ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2448/2019

 

Πρόεδρος: Α. Παπαδημητροπούλου, Εφέτης

Δικηγόροι: Ι.-Γ. Γεροντίδης, Λ. Βαρελά

 

[...] Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72, 777, 778 του ΑΚ, 18 του ΕμπΝ, 62, 286 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η λύση του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εμπορικής εταιρίας δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς, και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης. Εφεξής η εταιρία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικά και αυτοδίκαια τη λύση της εταιρίας. Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρίας από τους εκκαθαριστές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι υποχρεωτικό, ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρίας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (βλ. σχετ. ΑΠ 96/2005 ΕλλΔνη 2005,1445, ΑΠ 1427/2000 ΕΕμπΔ 2001, 70, ΕφΛαρ 485/2006 ΕπισκΕΔ 2006, 1125). Επιπλέον, η αρχή του κλειστού αριθμού των τύπων ή μορφών νομικής προσωπικότητας έχει τη συνέπεια ότι μπορεί να γίνει ίδρυση μόνο νομικού προσώπου ορισμένου είδους. Κάμψη του κανόνα αυτού είναι η μετατροπή, δηλαδή η δικαιοπραξία με την οποία το «είδος» ή η «μορφή» νομικής προσωπικότητας ορισμένου νομικού προσώπου τροποποιείται, συνήθως από τα μέλη, χωρίς εκκαθάριση, ίδρυση ή μεταβίβαση περιουσίας αλλά σαν «συνέχιση» του ίδιου υποκειμένου δικαίου (βλ. σχετ. Λ. Γεωργακόπουλο, στον ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλου υπό ερμηνεία άρθρου 784 αρ. 15 σελ. 143 και Γιοβανόπουλος σε Συστηματική Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα, έκδ. 2010, υπό ερμηνεία άρθρου 984, σελ. 1054 επ.). Πριν τη θέσπιση του Ν 4072/2012 [ΦΕΚ Α’ 86] στη νομοθεσία του εμπορικού δικαίου περί εταιριών δεν υπήρχε κατά τρόπο συστηματικό ρύθμιση περί της μετατροπής εταιριών. Ειδικοί νόμοι προέβλεψαν τις εξής περιπτώσεις μετατροπής εταιριών: (α) Μετατροπή ανώνυμης σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης (άρθρα 51 Ν 3190/1955 και 66 Ν 2190/1920), (β) μετατροπή προσωπικής εταιρίας (ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης) σε εταιρία περιορισμένης ευθύνης (άρθρο 53 Ν 3190/1955), (γ) μετατροπή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης σε ανώνυμη εταιρία (άρθρο 67 παρ. 1 Ν 2190/1920), (δ) μετατροπή ανώνυμης εταιρίας σε προσωπική εταιρία (ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη, άρθρο 66 στοιχ. α Ν 2190/1920) και (ε) Μετατροπή προσωπικής εταιρίας (ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης σε ανώνυμη εταιρία (άρθρο 67 παρ. 2 Ν 2190/1920). Γι’ αυτό έχει γίνει δεκτό από τη θεωρία και τη νομολογία ότι η μετατροπή επιτρέπεται γενικώς και εφαρμόζονται επ’ αυτής κοινοί κανόνες, ανεξαρτήτως αν υπάρχουν ή όχι ειδικές ρυθμίσεις. Μετατροπή (υπό νομική έννοια), λόγω ανάλογης εφαρμογής των υπαρχουσών διατάξεων, σε όλες τις περιπτώσεις, σημαίνει μεταβολή της νομικής μορφής («νομικού ενδύματος») της εταιρίας χωρίς εκκαθάριση και χωρίς ανάγκη μεταβιβάσεως (με ειδική ή οιονεί καθολική διαδοχή) των εταιρικών αντικειμένων και εταιρικών χρεών στην εταιρία υπό τη νέα της μορφή. Εξακολουθεί, δηλαδή, να παραμένει αναλλοίωτη η ταυτότητα του νομικού προσώπου της παλαιάς εταιρίας, η δε μεταβολή συνίσταται μόνο στην αλλαγή του ενδύματος του υφιστάμενου νομικού προσώπου με τις εντεύθεν επερχόμενες μεταλλαγές ως προς την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία του, ήτοι δεν καταλύεται η παλαιά νομική προσωπικότητα