ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2411/2018

 

Πρόεδρος: Α. Χρυσικοπούλου, Εφέτης

Δικηγόροι: Θ. Καραμιχαλέλης, Κ. Μανωλόπουλος

 

I. Επειδή, η υπό κρίση από 18.3.2016 και με αριθμό καταθέσεως .../2016 έφεση του εναγόμενου ν.π.ι.δ με την επωνυμία «...» ως εκ του νόμου ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «...» λόγω οριστικής ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της κατά της 853/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού [άρθ. 681 Α’ ΚΠολΔ] ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, εφόσον κανείς από τους διαδίκους δεν επικαλείται επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έχει δε καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο από το εκκαλούν ποσού 200 ευρώ [άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ]. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν κατά την ίδια διαδικασία.

II. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση με την από 13.6.2012 αγωγή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ήδη εφεσίβλητος κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «...» μετά την οριστική ανάκληση της αδείας λειτουργίας της οποίας από 16.7.2013 υπεισήλθε στην θέση της ως ειδικός εκ του νόμου διάδοχος το νυν εκκαλούν «Επικουρικό Κεφάλαιο», και κατά του Δ. Α. ο οποίος δεν είναι πλέον διάδικος στην ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου δίκη εξέθετε, ότι στις 12.5.2010 και ώρα 15.45 συνέβη ατύχημα επί της οδού ... στο ... Αττικής και ειδικότερα έγινε σύγκρουση μεταξύ της υπ’ αριθ. κυκλοφ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων και του υπ' αριθ. ... ΙΧΦ αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος και ήτο ασφαλισμένο για ζημίες προς τρίτους στην δεύτερη συνεναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Το ατύχημα κατά την αγωγή οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού και γι’ αυτό ο ενάγων ζήτησε με την αγωγή ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες της μοτοσικλέτας του και για τις σωματικές κακώσεις που υπέστη, δαπάνες νοσηλίων, δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας, δαπάνη οικιακής βοηθού, αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και αποζημίωση λόγω αναπηρίας κατά την ΑΚ 931, ήτοι ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν σ' αυτόν εις ολόκληρον έκαστος το συνολικό ποσό των 127.577,79 ευρώ όπως ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή.

Με την εκκαλουμένη οριστική απόφαση η ανωτέρω αγωγή έγινε κατά ένα μέρος δεκτή στην ουσία της και αφ’ ενός μεν υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα το ποσό των 17.119,4 ευρώ αφ' ετέρου δε αναγνωρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα επί πλέον το ποσό των 1.400 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως παραπονείται το ήδη εκκαλούν «Επικουρικό Κεφάλαιο» ως διάδοχο εκ του νόμου της δεύτερης συνεναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας λόγω οριστικής ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας της και ζητεί την εξαφάνισή της λόγω κακής εφαρμογής του νόμου και εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων και συγκεκριμένως διότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο δεν ήτο πράγματι ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος στην αρχικώς δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

III. Επειδή, ορίζεται από την παρ. 1 του άρθρου 10 του ΠΔ 237/1986 ότι το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι ο ζημιωθείς από αυτοκινητικό ατύχημα έχει κατά του ασφαλιστή του ζημιογόνου οχήματος αξίωση αποζημιώσεως, εφ' όσον κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήτο ενεργός η δυνάμει συμβάσεως ασφαλιστική κάλυψη. Δηλαδή προϋποτίθεται ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος είναι ολοκληρωμένη η σύμβαση ασφαλίσεως. Για την σύναψή της απαιτείται πρόταση, συνήθως από τον ιδιοκτήτη του οχήματος, και αποδοχή της προτάσεως από τον ασφαλιστή [βλ. ΑΚ 185, 189, 192, 193]. Η σύμβαση ασφαλίσεως καταρτίζεται με μόνη την αποδοχή της προτάσεως από τον ασφαλιστή, η οποία αποδοχή δεν χρειάζεται να περιέλθει στον προτείναντα [βλ. ΑΠ 1179/1996 ΕλλΔνη 1997, 1057, 1059]. Επομένως, η σύμβαση ασφαλίσεως ολοκληρώνεται με την αποδοχή. Είναι επομένως σαφές ότι εάν η πρόταση για ασφάλιση γίνει στον ασφαλιστή από τον ιδιοκτήτη του οχήματος μετά την πρόκληση ατυχήματος από το αυτοκίνητο που πρόκειται να ασφαλισθεί, η σύμβαση ασφαλίσεως, εφ’ όσον ολοκληρώνεται μετά το ατύχημα και δεν περιέχει ρύθμιση για αναδρομική ενέργεια της ασφαλιστικής συμβάσεως, δεν καλύπτει το ατύχημα που συνέβη πριν από την ολοκλήρωσή της. Σε μια τέτοια περίπτωση πρόκειται για πρόκληση ατυχήματος από ανασφάλιστο αυτοκίνητο και δημιουργείται ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου σύμφωνα με το εδάφιο β΄ της παρ. 1 του άρθρου 19 του ΠΔ 237/1986. Στην περίπτωση αυτή το Επικουρικό Κεφάλαιο πρέπει να αναφέρεται ως εναγόμενο στην αγωγή.

