ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2315/2019

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Κυριακή Γαλλιού, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ΕΛένη Καραγιάννη, Πρωτόδικη Εισηγήτρια, Χρυσούλα Ορφανού, Πρωτόδικη και από τη Γραμματέα Μαρία Τότσικα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, την 24 Μαϊου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Εταιρείας με την επωνυμία «…………………….. LTD», που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου (οδός ……….. αριθ. ……….., …………., ………, ……………, ………….., ………… αριθμ. …………, με ευρωπαϊκό ΑΦΜ ……….) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία προκατέθεσε προτάσεις διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Θεόδωρου Ζέρβα (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. ……………….), δυνάμει της από 26.09.2017 έγγραφης εξουσιοδότησης κατέθεσε το υπ’ αριθ. …………… γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών Δ.Σ.Θ. και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο, ως έχει δικαίωμα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 4 εδ. στ’ ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4335/2015).

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «………………………» και το διακριτικό τίτλο «………………………», που εδρεύει στην Αθήνα (……………………) και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ.…………, η οποία προκατέθεσε προτάσεις διά των πληρεξούσιων δικηγόρων της, Σπυρίδωνος Αλεξανδρή (Δ.Σ.Α…………….) και Παναγιώτη Γιαννόπουλου (Α.Μ.Δ.Σ.Θ…………….) δυνάμει της από 02.10.2017 έγγραφης εξουσιοδότησης, κατέθεσε το υπ’ αριθ. ……………….γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών Δ.Σ.Α. και το υπ’ αριθ. ………….. γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών Δ.Σ.Θ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Παναγιώτη Γιαννόπουλου.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 29-05-2017 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……………../01-06-2017, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, η οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν κατά τον τρόπο που σημειώνεται παραπάνω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 στοιχείο α' του ν. 2735/1999, με τον οποίο υιοθετήθηκε με μικρές διαφοροποιήσεις ο Πρότυπος Νόμος που κατάρτισε η Επιτροπή του Ο.Η.Ε. για το Δίκαιο του Διεθνούς Εμπορίου (UNCITRAL), ορίζεται ότι διεθνής θεωρείται η διαιτησία, εκτός των άλλων περιπτώσεων και όταν τα μέρη έχουν, κατά τη σύναψη της συμφωνίας διαιτησίας, την εγκατάστασή τους σε διαφορετικά κράτη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του ιδίου νόμου «Συμφωνία διαιτησίας είναι η συμφωνία με την οποία τα μέρη υπάγουν σε διαιτησία όλες τις διαφορές ή ορισμένες διαφορές που έχουν προκύψει ή ενδέχεται να προκόψουν μεταξύ τους από μια έννομη σχέση, συμβατική ή μη συμβατική», ενώ κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 «Το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκείται αγωγή σε υπόθεση για την οποία υπάρχει συμφωνία διαιτησίας, παραπέμπει την υπόθεση στη διαιτησία μετά από το αίτημα ενός από τους διαδίκους, εφόσον υποβάλλεται κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο, εκτός αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, ανενεργός ή μη επιδεκτική εφαρμογής. Η εκκρεμοδικία της παραγράφου 1 δεν εμποδίζει την έναρξη ή τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας