομοδίκους διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών. Αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα». Από, δε, το συνδυασμό των ανωτέρω δύο διατάξεων έπεται πως ο εναγόμενος έχει στη διάθεση του μόνο 70 ημέρες για τη συλλογή και κατάθεση του αποδεικτικού υλικού και των προτάσεών του, αφού είναι ενδεχόμενο να λάβει γνώση με επίδοση της εναντίον του αγωγής το αργότερο μέχρι και την 30η (60η για τους διαμένοντες στο εξωτερικό) ημέρα από της καταθέσεώς της (βλ. Καλλιόπη Μακρίδου ΕΠολΔ 201.4.2, σελ. 137). Το γεγονός αυτό καθιστά χείρονα τη θέση του εναγόμενου από πλευράς χρόνου προετοιμασίας για τη σύνταξη των προτάσεών του και τη συγκέντρωση τ,ου αποδεικτικού υλικού και των διαδικαστικών εγγράφων, δεδομένου μάλιστα ότι ο ενάγων πάντοτε ευρίσκεται σε θέση ισχύος και διαθέτει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, έχων τη δυνατότητα μακροχρονίου προετοιμασίας προ της καταθέσεως της αγωγής. Συνεπώς, από δικαιοπολιτικής απόψεως, παρατηρείται ότι υπό τη νέα ρύθμιση των διατάξεων 215 παρ. 2 και 237 παρ.1 ΚΠολΔ δεν διασφαλίζεται η ισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων (βλ. Η δίκη ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων κατά την τακτική διαδικασία: νομοτεχνικά ζητήματα, πρακτικά προβλήματα εφαρμογής και προτεινόμενες λύσεις, ΕλλΔνη 20,16. 1, σελ, 45). Ωστόσο, ο Νομοθέτης, κατά τη θέσπιση του Ν· 4335/20.15, επέλεξε την εισαγωγή στην ελληνική δικαιϊκή τάξη της νέας διαδικασίας που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 2 και 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία είναι λιγότερο χρονοβόρα, αποβλέποντας κυρίως στην οικονομία της δίκης (βλ. Αιτιολογική Έκθεση Ν. 4335/2,015). Για το λόγο, αυτό και προκειμένου να εξομαλυνθεί, κατά το δυνατόν, η ανωτέρω χειροτέρευση της δικονομικής θέσης του εναγομένου και η ανισότητα των όπλων μεταξύ των διαδίκων, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 2 και 237 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Νομοθέτης στο Ν. 4335/2015, θέσπισε ως επακόλουθο της μη τηρήσεως εκ μέρους του ενάγοντας του δικονομικού του βάρους, σχετικά με την επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο μέσα σε προθεσμία 30 ημερών (ή 60 ημερών για τους διαμένοντες στο εξωτερικό ή τους αγνώστου διαμονής), να θεωρείται η αγωγή ότι δεν ασκήθηκε και ως εκ τούτου αυτή να μην παράγει τις δικονομικές τής συνέπειες.

II. Περαιτέρω, ως προς τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Κύπρος, σχετικά με τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται, από 13 Νοεμβρίου 2008, ο Κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, με τον οποίο καταργήθηκε ο αντιστοίχου περιεχομένου Κανονισμός (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού 1393/2007 (άρθρα 27, 10, 19 και 20),τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες διαβιβάζονται απευθείας μεταξύ των αρμοδίων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται προς αυτόν προς τον οποίον απευθύνονται κατά κανόνα σύμφωνα με το Δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, το οποίο και αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 7 «1. Η υπηρεσία παραλαβής επιδίδει ή κοινοποιεί την πράξη ή μεριμνά προς τούτο σύμφωνα είτε με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, είτε με την ειδική μέθοδο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης, εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στο δίκαιό του εν λόγω κράτους μέλους. 2. Η υπηρεσία παραλαβής φροντίζει ώστε η επίδοση ή κοινοποίηση να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατό και, οπωσδήποτε, εντός μηνός από την παραλαβή. Εάν δεν καταστεί δυνατή η επίδοση ή η κοινοποίηση εντός μηνός από την παραλαβή, η υπηρεσία παραλαβής: α) ειδοποιεί αμέσως την υπηρεσία διαβίβασης μέσω της έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία συμπληρώνεται βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 2· και β) συνεχίζει να προβαίνει σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την επίδοσή ή κοινοποίησή της πράξης, εκτός εάν ορίζεται άλλως από την υπηρεσία διαβίβασης, σε περίπτωση που η επίδοσή ή κοινοποίηση φαίνεται εφικτή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.». Κατά τη διάταξη τ,ου άρθρου 10, αφού ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις επίδοσης ή κοινοποίησης, εκδίδεται σχετική βεβαίωση βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I, η οποία αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 19, όταν πρέπει να διαβιβασθεί εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη σε άλλο κράτος μέλος προς επίδοση ή κοινοποίηση βάσει του παρόντος Κανονισμού και ο εναγόμενος ερημοδικεί, ο Δικαστής οφείλει να αναστείλει την έκδοση απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί: α) ότι η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε όπως ορίζει το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, β) ότι η πράξη επιδόθηκε πράγματι στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλο τρόπο προβλεπόμενο από τον παρόντα Κανονισμό καθώς και ότι, και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση ή η κοινοποίηση έγιναν εγκαίρως, ώστε ο εναγόμενος να είναι σε θέση να αμυνθεί (§1). Κατά το άρθρο 23 παράγραφος 1, κάθε κράτος μέλος έχει την ευχέρεια να δηλώσει ότι οι δικαστές του, παρά την παράγραφο 1, μπορούν να εκδώσουν απόφαση, ακόμα και εάν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η πράξη διαβιβάσθηκε με τρόπο προβλεπόμενο στον παρόντα Κανονισμό, β) από τη διαβίβαση της πράξης έχει παρέλθει διάστημα, το οποίο ρ Δικαστής αξιολογεί για κάθε περίπτωση χωριστά και το οποίο είναι τουλάχιστον έξι μήνες, γ) δεν έχει παραληφθεί καμία βεβαίωση, μολονότι έχει καταβληθεί κάθε εύλογη προσπάθεια μέσω των αρμοδίων αρχών ή φορέων του κράτους μέλους παραλαβής (§2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η επίδοση της αγωγής, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της ΕΕ, όπως είναι και η Κύπρος, ολοκληρώνεται με την πραγματική επίδοση αυτής στον εναγόμενο, η οποία αποδεικνύεται με την κατά το άνω άρθρο 19 του Κανονισμού βεβαίωση και αρκεί η κατά τα άρθρα 134 και 136 ΚΠολΔ πλασματική επίδοση στον Εισαγγελέα του οικείου Πρωτοδικείου (βλ. ΑΠ 1978/2017, ΑΠ 643/2015, ΑΠ 239/2015 Ε7 2015.704, ΑΠ 45.8/2011 ΝοΒ 2012.75, ΑΠ 66/2011 ΕλλΔνη 2011.1384, ΑΠ 1391/2009). Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 π«ρ. 2 «Εάν η αίτηση επίδοσης ή κοινοποίησης δεν μπορεί να εκτελεσθεί με βάση τις διαβιβασθείσες πληροφορίες ή πράξεις, η υπηρεσία παραλαβής επικοινωνεί με το ταχύτερο μέσο με την υπηρεσία διαβίβασης ζητώντας τις ελλείπουσες πληροφορίες ή πράξεις.». Ως προς τα επιδοτέα έγγραφα που προκύπτει ότι απεστάλησαν μεν στην υπηρεσία παραλαβής του κράτους μέλους, σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό, για να επιδοθούν σύμφωνα με το εκεί δίκαιο, πλην επεστράφησαν ανεπίδοτα με την ένδειξη ότι ο παραλήπτης δεν είναι πρόσωπο γνωστό στη δοθείσα διεύθυνση θα πρέπει να σημειωθεί λόγω και του άρθρου 1 παρ. 2 του Κανονισμού που ορίζει ότι σε περίπτωση μη δηλώσεως διευθύνσεως το επιδοτέο έγγραφο αναζητείται και αφήνεται στην τελευταία γνωστή κατοικία του παραλήπτη, η ανωτέρω ένδειξη δεν επέχει θέση βεβαιώσεως ότι πρόκειται περί προσώπου άγνωστης διαμονής στην αλλοδαπή, αλλά η ως ανωτέρω επιστροφή των επιδοτέων εγγράφων εκτιμάται ως αίτηση παροχής ορθότερων στοιχείων περί της κατοικίας του παραλήπτη από την ημεδαπή υπηρεσία διαβίβασης (άρθ. 6 παρ.2 του Κανονισμού, ΑΠ 567/2003 ΕλλΔνη 2004/1393). Επίσης, από την παραπάνω βεβαίωση («ο παραλήπτης δεν είναι πρόσωπο γνωστό στη δοθείσα διεύθυνση») δεν προκύπτει εξ αντιδιαστολής ότι είναι γενικώς άγνωστη η διεύθυνσή του, ώστε να πρέπει να γίνει επίδοση κατά το άρθρ. 135 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1527/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ). Και τούτο, διότι μπορεί να είναι γνωστή άλλη διεύθυνσή του στις αρχές του κράτους - μέλους παραλαβής, ενώ οι αρμόδιες αρχές ή φορείς αυτού οφείλουν να καταβάλουν κάθε εύλογη προσπάθεια, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 του Κανονισμού, καθώς και να προβούν στη σειρά ενεργειών που ορίζουν τα άρθρα 6 και 7 αυτού, προκειμένου να διασφαλισθεί η ολοκλήρωσή και η νομιμότητα της επίδοσης ή κοινοποίησης, και τούτο είτε με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, είτε με την ειδική μέθοδο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης (εφόσον αυτή δεν αντιβαίνει στο δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους).

