ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 249/2020

 

Πρόεδρος: Μ. Γκουρογώννη, Εφέτης

Δικηγόροι: Α. Συρίδου, Δ. Κουτσούκης

 

Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών - μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω ΠΔ 219/1991, οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του εφαρμόζονται από 1 Ιανουάριου 1994 (κατ’ άρθρον 11 παρ. 2), εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίον, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, ο οποίος καλείται «αντιπροσωπευόμενος», την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λοιπόν είναι η σύμβαση με την οποίαν τρίτος, που αποκαλείται εμπορικός αντιπρόσωπος, αναλαμβάνει έναντι αμοιβής (προμήθειας), σε μόνιμη βάση (για ορισμένο ή αόριστο χρόνο), με την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Έτσι, βασικά χαρακτηριστικά της συμβάσεως αυτής είναι ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της, η σταθερότητα της σχέσης, η διάρκεια της παροχής του εμπορικού αντιπροσώπου, η αυτοτέλεια και η ανεξαρτησία της παροχής του τελευταίου (οργανώνει ελεύθερα την εμπορική του δραστηριότητα, έχει δική του επαγγελματική στέγη, μπορεί να διατηρεί δίκτυο υπό αντιπροσώπων) και η ενέργεια του επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί το κύριο εννοιολογικό στοιχείο της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά δεν είναι σταθερά ούτε ασφαλή [ΑΠ 812/1991 ΕλλΔνη 32 (1991), 1490, ΕφΑθ 874/2002 ΕλλΔνη 44 (2003), 248]. Η εν λόγω σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να είναι είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ. 1). Η σύμβαση αορίστου χρόνου, και τέτοια αποτελεί και η σύμβαση ορισμένου χρόνου την οποία συνεχίζουν να εκτελούν τα δύο μέρη, λύεται με τακτική καταγγελία από καθένα από τους συμβαλλομένους (άρθρο 8 παρ. 3 και 7), με τον οριζόμενο χρόνο προμήνυσης, που είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της συμβάσεως, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη (άρθρο 8 παρ. 4 εδ. α’) και δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες με συμφωνία των συμβαλλομένων (άρθρο 8 παρ. 4 εδ. β’). Εξάλλου, στο άρθρο 8 παρ. 8 του ως άνω ΠΔ ορίζεται ότι: «Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων». Από τις διατάξεις αυτές προβλέπεται η τακτική καταγγελία της συμβάσεως αορίστου χρόνου από τον αντιπροσωπευόμενο. Τα αποτελέσματα της λύσεως της συμβάσεως δεν επέρχονται αμέσως από την περιέλευση της σχετικής δηλώσεως στον εμπορικό αντιπρόσωπο, αλλά από χρόνο μεταγενέστερο, δηλαδή από την καθοριζόμενη από τις άνω διατάξεις προθεσμία, αναλόγως της διάρκειας της συμβάσεως, πριν από την καταγγελία. Μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αυτής ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται να λαμβάνει προμήθεια (αμοιβή) και σε περίπτωση υπερημερίας του αντιπροσωπευόμενου, ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται αποζημιώσεως, συνιστάμενης στο διαφυγόν κέρδος που θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ποσό των προμηθειών που λάμβανε πριν από την καταγγελία, το οποίο μετά πιθανότητος θα εξακολουθούσε να λαμβάνει μέχρι τη λύση της. Επίσης, προβλέπεται η έκτακτη καταγγελία (για σπουδαίο λόγο) της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου, στην οποία μπορεί να προβεί είτε ο αντιπροσωπευόμενος, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του αντιπροσώπου, είτε ο αντιπρόσωπος, εφόσον συντρέχει υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου, δηλαδή πταίσμα που να πηγάζει από τις πράξεις ή παραλείψεις αντιστοίχως των ανωτέρω που να αποτελεί σπουδαίο λόγο και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος αυτού και της καταγγελίας, στην οποίαν προβαίνει ο εκάστοτε καταγγέλλων, γιατί αυτό επιβάλλεται από τη γενικότερη κατεύθυνση των ρυθμίσεων αυτών.