και την έκδοση διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 10 του ν. 2735/1999 «Αν τα μέρη δεν έχουν καθορίσει τον αριθμό των διαιτητών, οι διαιτητές είναι τρεις», κατά το άρθρο 11 παρ. 4 αυτού ορίζεται «Αν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία (για ορισμό διαιτητή ή διαιτητών): (α) Όταν οι διαιτητές είναι τρείς, κάθε μέρος ορίζει ένα διαιτητή και οι δυο διαιτητές ορίζουν τον τρίτο διαιτητή. Αν ένα μέρος παραλείψει να ορίσει διαιτητή μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη λήψη του αντίστοιχου αιτήματος του άλλου μέρους ή αν οι δυο διαιτητές αδυνατούν μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τον ορισμό τους να συμφωνήσουν για τον ορισμό του τρίτου διαιτητή, τότε ο ορισμός γίνεται, μετά από αίτηση ενός μέρους, από το δικαστήριο του άρθρου 6 παρ. 1 του παρόντος νόμου, (β) Όταν το διαιτητικό δικαστήριο αποτελείται από ένα διαιτητή και τα μέρη αδυνατούν να συμφωνήσουν για τον ορισμό του, ο ορισμός γίνεται, μετά από αίτηση ενός μέρους, από το δικαστήριο του άρθρου 6 παρ. 1 του παρόντος νόμου», ενώ στην παρ. 1 του ιδίου άρθρου 20 προβλέπεται ότι «1. Τα μέρη έχουν την εξουσία να καθορίσουν τον τόπο διαιτησίας. Αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία, τον τόπο διαιτησίας καθορίζει το διαιτητικό δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διευκόλυνση των μερών». Επιπλέον, στην παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 2735/1999 ορίζεται: «1. Τα μέρη έχουν την εξουσία να καθορίσουν τη γλώσσα ή τις γλώσσες που θα χρησιμοποιηθούν στη διαιτητική διαδικασία. Αν δεν υπάρχει σχετική συμφωνία, το ζήτημα ρυθμίζεται από το διαιτητικό δικαστήριο και στο άρθρο 24 « Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, το διαιτητικό δικαστήριο αποφασίζει αν θα τηρηθεί ακροαματική διαδικασία ή αν η διαιτητική διαδικασία θα διεξαχθεί με έγγραφα και άλλα στοιχεία. Αν τα μέρη δεν απέκλεισαν την ακροαματική διαδικασία, το διαιτητικό δικαστήριο οφείλει, σε κάθε περίπτωση αν το ζητήσει ένα μέρος να διεξαγάγει ακροαματική διαδικασία σε χρόνο που αυτό κρίνει κατάλληλο». Τέλος, κατά το άρθρο 16 του ν. 2735/1999 «Το διαιτητικό δικαστήριο αποφαίνεται για τη δικαιοδοσία του και την ύπαρξη ή την ισχύ της συμφωνίας διαιτησίας. Για το σκοπό αυτόν, ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση θεωρείται αυτοτελής συμφωνία. Απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου ότι η σύμβαση είναι άκυρη δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ακυρότητα της διαιτητικής ρήτρας». Η συμφωνία για τη διαιτησία γίνεται γενικά δεκτό, αλλά και προκύπτει στην ελληνική έννομη τάξη από τις διατάξεις των άρθρων 867, 868, 869 ΚΠολΔ, 7 και 16§1 εδ. β' του ν. 2735/1999, ότι είναι ιδιαίτερη δικονομικού δικαίου συμφωνία, η οποία σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κυρία σύμβαση και είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής, χωρίς να επηρεάζεται από την πρώτη, υπό την έννοια ότι το κύρος της κρίνεται ανεξάρτητα από το κύρος της κύριας σύμβασης, στην οποία αναφέρεται είτε έχει, είτε δεν έχει ενσωματωθεί σ’ αυτή (ΑΠ 816/1983 ΝοΒ 32.638, ΕφΑΘ 1213/2006 ΕλλΔνη 2006.1105, ΕφΑΘ 1944/2006 ΔΕΕ 2006.1298, ΕφΑΘ 5522/2002 Αρμ 2003.1658). Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 263 περ. β και 264 εδ. α και 870 §1 του ΚΠολΔ, οι οποίες ως δικονομικές εφαρμόζονται σε κάθε διαιτησία με forum την Ελλάδα, δηλαδή ακόμη κι όταν η όλη διαιτησία διέπεται από διατάξεις αλλοδαπού δικαίου, κατά την συζήτηση της υπόθεσης προτείνεται, με ποινή απαραδέκτου, η υπαγωγή της διαφοράς σε διαιτησία, στην οποία ακολούθως το δικαστήριο παραπέμπει την υπόθεση. Από τις διατάξεις αυτές, σαφώς συνάγεται ότι η έννομη συνέπεια της έγκαιρης υποβολής της ένστασης υπαγωγής της διαφοράς στην διαιτησία (263 ΚΠολΔ), είναι η παραπομπή της υπόθεσης στην διαιτησία και όχι η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, όπως, όντως, θα συνέβαινε εάν δεν υπήρχε η, δια της αμέσως ανωτέρω διάταξης, ειδική νομοθετική πρόβλεψη. Η παραδοχή της αναβλητικής αυτής ενστάσεως και η παραπομπή της υποθέσεως σε διαιτησία προϋποθέτει, αφενός μεν την έγκαιρη προβολή της ενστάσεως και αφετέρου, την εγκυρότητα της συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία, της οποίας το κύρος κρίνει παρεμπιπτόντως το πολιτικό Δικαστήριο, στο οποίο προτάθηκε εγκαίρως η σχετική ένσταση, εφόσον ο ενάγων αμφισβητεί το κύρος της συμφωνίας (ΑΠ 1219/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 525/2014 ΔΕΕ 2014.1204). Σχετικά με την εγκυρότητα της συμφωνίας υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία ορίζουν διατάξεις των άρθρων 867, 868 και 869 του ΚΠολΔ από τις οποίες προκύπτει ότι, διαφορές ιδιωτικού δικαίου υφιστάμενες ή μέλλουσες να προέλθουν από ορισμένη έννομη σχέση, πλην των εργατικών διαφορών, μπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία, με συμφωνία, αν εκείνοι που τη συνομολόγησαν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς, η οποία υφίσταται, όταν πρόκειται περί ιδιωτικού δικαίου διαφοράς, δηλαδή διαφοράς που πηγάζει από έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, με αντικείμενο, είτε την ύπαρξη είτε την ανυπαρξία της έννομης σχέσης, είτε τις επί μέρους εκδηλώσεις της ως προς τα υποκείμενα, το αντικείμενο και το περιεχόμενο του δικαιώματος, το οποίο πρέπει να είναι απαλλοτριωτό, όπως κατά κύριο λόγο είναι τα περιουσιακά δικαιώματα, ενοχικά και εμπράγματα και όχι εκείνα που ανάγονται στο δίκαιο προστασίας της προσωπικότητας (ΑΠ 2004/2007 ΧρίΔ 2008,730, ΕφΑθ 1730/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 2709/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4535/1998 ΕλλΔνη 2002.1450). Συνεπώς, σε συμφωνία διαιτησίας, υπάγονται όλες οι υφιστάμενες ή μελλοντικές διαφορές σε σχέση προς την ερμηνεία ή την εκτέλεση της σύμβασης, στην οποία αναφέρεται η διαιτητική συμφωνία, οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτήν, το κύρος ή η ακυρότητα της σύμβασης και οι συνέπειες της ακυρότητας, η λύση και οι συνέπειες αυτής και γενικώς πάσα διαφορά, η οποία αφορά απαιτήσεις ή υποχρεώσεις, οι οποίες έχουν σχέση με τη σύμβαση ή σχέσεις που αναφέρονται σε αυτήν σε οποιαδήποτε διάταξη νόμου και αν στηρίζονται (ΑΠ 825/77 ΝοΒ 26. 673, ΑΠ 441/82 ΝοΒ 31.46), όπως και απαιτήσεις αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας, οι οποίες συρρέουν με απαιτήσεις αποζημιώσεως από την σύμβαση, καθόσον και αυτές συνάπτονται με την σύμβαση. Ειδικά, για τις μελλοντικές διαφορές ναι μεν στη διαιτητική συμφωνία πρέπει να αναφέρεται η ορισμένη έννομη σχέση από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές, δεν είναι όμως απαραίτητο να μνημονεύονται οι συγκεκριμένες διαφορές. Η συμφωνία περί διαιτησίας ως προς αυτές διατηρεί το κύρος της ακόμη και όταν η διαιτητική ρήτρα έχει διατυπωθεί με ευρύτητα, όπως π.χ. ότι υπάγονται σε διαιτησία όλες οι διαφορές που θα ανακύψουν από τη σύμβαση (ΕφΑθ 6020/2011, ΕφΑθ 2471/2006, ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, για τις μελλοντικές διαφορές απαιτείται, εκτός από την εξουσία διαθέσεως των μερών και η τήρηση του έγγραφου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και δεν μπορεί να αναπληρωθεί με την επίκληση άλλων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 45/2013, ΑΠ 539/2013, ΑΠ 1737/2009 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, για να είναι έγκυρη η συμφωνία περί διαιτησίας απαιτείται: α) να αναφέρεται σε ιδιωτικού δικαίου διαφορές, β) τα μέρη να έχουν εξουσία διαθέσεως του αντικειμένου της διαφοράς, γ) τα μέρη να έχουν την ικανότητα για κατάρτιση συμφωνιών για διαιτησία, δ) το περιεχόμενό της να είναι σύννομο και ε) να έχει περιβληθεί το νόμιμο τύπο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εταιρία, η οποία έχει την καταστατική της έδρα στην Κύπρο, εκθέτει, ότι δραστηριοποιείται; επαγγελματικά, στον τομέα της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, σε μεγάλες επιχειρήσεις και οργανισμούς, με αντικείμενο την πιστοποίησή τους, σε διάφορα διεθνή πρότυπα, όπως ISO, OHSAS κλπ. Ότι, η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει την καταστατική της έδρα στην Αθήνα, έχει ως αντικείμενο την λειτουργία και την εκμετάλλευση μεταλλείων παντός είδους και στο πλαίσιο αυτό εξαγόρασε από το Ελληνικό Δημόσιο τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των μεταλλείων της Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Ότι μεταξύ των διαδίκων, καταρτίστηκαν επτά (7) ιδιωτικά συμφωνητικά παροχής υπηρεσιών, τέσσερα εκ των οποίων υπεγράφησαν στις 28.03.2016 και τρία στις 09.05.2016. Ότι με βάση τα συμφωνητικά αυτά, η ενάγουσα ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών προετοιμασίας, βελτίωσης/επικαιροποίησης, συντήρησης των αναλυτικά αναφερόμενων σε αυτά συστημάτων διαχείρισης (και συγκεκριμένα περιβαντολλογικής, ενεργειακής, υγείας και ασφάλειας, οδικής ασφάλειας, ποιότητας και κοινωνικής ευθύνης) κατά τα διεθνή πρότυπα, έναντι συνολικού ανταλλάγματος 3.180.000 ευρώ. Ότι, ως συμβατική διάρκεια ορίστηκε, για μεν τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν στις 28.03.2016, η χρονική περίοδος που αρχίζει στις 28.03.2016 και λήγει στις 31.12.2016, για δε τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν στις 09.05.2016, η χρονική περίοδος που αρχίζει στις 09.05.2016 και λήγει στις 31.12.2016, ενώ, επιπλέον, συμφωνήθηκε συμβατικά η δυνατότητα, μετά τη λήξη τους, να παραταθούν «σιωπηρά» για μία επιπλέον διετία. Ότι, ως προς την καταβολή της αμοιβής, συνομολογήθηκε ότι το 50% αυτής θα προκαταβαλλόταν μέσα σε 15 ημέρες από την υπογραφή της εκάστοτε σύμβασης και το υπόλοιπο μέχρι το τέλος του εκάστοτε έτους. Ότι οι παραπάνω συμβάσεις εκτελέστηκαν, προσηκόντως, από την ενάγουσα για το πρώτο συμβατικό έτος (2016) και ότι μετά τη λήξη της αρχικής διάρκειας τους, παρατάθηκαν, «σιωπηρά», για δυο ακόμη χρόνια (2017, 2018), με βάση την ανωτέρω συμβατική πρόβλεψη, μάλιστα δε η εναγόμενη εξέδωσε και σχετική γραπτή βεβαίωση προς τούτο. Ότι, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει κανονικά τις υπηρεσίες της και μετά την έναρξη του δεύτερου συμβατικού έτους (2017), η εναγόμενη δεν ήταν συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις, αφήνοντας ανεξόφλητο αφενός το ποσό των 150.000 ευρώ, που αφορούσε υπόλοιπο εκ της αμοιβής της για το έτος 2016, για το οποίο εξέδωσε το υπ’ αριθμ. .../06.12.2016 τιμολόγιο και αφετέρου, δεν κατέβαλε την προκαταβολή του 50% της αμοιβής της για το δεύτερο συμβατικό έτος (2017), συνολικής αξίας 1.590.000 ευρώ, για την οποία εξέδωσε τα υπ’ αριθμ. ..../03.03.2017 τιμολόγια. Ότι επιπλέον, η εναγόμενη, από το Μάρτιο του έτους 2017 και εντεύθεν, απαγόρευσε αναιτιολόγητα στους εκπροσώπους και στο προσωπικό της ενάγουσας να εισέλθουν στις εγκαταστάσεις της, προκειμένου να πραγματοποιήσουν τις προγραμματισμένες εργασίες τους, δηλαδή αρνήθηκε να παράσχει την αναγκαία σύμπραξη στην ενάγουσα, ώστε να ολοκληρώσει την εκτέλεση των συμβάσεων, μολονότι στο άρθρο 2 έκαστης εξ αυτών, ρητά, συμφωνήθηκε η σχετική υποχρέωσή της προς τούτο. Ότι, στις 18.04.2017, η ενάγουσα επέδωσε στην εναγόμενη, εξώδικη δήλωση, με την οποία την καλούσε, εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την επομένη της επίδοσης αυτής, να της δηλώσει εγγράφως αν προτίθεται να εκπληρώσει τη συμβατική της υποχρέωση προς σύμπραξη ή όχι και ότι σε περίπτωση, που είτε απαντούσε αρνητικά είτε δεν απαντούσε καθόλου, θα θεωρούσε ότι η άρνηση εκπλήρωσης της κύριας υποχρέωσης σύμπραξής της, είναι οριστική. Ότι η εναγόμενη δεν απάντησε στο ως άνω εξώδικο, ενώ συνέχισε να απαγορεύει την είσοδο των εκπροσώπων της ενάγουσας στις εγκαταστάσεις της και γενικώς να μην συμπράττει. Ότι η υπαίτια παραβίαση της συμβατικής υποχρέωσης της εναγόμενης προς σύμπραξη, η οποία συνιστά πλημμελή εκπλήρωση της παροχής, κατέστησε αδύνατη την παροχή της ενάγουσας χωρίς υπαιτιότητα της και οδήγησε στη μη εκπλήρωση των επτά (7) επίδικων συμβάσεων από υπαιτιότητα της εναγόμενης, ενόψει της οποίας η ενάγουσα δικαιούται, ως αποζημίωση, τη συμφωνημένη συμβατική της αμοιβή, για τα έτη 2017 και 2018. Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα, επικαλούμενη τις επτά (7) καταρτισθείσες, μεταξύ των διαδίκων, συμβάσεις, ζητεί, κατόπιν ολικής τροπής των αιτημάτων της αγωγής της, από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωστικά (άρθρα 223, 294, 295, 297 ΚΠολΔ): I) α) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 150.000 ευρώ, που αφορά στο υπόλοιπο εκ της συμφωνηθείσας αμοιβής της, από το έτος 2016, νομιμοτόκως από την επομένη της έκδοσης του υπ’ αριθμ. .../06.12.2016 τιμολογίου, ήτοι από 07.12.2016, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό 1.590.000 ευρώ, που αφορά την προκαταβολή του 50% της αμοιβής της για το έτος 2017, νομιμοτόκως από την επομένη της έκδοσης των υπ’ αριθμ. ..../03.03.2017 τιμολογίων, ήτοι από 04.03.2017 και II) να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει, ως αποζημίωση, λόγω περιέλευσής της σε ολική, οριστική και ανυπαίτια αδυναμία παροχής των συμβατικών της υποχρεώσεων από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγόμενης α) την υπολειπόμενη συμφωνημένη συμβατική αμοιβή της, για το έτος 2017 [αφαιρούμενης της προκαταβολής του 50% την οποία ζητά υπό 1 β)] ύψους 1.590.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής και, β) το σύνολο της συμφωνημένης συμβατικής αμοιβής της, για το έτος 2018, ύψους 3.180.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, III) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και IV) και να καταδικαστεί η εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη.