ΙΙΙ. Ωστόσο κρίσιμο ζήτημα αποτελεί εν προκειμένω η περίπτωση κατά την οποία προβλέπεται ειδική προθεσμία ενέργειας για την επέλευση εννόμων συνεπειών και εν προκειμένω της επίδοσης της αγωγής από την κατάθεση της εντός ορισμένου χρόνου (εντός 30 ημερών και 60 ημερών κατά περίπτωση) με ποινή σε περίπτωση μη τήρησης της εν λόγω προθεσμίας τη θεώρηση της αγωγής ως μη ασκηθείσας. Στην τακτική διαδικασία του άρθρου 237 ΚΠολΔ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το Ν. 4335/2015, μέσα στην προθεσμία των 100 ημερών (130 ημερών για τους διαμένοντες στο εξωτερικό) από την κατάθεση της αγωγής, κατά την οποία οι διάδικοι οφείλουν να καταθέσουν τις προτάσεις και να προσκομίσουν όλα τα αποδεικτικά μέσα και τα διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με. αυτές, πρέπει να κατατίθεται και το. αποδεικτικό επίδοσης της αγωγής. Σε περίπτωση, δε, που ο ενάγων παραλείψει να προσκομίσει τη βεβαίωση περί πραγματικής επίδοσης της αγωγής στον παραλήπτη του επιδοτέου εγγράφου κατά τον Κανονισμό 1393/2007, δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωθείσα η επίδοση και συνακόλουθα η άσκηση της αγωγής. Με βάση το σκεπτικό αυτό, σύμφωνα με μερίδα της νομολογίας, σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγόμενου κρίνεται ανώφελη η τυχόν αναστολή της έκδοσης απόφασης μέχρις ότου διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 19 § 1 του Κανονισμού, διότι η παράλειψη πραγματικής επίδοσης της αγωγής, μέχρι το πέρας των προθεσμιών του άρθρου 237 § 1 ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια να θεωρείται η αγωγή ως μη ασκηθείσα, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν αρκεί για την άσκησή της η πλασματική επίδοση αυτής στον Εισαγγελέα, αλλά απαιτείται και πραγματική επίδοση αυτής στον εναγόμενο, που αποδεικνύεται με τη βεβαίωση του άρθρου 1.9 του Κανονισμού 1393/2007, όταν στρέφεται κατά διαδίκου που είναι γνωστής διαμονής σε κράτος μέλος της ΕΕ (βλ. ΜΠΘεσ 1852/2018, ΜΠΚατ 303/2019). Σημειώνεται εν προκειμένω, ότι και ο μη ερημοδικών εναγόμενος, παριστάμενος μπορεί να προβάλλει μη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του και εφόσον πράγματι διαπιστωθεί μη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 19 του Κανονισμού, δηλαδή μη επίδοση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου στον εναγόμενο ή στην κατοικία του με άλλο τρόπο ή ως αγνώστου διαμονής, συντρέχει περίπτωση μη τήρησης της προδικασίας (άρθρο 111 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Δεδομένου όμως ότι η διάταξη του άρθρου 19 § 1 του Κανονισμού υπερισχύει των διατάξεων του ΚΠολΔ και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις προαναφερόμενες διατάξεις του Κανονισμού και τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις ήτοι ότι ο Κανονισμός 1393/2007 καθιερώνει αφενός μεν την υποχρέωση των αρμοδίων αρχών τού κράτους παραλαβής να προβούν σε μια σειρά ενεργειών, προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιτυχής και νόμιμη διενέργεια τις επίδοσης ή κοινοποίησης, αφετέρου δε την υποχρέωση του δικαστή του κράτους μέλους διαβίβασης άλλοτε να αναστείλει την έκδοση απόφασης (σε περίπτωση ερημοδικίας τού εναγόμενου) μέχρι να διαπιστωθεί το νόμιμο και εμπρόθεσμο της επίδοσης και άλλοτε την δυνατότητα να εκδώσει απόφαση, ακόμα και εάν δεν έχει παραληφθεί βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Κανονισμού η κατά τα άρθρα 215 και 237 ΚΠολΔ υποχρέωση του ενάγοντας να επιδώσει την αγωγή στον εναγόμενο, πρέπει εν προκειμένω, λόγω σύγκρουσής με διατάξεις του Κοινοτικού δικαίου που έχουν υπερέχουσα ισχύ, να περιορισθεί ως εξής: ότι αφορά, ως προς τις ενέργειες της επίδοσης σε κάτοικο κράτους μέλους τις Ε.Ε., αυτές που υπάγονται στον «εξουσιαστικό χώρο» του ενάγοντος και δεν περιλαμβάνουν και εκείνες που κείνται πέραν αυτού, για τις οποίες ο τελευταίος, όσο επιμελής κι αν είναι, δεν δύναται να έχει πλήρη εξουσία διάθεσής, όπως για παράδειγμα την επιμέλεια των ενεργειών των αρχών του κράτους παραλαβής, κατά τον Κανονισμό, να προβούν στις απαιτούμενες από αυτόν ενέργειες για να διασφαλίσουν την επιτυχή διενέργεια της επίδοσης, ήτοι αυτές πού ακολουθούν την επίδοση της αγωγής στον εισαγγελέα προς αποστολή στο κράτος μέλος παραλαβής. Διαφορετική ερμηνεία θα σήμαινε ότι τα άρθρα 215 και 237 ΚΠολΔ, αναφορικά με την επίδοση της αγωγής επί ποινή ανυπόστατου αυτής, θα καταργούσαν εκ του πλαγίου τις ως άνω διατάξεις του Κανονισμού, αφού στη μεν περίπτωσή ερημοδικίας του εναγομένου θα καταργείτο η ισχύς του άρθρου 19 αυτού, στη δε περίπτωση παράστασής του και προβολής ενστάσεων περί τού μη νομίμου της επίδοσης σε αυτόν λόγω παραβίασης των λοιπών προεκτεθεισών διατάξεων του Κανονισμού από τις αρχές του κράτους παραλαβής, η, λόγω πλημμελειών τους, μη ολοκλήρωση της επίδοσης ή το μη νόμιμο και εμπρόθεσμο της επίδοσης (κατά τις προβλέψεις του Κανονισμού) σε κάτοικο κράτους μέλους της ΕΕ, θα οδηγούσε στη θεώρηση της αγωγής ως μη ασκηθείσας και εν τέλει στη μη εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού. Ως προς τις περιπτώσεις αυτές, λοιπόν (όπου η μη ολοκλήρωση της επίδοσης ή το μη νόμιμο ή εκπρόθεσμο αυτής οφείλεται σε πλημμέλεια των αρμόδιων αρχών του κράτους παραλαβής), το δικαστήριο θα πρέπει είτε να εφαρμόσει το άρθρο 19 του Κανονισμού (σε περίπτωση ερημοδικίας του εναγόμενου), είτε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση προκειμένου να επαναληφθούν οι ενέργειες επίδοσης ή κοινοποίησης του στο κράτος παραλαβής, και όχι να θεωρήσει την αγωγή ως μη ασκηθείσα. Εξάλλου, η παραμέριση των διατάξεων του Κανονισμού και η θεώρηση ως μη ασκηθείσας μιας αγωγής, παρά το γεγονός ότι ο, ,ενάγων προέβη σε όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο ενέργειες και έδειξε επιμέλεια σε ότι αφορά τις δικονομικές του υποχρεώσεις και βάρη (ως προς την επίδοσή της στον εναγόμενο και την εν γένει άσκησή της) και παρά το γεγονός ότι έτσι παραβιάζονται οι διατάξεις του Κανονισμού (ή γίνεται ανεκτή η παραβίασή τους από τις αρμόδιες αρχές του κράτους παραλαβής), συνιστά και παραβίαση του άρθρου 20 παρ. 1 του Σ, το οποίο κατοχυρώνει το δικαίωμα ακρόασης (προσφυγής στις δικαστικές αρχές και παροχής έννομης προστασίας από αυτές). Περαιτέρω, δε, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού 1393/2007 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 8, η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης μιας πράξης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7, είναι η ημερομηνία κατά την οποία η πράξη επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους -παραλαβής (παρ. 1). Όταν όμως στα πλαίσια κινηθείσας ή εκκρεμούσας διαδικασίας στο κράτος μέλος περιέλευσης, μια πράξη πρέπει να επιδοθεί ή κοινοποιηθεί εντός τακτής προθεσμίας, λαμβάνεται υπόψη για τον αιτούντα η ημερομηνία που καθορίζεται από το δίκαιο του κράτους αυτού (παρ. 2). Η επίδοση της πράξης από την υπηρεσία παραλαβής προς τον παραλήπτη γίνεται το συντομότερο δυνατόν με βάση το εσωτερικό δίκαιο του κράτους παραλαβής ή με τον ειδικό τρόπο που ζήτησε η υπηρεσία διαβίβασης εφόσον αυτός δεν αντιβαίνει στο εσωτερικό δίκαιο του κράτους παραλαβής (άρθρο 7 παρ. 1 του κανονισμού). Ως υπηρεσία δε διαβίβασης η Ελλάδα έχει ορίσει με σχετική ανακοίνωσή τής στην Επιτροπή, που δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 1 και 23 του κανονισμού, τις εισαγγελίες και των τριών βαθμών δικαιοδοσίας (...../05.08.2008). Σκοπός των άνω διατάξεων (παρ. 1 και 2) του άρθρου 9, είναι να καθορισθούν κριτήρια ως προς, την ημερομηνία που λαμβάνεται υπόψη σχετικά με την επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης, ή οποία έχει νομικές συνέπειες, γι’ αυτό είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται σε ποια στιγμή παρήχθησαν. Έτσι, η παράγραφος 1 θεσπίζει την αρχή ότι η ημερομηνία της επίδοσης ή της κοινοποίησης είναι εκείνη κατά την οποία πράγματι αυτή έγινε σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους παραλαβής και σκοπός της είναι να προστατευθούν τα δικαιώματα του παραλήπτη. Η παράγραφος 2 αντίθετα επιδιώκει την προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος (ενάγοντος), ο οποίος μπορεί να έχει συμφέρον να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας ή σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Γι’ αυτό κρίθηκε σκόπιμο, στην περίπτωση αυτή, να του επιτραπεί να υποστηρίζει τα δικαιώματά του στηριζόμενος σε μια ημερομηνία που ο ίδιος μπορεί να προσδιορίσει, αντί να εξαρτάται από ένα γεγονός (όπως είναι η επίδοση ή κοινοποίηση μιας πράξης σε άλλο κράτος μέλος), για το οποίο δεν έχει άμεση επιρροή, αφού αυτό μπορεί να λάβει χώρα μετά την καθορισμένη ημερομηνία λήξης. Ενόψει των ως άνω διατάξεων του Κανονισμού 1393/2007, στην περίπτωση που η αγωγή στρέφεται κατά προσώπων που κατοικούν σε χώρα της Ε.Ε., ως χρόνος ασκήσεως αυτής νοείται εκείνη της πλασματικής επίδοσης του σχετικού δικογράφου στον εισαγγελέα, κατ’ άρθρο 134 παρ. 1 ΚΠολΔ (πρβλ. ΑΠ 289/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση, δε, κατά την οποία η πραγματική επίδοση είτε δεν έχει λάβει χώρα σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό εντός της σχετικής προθεσμίας, είτε έχει λάβει χώρα σε χρόνο, που ο διάδικος δεν δύναται να ασκήσει πλήρως τα εν γένει δικαιώματα του (κατάθεση προτάσεων εν προκειμένω), η έννομη συνέπεια δεν είναι η θεώρηση της αγωγής ως μη ασκηθείσας αλλά το απαράδεκτο της σχετικής συζητήσεως ώστε να επαναληφθούν οι σχετικές πράξεις πραγματικής επιδόσεως εντός του χρόνου, που απαιτείται ώστε να ασκηθούν επαρκώς τα δικαιώματα του διαδίκου κατοίκου εξωτερικού.