Περαιτέρω είναι αληθές ότι, σύμφωνα με το εδάφιο γ', της παρ. 1 του άρθ. 19 του ΠΔ 237/1986, το Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνεται σε αποζημίωση του παθόντος και στην περίπτωση προκλήσεως ζημίας από αυτοκίνητο ασφαλισμένο σε εταιρεία της οποίας ανακλήθηκε οριστικώς η άδεια λειτουργίας. Όμως για να συμβεί αυτό προϋποτίθεται ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος έχει ολοκληρωθεί η σύμβαση ασφαλίσεως με την ασφαλιστική εταιρεία. Περαιτέρω από τον συνδυασμό των διατάξεων που προβλέπουν τις ανωτέρω περιπτώσεις ευθύνης του Επικουρικού Κεφάλαιου σαφώς προκύπτει ότι αυτές είναι αυτοτελείς και δεν παρέχεται η ευχέρεια εναλλαγής στην ανοιγείσα δίκη. Δηλαδή εάν με την αρχική αγωγή ενάγεται η ασφαλιστική εταιρεία του ζημιογόνου οχήματος, στην θέση της οποίας μετά την άσκηση της αγωγής υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο λόγω οριστικής ανακλήσεως της άδειας λειτουργίας του ασφαλιστή και το Επικουρικό Κεφάλαιο ως διάδοχο μετέχει στη δίκη και από την διαδικασία προκύψει ότι το ζημιογόνο όχημα ήτο ανασφάλιστο, δεν επιτρέπεται στον ενάγοντα αλλ’ ούτε και στο δικαστήριο να θεωρήσει το Επικουρικό Κεφάλαιο ως ευθυνόμενο σε αποζημίωση, η οποία ήθελε κρίθει βάσιμη. Τούτο διότι κάτι τέτοιο αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής [άρθρο 224 ΚΠολΔ· πρβλ. και Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα, 4η έκδ. 2008 § 31 παρ. 60 με περαιτέρω παραπομπές]. Πράγματι, εν προκειμένω, αρχικώς ενήχθη η ασφαλιστική εταιρεία και όχι το Επικουρικό Κεφάλαιο όπως θα έπρεπε στην περίπτωση προκλήσεως ατυχήματος από ανασφάλιστο αυτοκίνητο.

IV. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρος αποδείξεως που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του οποίου η κατάθεση περιέχεται στα πρακτικά συνεδριάσεώς του, από όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περιλαμβανόμενων και των εγγράφων της ποινικής διαδικασίας έστω και αν ορισμένα από αυτά δεν μνημονεύονται ειδικώς, από όσα εκθέτουν και συνομολογούν οι διάδικοι και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία το δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψη αυτεπαγγέλτως απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 12.5.2010 και ώρα 15.45 ο εναγών οδηγώντας την υπ’ αριθ. κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του εκινείτο στο μέσο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού ... στο ... Αττικής που είναι οδός διπλής κατευθύνσεως με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό .... Στον ίδιο τόπο και χρόνο, εκινείτο ομορρόπως προπορευόμενος μερικά μέτρα ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του. Τότε λίγο πριν από τη διασταύρωση της οδού ... με την οδό ... σημειώθηκε σύγκρουση μεταξύ των άνω οχημάτων με αποτέλεσμα να υποστούν η μοτοσικλέτα του ενάγοντος υλικές ζημίες και ο ίδιος ο ενάγων σωματικές κακώσεις. Το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά την αγωγή φέρεται ότι ήτο ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ατυχήματος [12.5.2010] στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «...». Ωστόσο από αξιόπιστα έγγραφα που προσκομίζονται από το εκκαλούν δεν επιβεβαιώνεται κατά το ανώτερω σημείο η αγωγή.