και δημιουργείται νέα, αλλά απλώς συνεχίζεται η παλαιά εταιρία με διαφορετική μορφή, οι δε εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται υπό τη νέα μορφή του, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση, χωρίς να επέρχεται, λόγω της μετατροπής, βίαια διακοπή τυχόν εκκρεμών δικών, και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, ενώ το ίδιο ισχύει και για την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης. Συνεπώς, είναι δυνατή μετατροπή (μετασχηματισμός) ομόρρυθμης εταιρίας σε ετερόρρυθμη, η μετατροπή δε αυτή από τον ένα τύπο στον άλλο, η οποία με τροποποίηση του καταστατικού και δημοσίευση του σχετικού εγγράφου κατά τα άρθρα 42-46 του ΕμπΝ, και των αναγκαίων λοιπών τροποποιήσεων (π.χ. αφαίρεση του ονόματος του ετερόρρυθμου από την επωνυμία κ.ά.), δεν επιφέρει λύση της παλαιάς και σύσταση νέας εταιρίας, αλλά συνεχίζεται η εταιρία ως νομικό πρόσωπο με τις εντεύθεν νομικές συνέπειες, ήτοι η εταιρία συνεχίζει τη νομική προσωπικότητα της ομόρρυθμης και συνεχίζει ως φορέας υποχρεώσεων και δικαιωμάτων της (βλ. σχετ. ΑΠ 640/1986 και ΕφΠατρών 947/1999, ΕφΑθ 6994/1994 δημ. στη Nomos). Όπως δε σε κάθε περίπτωση μετατροπής τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας δεν χρειάζεται να μεταβιβαστούν καθώς παραμένουν σ’ αυτήν υπό τον νέο εταιρικό τύπο, αμετάβλητα δε μένουν και τα λοιπά χαρακτηριστικά της εταιρίας (όπως π.χ. η έδρα, ο σκοπός της, κ.λπ.) τα οποίας χωρίς τροποποίηση του καταστατικού δεν μεταβάλλονται λόγω της μετατροπής, εκτός αν οι εταίροι αποφασίσουν σχετικά. Η ετερόρρυθμη πλέον εταιρία αναλαμβάνει, αυτοδικαίως άνευ άλλης διατύπωσης, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ομόρρυθμης εταιρίας, ανεξάρτητα αν προέρχονται από συμβατική, αδικοπρακτική ή εκ του νόμου-έννομη σχέση (βλ. σχετ. ΑΠ 734/1994 ΕλλΔνη 36 (1996), 627 και ΕφΘεσ 1991/1996). Δεν μεταβάλλονται οι εγγυήσεις υπέρ ή σε βάρος της εταιρίας, οι διαρκείς ή στιγμιαίες συμβατικές σχέσεις της εταιρίας με τρίτους ούτε και υπάρχει λόγος επανάληψης της κατάρτισης των συμβάσεων. Επισημαίνεται δε ως έχει ήδη αναφερθεί, και στην περίπτωση της μετατροπής ομόρρυθμης σε ετερόρρυθμη οι τυχόν εκκρεμείς δίκες της ομόρρυθμης συνεχίζονται από την ετερόρρυθμη, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς -λόγω της μη επέλευσης διακοπής της δίκης- να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, η δε δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων της εταιρίας μετά την μετατροπή γίνεται υπό τη νέα εταιρική μορφή, το ίδιο δε ισχύει και για την άσκηση δικαιωμάτων τρίτων προσώπων κατά της ομόρρυθμης μετά τη μετατροπή της σε ετερρόρυθμη, ενώ ισχύει ο κανόνας ότι η εσφαλμένη εγγραφή στο δικόγραφο του εταιρικού τύπου δεν δημιουργεί δικονομική ακυρότητα ή αοριστία. Και τούτο διότι, από το συνδυασμό των άρθρων 118, 119 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων και την επωνυμία του νομικού προσώπου που την ασκεί, κατά τρόπο ώστε να μην γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Έτσι, η ενδεχομένως εσφαλμένη αναγραφή του ανωτέρω στοιχείου δεν επιφέρει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου, απαιτείται μάλιστα η επίκληση δικονομικής βλάβης, εφόσον εκ της εσφαλμένης αναγραφής του στοιχείου αυτού δεν δημιουργείται αμφισβήτηση ως προς την ταυτότητα του διαδίκου, το δε δικαστήριο, για να την προσδιορίσει, χωρεί στη συνολική έρευνα του περιεχομένου του δικογράφου (βλ. σχετ. ΑΠ 968/2015 ΑΠ 1719/1997, ΑΠ 1126/2010 και ΑΠ 444/2000 δημ. στη Nomos). [...]

Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία [...] κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από [...] αγωγή της στρεφόμενη σε βάρος της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «...» με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 153.997,83 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους. [...]

Στο σημείο αυτό πρέπει ν’ αναφερθεί ότι κατά διάρκεια της ένδικης ως άνω διαφοράς και δη πριν ακόμη την επαναφορά με την από 10.4.2009 [...] κλήση προς εκ νέου συζήτηση της από 29.12.2006 ... αγωγής της, η προαναφερθείσα αρχική διάδικος ομόρρυθμη εταιρία με το από 17.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με αριθμό .../17.7.2008, μετατράπηκε στην ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία [...] με μεταβαλλόμενο σκοπό της επιχειρηματικής της δραστηριότητας της εταιρίας αμιγώς την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε επιχειρήσεις [σύμβουλοι επιχειρήσεων]. Στην συνέχεια, [...], η αρχική διάδικος πρώην ομόρρυθμη εταιρία και ήδη, λόγω της γενόμενης μετατροπής της, υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «...» με την από 30.11.2016 αίτησή της προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ’ αριθμ. .../2016 διαταγής πληρωμής του, αντίγραφο της οποίας μετά σχετικής επιταγής προς πληρωμή, επέδωσε στην καθ’ ης η διαταγή πληρωμής [...]. Ακολούθως, η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία άσκησε κατά της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής την από 10.1.2017 υπ’ αριθμ. έκθ. καταθ. δικογρ. .../11.1.2017 κατ’ άρθρο 632 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπή, ζητώντας την ακύρωση αυτής, επικαλούμενη με τους δύο λόγους ανακοπής της, ότι ο τίτλος επί του οποίου στηρίχτηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής [...] είναι ανύπαρκτος - ανυπόστατος αφού εξεδόθη επί ανυπάρκτου νομικού προσώπου, δεδομένου ότι η αρχική διάδικος ομόρρυθμη εταιρία: «...», κατά το χρόνο από την συζήτηση της αγωγής της και μετέπειτα δεν υφίστατο ως νομικό πρόσωπο, και άρα δεν είχε όχι απλώς ικανότητα διαδίκου, αλλά και ικανότητα δικαίου. [...]

Συμπληρωματικά, δεύτερο λόγο της ανακοπής της, ισχυρίστηκε ότι εκ της αυτής ως άνω καθ’ ης η ανακοπή πρώην ομόρρυθμη και ήδη κατά μετατροπή ετερόρρυθμη εταιρία, δεν νομιμοποιείτο ενεργητικά στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, κατ’ άρθρο 62 ΚΠολΔ, ως ανύπαρκτο πρόσωπο. Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 493/12.6.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε ως νόμω και ουσία βάσιμους αμφότερους τους άνω λόγους ανακοπής, με το σκεπτικό ότι η κατά μετατροπή προκύψασα ετερόρρυθμη εταιρία «...» από το έτος 2009 και δη μετά την 18.7.2008 (ημερομηνία δημοσίευσης του σχετικού από 17.7.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μετατροπής) αποτελεί νέο νομικό πρόσωπο διαφορετικό από την μετατραπείσα ομόρρυθμη εταιρία (λόγω και της μεταβολής του εταιρικού σκοπού, με νεοεισερχόμενο ετερόρρυθμο εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο - τον έναν εκ των αρχικών ομορρύθμων εταίρων) και συνεπώς μόνο αυτή είχε την κατ’ άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανότητα δικαίου και την ικανότητα διαδίκου, κατ’ επέκταση αυτή μόνη νομιμοποιείτο ενεργητικώς στην άσκηση τόσο της από 10.4.2009 κλήσης από ματαίωση προς επαναφορά σε συζήτηση της από 19.12.2006 αγωγής της αρχικής δικαιούχου της ένδικης απαίτησης ομόρρυθμής εταιρίας, η οποία από της άνω δημοσιεύσεως είχε πάψει να υπάρχει [...]