Εν προκειμένω, η ανωτέρω υπό στοιχ. Α αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 9.10.2017 και επιδόθηκε αυθημερόν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, προκειμένου να διαβιβαστεί στην Κύπρο σύμφωνα με τη διαδικασία του Κανονισμού 1393/2007 και έπρεπε να επιδοθεί στον εναγόμενο, κάτοικο επί της οδού ..... αριθμ. .... στη Λευκωσία, σύμφωνα με την αναφερόμενη στην αγωγή διεύθυνση αυτού, μέχρι τις 8.12.2017, ημέρα Παρασκευή. Το ότι ο εναγόμενος, κατά το χρόνο της ανωτέρω κρινόμενης πλασματικής επίδοσης της αγωγής στον Εισαγγελέα, ήταν και εξακολουθεί να είναι κάτοικος Κύπρου (και όχι Νέων Ρόδων Χαλκιδικής με παράλληλη δηλωμένη διεύθυνση στην Κύπρο όπως αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής) συνομολογείται ουσιαστικά από τους διαδίκους και περαιτέρω και με τις προτάσεις του εναγομένου (με δηλωθείσα όμως διεύθυνση του τελευταίου στην Κύπρο διαφορετική από αυτήν που αναγράφεται στην αγωγή και στις προτάσεις της ενάγουσας). Η ενάγουσα, που φέρει και το σχετικό βάρος της απόδειξης, προκειμένου να αποδείξει την εμπρόθεσμη κατά τα ανωτέρω επίδοση της αγωγής της στον εναγόμενο, προσκομίζει και επικαλείται την υπ’ αριθμ. ..../09.10.2016 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην έκθεση ως τος επίδοσης το έτος 2016, αντί του ορθού έτους 2017) έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Μ., από την οποία το μόνο που προκύπτει, σύμφωνα με την έκθεση κατάθεσής της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου (ΓΑΚ ...../09.10.2017 και ΕΑΚ ...../09.10.20J.7) όπου αναγράφεται η προθεσμία κατάθεσης των προτάσεων για την ενάγουσα και τον εναγόμενο και επισημαίνεται ότι εκπρόθεσμες προτάσεις δεν λαμβάνονται υπόψη είναι ότι επιδόθηκε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών εντός προθεσμίας 60 ημερών από την κατάθεσή της (άρθρο 215 § 2 ΚΠολΔ) και συγκεκριμένα στις 9.10.2017 (αυθημερόν δηλαδή με την κατάθεση της), λόγω του ότι ο εναγόμενος είναι κάτοικος επί της οδού Καλαβρύτων αριθμ. 8 (σύμφωνα με το δικόγραφο της αγωγής) στη Λευκωσία Κύπρου, σύμφωνα με το άρθρο 134 § 1 εδ. α ΚΠολΔ. Ωστόσο, η ενάγουσα δεν αποδεικνύει ότι έλαβε χώρα εμπρόθεσμα, ήτοι εντός προθεσμίας 60 ημερών από την κατάθεσή της, η πραγματική επίδοση της αγωγής με την ως άνω έκθεση κατάθεσης στον εναγόμενο στην ανωτέρω αναφερόμενη διεύθυνση αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό 1393/2007, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, αφού δεν προσκομίζει, ούτε και επικαλείται σχετική βεβαίωση, βάσει του εντύπου που εμφαίνεται στο παράρτημα I του Κανονισμού περί ολοκλήρωσης των διατυπώσεων επίδοσης, το οποίο αποστέλλεται στην αρχή διαβίβασης του επιδοτέου εγγράφου, ήτοι εν προκειμένω στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών. Απεναντίας, η ενάγουσα συνομολογεί ότι δεν έγινε επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο στην αναφερόμενη στην αγωγή ως γνωστή διεύθυνσή τού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ανωτέρω υπ’ αριθμ. 1393/2007 Κανονισμό, ενώ προσκομίζει, με αριθμό πρωτ. Εισερχόμενων ...08.02.2018 στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, τη με αριθμό πρωτ. ...../09.10.2017 βεβαίωση της υπηρεσίας διαβίβασης της Κύπρου, περί μη επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο, όπου αναφέρεται ότι δεν έγινε η επίδοση σε αυτόν, διότι είχε εγκαταλείψει την αναφερόμενη στην αγωγή διεύθυνσή του. Περαιτέρω, ο εναγόμενος είχε δηλώσει ως διεύθυνσή του την αναφερόμενη στην αγωγή, με διάφορες δικονομικές και νομικές τού ενέργειες και ειδικότερα στην από 24.07.2017 έγκλησή του κατά του διευθύνοντος συμβούλου της ενάγουσας, στην από 19.10.2017 κλήση του για λήψη ενόρκων βεβαιώσεων και στις από 11.12.2017 προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δύο μήνες και δύο ημέρες μετά την κατάθεση της αγωγής και την επίδοσή της στο δικαστήριο τούτο). Ακολούθως, η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών χορήγησε στην ενάγουσα την υπ’ αρ. εισερχ. ...../08.02.2018 «βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης ή μη επίδοσης ή κοινοποίησης πράξεων», όπου αναφέρεται ότι δεν έγινε η επίδοση στην Κύπρο επειδή ο εναγόμενος δεν βρέθηκε στην δηλωθείσα διεύθυνση. Όμως, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι κατά το χρόνο που επιχειρήθηκε η ανωτέρω επίδοση, ο εναγόμενος ήταν κάτοικος στην διεύθυνση που αναζητήθηκε και ότι, επομένως, η μη ανεύρεσή του οφείλεται σε αβλεψία του προσώπου που ήταν επιφορτισμένο με την επίδοση («επιδότης» κατά το Κυπριακό Δίκαιο). Την ίδια ημέρα, οι αρμόδιες κυπριακές αρχές, ύστερα επίσης από διαδικασία διαβίβασης σύμφωνα με τον 1393/2007 Κανονισμό (επίδοση στην Εισαγγελία Αθηνών προς διαβίβαση στις κυπριακές αρχές), επέδωσαν στην εταιρία “.... Ltd”, στην έδρα της στην Λευκωσία στην οδό .... και .... αρ. ...., της οποίας (εταιρίας) ο εναγόμενος είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος, την από 6.10.2017 δήλωση προσφυγής σε διαιτησία της ενάγουσας. Η διεύθυνση αυτή δηλώνεται, επίσης, από τον τελευταίο ως επαγγελματική του κατοικία στις προτάσεις που κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Όμως, οι αρμόδιες Κυπριακές Αρχές, καίτοι είχαν υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού, κατά τα προδιαλαμβανόμενα στις νομικές σκέψεις, να προβούν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες (αρ. 19 παρ. 2) και να καταβάλουν κάθε εύλογη προσπάθεια (αρ. 7 παρ. 2) για την επίδοση ή κοινοποίηση της αγωγής και περαιτέρω, να επικοινωνήσουν με το ταχύτερο μέσο με την υπηρεσία διαβίβασης στην Ελλάδα ζητώντας τις ελλείπουσες πληροφορίες ή πράξεις (αρ. 6 παρ. 2), δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους αυτές. Σημειώνεται, επίσης, ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγόμενου σε ηλεκτρονική του αλληλογραφία με τις κυπριακές αρχές στις 25.01.201,8, τις ενημέρωσε ότι η κατοικία του βρίσκεται στην Λευκωσία, στην οδό .... αριθμ. ..... Ούτε κι εκεί όμως οι τελευταίες επιχείρησαν επίδοση, μη ανταποκρινόμενες στις υποχρεώσεις τους, κατά παραβίαση των διατάξεων του Κανονισμού. Η παράλειψη αυτή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν καθιστά ανύπαρκτη αναδρομικά την ίδια την αγωγή, αλλά θα συνεπαγόταν το απαράδεκτο της συζητήσεως αυτής προκειμένου να επαναληφθούν οι ενέργειες και διαδικασίες της επίδοσης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα κατά τις διατάξεις του Κανονισμού 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος κατέθεσε εμπρόθεσμες πλήρεις προτάσεις προς αντίκρουση της κρινόμενης αγωγής, καθώς και σχετική προσθήκη — αντίκρουση, παραθέτοντας με πληρότητα τους ισχυρισμούς του χωρίς να προκόψει ουδεμία δικονομική του βλάβη από την προαναφερόμενη έλλειψη πραγματικής επίδοσης προς αυτόν του δικογράφου της ένδικης αγωγής (ούτε και επικαλείται τέτοια ο εναγόμενος) και επομένως αυτή (η συζήτησή της αγωγής δηλαδή) παραδεκτά διεξάγεται ως προς αυτόν (βλ. ΑΠ 1081/2014), δεδομένου, μάλιστα ότι ο ίδιος, ως εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας, έλαβε γνώση εγκαίρως και της ανωτέρω προσφυγής σε διαιτησία, το περιεχόμενο της όποιας είναι πανομοιότυπο με το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, ενώ ο εναγόμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, που κατατέθηκε ως αποδεικτικό μέσο της ενάγουσας με τις από 10-10-2017 προτάσεις της προς αντίκρουση της με αριθμ. καταθ. ..../..../2017 αγωγής, που άσκησε εναντίον της η Κυπριακή εταιρία ..... Ltd, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος είναι ο εναγόμενος. Συμπερασματικώς δηλαδή η πλασματική επίδοση της ανωτέρω αγωγής πραγματοποιήθηκε την πρώτη ημέρα της 60ημερης προθεσμίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και άρα εμπροθέσμως ώστε να θεωρείται ασκηθείσα βάσει των διατάξεων τού ΚΠολΔ και, βάσει των ανωτέρω, η μη πραγματική επίδοση της εντός του 60ημέρου στον εναγόμενο, κάτοικο Κύπρου, δεν δύναται να άγει στην κρίση ότι αυτή (αγωγή) πρέπει να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα διότι αυτό θα αντίκειτο στις διατάξεις του Κανονισμού (άρθρο 19, βλ. αναλυτικά ανωτέρω σκέψεις). Περαιτέρω, δε, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση του αντικειμένου της διαφοράς και _ παραστάθηκε στη δίκη καταθέτοντας πλήρεις προτάσεις χωρίς να έχει υποστεί δικονομική βλάβη θα πρέπει να θεωρηθεί ότι παραδεκτώς δικάζεται αντιμωλία δεδομένου ότι πληρούται ο σκοπός του Κοινοτικού Νρμοθέτη, που επιδιώκεται με τις διατάξεις του προαναφερόμενου Κανονισμού.

Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα της οποίας το αίτημα με τις προτάσεις της παραδεκτά μετέτρεψε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι ο Μ. Θ., μέλος του Δ,Σ. αυτής και από τις 2.01.2015 αντιπρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτής, με εξουσία να υπογράφει συμβάσεις με αντικείμενο έως 1.000.000 ευρώ χωρίς τη σύμπραξη δεύτερου μέλους ή άλλου στελέχους της, προχώρησε για λογαριασμό της καταχρώμενος της εμπιστοσύνης της προς αυτόν, στη σύναψη των αναφερόμενων στην αγωγή επτά (7) συμβάσεων με την εταιρία με την επωνυμία “....”, που εδρεύει στην Κύπρο. Ότι την εταιρία αυτή είχε συστήσει στις 15.12.2015 ο εναγόμενος, πρώην εργαζόμενος της (από 18.06.2014 έως 31.03.2016), σε συμπαιγνία του με τον προαναφερθέντα Μ.Θ. με σκοπό να συναφθούν οι ανωτέρω συμβάσεις, δυνάμει των οποίων της ανέθεσε και εκείνη ανέλαβε την παροχή σε αυτήν των αναφερόμενων στην αγωγή υπηρεσιών, αντί αμοιβής της εκ της οποίας της εξόφλησε το ποσό των 3.230.000 ευρώ. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις ήταν έκδηλα καταπλεονεκτικές σε βάρος της, καθότι η αγοραία πραγματική αμοιβή για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών δεν υπερέβαινε το ποσό των 230.000 ευρώ. Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις, λόγω της προαναφερθείσας συμπαιγνίας του διευθύνοντος συμβούλου της με τον εναγόμενο ως καταπλεονεκτικές σε βάρος αυτής, αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη και εκ του λόγου αυτού τυγχάνουν άκυρες, ο, δε, εναγόμενος με τις παράνομες και υπαίτιες πράξεις του, που εκτίθενται στην αγωγή και από κοινού και σε συμπαιγνία με τον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της προκάλεσε ζημία στην περιουσία της συνιστάμενη στο ανωτέρω ποσό της αμοιβής, που αχρεωστήτως κατέβαλε. Με βάση το ιστορικό .αυτό ζητεί η ενάγουσα, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτα περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να της καταβάλλει ως αποζημίωση το ποσό των 3.230.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση αυτής το ποσό των 200.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά της έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτός εισάγεται προς συζήτηση κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 18 και 22 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της προσκομίζονται τα σχετικά γραμμάτια προκαταβολής του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και Αθηνών, αντίστοιχα (σύμφωνα με το παράρτημα I και III του Ν. 4194/2013), και παραδεκτός ασκείται. Είναι νόμιμη, στηριζόμένη στις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 919, 345, 346, 932 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί Κατ’ ουσία, με εξαίρεση το αίτημα αναγνώρισης καταβολής αποζημίωσης, για το ποσό των πέραν του ποσού των 3.000.000 ευρό, πού πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αφού η ενάγουσα, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατέβαλε μεν στην εναγόμενη 3.230.000 ευρό, πλην η αποτιμηθείσα αγοραία αξία των προσφερθεισών από την εταιρία “..... Ltd” υπηρεσιών, σύμφωνα με τις εκτιθέμενα στην αγωγή, ανέρχεται σε 230.00’0 ευρώ, οπότε ή ζημιά της ενάγουσας ανέρχεται (υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά) στο ποσό των 3.000.000 (3.230.000 230.000) ευρώ.

Β. Ως προς την από 6.10.2017 αγωγή (ΓΑΚ ..../ΕΑΚ ...../09.10.2017).

Στην υπό κρίση αγωγή της (ως ενάγουσα) η ενάγουσα της οποίας το αίτημά μετέτρεψε με τις προτάσεις τής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι ο εναγόμενος, που επί σειρά ετών παρείχε τις υπηρεσίες του στα Μεταλλεία Κασσάνδρας, τα οποία αυτή εκμεταλλεύεται, στις 2.01.2015 εκλέχτηκε μέλος του Διοικητικού της Συμβουλίου και ορίστηκε Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλός της, με δικαίωμα να υπογράφει συμβάσεις με αντικείμενο έως 1.000.000 ευρώ, χωρίς τη σύμπραξη άλλου μέλους του Δ.Σ. ή άλλου στελέχους της. Ότι στις 28.03.2016, 28.03.2016, 28.03.2016, 28.03.2016, 9.05.2016, 9.05.2016 και 9.05.2016, ο εναγόμενος, ως νόμιμός εκπρόσωπός της συνήψε για λογαριασμό τής με την εταιρία “..... Ltd”, με έδρα την Κύπρο, τις αναφερόμενες στην αγωγή αντίστοιχες συμβάσεις, που αφορούσαν την παροχή από την τελευταία συμβουλευτικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών, σχετικά με τη λήψη πιστοποιήσεων προτύπων ποιότητας για αυτήν ή για την ανανέωση πιστοποιήσεων που ήδη διέθετε, σε συνδυασμό σε ορισμένες περιπτώσεις και με την παροχή περιορισμένης έκτασης εκπαιδευτικών υπηρεσιών, για το χρονικό διάστημα από 28.03.2016 έως 31.12.2016, με δυνατότητα διετούς παράτασης, αντί αμοιβής της παρέχουσας τις υπηρεσίες εταιρίας για το εν λόγω χρονικό διάστημα 300.000 ευρώ, 480.000 ευρώ, 300.000 ευρώ, 300.000 ευρώ, 500.000 ευρώ, 700.000 ευρώ και 800.000 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικά 3.380.000 ευρώ, με την ίδια επίσης αμοιβή για κάθε έτος παράτασης, ποσό από το οποίο κατέβαλε στην εν λόγω εταιρία 3.230.000 ευρώ. Ότι η ανωτέρω εταιρία “..... Ltd” συστήθηκε κατά το κυπριακό δίκαιο στις 11.12.2015, με αρχική επωνυμία “.... LTD”, με εμφανιζόμενο αρχικά μέτοχο την εταιρία “.... Ltd” μέχρι τις 28.04.2016, εν συνεχεία από 28.04.2016 μέχρι τις 13.06.2016 μέτοχο την εταιρία “.....” και ακολούθως μέτοχο το Θ. Α., που ήταν εξαρχής ο ιδρυτής και πραγματικός, αλλά μη φαινόμενος, μέτοχος αυτής, ο οποίος εργάζονταν σε αυτήν (ενάγουσα), ως εργάτης γενικών καθηκόντων από 18.06.2014 έως 31.03.2016, οπότε υπέβαλε την παραίτησή του. Ότι η αγοραία αξία των υπηρεσιών που ανατέθηκαν με τις ανωτέρω συμβάσεις (πιστοποίησης και επιμόρφωσης προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων και των αναφερόμενων σε αυτές συμβουλευτικών υπηρεσιών), για την περίοδο από 28.03.2016 έως 31.12.2016, αλλά και για τα επόμενα έτη της παράτασης αυτών δεν υπερέβαιναν τα ποσά των 35.000 ευρώ, 25.000 ευρώ, 25.000 ευρώ, 55.000 ευρώ, 25.000 ευρώ, 27.000 ευρώ και 38.000 ευρώ, αντίστοιχα, και συνολικά το των 230.000 ευρώ, για κάθε χρονική περίοδο. Ότι ο εναγόμενος δολίως ενεργών, και κατά κατάχρηση της εμπιστοσύνης της προς αυτόν και της εξουσιοδότησης που του είχε δοθεί να συνάπτει συμβάσεις για αυτήν, αντικειμένου έως 1.000.000 ευρώ καθεμιάς, χωρίς τη σύμπραξη άλλου μέλους του Δ.Σ. ή στελέχους της και κατά παράβαση του κανονισμού της, που ορίζει τη διαδικασία της απευθείας ανάθεσης της εκτέλεσης από τρίτους διάφορων εργασιών, και αναφέρεται στην αγωγή, σε συμπαιγνία με τον πραγματικό ιδρυτή και μέτοχο της εταιρίας “..... Ltd” Θ. Α., προέβη στη σύναψη των ανωτέρω συμβάσεων, με γνώση ότι ζημιώνει την περιουσία της. Ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγόμενου υπέστη ζημιά ποσού 3.230.000 ευρώ, όσο δηλαδή ποσό κατέβαλε στην εταιρία “ ..... Ltd” έναντι της ολικά συμφωνηθείσας αμοιβής της για όλες τις ανωτέρω συμβάσεις ποσού 3.380.000 ευρώ και ότι περαιτέρω υπέστη και ηθική βλάβη, λόγω του ότι εξ αυτής της συμπεριφοράς του ετρώθη η φήμη της, για την οποία πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το εύλογο ποσό της οποίας πρέπει να οριστεί σε 200.000 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί η ενάγουσα να αναγνωριστεί ότι οφείλει ο εναγόμενος να της καταβάλει, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, το συνολικό ποσό των 3.430.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση και να καταδικαστεί στα δικαστικά της έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 18 και 22 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της προσκομίζονται τα υπ’ αριθμ. No ...../2018 και No ...../2018 γραμμάτια προκαταβολής του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και Αθηνών, αντίστοιχα (σύμφωνα με το παράρτημα I και III του Ν. 4194/2013), και παραδεκτώς ασκείται. Είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 919, 345,346, 932 ΑΚ, 22α Ν. 2190/1920, 70 και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να εξεταστεί κατ’ ουσίαν, με εξαίρεση το αίτημα αναγνώρισης καταβολής αποζημίωσης, για το ποσό των πέραν του ποσού των 3.000.000 ευρώ, που πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, αφού ή ενάγουσα κατέβαλε μεν στην εναγόμενη 3.230.00’0 ευρώ, πλην η αποτιμηθείσα αγοραία αξία των προσφερθεισών από την εταιρία “..... Ltd” υπηρεσιών, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ανέρχεται σε 230.000 ευρώ, οπότε η ζημιά της ενάγουσας ανέρχεται (υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά) στο ποσό των 3.000.000 (3.230.000 230.000) ευρώ.

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. ..../09.10.2017, ..../09.10.2017, ..../09.10.2017 και ..../25,10.2017 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Τ. οι δυο (2) πρώτες και ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Κ. οι τελευταίες, που λήφθηκαν με αίτησή της νόμιμα και εμπρόθεσμα για να χρησιμοποιηθούν στη δίκη, που ανοίχτηκε μεταξύ αυτής και της εταιρίας “..... Ltd” ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ύστερα από αγωγή της τελευταίας (αγωγή ΓΑΚ/ΕΑΚ .../.../2017), τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους διαδίκους υπ’ αριθμ. ..../0.6.10.2017, ..../24.10.2017, ..../2017, ..../24.10.2017, ..../24-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., που λήφθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα με αίτηση της εταιρίας “..... Ltd” για να χρησιμοποιηθούν, όπως και οι προηγούμενες στην ίδια δίκη, καθώς και τις υπ αριθμ. .... και .../2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου (λαμβάνονται υπόψη για έμμεση απόδειξη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ΑΠ 627/2018), την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα από 2.10.2017 έκθεση του Δρ Λογιστικής-Ελεγκτικής εταιριών ..... για τα διεθνή συστήματα ISO (εκτιμάται ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 390 ΚΠολΔ), την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εναγόμενο από 10.01.201.8 γνωμάτευση για τα διεθνή συστήματα ISO των Φ. Η. και Χ. Κ., οικονομολόγων, και από 18.10.2017 τεχνική έκθεση των Χ. Γ. και Ξ. Γ., πραγματογνωμόνων της εταιρίας “.....” (εκτιμούνται ελεύθερα), τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την ενάγουσα προσφορές από 2.05.20,17 της εταιρίας “... Ορκωτοί Ελεγκτές-Λογιστές A.Ε., από 20.07.2017 τής εταιρίας “...Ο.E.” και από 14.02.2017 του Γ. Δ. ηλεκτρονικού μηχανικού, συμβούλου-επιθεωρητή συστημάτων διαχείρισης, από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση από τους διαδίκους και λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου, και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ενάγουσα έχει ως αντικείμενο τη δραστηριότητα της λειτουργίας και εκμετάλλευσης μεταλλείων παντός είδους και την επεξεργασία και εμπορία μεταλλευμάτων. Μεταξύ των δραστηριοτήτων της είναι και η εκμετάλλευση των μεταλλείων Κασσάνδρας στη ΒΑ Χαλκιδική, στα οποία περιλαμβάνονται και τα κοιτάσματα “Μαύρες Πέτρες”, “Ολυμπιάδα” και “Σκουριές”. Ο εναγόμενος της Β αγωγής Μ. Θ., που τυγχάνει εξειδικευμένος μηχανικός μεταλλείων, από το έτος 2004 προσέφερε αντί μισθού τις υπηρεσίες του στην ενάγουσα (από 1/2004 έως 12/2007 ως Διευθυντής παραγωγής μεταλλευτικών εγκαταστάσεων, από 1/2008 έως 12/2011 ως Γενικός Διευθυντής των μεταλλείων Κασσάνδρας, από 1/2012 έως 2/2015 ως επικεφαλής Γενικός Διευθυντής του συνόλου των έργων στη Χαλκιδική). Στις 2.01.2015 ο άνω εναγόμενος εκλέχτηκε από τη Γ.Σ. της ενάγουσας μέλος του Δ.Σ. αυτής και την ίδια ημέρα με απόφαση του Δ.Σ. ορίστηκε νόμιμος εκπρόσωπος, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, ο οποίος μόνος, σύμφωνα με την απόφαση, εκπροσωπεί την εταιρία, βάσει του άρθρου 22 παρ. 3 του Κ.Ν. του 2190/1920 και του άρθρου 15 σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του καταστατικού τής, μεταξύ άλλων, ενεργώντας ατομικά θα διοικεί την εταιρία και θα διαχειρίζεται την εταιρική περιουσία, θα συνομολογεί κάθε είδους συμβάσεις και συμφωνητικά της εταιρίας και θα τη δεσμεύει μέ μόνη την υπογραφή του για κάθε είδους συναλλαγές της με τρίτους μέχρι τού ποσού του 1.000.000 ευρώ εκάστοτε. Στις 28.03.2016 και στις 9.05.2016 ο άνω εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας και για λογαριασμό αυτής, υπέγραψε τέσσερις (4) και τρεις (3) συμβάσεις, αντίστοιχα, με την εταιρία “..... Ltd”, που εδρεύει στην Κύπρο, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας ήταν ο εναγόμενος της υπό στοιχ. Α αγωγής δυνάμει των οποίων ανέθεσε στην τελευταία και εκείνη ανέλαβε για το από 28.03.2016 έως 31.12.2016 χρονικό διάστημα, την παροχή σε αυτήν (ενάγουσα) συμβουλευτικών και εκπαιδευτικών υπηρεσιών, σχετικά με τη λήψη πιστοποιήσεων προτύπων ποιότητας ή την ανανέωση πιστοποιήσεων που ήδη διέθετε, σε συνδυασμό σε ορισμένες περιπτώσεις και με την παροχή περιορισμένης έκτασης εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Η εταιρία “..... Ltd” συστήθηκε κατά το κυπριακό δίκαιο στις 11.12.2015, ήτοι 3,5 μήνες πριν την υπογραφή των τεσσάρων (4) πρώτων των ως άνω συμβάσεων, χρέη δε διευθυντή και γραμματέα αυτής ανέλαβε η εταιρία “.....” (στην οποία φέρεται ότι ανήκε και το 100% του μετοχικού της κεφαλαίου, ύψους 1.000 ευρώ) και εν συνεχεία από 28.04.2016 εταιρία “.....”, στην οποία φέρεται ότι μεταβιβάστηκε και το σύνολο του μετοχικού της κεφαλαίου. Στις 13.06.2016, μετά την υπογραφή των ανωτέρω συμβάσεων, το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας “..... Ltd” φέρεται ότι μεταβιβάζεται στον εναγόμενο της υπό στοιχ. Α αγωγής, Θ. Α., που ανέλαβε από τότε νόμιμος εκπρόσωπος αυτής. Ο Θ. Α. είχε προσληφθεί από την ενάγουσα, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον εναγόμενο της Β αγωγής, με την από 18.06.2014 σύμβαση εργασίας διάρκειας από 18.06.2014 έως 18.08.2015, ως εργάτης με μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές 1.089 ευρώ, που ανανεώθηκε με την από 9.06.2015 σύμβαση μέχρι τις 31.12.2015 με τις ίδιες αποδοχές και με την από 19.06.2016 σύμβαση μέχρι τις 30.06.2016, αλλά εν τελεί αποχώρησε από την εργασία του στις 31.03.2016, κατόπιν οικειοθελούς αποχώρησής του, τρεις (3) ημέρες μετά την υπογραφή των τεσσάρων (4) πρώτων ως άνω συμβάσεων μεταξύ της ενάγουσας και εταιρίας “..... Ltd”. Ο Θ. Α. (εναγόμενος Α αγωγής) έχει σπουδές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, για δε την πρόσληψή του δήλωσε στη σχετική αίτηση, που υπέβαλε στις 2.07.2013 στην ενάγουσα στη στήλη “Σπουδές” “Οδηγός (εμπειρικά) σε βαρέα οχήματα του Δήμου” και στη στήλη “Προϋπηρεσία” “1) ναυτικά επαγγέλματα και 2) οδηγός eurocar”. Οι ανωτέρω επτά (7) συμβάσεις μεταξύ ενάγουσας και της. εταιρίας “..... Ltd” έχουν ως ακολούθως:

1) Με την από 28.03.2016 και με α/α ....-2016-..... σύμβαση, ο τότε εκπρόσωπος της ενάγουσας και ήδη εναγόμενος της Β αγωγής ανέθεσε στην εταιρεία «....» την παροχή υπηρεσιών αναφορικά με την πιστοποίηση, συντήρηση Και παρακολούθηση του Διεθνούς Προτύπου Κοινωνικής Ευθύνης ISO ...Social Accountability, για το διάστημα 28.03.2016 και μέχρι 31.12.2016 με δυνατότητα σιωπηρής επέκτασης για δύο επιπλέον έτη. Με τη σύμβαση ορίζεται ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της εταιρείας «....» το ποσό των 300.000 ευρώ και σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης με το ίδιο ετήσιο αντάλλαγμα σε περίπτωση διετούς παράτασης, δηλαδή αμοιβή της εταιρείας «....» 300.000 ευρώ/έτος και συνολικά και για τα δύο έτη της παράτασης 600.000 ευρώ. Το ήμισυ του ανταλλάγματος (150.000 ευρώ) συνομολογείται προκαταβλητέο εντός 15 ημερών από την υπογραφή και το υπόλοιπο πληρωτέο μέχρι πέρατος της συμβατικής διάρκειας (31.12.2016), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Με την εν λόγω σύμβαση ειδικότερα ανατέθηκε στην εταιρεία «....» η προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και παρακολούθηση με το διεθνές πρότυπο κοινωνικής ευθύνης SA: ... Social Accöufitability, το οποίο βασίζεται στις διεθνείς αρχές και κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όπως περιγράφονται στις Διεθνείς Συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το έργο περιλαμβάνει κατά τη σύμβαση τη δημιουργία βιώσιμου συστήματος ηθικής διαχείρισης του εργασιακού περιβάλλοντος και τα επιμέρους στάδιά του περιελάμβαναν τη διαγνωστική μελέτη της υπάρχουσας κατάστασης, την αξιολόγηση τεκμηρίωσης, την παρουσία και υποστήριξη κατά την επιθεώρηση προ πιστοποίησης (Stage 1 audit) του προτύπου, την παρουσία και υποστήριξη κατά την επιθεώρηση της πιστοποίησης (Stage 1 audit), την πιστοποίηση και στη συνέχεια την παρακολούθηση, την εφαρμογή, τη συντήρηση του συστήματος και την παρουσία και υποστήριξη κατά τις επιθεωρήσεις επιτήρησης (εξαμηνιαίες) από τον Φορέα πιστοποίησης. Επίσης, ανατέθηκε η διεκπεραίωση της ηλεκτρονικής αξιολόγησης «TRAINING: Social Fingerprint Self-Assessment ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ: Αυτοαξιολόγηση κοινωνικού δακτυλικού αποτυπώματος». 2) Με την από 28.3.2016 και με α/α ...... σύμβαση, ο τότε εκπρόσωπος της ενάγουσας και ήδη εναγόμενος (Β αγωγής) ανέθεσε στην εταιρεία «....» την παροχή υπηρεσιών αναφορικά με τη συντήρηση, παρακολούθηση, επιτήρηση, επαναπιστοποίηση, βελτίωση των υπαρχόντων προτύπων ISO 14001:2001 Environmental Management System & ISO 18001:2007 Occupational Health & Safety Management System και την ενσωμάτωση του συναφούς Ολοκληρωμένου Συστήματος Διαχείρισης (IMS) για τις τέσσερις εγκαταστάσεις της στα Μεταλλεία Κασσάνδρας. Με τη σύμβαση ορίζεται ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της εταιρείας «....» το ποσόν των 480.000 ευρώ για το διάστημα 28.3.2016 -31.12.2016 και σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης με το ίδιο ετήσιο αντάλλαγμα σε περίπτωση διετούς παράτασης. Δηλαδή, σε περίπτωση σιωπηρής παράτασης προβλέπεται επιπρόσθετη αμοιβή της εταιρείας «....» 480.000 ευρώ/έτος και συνολικά και για τα δύο έτη της παράτασης 960.000 ευρώ. Το ήμισυ του ανταλλάγματος (240.000 ευρώ) συνομολογείται προκαταβλητέο εντός 15 ημερών από την υπογραφή και το υπόλοιπο πληρωτέο μέχρι πέρατος της συμβατικής διάρκειας (31.12.2016), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις της σύμβασης στο έργο εντάσσονται η συντήρηση, παρακολούθηση, επιτήρηση (surveillance), επαναπιστοποίηση (Re-certification), επικαιροποίηση και βελτίωση των υπαρχόντων προτύπων: α) ISO 14001:2001 Environmental Management System (Συστήματος Περιβαλλοντικής Διαχείρισης) και β) OHSAS 18001:2007 Occupational Health & Safety Management System (Συστήματος Διαχείρισης Υγείας και Ασφάλειας) και η σταδιακή ενσωμάτωση αυτών σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης, [IMS Integrated Management System (Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης)], το οποίο συμφωνείται να περιλαμβάνει και ενσωματώνει όλα τα πιστοποιημένα πρότυπα συστήματα της ενάγουσας σε ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο. Περιλαμβάνονται ακόμη στο έργο η βελτίωση και επαναπιστοποίηση του συστήματος περιβαλλοντικής διαχείρισης και του συστήματος διαχείρισης της υγείας και ασφάλειας στην εργασία, πιστοποιημένων κατά τα προαναφερόμενα διεθνή πρότυπα. Τα επιμέρους στάδια εκτέλεσής του περιλαμβάνουν τις περιοδικές επιθεωρήσεις συμμόρφωσης, την παρακολούθηση εφαρμογής του προτύπου, τη συλλογή στοιχείων και δεδομένων για την αξιολόγηση και παρακολούθηση της περιβαλλοντικής επίδοσης, την επεξεργασία των επιδόσεων, την επικαιροποίηση εγγράφων, την παρουσία και υποστήριξη κατά τις επιθεωρήσεις επιτήρησης και επαναπιστοποίησης από τον προαναφερόμενο Διεθνή φορέα πιστοποίησης και την εκπόνηση της ετήσιας ανασκόπησης της διοίκησης. Περαιτέρω, η εταιρεία «....» ανέλαβε την υποχρέωση γιά τη σταδιακή ενσωμάτωση των πιστοποιημένων προτύπων σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης IMS, το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα καλύπτει το σύνολο των εγκαταστάσεων των μεταλλείων Κασσάνδρας. 3) Με την από 28.3.2016 και με α/α ...... σύμβαση, ο τότε εκπρόσωπος της ενάγουσας και ήδη εναγόμενος (της Β αγωγής) ανέθεσε στην εταιρεία «....» την παροχή υπηρεσιών αναφορικά με την προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και παρακολούθηση του Συστήματος ISO 50001:2011 Energy Management (Διαχείρισης Ενέργειας) σε όλα τα εργοτάξια της ενάγουσας. Με τη σύμβαση ορίζεται ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της εταιρείας «....» το ποσό των 300.000 ευρώ για το διάστημα 28.03.2016 31.12.2016 και σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης με το ίδιο ετήσιο αντάλλαγμα σε περίπτωση διετούς παράτασης. Δηλαδή, σε περίπτωση σιωπηρής παράτασης προβλέπεται επιπρόσθετη αμοιβή της εταιρείας «....» 300.000 ευρώ/έτος και συνολικά και για τα δύο έτη της παράτασης 600.000 ευρώ. Το ήμισυ του ανταλλάγματος (150.000 ευρώ) συνομολογείται προκαταβλητέο εντός 15 ημερών από την υπογραφή και το υπόλοιπο πληρωτέο μέχρι πέρατος της συμβατικής διάρκειας (31.12.2016), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Ειδικότερα, με τη σύμβαση αυτή ανατέθηκε στην εταιρεία «....» η πιστοποίηση, συντήρηση και παρακολούθηση με το Διεθνές Πρότυπο ISO 50001:2011 Energy Management System (Συστήματος Διαχείρισης της Ενέργειας). Το έργο περιλαμβάνει την υλοποίηση των συστημάτων και διαδικασιών για τη βελτίωση της ενεργειακής επίδοσης της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής απόδοσης, της χρήσης και της κατανάλωσης, στα δε επιμέρους στάδια εκτελέσεώς του εντάσσονται η διαγνωστική μελέτη της υπάρχουσας κατάστασης (Gap analysis), η αξιολόγηση τεκμηρίωσης, η παρουσία και υποστήριξη κατά την επιθεώρηση προπιστοποίησης (Stage 1 audit) του προτύπου, η παρουσία και υποστήριξη κατά την επιθεώρηση της πιστοποίησης (Stage 1 audit), η πιστοποίηση και στη συνέχεια η παρακολούθηση, η εφαρμογή, η συντήρηση του συστήματος και η παρουσία και υποστήριξη κατά τις επιθεωρήσεις επιτήρησης από τον Φορέα πιστοποίησης. 4) Με την από 28.03,2016 και με α/α ..... σύμβαση, ο τότε εκπρόσωπος της ενάγουσας και ήδη εναγόμενος (Β αγωγής) ανέθεσε στην εταιρεία «....» την παροχή υπηρεσιών αναφορικά με την προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και παρακολούθηση του Συστήματος ISO 14064-1:2006 Green House Gas Emissions (Αερίων θερμοκηπίου) σε όλα τα εργοτάξια της ενάγουσας. Με τη σύμβαση ορίζεται ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της εταιρείας «....» το ποσό των 300.000 ευρώ για το διάστημα 2.8.03.2016 - 31.12.2016 σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης με το ίδιο ετήσιο αντάλλαγμα σε περίπτωση διετούς παράτασης. Δηλαδή, σε περίπτωση σιωπηρής παράτασης προβλέπεται επιπρόσθετη αμοιβή της εταιρείας «....» 300.000 ευρώ/έτος και συνολικά και για τα δύο έτη της παράτασης 600.000 ευρώ. Το ήμισυ του ανταλλάγματος (150.000 ευρώ) συνομολογείται προκαταβλητέο εντός 15 ημερών από την υπογραφή και το υπόλοιπο πληρωτέο μέχρι πέρατος της συμβατικής διάρκειας (31.12.2016), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Ειδικότερα, με την εν λόγω σύμβαση ανατέθηκε στην εταιρεία «....» η προετοιμασία, προς πιστοποίηση από τον Διεθνή Φορέα, με το διεθνές πρότυπο ISO 14064:1:2006 Green House Gases (Αέρια Θερμοκηπίου). Το κατ’ ιδίαν έργο αφορούσε στα απαραίτητα συστήματα και διαδικασίες για τη διαχείριση των εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου, που παράγονταν κατά τις διεργασίες και λειτουργίες των εγκαταστάσεων των Μεταλλείων Κασσάνδρας και τα επιμέρους στάδιά του περιλάμβαναν τη διαγνωστική μελέτη της υπάρχουσας κατάστασης (Gap analysis), την αξιολόγηση τεκμηρίωσης, την παρουσία και υποστήριξη κατά την επιθεώρηση προ πιστοποίησης (Stage 1 audit) του προτύπου, την παρουσία και υποστήριξη κατά την επιθεώρηση της πιστοποίησης (Stage 1 audit), την πιστοποίηση και στη συνέχεια την παρακολούθηση, την εφαρμογή, τη συντήρηση του συστήματος και την παρουσία και υποστήριξη κατά τις επιθεωρήσεις επιτήρησης από τον Φορέα πιστοποίησης. 5) Με την από 09.05.2016 και με α/ά ...... σύμβαση, ο τότε εκπρόσωπος της ενάγουσας και ήδη εναγόμενος (τής Β αγωγής) ανέθεσε στην εταιρεία «....» την παροχή υπηρεσιών αναφορικά με την προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και παρακολούθησή του Συστήματος Διαχείρισής Ποιότητας ISO 9001:2008 Quality Management (Σύστήμα Διαχείρισής Ποιότητας) σε όλα τα εργοτάξια της ενάγουσας. Με τη σύμβαση ορίσθηκε ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της εταιρείας «....» το ποσό των 500.000 ευρώ για το διάστημα 28.03.2016 - 31.12.2016 και σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης με το ίδιο ετήσιο αντάλλαγμα σε περίπτωση διετούς παράτασης. Δηλαδή, σε περίπτωση σιωπηρής παράτασης προβλέπεται επιπρόσθετη αμοιβή της εταιρείας «....» 500.000 ευρώ/έτος και συνολικά και για τα δύο έτη της παράτασης 6.000.000 ευρώ. Το ήμισυ του ανταλλάγματος (250.000 ευρώ) συνομολογείται προκαταβλητέο εντός 15 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης και το υπόλοιπο πληρωτέο μέχρι πέρατος της συμβατικής διάρκειας (31.12.2016), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Ειδικότερα, με την εν λόγω σύμβαση ανατέθηκε στην εταιρεία «....» η προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και παρακολούθηση με το πρότυπο ISO 9001:20,08, Quality Management System (Σύστημα Διαχείρισης Ποιότητας). Στο έργο εντάσσονται κατά τη σύμβαση η δημιουργία ενός συστήματος διαχείρισης ποιότητας, το οποίο ορίζει τις απαιτήσεις σύμφωνα με οποίες πρέπει να λειτουργεί η επιχείρηση, ώστε το τελικό προϊόν ή οι υπηρεσίες που παρέχει, να κρίνονται ικανοποιητικά τόσο από τους πελάτες της, όσο και από τα λοιπά ενδιαφερόμενο μέρη, παρέχοντας ένα δυναμικό εργαλείο διαρκούς βελτίωσης της οργάνωσής της και εξασφάλισης της αναγνωρισιμότητας της επιχείρησης, διευκόλυνσης των συναλλαγών της και ισχυροποίησης της θέσεώς της έναντι του εσωτερικού και εξωτερικού ανταγωνισμού. Τα επιμέρους στάδιά του περιλάμβαναν τη μελέτη, σχεδιασμό, ανάπτυξη, εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία του ανωτέρω Συστήματος διαχείρισης ποιότητας, σύμφωνα με το ανωτέρω πρότυπο, στα εργοτάξια της ενάγουσας, την προετοιμασία του φακέλου και την υποστήριξη των εργοταξίων κατά την διαδικασία της πιστοποίησης από το Φορέα πιστοποίησης, την παρακολούθηση της λειτουργίας και εφαρμογής του Συστήματος στα εργοτάξια της ενάγουσας και την προετοιμασία των επιθεωρήσεων επιτήρησης. Επίσης, στα καθήκοντά της εταιρείας «....» περιλήφθηκε η τριήμερη εκπαίδευση εσωτερικών επιθεωρητών, που θα υποδεικνύονταν από την ενάγουσα, με απόδοση των απαραίτητων βεβαιώσεων. 6) Με την από 09.05.2016 και με α/α ..... σύμβαση, ο τότε εκπρόσωπος της ενάγουσας και ήδη εναγόμενος (της Β αγωγής) ανέθεσε στην εταιρεία «....» την παροχή υπηρεσιών αναφορικά με την προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και Παρακολούθηση του Συστήματος EMAS: Eco-Management and Audit Scheme (Σύστημα οικολογικής Διαχείρισης και Ελέγχου) σε όλα τα εργοτάξια της ενάγουσας. Με τη σύμβαση ορίστηκε ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της «....» το πόσον των 700.000 ευρώ για το διάστημα 28.03.2016 - 31.12.2016 και σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης με το ίδιο ετήσιο αντάλλαγμα σε περίπτωση διετούς παράτασης. Δηλαδή, σε περίπτωση σιωπηρής παράτασης προβλέπεται επιπρόσθετη αμοιβή της εταιρείας «....» 700.000 ευρώ/έτος και συνολικά και για τα δύο έτη της παράτασης 1.400.000 ευρώ. Το ήμισυ του ανταλλάγματος (350.000 ευρώ) συνομολογείται προκαταβλητέο εντός 15 ημερών από την υπογραφή της σύμβασης και το υπόλοιπο πληρωτέο μέχρι πέρατος της συμβατικής διάρκειας (31.12.2016), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Ειδικότερα, με την εν λόγω σύμβαση ανατέθηκε στην εταιρεία «....» η προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και η παρακολούθηση με το πρότυπο EMAS: Eco Management and Audit Scheme (Σύστημα Οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου). Το έργο που ανέλαβε ειδικότερα να εκτελέσει η εταιρεία «....» ήταν η δημιουργία ενός Ολοκληρωμένου Συστήματος Περιβαλλοντικής Διαχείρισης με ταυτόχρονη αξιολόγηση και αναβάθμιση των περιβαλλοντικών επιδόσεων, η μείωση στο ελάχιστο των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τη λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας και η απόκτηση του Πιστοποιητικού Συμμόρφωσης από τον Διαπιστευμένο Φορέα. Τα επιμέρους στάδιά του περιλάμβαναν τη διαγνωστική μελέτη της υπάρχουσας κατάστασης (Gap analysis), την αξιολόγηση τεκμηρίωσης, την παρουσία και υποστήριξη κατά την επιθεώρηση προπιστοποίησης (Stage 1 audit) του προτύπου, την παρουσία και υποστήριξη κατά την επιθεώρηση της πιστοποίησης (Stage 1 audit), την πιστοποίηση και στη συνέχεια την παρακολούθηση, την εφαρμογή, τη συντήρηση του συστήματος και την παρουσία και υποστήριξη κατά τις επιθεωρήσεις επιτήρησης από τον Φορέα πιστοποίησης. 7) Με την από 09.05.2016 Και με α/α ..... σύμβαση, ο τότε εκπρόσωπος της ενάγουσας και ήδη εναγόμενος (της Β αγωγής) ανέθεσε στην εταιρεία «....» την παροχή υπηρεσιών αναφορικά με την προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και παρακολούθηση του Συστήματος ISO 39001:2012 Road Traffic Safety (Σύστημα Διαχείρισης Οδικής Ασφάλειας) σε όλα τα εργοτάξια της ενάγουσας. Με τη σύμβαση ορίζεται, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες της εταιρείας «....» το ποσόν των 800.000 ευρώ για το διάστημα 28.03.2016-31.12.2016 και σύμφωνα με τον όρο 9 της σύμβασης με το ίδιο ετήσιο αντάλλαγμα σε περίπτωση διετούς παράτασης. Δηλαδή, σε περίπτωση σιωπηρής παράτασης προβλέπεται επιπρόσθετη αμοιβή της εταιρείας «....» 800.000 ευρώ/έτος και συνολικά και για τα δύο έτη της παράτασης 1.600.000 ευρώ. Το ήμισυ του ανταλλάγματος (400.000 ευρώ) συνομολογείται προκαταβλητέο εντός 15 ημερών από την υπογραφή και το υπόλοιπο πληρωτέο μέχρι πέρατος της συμβατικής διάρκειας (31.12.2016), χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό. Ειδικότερα, με την εν λόγω σύμβαση ανατέθηκε στην εταιρεία «....» η προετοιμασία, πιστοποίηση, συντήρηση και παρακολούθηση με το πρότυπο ISO 39001:2012 Road Traffic Safety System (Σύστημα διαχείρισης οδικής ασφαλείας) και παράλληλα η εκπαίδευση τριακοσίων ατόμων στην ασφαλή, αμυντική και οικονομική οδήγηση οχημάτων, ήτοι Ι.Χ. επιβατικών - επαγγελματικών και επίσης την εκπαίδευση εξακοσίων ατόμων, επιλογής της εταιρείας «....», στην ασφαλή, αμυντική και οικονομική οδήγηση βαρέων οχημάτων, ήτοι φορτηγών και μηχανημάτων έργου. Η εκπαίδευση περιελάμβανε: Α) Θεωρητική εκπαίδευση με οπτικοακουστικά μέσα στους τομείς: οδική συμπεριφορά για μία ασφαλέστερη και έξυπνη οδήγηση, ασφαλής οδήγηση σε διάφορες κυκλοφοριακές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Β) Πρακτική εκπαίδευση με τη χρήση τρικάναλου προσομοιωτή οδήγησης οχημάτων, φορτηγών και βαρέων μηχανημάτων, και με την χρήση διαδραστικού εξοπλισμού (γυαλιά προσομοίωσης μέθης, προσομοιωτές ζώνης ασφαλείας κλπ). Τα επιμέρους στάδια εκτελέσεως περιλάμβαναν τη διαγνωστική μελέτη της υπάρχουσας κατάστασης, την αξιολόγηση Τεκμηρίωσης, τον έλεγχο και την επιθεώρηση του προτύπου, την πιστοποίηση και έκδοση του πιστοποιητικού, την παρακολούθηση εφαρμογής και τήρησης των απαιτήσεων και την εκπαίδευση των προαναφερομένων ατόμων στην ασφαλή οδήγηση.

Η διαδικασία εκπροσώπησης και σύναψης συμβάσεων προμήθειας υπηρεσιών για την ενάγουσα καθορίζονταν στον Κανονισμό Προμηθειών αυτής. Η § 5 του εν λόγω Κανονισμού περιελάμβανε αναλυτικές ρυθμίσεις τόσο για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών με απευθείας ανάθεση (Direct Charge Ordering, § 5.1), όσο και την κανονική διαδικασία κατάρτισης συμβάσεων (§ 5.4). Σύμφωνα με την § 5.1.1 η διαδικασία απευθείας ανάθεσης εκκινεί, μετά τη διατύπωση σχετικού αιτήματος από το ενδιαφερόμενο τμήμα της εταιρείας, στην οποία πρέπει να αποτυπώνεται επακριβώς η ανάγκη που επιδιώκεται να καλυφθεί με την προμήθεια. Ακολούθως, ενεργείται έλεγχος για το κατά πόσον η προμήθεια μπορεί να καλυφθεί από κάποιον από τους εγκεκριμένους προμηθευτές με τους οποίους συνεργάζεται ήδη η ενάγουσα (§ 5.1.3). Αν δεν υφίσταται εγκεκριμένος προμηθευτής, τότε ακολουθεί διαδικασία συλλογής προσφορών από τουλάχιστον 2 προμηθευτές, αν η αξία της προμήθειας δεν υπερβαίνει τις 5.000 ευρώ, 3 προμηθευτές αν η προμήθεια δεν υπερβαίνει τις 20.000 ευρώ, 4 προμηθευτές αν η προμήθεια δεν υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ και 5 προμηθευτές στις υπόλοιπες περιπτώσεις. Ακολούθως, για την ολοκλήρωση της προμήθειας και την επιλογή του προμηθευτή αποφασίζει, ο μεν υπεύθυνος προμηθειών αν η αξία της προμήθειας δεν υπερβαίνει τις 50.000 ευρώ και στις λοιπές περιπτώσεις Επιτροπή Προμήθειας, η οποία συγκροτείται ad hoc από το Διευθύνοντα Σύμβουλο, το Διευθυντή του Μεταλλείου Κασσάνδρας, τον οικονομικό διευθυντή, το Διευθυντή Εργοταξίου και ένα επιπλέον μέλος, ανάλογα με το Τμήμα που έχει ζητήσει την προμήθεια. Παρόμοια διαδικασία ακολουθείται και προκειμένου για τις προγραμματισμένες συμβατικές προμήθειες ενάγουσας, σύμφωνα με τις §§ 5.4.1, 5.4.3 και 5.4.4 του εν λόγω Κανονισμού. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος παρέκαμψε τα όσα ανωτέρω ορίζονταν από τον Κανονισμό Προμηθειών της ενάγουσας και υπέγραψε τις ανωτέρω συμβάσεις με την εταιρία “..... Ltd”, χωρίς μάλιστα να ενημερώσει για τη σύναψή τους τα λοιπά μέλη του Δ.Σ αυτής και χωρίς να αναζητήσει προσφορές και από άλλες εταιρίες ή φορείς παροχής τέτοιων υπηρεσιών. Το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής για όλες τις ανωτέρω συμβάσεις ορίστηκε, για την περίοδο από 28.03.2016 έως 31.12.2016, σε 3.380.000 ευρώ και για τα επόμενα δύο έτη, σε ίσο ποσό για κάθε έτος. Η ενάγουσα κατέβαλε στην εταιρία “..... Ltd”, έναντι της οφειλής της, για την περίοδο 28.03.2016 έως 31.12.2016 το συνολικό ποσό των 3.230.000 ευρώ και συγκεκριμένα στις 30.03.2016 το ποσό των 390.000 ευρώ, στις 4.04.2016 το ποσό των 300.000 ευρώ, στις 27.06.2016 το ποσό των 600.000 ευρώ, στις 03.08.2016 το ποσό των 400.000 ευρώ, στις 22.08.2016 το ποσό των 250.000 ευρώ, στις 30.08.2016 το ποσό των 350.000 ευρώ, στις 09.09.2016 το ποσό των 150.000 ευρώ, στις 03.10.2016 το ποσό των 250.000 ευρώ, στις 29.12.2016 το ποσό των 400.000 ευρώ και στις 20.01.2017 το ποσό των 140.000 ευρώ. Κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, οι οποίες στηρίζονται στις προσφορές που επικαλείται και ιδία στην από 2.10.2017 έκθεση του Ε. Γ., η αγοραία αξία των υπηρεσιών που ανέλαβε να της παράσχει η εταιρία “..... Ltd” για την περίοδο 28.03.2016 έως 31.12.2016 είναι υποπολλαπλάσια κατώτερη εκείνης που συνομολογήθηκε για τις συμβάσεις αυτές και συγκεκριμένα δεν υπερέβαινε τα ποσά: 1) για το πιστοποιητικό ISO SA 8000 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ, 27.000 ευρώ (συμβατική αμοιβή στις επίδικες συμβάσεις: 300.000 ευρώ/έτος), 2) για το πιστοποιητικό ISO 14001:2001 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, 25.000 ευρώ και για το πιστοποιητικό OHSAS 18001:2007 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΥΓΕΙΑΣ & ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, 25.000 ευρώ (συμβατική αμοιβή στις επίδικες συμβάσεις: 480.000 ευρώ/έτος δι’ αμφότερα), 3) για το πιστοποιητικό ISO 50001:2011 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, 25.000 ευρώ (συμβατική αμοιβή στις επίδικες συμβάσεις: 300.000 ευρώ/έτος), 4) για το πιστοποιητικό ISO 140641:2006 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΕΡΙΩΝ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ, 25.000 ευρώ (συμβατική αμοιβή στις επίδικες συμβάσεις: 300.000 ευρώ/έτος), 5) για το πιστοποιητικό D 9001:2008 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ, 35.000 ευρώ (συμβατική αμοιβή στις επίδικες συμβάσεις: 500.000 ευρώ/έτος), 6) για το Ολοκληρωμένο σύστημα Διαχείρισης σύμφωνα με τις απαιτήσεις των επίδικων προτύπων 38.000 ευρώ (συμβατική αμοιβή στις επίδικες συμβάσεις: 700.000 ευρώ/έτος) και 7) για το πιστοποιητικό ISO 39001:2012 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΟΔΙΚΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, 55.000 ευρώ (συμβατική αμοιβή στις επίδικες συμβάσεις: 800.000 ευρώ/έτος). Το ίδιο δε ισχύει και για τις αμοιβές που συμφωνήθηκαν για τα έτη 2017 και 2018. Κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, η για κάθε σύμβαση και για όλες τις συμβάσεις συνολικά συμφωνηθείσα αμοιβή για την περίοδο 28.03.2016 έως 31.12.2016 ποσού 3.380.000 ευρώ και αντίστοιχου ποσού για καθένα των ετών 2017 και 2018, ήταν στα πλαίσια της αγοραίας αμοιβής και μάλιστα στα κατώτερα επίπεδα αυτής. Τους ισχυρισμούς του ο εναγόμενος τους στηρίζει στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αυτόν από 10.01.2018 γνωμάτευση των πραγματογνωμόνων της εταιρίας “... Ltd” και από 18.10.2017 τεχνική έκθεση των πραγματογνωμόνων της εταιρίας “.....ΣΙΑ Ε.Ε.”. Από αυτές η πρώτη προσδιορίζει την κοστολόγησή για κάθε σύμβαση, κατά τη σειρά που αναφέρονται παραπάνω, χωρίς Φ.Π.Α., στο ποσό των 331.976,48 ευρώ, 488.628,56 ευρώ, 353.892,03 ευρώ, 353.892,03 ευρώ, 551.131,98 ευρώ, 726.456,38 ευρώ και 836.034,13 ευρώ και συνολικά περιλαμβανόμενου του IMS INTEGRATED MANAGEMENT SYSTEM κόστους 244.314,28 ευρώ, αντίστοιχα, σε 3.886.325,87 ευρώ, ήτοι σε ποσό υπέρτερο του συνολικού ποσού που συμφωνήθηκε με τις ως άνω συμβάσεις, για καθεμία των ανωτέρω χρονικών περιόδων. Ενώ η δεύτερη προσφορά (της εταιρίας “.....ΣΙΑ Ε.Ε.”), αντικρούει τις προσφορές που επικαλείται η ενάγουσα, καταλήγοντας ότι οι συμφωνηθείσες με τις ανωτέρω συμβάσεις αμοιβές ήταν συμβατές με τις τρέχουσες τιμές προσφοράς τέτοιων υπηρεσιών.

Ενόψει των αντικρουόμενων απόψεων κάθε πλευράς των διαδίκων και των εκατέρωθεν αντικρουόμενων προσφορών και τεχνικών εκθέσεων, προκύπτουν κενά και αμφίβολα σημεία περί του εύλογου και αποδεκτού της συμφωνηθείσας με τις ανωτέρω συμβάσεις αμοιβής της “..... Ltd” για το αντικείμενό αυτών, σύμφωνα με τις αμοιβές της αγοράς του χρόνου εκείνου, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις συνθήκες ανταγωνισμού. Πρόκειται εν προκειμένω για ζήτημα για την αντίληψη του οποίου απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης. Επομένως, κρίνεται αναγκαίο, σύμφωνα με το άρθρο 368 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, με διορισμό δύο (2) πραγματογνωμόνων, όπως ζητεί και ο εναγόμενος με τις προτάσεις του, για να αποφανθούν επί του ζητήματος που ανέκυψε, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, διατασσόμενης της επανάληψης της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 254 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο ζήτημα άπτεται του ζητήματος της επικαλούμενης από την ενάγουσα ζημίας. Περαιτέρω, η ενάγουσα προσκομίζει την από 6-10-2017 προσφυγή της ενώπιον του αρμόδιου διαιτητικού δικαστηρίου βάσει σχετικής ρήτρας των ανωτέρω συμβάσεων, με την οποία ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας, άλλως ακυρωσίας των επίδικων συμβάσεων και την επιστροφή των καταβληθέντων σύμφωνα με τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και επομένως θα πρέπει να προσκομισθεί με την επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων σχετική βεβαίωση περί του εάν η ανωτέρω προσφυγή είναι εκκρεμής προς εκδίκαση ενώπιον του ανωτέρω διαιτητικού δικαστηρίου και σε καταφατική περίπτωση σε ποιο διαδικαστικό στάδιο βρίσκεται. Περαιτέρω, δεν κρίνεται αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όπως ζητεί με τις προτάσεις της η ενάγουσα, των Β. Γ. και Ε. Γ, απορριπτόμενου του σχετικού αιτήματος της, καθότι ο πρώτος και επί των ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης έχει δώσει την υπ’ αριθμ. ..../09.10.2017 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του συμβολαιογράφου Λ Θεσσαλονίκης Ν. Τ., που προσκομίζεται από την ενάγουσα και ο δεύτερος έχει συντάξει την προαναφερθείσα από 2.10.2017 τεχνική έκθεση, όπου διεξοδικά αναφέρονται στο αντικείμενο του έργου, που ανατέθηκε από την ενάγουσα στην εταιρία “..... Ltd”, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς, ενώ κρίνεται ότι δεν απαιτείται να διαταχθεί, κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, η αναβολή της συζήτησης επί της ένδικης αγωγής, εωσότου περατωθούν τελεσίδικα οι δίκες που ανοίχτηκαν, α) με την από 29.05.2017 αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της εταιρίας “....Ltd” κατά της ενάγουσας (ΓΑΚ/ΑΚΔ: .../.../2017) και β) με την από 31.07.2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών του προαναφερθέντος Φ. (Θ.) Α. κατά της ενάγουσας και του Δ. Δ. (ΓΑΚ/ΑΚΔ: ..../.../2017), στην πρώτη μεν περίπτωση διότι στις σχετικές επίδικες συμβάσεις υπάρχει ρήτρα διαιτησίας και η υπόθεση υπάγεται στη διαιτησία, -στη, δε, δεύτερη περίπτωση διότι αφορά σε προσβολή προσωπικότητας του άνω εναγομένου και επομένως θα πρέπει πρώτα να κριθούν τα ζητήματα της παρούσας δίκης. Κατόπιν αυτών πρέπει να διαταχθεί ή επανάληψη της συζητήσεως σύμφωνα με τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας, επιφυλασσόμενου του Δικαστηρίου να αποφανθεί επί των εν γένει ισχυρισμών των διαδίκων με την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως, ενώ έξοδα σε βάρος κάποιου διαδίκου δεν θα επιδικασθούν διότι η απόφαση δεν είναι οριστική.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις με αριθμ. Καταθ. ..../...../2017 και ....../2017 αγωγές, αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο στο σκεπτικό.

Διατάσσει, αναφορικά με τις αμέσως ανωτέρω αγωγές, την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο, προκειμένου: Α) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη, από δύο (2) πραγματογνώμονες, με επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων και Β) να προσκομισθεί με την επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων βεβαίωση ή οιοδήποτε άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει εάν η από 6-10-2017 προσφυγή της ενάγουσας κατά της εταιρίας “..... Ltd” ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου είναι ήδη εκκρεμής σε αυτό και σε καταφατική περίπτωση σε ποιο διαδικαστικό στάδιο βρίσκεται.

Διορίζει πραγματογνώμονες τους [οι πραγματογνώμονες πρέπει να είναι ο ένας διπλωματούχος μηχανολόγος-ηλεκτρολόγος μηχανικός και ο άλλος οικονομολόγος-σύμβουλος επιχειρήσεων]: α)... του Ι., Μηχανολόγο-Ηλεκτρολόγο Μηχανικό, με ειδίκευση σε ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, θέματα βιομηχανίας, ενέργειας σε μελέτες και διερευνήσεις, σε μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων, σε θέματα τεχνικού ασφαλείας στην βιομηχανία και στην τεχνολογία καυσίμων και λιπαντικών, κάτοικο .... Αττικής, οδός .... αριθμ. ..., τηλ. .... και κιν. ...., και β) ... του Ε., οικονομολόγο, αναλυτή με ειδίκευση στη διοίκηση επιχειρήσεων και σύμβουλο επιχειρήσεων, κάτοικο ...., οδός .... αριθμ. ., τηλ. .... και κιν. ...., οι οποίοι, αφού δώσουν τον όρκο του πραγματογνώμονα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την επίδοση σε αυτούς της παρούσας απόφασης, και λάβουν γνώση του φακέλου της υπόθεσης και οποιουδήποτε άλλου στοιχείου θέσουν υπόψη τους οι διάδικοι, πρέπει να αποφανθούν, αν και εφόσον, με βάση το περιεχόμενο τ,ων επίδικων συμβάσεων, όπως τούτο εκτίθεται σε αυτές, που αναφέρονται στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής και στην ένδικη αγωγή, οι οποίες περιέχονται και στο φάκελο της δικογραφίας, ποιο το εύλογο αντάλλαγμα, για καθεμία από το σύνολο των υπηρεσιών που ανατέθηκαν με καθεμία των συμβάσεων, που αναφέρονται αναλυτικά στο σκεπτικό, από την ενάγουσα εταιρία στην εταιρία “..... Ltd”, βάσει των τιμών ανταγωνισμού της ελληνικής αγοράς την περίοδο υπογραφής τους. Την έκθεσή τους, που πρέπει να είναι αιτιολογημένη, οφείλουν οι πραγματογνώμονες να την καταθέσουν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την όρκισή τους.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2020.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : Κος Ι.Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]