Ειδικότερα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Του ως άνω ατυχήματος επελήφθη αμέσως η Τροχαία ... η οποία συνέταξε το .../12.5.2010 Δελτίο τροχαίου ατυχήματος στο οποίο το ζημιογόνο αυτοκίνητο φέρεται ως ανασφάλιστο. Αντίθετως στην μεταγενεστέρως συνταγείσα από την ίδια Τροχαία ... έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος το ζημιογόνο φορτηγό αυτοκίνητο φέρεται ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Ωστόσο ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Πράγματι, το ένδικο ατύχημα συνέβη στις 12.5.2010. Ο εναγόμενος ιδιοκτήτης του ζημιογόνου οχήματος Δ. Α. την επομένη ημέρα του ατυχήματος, ήτοι την 13.5.2010 υπέβαλε πρόταση ασφαλίσεως του οχήματος στον ασφαλιστικό πράκτορα Ι. Κ. [κωδικός πρακτορείου ...] όπως τούτο προκύπτει από την μετ’ επικλήσεως προσκομιζομένη από το εκκαλούν έγγραφη πρόταση ασφαλίσεως.

Περαιτέρω απεδείχθη ότι η ανωτέρω πρόταση έγινε αποδεκτή και στις 14.5.2010, ήτοι δύο ημέρες μετά το ατύχημα, εκδόθηκε το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από το εκκαλούν πολυασφαλιστήριο περιλαμβάνον το ... ασφαλιστήριο αυτοκινήτου, το ... ασφαλιστήριο προσωπικού ατυχήματος, το ... ασφαλιστήριο νομικής προστασίας και το ... ασφαλιστήριο οδικής βοήθειας, των οποίων η διάρκεια ισχύος ήτο από 14.5.2010 μέχρι 14.11.2010. Εκδόθηκαν, επίσης, η βεβαίωση ασφαλίσεως και το ειδικό σήμα με την ίδια διάρκεια ισχύος. Μάλιστα στα ανωτέρω έγγραφα το επώνυμο του πρώτου εναγόμενου εκ παραδρομής αναφέρεται ως «Α.» αντί του ορθού «Α.». Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο από το εκκαλούν πιστοποιητικό έγγραφο της Υ.Σ.Α.Ε στο οποίο αναφέρεται ότι « δεν βρέθηκαν στοιχεία συμβολαίων σε ισχύ για την ημερομηνία 12.5.2010». Εν τέλει σημειώνεται ότι τα ανωτέρω δεν κλονίζονται από την προσκομιζομένη σε φωτοτυπία βεβαίωση ασφαλίσεως του ζημιογόνου οχήματος με διάρκεια ασφαλίσεως από 10.5.2010 μέχρι 10.11.2010 προδήλως διότι το περιεχόμενό της έρχεται σε αντίθεση με τα παραπάνω αναφερόμενα αυθεντικά έγγραφα. Επομένως, αποδεικνύεται ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο κατά τον χρόνο του ατυχήματος [12.5.2010] δεν ήτο ασφαλισμένο στην, εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, δηλαδή ήτο τότε ανασφάλιστο. Η ασφάλιση ολοκληρώθηκε μετά το ατύχημα [14.5.2010] και επομένως δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη της αρχικώς εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας ούτε μετά την οριστική ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ευθύνη του εκκαλούντος Επικουρικού Κεφαλαίου. Θεμελίωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου προϋποθέτει ότι τούτο από την αρχή ενάγεται επειδή προκλήθηκε ατύχημα από ανασφάλιστο όχημα. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

Επομένως, η ένδικη αγωγή κατά της δεύτερης εναγομένης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε αντιθέτως εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και εσφαλμένως εκτίμησε τις αποδείξεις. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος ως ειδικού διαδόχου της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο, να ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή και να απορριφθεί (έναντι της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας. Εν τελεί, ο εφεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου στο καταβαλόν αυτό εκκαλούν [άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ].