ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 237/2019

 

Δικαστής : Γεωργία Κηρύκου, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Αντώνιος Γεωργαντίδης - Αλέξιος Θεοδωρόπουλος, Στέφανος Μαρινάκης

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 Α.Κ., 1 του ν. 2112/1920 και 1, 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του ερ­γαζόμενου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία γίνεται. Η άσκησή της, όμως, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που διαγράφει η καλή πίστη ή τα χρη­στά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (Α.Κ. 281). Οπότε, σε περί­πτωση τέτοιας υπέρβασης, η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη, ως καταχρη­στική και, κατά συνέπεια, άκυρη (Α.Κ. 174, 180). Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδικήσεως, ύστερα από προ­ηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζόμενου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν δεν υπάρχει γι αυτήν κάποια εμφα­νής ή αληθής αιτία. Διότι, λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, δεν είναι ο εργοδότης εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει. Ο εργαζόμενος, επιδιώκο­ντας την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαι­τίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει η Α.Κ. 281 και, εκ του λόγου αυτού, καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπο­ρεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγ­γελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζόμενου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρε­ώσεων (Α.Π. 179/2016 δημ. ΝΟΜΟΣ). Διότι, τότε, κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της συμβάσεως. Αλλά και όταν ακόμη αυτό δεν συμβαίνει, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχειρήσεως του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου κατα­χρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋ­πόθεση, η καταγγελία της συμβάσεως ερ­γασίας αορίστου χρόνου, από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (Α.Π. 769/2016 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεσθεί ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση ερ­γασίας, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένστα­ση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 Α.Κ. είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ υποφορά να προβληθεί με την αγωγή. Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του κα­ταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως, η μη απόδειξη των επικαλουμέ­νων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απο­λύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χα­ρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυσή του (Α.Π. 460/2013, 1694/2012 δημ. ΝΟΜΟΣ). Αν όμως ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας (Κ.Πολ.Δ. 70), τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δημιουργούν την ακυρότητα και αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή με­ταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγε­λίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότη­τας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., η βάση της αγω­γής (Α.Π. 1250/2018, Α.Π. 721/2018, Α.Π. 166/2018, Α.Π. 1889/2017, Α.Π. 1173/2017, Α.Π. 460/2013, Α.Π. 309/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε μετά την κύρωση από την Ελλάδα του Ανα­θεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρ­τη (εφεξής Αναθ.Ε.ΚΧ.), ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 4359/2016 (Φ.Ε.Κ. Α 5/2.6.2016). Ειδικότερα, το άρθρο 24 του ν. 4359/2016 προβλέπει πέραν του δικαιώματος «...όλων των εργαζομένων να μη λύεται η εργασι­ακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπερι­φορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατά­στασης ή της υπηρεσίας» (εδ. α) και «το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κα­τάλληλη επανόρθωση» (εδ. β). Πρόσφα­τα δε εγέρθηκε το ζήτημα εάν, μετά την κύρωση από την Ελλάδα του Αναθ.Ε.Κ.Χ., και ιδίως ενόψει του ως άνω άρθρου 24 του ν. 4359/2016, που αφορά στο δικαί­ωμα προστασίας σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου, συνάδει με τις νέες αυτές ρυθμίσεις η επιλογή της ελληνικής νομοθεσίας για το αναιτιώδες της εργοδοτικής καταγγελίας (βλ. Ν. Γαβαλά, Τι αλλάζει στο εργατικό δίκαιο μετά την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ΕΕργΔ 75/2016,129 επ. και I. Πίκουλα, ΔΕΝ 72/2016, 1210 επ.).

Σύμφωνα δε με την άποψη που το πα­ρόν Δικαστήριο κρίνει ορθότερη, το ως άνω υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς δεν είναι ελλειμματικό απέναντι στις ρυθμίσεις του άρθρου 24 του Ε.Κ.Χ. για τους εξής λό­γους: α) Το ελληνικό δίκαιο επιτρέπει μεν, αλλά δεν επιβάλλει το αναιτιώδες της κα­ταγγελίας, καταλείποντας τη φροντίδα αυτή στα μέρη της σύμβασης, έτσι ώστε να μπορούν να καθορίζουν αυτά τους λόγους καταγγελίας (απλώς βάσιμους ή σπουδαί­ους λόγους), ενώ ταυτόχρονα απαγορεύει τον συμβατικό αποκλεισμό της δυνατότη­τας καταγγελίας για «σπουδαίους λόγους», β) Το ελληνικό δίκαιο με ιδιαίτερη φροντίδα και αυστηρότητα οργανώνει τις οικονομι­κές συνέπειες από την αναιτιώδη απόλυ­ση (αποζημίωση απόλυσης), και μάλιστα με πολύ ευρύτερο τρόπο από τα οριζόμενα στο άρθρο 24 του Ε.Κ.Χ., δεδομένου ότι δεν περιορίζεται στην καταβολή αποζημίωσης μόνο όταν η καταγγελία γίνεται χωρίς βά­σιμο λόγο (που να συνδέεται με την ικανό­τητα ή τη συμπεριφορά του απολυομένου ή με τις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχεί­ρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας), αλλά και στις περιπτώσεις που συντρέχει βάσιμος λόγος (αντισυμβατική συμπερι­φορά, οικονομοτεχνικά προβλήματα της επιχείρησης, κ.ο.κ.). γ) Επιπλέον, κατά το ελληνικό δίκαιο, ο απολυθείς εργαζόμενος, εκτός από την επιλογή λήψης αποζημίω­σης απόλυσης, έχει ως εναλλακτικό δικαί­ωμα να αξιώνει μισθούς υπερημερίας, στην περίπτωση που η καταγγελία αναγνωρί­ζεται για οποιοδήποτε λόγο ως άκυρη, δ) Πέραν αυτών, το ελληνικό δίκαιο (και η ελληνική νομολογία) προσφέρει ιδιαίτερα ισχυρή θέση στην εφαρμογή της ρήτρας της κατάχρησης δικαιώματος, μέσω της οποίας οριοθετείται η κάθε εργοδοτική υπέρβαση στο πεδίο της αιτίας της καταγγελίας, ελεγχόμενης με τον τρόπο αυτό εμ­μέσως της έλλειψης βάσιμου λόγου από­λυσης. Τούτο γίνεται εμφανέστατο όταν αντιπαραβάλλει κανείς τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παραρτήματος του άρθρου 24 του Ε.Κ.Χ. ως περιπτώσεις αναιτιολόγητης απόλυσης («χωρίς βάσιμους λόγους») με τις περιπτώ­σεις που η ελληνική νομολογία αναγνωρίζει ως λόγους καταχρηστικής απόλυσης, οπό­τε διαπιστώνεται ότι το σύνολο της συγκε­κριμένης εξειδίκευσης μη βάσιμων λόγων ταυτίζονται κατ ουσίαν με τους λόγους της κατά το άρθρο 281 Α.Κ. καταχρηστικής απόλυσης, ε) Όλα τα ανωτέρω κρίνονται από τα ελληνικά δικαστήρια, και συνεπώς καλύπτεται η απαίτηση του άρθρου 24 του Ε.Κ.Χ. να μπορεί ο θιγόμενος μισθωτός να προσφεύγει σε αμερόληπτο όργανο, στ) Τέλος, θα ήταν ιδιαίτερα παράδοξο, εάν ο πρόσφατος νομοθέτης ήθελε να ανατρέψει το μακροχρόνια δοκιμασμένο και αποτε­λεσματικό σύστημα των ν. 2112/1920 και 3198/1955, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 Α.Κ., με έναν τέτοιο σιωπηρό τρόπο. Σημει­ωτέον δε ότι η εισηγητική επί του ως άνω νομοσχεδίου έκθεση (ΕΕργΔ 75/2016, 243 επ.) δεν εκδηλώνει καμία πρόθεση για τρο­ποποίηση του υφιστάμενου καθεστώτος, αλλά με πολύ λιτό τρόπο αναφέρει: «Με το άρθρο 24 αναγνωρίζεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μην απομακρύ­νονται από την εργασία τους χωρίς βάσι­μη αιτία και, στην περίπτωση που συμβεί αυτό, να υπάρξει επαρκής αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη συνδρομή. Ο εργαζόμε­νος στην περίπτωση αυτή έχει το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητο όργανο» (βλ. I. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις).

Περαιτέρω, η πρόβλεψη στον κανο­νισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ, πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων ποινών δεν αφαιρεί από τον εργοδότη το δικαίωμα έκτακτης καταγγε­λίας χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, διότι επιδιώκονται διαφορετικοί σκοποί με την πειθαρχική διαδικασία και την καταγγελία για σπου­δαίο λόγο της εργασιακής σχέσης, αφού με την πρώτη, και όταν προβλέπεται από τον κανονισμό η ποινή της οριστικής παύσε­ως, επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχειρήσεως, ενώ με τη δεύτερη απομακρύνεται ο εργαζόμενος του οποίου η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχισθεί ως επαχθής για τον εργοδότη (Ολ.Α.Π. 43/2002 ΕλλΔνη 2003, 378, Α.Π. 458/2013, Α.Π. 1263/2012, Α.Π. 1616/2011 δημ. Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 308/2011 ΧρΙΔ 2012, 223, Α.Π. 703/2006 ΕλλΔνη 47, 1035, Α.Π. 255/2006 ΔΕΕ 2006, 813, Εφ.Θράκ. 83/2015 Αρμ 2015, 1702). Η καταγγελία αυτή, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται από τα δικαστή­ρια κατά τις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ. (Α.Π. 458/2013, Α.Π. 1616/2011, Α.Π. 308/2011 ό.π., Α.Π. 1711/2007 δημ. Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 255/2006 ό.π.). Το δικαστήριο, επίσης, ερευνά αν στη συγκεκριμένη περί­πτωση, με την άσκηση του δικαιώματος απολύσεως, παραβιάζεται η αρχή της ανα­λογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμέ­νου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστεως και της αρχής της μη κατα­χρήσεως των δικαιωμάτων και απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους δικαίου, έχει δε καθιερωθεί με την πρόσφατη αναθεώρηση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Ειδικότερα δε το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγ­γελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επί­τευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδό­τη (Α.Π. 458/201, Α.Π. 1616/2011 και Α.Π. 308/2011 ό.π., Α.Π. 555/2007 ΕΕργΔ 2008, 1226, Α.Π. 703/2006 ΕλλΔνη 2006,1034).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 Α.Κ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι αν η καταγγελία της σύμ­βασης εργασίας από τον εργοδότη συν­τελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότη­τας του μισθωτού, ήτοι μείωσης της υπό­ληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση ή που συνιστούν αδικοπραξία, περίπτωση που συντρέχει επί καταχρηστικής καταγγελίας, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορί­ζεται κατ εύλογη κρίση από το δικαστήριο (Α.Π. 670/2016, Α.Π. 363/2015, Α.Π. 22/2014, Α.Π. 282/2009, Μον.Εφ.Πειρ. 25/2015, Εφ.Πειρ. 146/2014 δημ. Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, και Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, κεφάλαιο 28, περ. 1799).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή του εκθέτει ότι προσελήφθη από την εναγομένη εταιρεία με την ιδιότητα του ΙΤ Operations Manager της Διεύθυνσης Πληροφορικής αυτής, αρ­χικά με την από 16.8.2017 σύμβαση εξαρ­τημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία κατά τη λήξη της στις 28.2.2018 ανανεώθηκε και τράπηκε σε αορίστου χρόνου, με μικτές μηνιαίες αποδοχές πο­σού 3.500 ευρώ, ενώ από τις 25.9.2017 του ανατέθηκε επιπλέον και η ιδιότητα του Υπεύθυνου Ασφαλείας Πληροφοριών (Chief Information Security Officer - CISO), με τις αναφερόμενες στην αγωγή αρμοδιότητες. Ότι στις 6.3.2018, εντελώς αιφνιδιαστικά και με συνοπτικές διαδικασίες, η εναγομέ­νη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του γνωστοποιηθεί η αιτία, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε εκατέρωθεν ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων μεταξύ των διαδίκων με το εκτιθέμενο στην αγωγή περιεχόμενο, στα πλαίσια της οποίας η ενα­γομένη, με την από 11.4.2018 εξώδικη απάντησή της προς τον ενάγοντα, ισχυρίσθηκε ότι αυτός είχε προβεί χωρίς την άδειά της σε παράνομη αντιγραφή ευαίσθητων επι­χειρηματικών δεδομένων, διεπομένων από το επαγγελματικό και το τραπεζικό απόρ­ρητο, προς διάθεση σε τρίτους. Ότι, παρά ταύτα, εκ μέρους της εναγομένης ουδέποτε του ζητήθηκαν εξηγήσεις για τις εν λόγω κατηγορίες, ούτε κινήθηκε οποιοσδήποτε πειθαρχικός ή άλλος έλεγχος σε βάρος του. Ότι, ακολούθως, στις 10.5.2018, κατά τη δι­ενέργεια εργατικής διαφοράς ενώπιον του Σ.ΕΠ.Ε. Ν. Ιωνίας, η εναγομένη δεν έδωσε οποιαδήποτε πληροφορία, ούτε προσκό­μισε οποιοδήποτε στοιχείο σε βάρος του, αλλά ενέμεινε στην προβολή ανυπόστατων αιτιάσεων σε βάρος του και επιπλέον εντε­λώς αβάσιμα απέδωσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του σε ανεπαρκή και πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του, λόγοι οι οποίοι τυγχάνουν εντελώς αβάσι­μοι και πρόδηλα προσχηματικοί. Ότι, συν­επώς, η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του τυγχάνει άκυρη, και δη ως μη νόμιμη, άλλως ως καταχρηστική, διότι αντίκειται στο ν. 4359/2016, που κύρωσε τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνι­κό Χάρτη, αφού έγινε χωρίς αναφορά σε οποιοδήποτε βάσιμο λόγο και εντελώς προσχηματικά, αλλά και κατά παράβαση της αρχής της ultima ratio, αφού δεν προ­ηγήθηκε η κίνηση της πειθαρχικής διαδι­κασίας σε βάρος του και, συνακόλουθα, η εναγόμενη του οφείλει μισθούς υπερημε­ρίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητάς του από την άκυρη απόλυσή του.

Με βάση δε το ανωτέρω ιστορικό, και δη κατό­πιν παραδεκτού περιορισμού του αγωγικού αιτή­ματος (ήτοι, αφενός μεν με την παραίτηση από το κονδύλιο περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για το πέραν της 30.9.2018 χρονικό διάστημα, από το κονδύλιο περί επιδίκασης δώρου Χριστουγέν­νων 2018 και εν μέρει από το κονδύλιο της χρημα­τικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αφετέρου δε με τον περιορισμό του συνόλου των λοιπών αγωγικών κονδυλίων, πλην του κονδυλίου περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας για το χρονι­κό διάστημα από 7.3.2018 έως 31.7.2018, το οποίο διατηρείται καταψηφιστικό, σε έντοκα αναγνωρι­στικά), με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αλλά και με τις προτάσεις του (άρθρα 294, 295, 297 Κ.Πολ.Δ), ο ενάγων ζητεί: Α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 6.3.2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, Β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 16.863,63 ευρώ, που αντιστοιχεί στις αποδοχές υπερημερίας του για το χρονικό διάστημα από 7.3.2018 έως 31.7.2018, και δη νομιμότοκα από την τελευταία ημέρα εκάστου αντίστοιχου μηνός, άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, και Γ) να αναγνω­ρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει: 1) το ποσό των 7.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στις αποδοχές υπερημερίας του για το χρονικό διάστη­μα από 1.8.2018 έως 30.9.2018, και δη νομιμότοκα από την τελευταία ημέρα εκάστου αντίστοιχου μηνός, άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, και 2) το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, και δη νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλη­ση, και Δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του στην θέση και με τα καθήκοντα και τις αποδοχές που είχε και προ της ως άνω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 150 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης της να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Τέλος, ο ενά­γων ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να υποχρεωθεί η εναγό­μενη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, αφού μετά τον κατά τα ανωτέρω περιορισμό του αιτήματος της το καταψηφιστικό της αίτημα δεν υπερβαίνει κατά ποσό το όριο της καθ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (ήτοι αυτό των 20.000 - βλ. άρθρο 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τη διά­ταξη του άρθρου 14 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ ύλην και κατά τόπον αρμό­διο (άρθρα 14, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), για να συζητηθεί κατά την προκείμενη ειδική διαδι­κασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621-622 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, λόγω του χρόνου κατάθεσης της αγωγής - βλ. άρθρο 1 άρθρο ένατο του ίδιου νόμου). Έχει δε ασκηθεί παραδεκτά, ήτοι εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, η οποία λαμβάνεται υπό­ψη αυτεπαγγέλτως (άρθρα 279, 280 Α.Κ.), καθόσον η καταγγελία της σύμβασης εργασίας φέρεται να έλαβε χώρα την 6.3.2018, ενώ επικυρωμένο αντί­γραφο της υπό κρίση αγωγής επιδόθηκε στην ενα­γόμενη την 6.6.2018.