Περαιτέρω, στο άρθρο 9 παρ. 1 του ως άνω ΠΔ ορίζεται ότι: «α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή της ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση τον μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα». Κατά την παρ. 2 του άρθρου 9 του αυτού ως άνω ΠΔ «Ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγουμένης παραγράφου, εάν δεν γνωστοποιήσει προς τον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμα του», ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου «Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος, δεν οφείλεται: α) Όταν ο εντολέας καταγγείλει τη σύμβαση λόγω υπαιτιότητος εμπορικού αντιπροσώπου, η οποία θα δικαιολογούσε καταγγελία της σύμβασης κατά πάντα χρόνον, β) όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη σύμβαση, εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου ή δικαιολογείται από λόγους ηλικίας, σωματικής αδυναμίας ή ασθένειας του εμπορικού αντιπροσώπου, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατό να απαιτηθεί εύλογα από αυτόν η εξακολούθηση της δραστηριότητας του, γ) όταν μετά από συμφωνία με τον αντιπροσωπευόμενον, ο αντιπρόσωπος εκχωρεί σε τρίτο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει δυνάμει της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος βαρύνεται με την απόδειξη των παραπάνω ουσιαστικών προϋποθέσεων για καταβολή αποζημιώσεως (πρόκειται για εύλογη αποζημίωση), η οποία οφείλεται σε κάθε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως και, συνεπώς, και λόγω της παρόδου της διάρκειας της με τις εξαιρέσεις του άρθρου 9 παρ. 3. Η αποζημίωση εξαρτάται και από το ότι ο εντολέας διατηρεί κατά τη λύση της συμβάσεως ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες, νέους ή παλαιούς. Η διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί κατά τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως κατά τρόπον ευρύ, ώστε να μην οδηγήσει σε αναίρεση της σχετικής αξιώσεως του αντιπροσώπου. Έτσι, ουσιαστικά οφέλη διατηρούνται όχι μόνον όταν επιβιώνουν οι συμβάσεις που κατάρτισε ο εμπορικός αντιπρόσωπος (διαρκείς συμβάσεις) αλλά και όταν, έστω κατά τρόπον έμμεσο, με τις ενέργειες του αντιπροσώπου υπάρχει δυνάμει πελατεία για τον αντιπρόσωπο (κύκλος υποψηφίων αγοραστών, καθιέρωση της επιχείρησης του αντιπροσώπου στη σχετική αγορά). Γενικότερα, αρκεί για τη συζητούμενη προϋπόθεση ότι ο αντιπροσωπευόμενος έχει, από τη δραστηριότητα του αντιπροσώπου και μετά τη λύση συμβάσεως, προοπτικές κέρδους από την πελατεία. Η οφειλομένη αποζημίωση, εξαρτώμενη από τις άνω προϋποθέσεις, πρέπει δε είναι εύλογη (άρθρο 288 ΑΚ), το ύψος της οποίας όμως δεν μπορεί να υπερβεί τα ποσά του προαναφερθέντος άρθρου 9 παρ. 1. Το ύψος της ωφέλειας του αντιπροσωπευομένου, η διάρκεια της συμβάσεως και άλλα αντικειμενικά περιστατικά προσδιορίζουν το μέγεθος της σχετικής αποζημιώσεως. Η αξίωση για εύλογη αποζημίωση δεν δημιουργείται εάν η λήξη της αντιπροσωπείας οφείλεται σε καταγγελία για υπαίτια παράβαση εκτελέσεως των υποχρεώσεων ή σε υπαίτιες έκτακτες περιστάσεις, εάν η λήξη επήλθε με καταγγελία του αντιπροσώπου μη οφειλομένη σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου ή εάν η λήξη οφείλεται σε μεταβίβαση της συμβάσεως από τον αντιπρόσωπο σε άλλον (άρθρο 9 παρ. 3) (βλ. ΕφΘεσ 306/2014 Nomos). [...]

