ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2523/2018

 

Δικαστής : Χριστίνα Σαλάππα, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι : Αριάδ. Νούκα. Κυπρ. Ψηλού

 

I. Κατά το άρθρο 949 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ., εάν καταδικασθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, με την τελεσιδικία της απόφασης η δήλωση της βούλησης θεωρείται ως γενο­μένη. Με τις προηγούμενες μεν διατάξεις των άρθρων 941-948 Κ.Πολ.Δ. ρυθμίζεται η εκτέλεση των υποχρεώσεων προς (υλική) πράξη (παράδοση ή απόδοση πράγματος, επιχείρηση πράξεων, παράλειψη και ανοχή), το όλο δε σύστημα των εκτελέσεων ολοκληρώνεται με το ως άνω άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ., το οποίο προβλέπει την εκτέλεση προς εκπλήρωση υποχρεώσεων κατευθυνόμενων προς επιχεί­ρηση νομικής πράξης, είναι δε συνυφασμένο με τελεσί­δικη καταδίκη σε δήλωση βούλησης. Η έννοια της δήλω­σης βούλησης δεν προσδιορίζεται από το άρθρο αυτό, αλλά από το ουσιαστικό δίκαιο, αποτελεί δε νομικό γεγο­νός, το οποίο, είτε αυτοτελώς είτε συνδυαζόμενο με άλλα γεγονότα, παράγει έννομες συνέπειες. Κατά συνέπεια, η αγωγή προς καταδίκη σε δήλωση βούλησης πρέπει να βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι να στηρίζεται σε πραγματικά γεγονότα, τα οποία δημιουργούν ενοχή. Πράγματι, η υποχρέωση προς δήλωση βούλησης είναι δυνατόν να απορρέει είτε απευ­θείας από το νόμο (π.χ. άρθρο 424, 758, 896,1945 ΑΚ), είτε από τη σύμβαση, την οποία ο νόμος (π.χ. άρθρα 166, 361 ΑΚ) εξοπλίζει με δεσμευτικότητα (Εφ.Αθ. 2879/1990 ΕλλΔνη 1991.1023). Συνήθως έχει ως γενεσιουργό λόγο τη δικαιοπραξία (προσύμφωνο) και κατευθύνεται προς επιχείρηση άλλης δικαιοπραξίας (βλ. Μπρίνια, Αναγκα­στική Εκτέλεση, τόμος Β, υπό το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ. σ. 651 επ., 655, Δεληγιάννη, ΕρμΑΚ υπό τα άρθρα 681- 702, Γαζή, Σύμβαση κατασκευής οικοδομής και αντιπα­ροχή, ΝοΒ 30. 1409, ΑΠ 850/1982 ΕλλΔνη 24. 36, Εφ.Αθ. 7796/1977 ΕΕΝ 44. 859, Εφ.Αθ. 7543/1976 ΝοΒ 25. 753). Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 949 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται σαφώς ότι η αγωγή που έχει ως αίτημα την καταδίκη σε δήλωση βούλησης του εναγομέ­νου πρέπει να βρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή να στηρίζεται σε πραγμα­τικά γεγονότα που δημιουργούν νόμιμη υποχρέωση του εναγομένου να προβεί στην αξιουμένη δικαιοπραξία, ότι η νομική αυτή υποχρέωση μπορεί να απορρέει είτε απευ­θείας από το νόμο, είτε από τη σύμβαση, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα και ότι, εάν το ουσια­στικό δίκαιο δεν παρέχει αγωγή, δεν χωρεί εξαναγκασμός κατά το άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 335/2016, ΑΠ 1396/2005, ΑΠ 76/2004 ΕλλΔνη 2004. 734, Εφ.Αθ. 2180/2006 ΕλλΔνη 2006.1470, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., Τόμος II, υπό το άρθρο 949, αριθμοί 2 και 3, Β. Βαθρακοκοίλης, Κ.Πολ.Δ., Ερμηνευτική - Νομολο­γιακή Ανάλυση, Τόμος Ε, Αθήνα 1997, υπό το άρθρο 949, αριθμοί 3,5,110).

II. Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 4224/2013 θεσπίστηκε για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ιδιωτών και επιχειρήσεων από την Τράπεζα της Ελλάδος, με την απόφαση της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων («ΕΠΑΘ 116/25.8.2014» ή «Κώδικας», ΦΕΚ 2289 Β/27.8.2014), ο Κώδικας Δεοντο­λογίας, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 31.12.2014 και έχει ήδη τροποποιηθεί δύο φορές με αντίστοιχες αποφάσεις της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων με αριθμούς 129/2/16.2.2015 (ΦΕΚ 486 Β/31.3.2015) και 148/10/5.10.2015 (ΦΕΚ 2219 Β/15.10.2015). Βασική υποχρέωση που συνεπάγεται η εφαρμογή του Κώδικα αποτελεί η τήρηση των διαδικασιών του πριν την τυχόν καταγγελία της οικείας πιστωτικής σύμβασης. Ο Κώδικας πρέπει να τηρείται από κάθε πιστωτικό και χρηματοδο­τικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και εφαρμόζεται σε κάθε μορφής οφειλή με καθυστέρηση άνω των 30 ημερολογιακών ημε­ρών έναντι κάθε ιδρύματος που εφαρμόζει τον Κώδικα. Κάθε ίδρυμα σύμφωνα με τον Κώδικα υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να θεσπίσει λεπτομερώς καταγεγραμμένη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ), στην οποία μπορούν να συμμετάσχουν φυσικά ή νομικά πρό­σωπα, πρωτοφειλέτες, συνοφειλέτες και εγγυητές, εφό­σον διατηρούν τον χαρακτηρισμό του «συνεργάσιμου δανειολήπτη», όπως ορίστηκε με απόφαση του Κυβερνη­τικού Συμβουλίου Διαχείρισης ιδιωτικού Χρέους του ν. 4224/2013. Ειδικότερα, ένας δανειολήπτης είναι συνερ­γάσιμος έναντι των δανειστών του όταν: (ι) παρέχει πλήρη και επικαιροποιημένα στοιχεία επικοινωνίας στους δανει­στές, (ιι) είναι διαθέσιμος σε επικοινωνία με τον δανειστή και ανταποκρίνεται με ειλικρίνεια και σαφήνεια σε κλή­σεις και επιστολές των ανωτέρω εντός 15 εργασίμων ημε­ρών, (ιιι) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστοποίηση πληροφοριών προς το ίδρυμα αναφορικά με την τρέ­χουσα οικονομική του κατάσταση εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα μεταβολής της ή από την ημέρα που θα του ζητηθούν ανάλογες πληροφορίες από τους ανωτέρω, (ιν) προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή γνωστο­ποίηση πληροφοριών, οι οποίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική οικονομική του κατάσταση εντός 15 εργασίμων ημερών από την ημέρα που θα περιέλθουν σε γνώση του και (ν) συναινεί σε διερεύνηση εναλλακτικής πρότασης αναδιάρθρωσης σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον κώδικα. Η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων του Κώδικα αποτελείται από πέντε στά­δια. Κατά το πρώτο στάδιο το ίδρυμα, μεταξύ άλλων, επι­κοινωνεί με τον πρωτοφειλέτη και, αν υπάρχει, τον εγγυητή, αποστέλλοντάς τους γραπτή ειδοποίηση εντός των επόμενων 15 ημερολογιακών ημερών, με την οποία, μεταξύ άλλων, αυτοί ενημερώνονται για τα στοιχεία της ληξιπρόθεσμης οφειλής και την ένταξή τους στη Διαδικα­σία Επίλυσης Καθυστερήσεων, λαμβάνουν το «Ενημε­ρωτικό Φυλλάδιο προς τους Δανειολήπτες με οικονομικές δυσχέρειες» και, αν είναι φυσικά πρόσωπα, την «Τυπο­ποιημένη Κατάσταση Οικονομικής Πληροφόρησης» (ΤΥ.Κ.Ο.Π.) ή, αν είναι νομικά πρόσωπα, το τυποποιη­μένο έντυπο του ιδρύματος για την υποβολή πληροφόρη­σης από νομικά πρόσωπα και καλούνται να συμπληρώ­σουν με ακρίβεια και πληρότητα το αντίστοιχο έντυπο και να το προσκομίσουν στο ίδρυμα εντός 15 εργασίμων ημε­ρών, προκειμένου στη συνέχεια να έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν στο δεύτερο στάδιο. Αν ο δανειολήπτης δεν ανταποκριθεί εμπρόθεσμα στην ανωτέρω ειδοποίηση, τότε χαρακτηρίζεται ως «μη συνεργάσιμος» και το ίδρυμα δύναται να καταγγείλει τη σύμβαση και να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του χωρίς περαιτέρω προειδοποίηση. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται συγκέντρωση οικονομι­κών και λοιπών πληροφοριών του δανειολήπτη. Κατά το τρίτο στάδιο γίνεται αξιολόγηση των υποβληθέντων οικο­νομικών στοιχείων. Ειδικότερα, για κάθε κατηγορίας δανειολήπτη και εγγυητή, αξιολογούνται, ενδεικτικά, στοι­χεία όπως η οικονομική του κατάσταση, το συνολικό ύψος και η φύση των χρεών του, η τρέχουσα ικανότητά του για αποπληρωμή των οφειλών του, το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς και η προβλεπόμενη ικα­νότητα αποπληρωμής των οφειλών. Αν, ειδικότερα, ο δανειολήπτης ή ο εγγυητής αποτελεί επιχείρηση, επιπρο­σθέτως αξιολογούνται, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή της επιχείρησης, στοιχεία όπως το υποβληθέν επιχειρη­ματικό σχέδιο ή σχέδιο. Το ίδρυμα, καθ όλη τη διάρκεια του σταδίου της αξιολόγησης, οφείλει να καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια για να συνεργαστεί με το δανειολή­πτη προκειμένου να προσδιορίσει με ακρίβεια την ικανό­τητά του για αποπληρωμή του χρέους, με στόχο να κατα­λήξουν σε μια κατάλληλη λύση. Επιπροσθέτως, το ίδρυμα οφείλει να προβεί σε αξιολόγηση της αξίας τυχόν εμπράγ­ματης εξασφάλισης (ή άλλου περιουσιακού στοιχείου που θα μπορούσε με τη συναίνεση του δανειολήπτη να αποτελέσει πρόσθετη εξασφάλιση). Κατά το τέταρτο στάδιο γίνεται πρόταση κατάλληλων λύσεων στο δανειολή­πτη (λύση ρύθμισης, λύση οριστικής διευθέτησης). Από το ίδρυμα θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη, κατά περίπτωση, λύση. Για τους σκοπούς του Κώδικα ως «κατάλληλη λύση» θεωρείται εκείνη που διασφαλίζει τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις εποπτικές του υπο­χρεώσεις. Ειδικότερα, για την αξιολόγηση της καταλληλό­τητας κάθε λύσης, λαμβάνονται υπόψη, σε κάθε περί­πτωση, η ανάγκη συμμόρφωσης του ιδρύματος προς ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις, καθώς και οι ειδικότερες για τη διαχείριση των καθυστερήσεων κατευθυντή­ριες γραμμές, τις οποίες η Τράπεζα της Ελλάδος έχει θέσει με την ΠΕΕ 42/30.5.2014 στα εποπτευόμενα από αυτή ιδρύματα για το σχεδίασμα και την αξιολόγηση βιώ­σιμων τύπων ρύθμισης. Το πέμπτο στάδιο περιλαμβάνει τη διαδικασία εξέτασης των ενστάσεων. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κώδικας επιβάλλει στα ιδρύματα που δεσμεύονται από αυτόν την τήρηση, μεταξύ άλλων, των πέντε σταδίων της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων του Κώδικα πριν το ίδρυμα προβεί σε καταγγελία της οικείας σύμβασης και εκκινήσει νομικές ενέργειες αναγκαστικής είσπραξης της καθυστερούμενης απαίτη­σης. Τίθεται ζήτημα κατά πόσο η μη τήρηση της Διαδικα­σίας Επίλυσης Καθυστερήσεων από υπόχρεο στην τήρηση του Κώδικα ίδρυμα δημιουργεί υποχρέωση του τελευταίου έναντι του δανειολήπτη να προχωρήσει σε διακανονισμό. Κατ’ αρχάς, από καμία ρύθμιση του Κώδικα δεν προκύπτει ότι στον προστατευτικό του σκοπό εμπίπτει και ο έλεγχος των κατά περίπτωση προτάσεων και αντιπροτάσεων που θα λάβουν χώρα κατά τη Διαδι­κασία Επίλυσης Καθυστερήσεων μεταξύ πιστωτικού ιδρύματος και δανειολήπτη, αφού σκοπός του (Κώδικα) είναι η επιλογή της «καταλληλότερης» κατά περίπτωση λύσης για τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό πιστώσεων σε καθυστέρηση, λαμβανομένης υπόψη από τα ιδρύματα της υποχρέωσής τους για συμμόρφωση προς τις ισχύου­σες εποπτικές απαιτήσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές της Τράπεζας της Ελλάδος. Η τελευταία, άλλωστε, ορίζε­ται, σύμφωνα με τον Κώδικα ως η αρμόδια αρχή για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του τρόπου εφαρμογής του, για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των οικείων συστημάτων από τα υπόχρεα ιδρύματα, καθώς και η μόνη δυνάμενη να απαιτεί τα απαραίτητα κατά την κρίση της διορθωτικά μέτρα και να επιβάλλει τις κατά νόμο κυρώσεις στο μη συμμορφούμενο ίδρυμα, σε περί­πτωση συστηματικής μη εφαρμογής του Κώδικα και αδυ­ναμιών των συστημάτων, δεν δύναται όμως να παρεμβαί­νει ή να επιλαμβάνεται εξατομικευμένων διαφορών μεταξύ ιδρύματος και δανειολήπτη. Συνεπώς, και από το γράμμα του Κώδικα καθίσταται σαφές ότι η μη τήρηση της Διαδι­κασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων από υπόχρεο ίδρυμα συνιστά αθέτηση εποπτικής υποχρέωσης, παρέχουσα στην Τράπεζα της Ελλάδος, ως ελέγχουσα αρχή, τη δυνα­τότητα να απαιτεί από το μη συμμορφούμενο ίδρυμα τη λήψη των απαραίτητων μέτρων και να του επιβάλλει κυρώσεις, χωρίς να προκύπτει ότι ο ν. 4224/2013 ή ο Κώδικας αποβλέπει και στη δημιουργία υποχρέωσης του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του δανειολήπτη για την ορι­στική διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς από την πίστωση που χορηγήθηκε, σε περίπτωση που δεν συγκλίνουν οι μεταξύ τους θέσεις και προτάσεις κατά το τέταρτο και πέμπτο στάδιο της διαδικασίας. Τέλος, και στο πλαίσιο εφαρμογής της Πράξης του Διοικητή της Τράπε­ζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) 2501/31.10.2002 και της κανο­νιστικής απόφασης 178/19.7.2004 της Επιτροπής Τραπε­ζικών και Πιστωτικών Θεμάτων (ΕΤΠΘ) της Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίες επιβάλλουν στα δεσμευόμενα από αυτές ιδρύματα συγκεκριμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης των συναλλασσομένων με αυτά, γίνεται δεκτό ότι η αθέ­τηση των υποχρεώσεων αυτών συνεπάγεται μόνο επο­πτικής φύσης συνέπειες, χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα ακυ­ρότητας συμβατικών όρων αποκλειστικά λόγω της αντίθε­σης του περιεχομένου τους προς τις ανωτέρω κανονιστι­κές πράξεις. Ενόψει των ανωτέρω, από τον σκοπό και το κείμενο του Κώδικα συνάγεται ότι τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων συνεπάγεται μόνον εποπτικής φύσης κυρώ­σεις και, συνεπώς, οι διατάξεις του δεν συνιστούν κανό­νες ουσιαστικού δικαίου, ούτε η μη τήρηση της Διαδικα­σίας Επίλυσης Καθυστερήσεων από τα υπόχρεα ιδρύ­ματα δημιουργεί κάποιου είδους ενοχή αυτών έναντι των δανειοληπτών, ώστε οι τελευταίοι να έχουν τη δυνατότητα να την αξιώσουν με την έγερση αγωγής.

Με την κρινόμενη από 28.2.2017 αγωγή του, ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δυνάμει της υπ αριθ. ... σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.Χ. η εναγομένη ανέλαβε να αγοράσει τα υποδεικνυό­μενα από αυτόν μηχανήματα, όπως αυτά περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή, και να παραχωρήσει στη συνέχεια σε αυτόν τη χρήση τους. Ότι η ανωτέρω μίσθωση συμφω­νήθηκε για χρονική διάρκεια 60 μηνών, ήτοι έως τις 12.06.2013, με αρχικό μίσθωμα το ποσό των 2.086,59 ευρώ πλέον ΦΠΑ και δικαίωμα αγοράς των μισθίων κατά τη λήξη της σύμβασης με τίμημα 0,10 ευρώ. Ότι λόγω της οικονομικής κρίσης και δυνάμει της υπ αριθ. ... πράξης της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου τροποποιή­θηκε η αρχική σύμβαση, με παράταση της διάρκειάς της έως τις 12.12.2013 και μείωση του μισθώματος για το χρο­νικό διάστημα από 12.05.2011 έως 12.10.2011 στο ποσό των 300 ευρώ πλέον ΦΠΑ, κατόπιν του οποίου θα επανερ­χόταν στο ποσό των 2.014,08 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ενώ συμ­φωνήθηκε και η τμηματική πληρωμή εκκρεμών ληξιπρόθε­σμων μισθωμάτων ποσού 9.894,54 ευρώ. Ότι στη συνέ­χεια, λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης και δυνάμει της υπ αριθ. ... πράξη της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, τροποποιήθηκε η αρχική σύμβαση, με παράταση της διάρκειάς της μέχρι τις 12.12.2014 και μείωση του μισθώματος για το χρονικό διάστημα από 12.12.2011 έως 12.03.2012 στο ποσό των 180 ευρώ πλέον ΦΠΑ και για το χρονικό διάστημα από 12.4.2012 έως 12.11.2012 στο ποσό των 1.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ, κατό­πιν του οποίου θα ανερχόταν στο ποσό των 1.828,77 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Ότι παρά ταύτα δεν μπόρεσε να εξο­φλήσει τις οφειλές του προς την εναγομένη, οι οποίες ανήλθαν την 1.8.2016 στο ποσό των 43.618,74 ευρώ, κατά τους υπολογισμούς της τελευταίας. Ότι παρά την υπο­χρέωση της ενάγουσας να εφαρμόσει το ν. 4224/2013 περί «Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών» για τη ρύθμιση των μη εξυπηρετούμενων (κόκκινων) δανείων και οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα, η εναγομένη δεν του πρό­τεινε έναν βιώσιμο διακανονισμό χρέους, λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση των δυνατοτήτων πληρωμής του και τις εύλογες δαπάνες διαβίωσής του, αλλά προέβη κατά τρόπο καταχρηστικό στην από 1.8.2016 πρόταση εξόφλη­σης και πληρωμής εκ μέρους του ποσού 13.618,74 ευρώ με άμεση καταβολή, το οποίο η εναγομένη γνώριζε ότι ήταν αδύνατο να καταβάλει. Ότι η εναγομένη απέρριψε αυθη­μερόν την από 29.8.2016 αντιπρότασή του και του κοινο­ποίησε στις 21.11.2016 την από 6.12.2016 εξώδικη δήλωση, με την οποία τον καλούσε να καταβάλει το σύνολο των οφειλομένων μισθωμάτων, πλέον των τόκων υπερημερίας, ύψους 42.768,74 ευρώ, καθώς και να παρα­δώσει το μίσθιο. Ότι η εναγομένη δεν ενήργησε με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη απέναντι του, συμμορφούμενη με τον ως άνω Κώδικα Δεοντολογίας Τρα­πεζών ως προς τη ρύθμιση των οφειλών του, αφού η καθυ­στέρηση πληρωμής δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά του, αλλά στην απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών. Ότι ο ανω­τέρω Κώδικας Δεοντολογίας Τραπεζών εισάγει κανόνες δικαίου, με αποτέλεσμα η παράλειψη της εναγομένης να υποβάλλει προς αυτόν μία βιώσιμη πρόταση επίλυσης και ρύθμισης της οφειλής του, να του παρέχει τη δυνατότητα να επιδιώξει δικαστικά την καταδίκη της εναγομένης σε δήλωση βούλησης περί κατάρτισης συμβιβασμού, το περιεχόμενου του οποίου ο ίδιος θα διαπλάσει σύμφωνα με τους όρους του Κώδικα. Επικουρικά δε, ισχυρίζεται ότι στην περίπτωσή του τυγχάνει εφαρμογής και η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, αφού η εναγομένη τον κάλεσε σε δια­πραγμάτευση χωρίς να έχει σοβαρή πρόθεση συμβιβα­σμού, ενεργώντας κατά παράβαση της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, την οποία όφειλε να επιδείξει στο πλαίσιο της μεταξύ τους συναφθείσας σύμβασης, άλλως τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ λόγω της απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών μετά τη σύναψη της σύμβασης εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα να πρέπει να αναπροσαρμοστεί στο προσή­κον μέτρο η καταβολή των μισθωμάτων. Με βάση το ιστο­ρικό αυτό, ο ενάγων αιτείται να καταδικαστεί η εναγομένη σε δήλωση βούλησης περί αποδοχής της υποβληθείσας εκ μέρους του πρότασης κατάρτισης συμβιβασμού με περιεχόμενο τον επανυπολογισμό, κατά την ημερομηνία συμβατικής λήξης της χρηματοδοτικής μίσθωσης, στις 12.11.2014, όλων των οφειλόμενων από τον ενάγοντα μισθωμάτων, χωρίς τόκους υπερημερίας, με επιτόκια εύλογα για την περίοδο της καθυστέρησης εκάστης δόσης και μέχρι την εξόφληση, ανερχόμενα στο αρχικό συνομο­λογημένο ύψος του 4,5% και χωρίς ανατοκισμούς, άλλως και όλως επικουρικώς να ληφθεί υπόψη το ύψος της συνο­λικής οφειλής του στις 12.11.204, όπως το έχει υπολογίσει η ίδια η εναγομένη, ανερχόμενο στο ποσό των 32.465,85 ευρώ, με τους τόκους εκείθεν του ποσού αυτού προς 4,5% ετησίως μέχρι την εξόφληση και χωρίς ανατοκισμούς, και να διευθετηθεί η αποπληρωμή της επανυπολογισθείσας ως άνω οφειλής του με καθορισμό μηνιαίων δόσεων ποσού 300 ευρώ μέχρι την εξόφληση, με δυνατότητα ανα­προσαρμογής των δόσεων οποτεδήποτε, ανάλογα με την αύξηση ή μη των εισοδημάτων του, τη βελτίωση ή τη χειρο­τέρευση της οικονομικής του κατάστασης και τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του μέσου έλληνα πολίτη στη δική του κατάσταση. Επικουρικά, αιτείται να αναγνωριστεί κατ άρθρο 288 ΑΚ ότι η εκπλήρωση της οφειλής του από τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης οφείλει κατά καλή πίστη να γίνεται εφεξής με τους ως άνω τρόπους επανυπολογισμού και διευθέτησης, άλλως να αναπροσαρμοσθεί η οφειλή του στο προσήκον μέτρο κατ εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ με τους ως άνω τρόπους επανυπολογισμού και διευθέτησης της οφειλής του. Τέλος, αιτείται να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Με αυτό το περιεχό­μενο κι αιτήματα η αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος καθ ύλην (άρθρα 7,8,9,10,14 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τόπον (άρθρο 25 Κ.Πολ.Δ.) αρμοδίου Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδικαστεί κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία. Ωστόσο, η κρινόμενη αγωγή είναι απορρι­πτέα ως μη νόμιμη, κατά τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης, διότι ως προς το σκέλος της αιτούμενης καταδίκης σε δήλωση βού­λησης κατ άρθρο 949 Κ.Πολ.Δ., τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 949 Κ.Πολ.Δ., στο οποίο η αγωγή επιχειρείται να θεμελιωθεί, αφού τέτοια υποχρέωση της εναγομένης για την αιτούμενη αποδοχή της υποβληθείσας από τον ενάγοντα πρότασης κατάρτι­σης συμβιβασμού σχετικά με τον επανυπολογισμό και τη διευθέτηση της οφειλής του προ της εναγομένη δεν απορ­ρέει ούτε από σύμβαση ούτε από το νόμο. Άλλωστε, όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω στην υπό στοιχείο II μείζονα πρόταση, από τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών συνά­γεται ότι η τυχόν παράβαση των κανόνων που συγκροτούν τη Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ) συνεπά­γεται μόνον εποπτικής φύσης κυρώσεις, επιβαλλόμενες από την Τράπεζα της Ελλάδος προς τα πιστωτικά ιδρύ­ματα, έτσι ώστε οι διατάξεις του να μην συνιστούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ούτε η μη τήρηση της Διαδικασίας Επίλυσης Καθυστερήσεων (ΔΕΚ) από τα υπόχρεα ιδρύ­ματα να δημιουργεί κάποιου είδους ενοχή αυτών έναντι των δανειοληπτών, με βάση την οποία οι τελευταίοι να έχουν τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή. Και ναι μεν ο ενά­γων προς θεμελίωση της αξίωσής του για καταδίκη σε δήλωση βούλησης της εναγομένης ισχυρίζεται ότι η μη συμμόρφωση της τελευταίας στην αντιπρόταση που της υπέβαλε για τη διευθέτηση της οφειλής του είναι καταχρη­στική, ως αντικείμενη στην καλή πίστη και τα συναλλα­κτικά ήθη, πλην όμως η προβολή της κατάχρησης δικαιώ­ματος γίνεται μόνο σε αντίκρουση αξίωσης που στοχεύει στην ενάσκηση δικαιώματος με οποιονδήποτε δικονομικό τρόπο και επομένως μόνο κατ ένσταση προβάλλεται και όχι με αγωγή, εκτός αν η καταχρηστική άσκηση δικαιώμα­τος συνιστά και παράνομη πράξη, που έγινε υπαιτίως και προκάλεσε ζημία, οπότε παρέχεται αγωγική αξίωση με τη συνδρομή των όρων του άρθρου 919 ΑΚ, περίπτωση που εν προκειμένω δεν υφίσταται. Παρέπεται δε ότι ως εκ τού­των, μη νόμιμη καθίσταται η αγωγή και ως προς τις λοιπές (επικουρικές) βάσεις και αιτήματά της, καθόσον αυτά συν­δέονται άρρηκτα με τα ιστορούμενα στην κύρια βάση της περί καταδίκης της εναγομένης σε δήλωση βούλησης με βάση τον Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, ο οποίος κατα­τείνει μόνο σε εποπτικής φύσης κυρώσεις. Κατόπιν τού­των, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη και τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της δυσχερούς ερμηνείας του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε (άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ.).