Όμως, εν προκειμένω το πρώτο αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της ακυ­ρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος πρέπει να απορ­ριφθεί ως μη νόμιμο όσον αφορά στους επικαλούμενους λόγους ακυρότητας περί αντίθεσης της επίδικης καταγγελίας στον ν. 4359/2016, που κύρωσε τον Αναθεωρη­μένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, και περί καταχρηστικότητας, λόγω της ανυπαρξί­ας ουσιαστικού και βάσιμου λόγου για την απόλυσή του.

Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα εκτέθη­καν στις προηγηθείσες σχετικές μείζονες σκέψεις, εφόσον ο ενάγων, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η τελευταία είχε το δικαίωμα να την καταγγείλει αναιτιωδώς οποτεδήποτε, ήτοι χωρίς καν λόγο και πάντως χωρίς σπουδαίο λόγο, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορί­στου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την έννοια ότι η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου λόγου δεν αποτελεί προϋ­πόθεση του κύρους της.

Εξάλλου, το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαι­ώματος, υπόκειται στους περιορισμούς της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., δεν σημαίνει ότι συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι αυτή κά­ποια αληθής αιτία, αφού, σύμφωνα με την ίδια ως άνω μείζονα σκέψη, για να θεωρη­θεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε για αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτεί­ται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκε­κριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί κατ αρχήν ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετι­κού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 Α.Κ., προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα σχετική μείζονα σκέψη, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το άρθρο 24 του ν. 4359/2016 δεν μετέβαλε τις ως άνω ρυθμίσεις του ελληνικού δικαί­ου περί του αναιτιώδους της εργοδοτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορί­στου χρόνου, αλλά συνάδει πλήρως με αυ­τές, οι οποίες παρείχαν και εξακολουθούν να παρέχουν αποτελεσματική προστασία του εργαζομένου σε περίπτωση λύσης της σχέσης εργασίας του. Επιπρόσθετα δε, ο έτερος λόγος περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, λόγω παραβίασης της αρχής της ultima ratio, τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, δεδομένου ότι ο ενάγων επικα­λείται, όλως αορίστως, ότι η εναγομένη δεν κίνησε σε βάρος του την πειθαρχική διαδικασία, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε αναφορά συγκεκριμένου ηπιότερου μέσου το οποίο θα ήταν εξίσου πρόσφορο όπως η καταγγελία για την επίτευξη του επιδι­ωκόμενου εκ μέρους της εναγομένης σκο­πού. Εξάλλου, ενόψει της ανωτέρω απόρ­ριψης του αιτήματος περί αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης καταγγελίας, παρέλκει η εξέταση των αναγκαίως συνεχομένων-παρεπομένων με αυτό αγωγικών αιτημάτων περί υποχρέωσης για αποδοχή των προσφερόμενων από τον ενάγοντα υπηρεσιών και περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας.

Τέλος, μη νόμιμο και, ως εκ τούτου, απορριπτέο είναι και το αίτημα περί χρη­ματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, διότι μόνη η άκυρη απόλυση του μισθω­τού, είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω πα­ράβασης του άρθρου 281 Α.Κ., δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας αυτού, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κατά τα άρθρα 59 και 932 Α.Κ. αξίωση για χρη­ματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αν δεν συντελέστηκε υπό συνθήκες παρά­νομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του μισθωτού, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυ­τού για πραγματική απασχόληση ή που συνιστούν αδικοπραξία (βλ. προηγηθείσα σχετική μείζονα σκέψη).

Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορρι­φθεί στο σύνολο της, ενώ τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κα­νόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).