Από την [...], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 1.2.2013 καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας, δυνάμει της οποίας συνήφθη σύμβαση αντιπροσωπείας μεταξύ των διαδίκων και συμφωνήθηκε ο ενάγων να παράσχει για αόριστο χρόνο τις υπηρεσίες του ως εμπορικός αντιπρόσωπος της εναγομένης, στις περιοχές της Ηπείρου, Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδος και Ιονίων νήσων. Ειδικότερα, η εναγομένη εταιρία (αντιπροσωπευόμενη), η οποία εμπορεύεται ενδύματα με το σήμα «...», ανέθεσε στον ενάγοντα (αντιπρόσωπο) την προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων της στις ανωτέρω περιοχές. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων είχε την υποχρέωση να επισκέπτεται με δικές του δαπάνες τις ως άνω περιοχές, σε χρόνους που ο ίδιος θα καθόριζε και να συνάπτει πωλήσεις για λογαριασμό της εναγομένης με τους ενδιαφερομένους να αγοράσουν προϊόντα της, συμφωνήθηκε δε να αμείβεται ο ενάγων για την εργασία του αυτή με προμήθεια 7%, επί της αξίας των διενεργούμενων με τη μεσολάβηση του πωλήσεων, ενώ εξαιρέθηκαν ρητά οι πωλήσεις προς τους πελάτες ..., για τις οποίες ο ενάγων δεν θα είχε κανένα δικαίωμα προμήθειας. Συμφωνήθηκε επίσης να επιμελείται ο ενάγων για την είσπραξη του τιμήματος των πωλουμένων με τη διαμεσολάβηση του εμπορευμάτων για λογαριασμό της εναγομένης. Στη συμφωνία αυτή, περιλαμβανόταν και ρήτρα μη ανταγωνισμού εκ μέρους του ενάγοντος, βάσει της οποίας αυτός ανέλαβε την υποχρέωση να μη διαμεσολαβεί για την πώληση ανταγωνιστικών προϊόντων άλλων παραγωγών και εμπόρων.

Μετά τη σύναψη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ο ενάγων δραστηριοποιήθηκε για την προώθηση των επαγγελματικών συμφερόντων της αντιπροσωπευομένης στις προαναφερόμενες περιοχές, ήτοι επισκεπτόταν καταστήματα πωλήσεως ενδυμάτων και πραγματοποιούσε πωλήσεις για λογαριασμό της εναγομένης. Κατά τα έτη 2013 και 2014, ο ενάγων αύξησε σημαντικά τον κύκλο εργασιών της εναγομένης, είτε προσελκύοντας δικούς του πελάτες, είτε προωθώντας τις πωλήσεις προς τους ήδη υφισταμένους πελάτες της εναγομένης. Κατά το έτος 2015 και κατά τον Ιανουάριο του έτους 2016 οι πωλήσεις προϊόντων της εναγομένης μειώθηκαν εν συγκρίσει με τα αμέσως προηγούμενα έτη.

Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης στις ως άνω περιοχές, ανήλθαν στο ποσό των 364.228,48 ευρώ κατά το έτος 2014, ενώ κατά το έτος 2014 ανήλθαν στο ποσό των 237.794,25 ευρώ. Η ως άνω φθίνουσα πορεία συνεχίστηκε και στις αρχές του έτους 2016, ενώ στις 13.2.2016 η εναγόμενη εταιρία, προέβη στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης, χωρίς να αναφέρει στον ενάγοντα το λόγο της αιφνίδιας διακοπής της συνεργασίας τους και χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 παρ. 4 ΠΔ 219/1991 προθεσμίας των τεσσάρων μηνών. Εξ αιτίας της καταγγελίας αυτής, ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη την από 4.3.2016 εξώδικη δήλωση- διαμαρτυρία του, με την οποία γνωστοποιούσε στην τελευταία ότι προτίθετο να ασκήσει το δικαίωμά του για την ανόρθωση της ζημίας που υπέστη, συνεπεία της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της, εισέφερε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις της εναγομένης με αυτούς.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η καταγγελία της συνδέουσας αυτήν και τον ενάγοντα σύμβασης αντιπροσωπείας εκ μέρους της, οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενάγοντος και ειδικότερα στη μη εκπλήρωση εκ μέρους του των υποχρεώσεων που ανέλαβε με τη μεταξύ τους σύμβαση, δηλαδή ότι ενώ στην αρχή επεδείκνυε ιδιαίτερο ζήλο κατά την εκτέλεση της εργασίας του στη συνέχεια άρχισε να αδιαφορεί ως προς την προσέγγιση των πελατών και τη διατήρηση συνεχούς επαφής με αυτούς, όσο και ως προς την είσπραξη των ανεξόφλητων τιμολογίων, ότι παρά την ύπαρξη ρήτρας μη ανταγωνισμού στην ένδικη σύμβαση, διατηρεί κατάστημα πώλησης γυναικείων ενδυμάτων στην Πάτρα και τέλος ότι στις αρχές του έτους 2016 διαπραγματευόταν τη σύναψη συμφωνίας με την ανταγωνίστρια εταιρία «...», με την οποία και έκτοτε ξεκίνησε συνεργασία, δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η πτώση του τζίρου της εναγομένης κατά το έτος 2015 οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι από τον Απρίλιο του 2015 ο δειγματισμός των προϊόντων της γινόταν στην Αθήνα, κατόπιν απόφασης της ιδίας, ενώ προηγουμένως ο δειγματισμός αυτός γινόταν στα καταστήματα των πελατών της εναγομένης που βρίσκονταν στις ως άνω περιοχές, με την επιμέλεια του ενάγοντος. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει ο ενάγων την προσωπική επαφή και τη στενή σχέση που διατηρούσε με τους πελάτες του στις περιοχές, όπου δραστηριοποιούνταν μέχρι τότε, ενώ πολλοί από αυτούς σταμάτησαν τη συνεργασία τους με την εναγομένη και έπαψαν να αγοράζουν προϊόντα της, λόγω του ότι δεν είχαν την ευχέρεια να έρχονται στην Αθήνα για δειγματισμό. Ακόμη αποδείχτηκε ότι στις αρχές του έτους 2015 η εναγομένη ξεκίνησε να πωλεί και προϊόντα υπό την εμπορική ονομασία και το σήμα «...» και ότι ανέθεσε την προώθηση και αυτών των προϊόντων στον ενάγοντα μέχρι τα μέσα του έτους 2015, ενώ στη συνέχεια του ανακοίνωσε ότι στο εξής θα αναλάμβανε η ... την προώθηση των εν λόγω προϊόντων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χάσει ο ενάγων επιπλέον μέρος της πελατείας του.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε συνάψει συμβάσεις εμπορικής αντιπροσώπευσης και με άλλες ανταγωνιστικές της εναγομένης εταιρίες, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της ένδικης σύμβασης. Ακόμη δεν αποδείχτηκε ότι η καθυστέρηση είσπραξης μέρους του οφειλομένου από πωλήσεις τιμήματος μετά τα μέσα του έτους 2015 οφείλεται σε αμέλεια του ενάγοντος. Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά και πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης και ως εκ τούτου, δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εκ μέρους της. Επομένως, η ένσταση καταγγελίας λόγω σπουδαίου λόγου, την οποία πρότεινε η εναγομένη, είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο της έφεσης της εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Τέλος, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπήρξε συνυπαίτιος στην πρόκληση της ζημίας του από την ανωτέρω καταγγελία, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν επέδειξε έλλειψη ενδιαφέροντος στην εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων ούτε αντισυμβατική συμπεριφορά, απεναντίας αποδείχθηκε ότι επέδειξε ζήλο και ενδιαφέρον για την εκτέλεση της εργασίας του. Επομένως, ορθά απορρίφθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ο σχετικός τέταρτος λόγος της έφεσης της εναγομένης, που πλήττει την εκκαλουμένη για την απόρριψη του ισχυρισμού της αυτού, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Λόγω της καταχρηστικής, χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος καταγγελίας της σύμβασης από την εναγομένη, αυτός δικαιούται τη νόμιμη αποζημίωση του άρθρου 8 του ΠΔ 219/199, γιατί έφερε νέους πελάτες στην εναγομένη και προήγαγε σημαντικά τις πωλήσεις της, με συνέπεια να έχει οφέλη αυτή στο μέλλον από το σημαντικό μέρος των νέων πελατών, οι οποίοι θα συνεχίζουν να αγοράζουν τα προϊόντα της. Η αποζημίωση ανέρχεται, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 β’ του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991, στο ποσό των 18.093,96 ευρώ, ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που ο ενάγων εισέπραξε καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας του με την εναγομένη (37 μήνες) (55.789,37 ευρώ συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 23%, η συνολική αμοιβή για τους 37 μήνες: 37 μήνες χ 12 = 18.093,96 ευρώ ο μέσος ετήσιος όρος των αμοιβών), το ως άνω δε ποσό κρίνεται δίκαιο να επιδικασθεί σε αυτόν. Όπως προαναφέρεται, η εναγομένη δεν τήρησε την προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 8 παρ. 4 του ΠΔ 219/1991.