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση περί ύπαρξης νέου νομικού προσώπου, όσον αφορά την εκκαλούσα (καθ’ ης η ανακοπή) άνω ετερόρρυθμη εταιρία διαφορετικού από την μετατραπείσα ομόρρυθμη εταιρία στηρίζοντας αυτήν (κρίση) στην αναλογική εφαρμογή των περί συγχώνευσης των ανωνύμων εταιριών διατάξεων (68 παρ. 1 και 3, 75 παρ. 1 περ. α’ και 80 παρ. 1 Ν 2190/1920 που προστέθηκαν με το ΠΔ 498/31.12.1987 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της από 9.10.1978 τρίτης κοινοτικής οδηγίας 78/855/ΕΟΚ και 42-46 του ΕμπΝ, πριν τη θέσπιση του Ν 4072/2012), έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας. Και τούτο διότι, όπως ήδη εκεί έχει αναπτυχθεί, όντας δυνατή η μετατροπή (μετασχηματισμός) ομόρρυθμης εταιρίας σε ετερόρρυθμη, η μετατροπή αυτή από τον ένα τύπο στον άλλο, η οποία γίνεται με τροποποίηση του καταστατικού και δημοσίευση του σχετικού εγγράφου κατά τα άρθρο 42-46 του ΕμπΝ και των αναγκαίων λοιπών τροποποιήσεων, δεν επιφέρει λύση της παλαιάς και σύσταση νέας εταιρίας, αλλά συνεχίζεται η εταιρία ως νομικό πρόσωπο με τις εντεύθεν νομικές συνέπειες, εξακολουθεί δηλαδή, να παραμένει αναλλοίωτη η ταυτότητα του νομικού προσώπου της παλαιάς εταιρίας, η δε μεταβολή συνίσταται μόνο στην αλλαγή του ενδύματος του υφιστάμενου νομικού προσώπου με τις εντεύθεν επερχόμενες μεταλλαγές ως προς την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία του, ήτοι δεν καταλύεται η παλαιά νομική προσωπικότητα και δημιουργείται νέα, αλλά απλώς συνεχίζεται η παλαιά εταιρία με διαφορετική μορφή, οι δε εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται υπό τη νέα μορφή του, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση, χωρίς να επέρχεται, λόγω της μετατροπής, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της. Επί τη βάσει, λοιπόν, των ανωτέρω, βάσιμα, κρίνεται ότι ο τίτλος επί του οποίου στηρίχτηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. ..../16.12.2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι η υπ’ αριθμ. 1518/6.3.2014 απόφαση (και ήδη αμετάκλητη δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1168/7.9.2015 αναιρετική απόφαση), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη χρηματικής οφειλής σε βάρος της ανακόπτουσας τραπεζικής εταιρίας έναντι της καθ’ ης η ανακοπή, δεν είναι ανύπαρκτη - ανυπόστατη αφού εξεδόθη επί υπαρκτού - σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν - νομικού προσώπου, ήτοι αυτή δεν εξεδόθη κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, καθόσον η επιδικαζόμενη απαίτηση προκύπτει με έγγραφη απόδειξη και δη την άνω εφετειακή απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί υπέρ της δικαιούχου της αρχικής απαίτησης ομόρρυθμης εταιρίας ως έχουσας την κατ’ άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανότητα δικαίου και την ικανότητα διαδίκου, και κατ’ επέκταση νομιμοποιείτο ενεργητικώς στη συνέχιση της μεταξύ αυτής και της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας ανοιγείσα δική, ακόμη και μετά την μετατροπή της, παρά τη μη ειδικότερη διατύπωση από μέρους της ετερόρρυθμης δήλωσης για τη συνέχιση αυτής. Επισημαίνεται δε επιπροσθέτως, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται σχετική αναφορά στην περίπτωση ενδεχόμενης εσφαλμένης αναγραφής των στοιχείων της επωνυμίας της διαδίκου ομορρύθμου εταιρίας ότι, όπως γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία, σύμφωνα και με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ακόμη κι αυτή, υπό την έννοια της μη δήλωσης ότι η ομόρρυθμη εταιρία παρίσταται πλέον στην ανοιγείσα μεταξύ αυτής και της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας δίκη ως κατά μετατροπή της σε ετερόρρυθμη εταιρία, δεν επιφέρει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου και δεν επιδρά στην νομιμοποίησή της, από τη στιγμή που κατά τις κρίσιμες διαδικαστικές πράξεις δεν τέθηκε, κατ’ επίκληση υφιστάμενης δικονομικής βλάβης, ζήτημα τυχόν αμφισβήτησης εκ της εσφαλμένης αναγραφής του στοιχείου αυτού ως προς την ταυτότητα του διαδίκου και εν προκειμένω της αρχικής ενάγουσας δικαιούχου της ένδικης απαίτησης ομορρύθμου εταιρίας. [...]

 

(Δέχεται την έφεση.)