Λόγω αυτής της υπαίτιας και παράνομης, κατά παράβαση των ορισμών του ως άνω άρθρου, συμπεριφορά της εναγομένης, η τελευταία οφείλει να αποκαταστήσει την προκληθείσα κατ’ αιτιώδη συνάφεια αποθετική ζημία του ενάγοντος, για το χρονικό διάστημα από 14.2.2016 (επομένη της καταγγελίας) έως 30.6.2016 (τέλος του μηνός εντός του οποίου λήγει η τετράμηνη προθεσμία, ελλείψει διαφορετικής συμφωνίας των διαδίκων μερών, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας). Ειδικότερα, κατά το τετράμηνο από 14-2 έως 30-6 του έτους 2015, δηλαδή του τελευταίου έτους λειτουργίας της ένδικης σύμβασης οι προμήθειες που ο ενάγων εισέπραξε ανέρχονταν στο ποσό των 8.331,19 ευρώ, επομένως στο ίδιο ως άνω ύψος προσδιορίζεται και το ποσό των διαφυγουσών προμηθειών, που ο ενάγων θα αποκόμιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στην περίπτωση που η ένδικη σύμβαση εξακολουθούσε να ισχύει για την περίοδο από 14.2.2016 έως 30.6.2016.

Τέλος, από την κατά τα ανωτέρω καταχρηστική και χωρίς τήρηση της προβλεπόμενης προθεσμίας καταγγελία της ένδικης σύμβασης, σε χρόνο που εξυπηρετούσε αποκλειστικά τα συμφέροντα της εναγομένης, η οποία πλέον δεν είχε ανάγκη τις υπηρεσίες του ενάγοντος, εφόσον ερχόταν η ίδια σε επαφή και άμεση επικοινωνία με τους πελάτες της, μέσω του δειγματισμού των προϊόντων της στην Αθήνα και χωρίς να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα του ενάγοντος θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης. Εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της εναγομένης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην προσβολή της φήμης της και στην παρακώλυση της οικονομικής και εμπορικής του ανάπτυξης. Προς αποκατάσταση της ανωτέρω ηθικής βλάβης ο ενάγων δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας, λαμβανομένου υπόψη του είδους και της έκτασης της προσβολής, του βαθμού υπαιτιότητας της εναγομένης καθώς και της κοινωνικής κατάστασης του ενάγοντος και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ. Δεχόμενη, λοιπόν, τα ίδια ως άνω η εκκαλούμενη απόφαση, δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Επομένως, σύμφωνα με τα πιο πάνω, πρέπει να απορριφθεί η έφεση ως κατ’ ουσία αβάσιμη.

 

(Απορρίπτει την έφεση.)