Η εναγομένη, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της, αμυνόμενη κατά της αγωγής, ισχυρίζεται πρωτίστως, ότι το Δικαστήριο αυτό στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της αγωγής, δεδομένου ότι με το άρθρο 11, το οποίο έχει πανομοιότυπη διατύπωση και στις επτά (7) επίδικες συμβάσεις, που συνδέουν τους διαδίκους, οι τελευταίοι έχουν συμφωνήσει να υπάγουν σε διαιτησία τις διαφορές που τυχόν προέκυπταν εξ αυτών. Η ένσταση αυτή προτείνεται παραδεκτά (άρθρο 263 περ. β’ ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, στηριζόμενη στα άρθρα 3§1, 4 τελευτ. εδ. ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 §§1 και 2 περ. β', 7§1, 8 του ν. 2735/1999. Σχετικά με την προταθείσα ένσταση υπαγωγής της ένδικης διαφοράς σε διαιτησία, από την επισκόπηση των επίμαχων συμβάσεων, η οποία, παραδεκτός χωρεί σε αυτό το διαδικαστικό σημείο, δεδομένου ότι η εν λόγω ένσταση συνάπτεται με την αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη από το Δικαστήριο διαδικαστική προϋπόθεση της δικαιοδοσίας του, προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς (άρθρο 4 εδ. α ΚΠολΔ, βλ. και ΠΠρΑθ 44/2016 ΝΟΜΟΣ), προκύπτουν τα ακόλουθα, ήτοι: Σε όλες τις προαναφερθείσες και καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων έγγραφες συμβάσεις και ειδικότερα στο άρθρο 11 αυτών, υπό τον τίτλο «Επίλυση διαφορών-Δίκαιο της Σύμβασης Δωσιδικία» καθορίστηκε ρητώς ότι: «Η παρούσα σύμβαση διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Ειδικότερα, για οποιοδήποτε θέμα, το οποίο δεν ρυθμίζεται με τους όρους των επιμέρους συμβατικών άρθρων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα [...]. Σε περίπτωση που θα ανακύψει διαφωνία μεταξύ του Εργοδότη και του Συμβούλου θα καταβάλλεται προσπάθεια φιλικής διευθέτησης. Αν δεν καταστεί δυνατό να επιλυθεί η διαφορά από τα αρμόδια όργανα των συμβαλλόμενων ούτε από τους νόμιμους εκπροσώπους των συμβαλλομένων, τότε θα ακολουθείται η διαιτητική διαδικασία για την επίλυση της διαφοράς που προβλέπει η σύμβαση». Από τη σαφή διατύπωση του ως άνω άρθρου, προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν εγγράφως να επιλύεται διαιτητικά όποια διαφορά ανακύψει μεταξύ τους από τις επίδικες συμβάσεις και επομένως, με το άρθρο αυτό, εισάγεται διαιτητική ρήτρα, η δε παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία τάσσεται κατά τρόπο ανενδοίαστο και αμετάκλητο, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, ότι, με τη ρήτρα αυτή, τα μέρη απέβλεψαν στον αποκλεισμό της δικαιοδοσίας των πολιτειακών δικαστηρίων. Το γεγονός ότι η διαιτητική ρήτρα δεν περιλαμβάνει πρόβλεψη για επιμέρους ζητήματα, όπως τον αριθμό των διαιτητών, τον τόπο διεξαγωγής και την εφαρμοστέα διαδικασία, κατά την οποία θα διεξαχθεί η διαιτησία, δεν ασκεί επίδραση στο κύρος της, καθότι, για την ύπαρξη έγκυρης συμφωνίας διαιτησίας, αρκεί η δήλωση βούλησης των μερών περί υπαγωγής τους σε αυτήν, ενώ ελλείψει ειδικής συμβατικής (πρόβλεψης, τα στοιχεία αυτά μπορούν ευχερώς να αναπληρωθούν από το νόμο και ειδικότερα από τα άρθρα 10, 11 παρ. 4, 20, 22 και 24 του ν. 2735/1999, 872, 874, 878 και 886 ΚΠολΔ. Με βάση αυτά, το διαιτητικό δικαστήριο θα συγκροτηθεί από τρία μέλη (δυο διαιτητές και ένα επιδιαιτητή) έκαστος διάδικος δικαιούται να ορίσει ανά ένα μέλος και σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης σύμπραξης ενός μέρους, το ελλείπον μέλος, θα οριστεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου εγκατάστασης του προσφεύγοντος σε διαιτησία, ο δε τόπος της διαιτησίας, η γλώσσα και η εφαρμοστέα διαδικασία, θα προσδιοριστούν, αντίστοιχα, από το διαιτητικό δικαστήριο, μετά την ολοκλήρωση της συγκρότησης του. Περαιτέρω, η επίδική αξίωση της ενάγουσας περί καταβολής της συμβατικής αμοιβής της είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά (περιουσιακό, ενοχικό, δικαίωμα), απορρέει από συγκεκριμένη έννομη σχέση (σύμβαση), για την οποία οι συμβαλλόμενοι είχαν δικαίωμα διάθεσης και συνεπώς, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας διαιτησίας. Επιπλέον, η διαιτητική ρήτρα, περιλαμβάνουσα μελλοντικές διαφορές, που πρόκειται να ανακύψουν στο πλαίσιο των, μεταξύ των διαδίκων, καταρτισθέντων συμβάσεων, συνομολογήθηκε, εγγράφως, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 869 εδ. α' ΚΠολΔ, ενώ δεν είναι υποχρεωτική η απαρίθμηση συγκεκριμένων συμβατικών διαφορών, που, κατά τη συμφωνία των μερών, θα επιλύονται διαιτητικά, αλλά αρκεί να αναφέρεται η βασική έννομη σχέση από την οποία θα προκύψουν, αφού η διαιτητική ρήτρα είναι έγκυρη και δεσμευτική για τα μέρη, ακόμη κι όταν έχει διατυπωθεί με ευρύτητα (ΑΠ 1219/2014, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, οι αγωγικές αξιώσεις της ενάγουσας πηγάζουν ευθέως από τις επίδικες συμβάσεις, διότι ανέκυψαν στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 7 (αμοιβή], 8 [τρόπος πληρωμής], 9 [διάρκεια της σύμβασης] αυτών, ανάγονται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων, καθώς και στην ερμηνεία, κατά την κατάρτιση και εκτέλεση αυτών και επομένως, καταλαμβάνονται ανενδοίαστα από το πεδίο εφαρμογής της επίδικης διαιτητικής ρήτρας. Μεταξύ δε των διάδικων μερών προηγήθηκε προσπάθεια φιλικής διευθέτησης της διαφοράς, που ανέκυψε μεταξύ τους, κατά ρητή επιταγή του άρθρου 11 των επίδικων συμβάσεων. Ειδικότερα, η εναγόμενη, με την από 16.06.2017 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της προς την ενάγουσα, που επιδόθηκε την 21.06.2017, κάλεσε την τελευταία σε προσπάθεια «φιλικής διευθέτησης» της διαφοράς, η οποία, όμως, δεν κατέστη δυνατό να επιλυθεί συμβιβαστικά (βλ. την από 30.06.2017 βεβαίωση αποτυχημένης απόπειρας φιλικής διευθέτησης της διαφοράς) και επομένως, έχει πληρωθεί η προδικασία που προβλέφθηκε στο άρθρο 11, πριν από την προσφυγή της διαφοράς σε διαιτησία. Προς θεμελίωση της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου και προς απόκρουση της ανωτέρω ένστασης, η ενάγουσα, με την εμπρόθεσμα κατατεθειμένη προσθήκη-αντίκρουσή της, αντιτείνει ότι το άρθρο 11 των επίδικων συμβάσεων δεν προέβλεψε την υπαγωγή σε διαιτησία όλων των διαφορών που θα προέκυπταν από τις επίδικες συμβάσεις, αλλά μόνο εκείνων για τις οποίες θα γινόταν στη σύμβαση ρητή πρόβλεψη, πλην όμως, τελικά, με τις επίδικες συμβάσεις, δεν συμφωνήθηκε ποιες συγκεκριμένα από αυτές θα υπάγονταν σε διαιτησία και επομένως η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 11 διαιτητική ρήτρα είναι, εκ του λόγου αυτού, ανυπόστατη. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν κρίνεται πειστικός. Όπως προαναφέρθηκε, από τη διατύπωση του άρθρου 11, σαφώς προκύπτει ότι τα διάδικα μέρη συμφώνησαν εγγράφως να επιλύεται διαιτητικά οποιαδήποτε διαφορά ανακύψει, μεταξύ τους, από τις επίδικες συμβάσεις και επομένως με το άρθρο αυτό εισάγεται διαιτητική ρήτρα. Επικουρικά σημειώνεται, ότι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υπάρχει κενό ή ασάφεια στην περί διαιτησίας ρήτρα και με προσφυγή ακόμη του Δικαστηρίου στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καταλήγει κανείς στο ίδιο συμπέρασμα (ΑΠ 1219/2014, ΑΠ 1334/2008, ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα; αν τα μέρη ήθελαν την υπαγωγή σε διαιτησία, ορισμένων μόνο συμβατικών διαφορών και όχι όλων, θα το όριζαν, ρητά, εξειδικεύοντας αυτές επακριβώς, είτε στις επίδικες συμβάσεις είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, πράγμα που δεν έκαναν. Το γεγονός ότι τα μέρη δεν προέβησαν σε μία τέτοια ειδική πρόβλεψη δεν οδηγεί, στο συμπέρασμα ότι η διαιτητική ρήτρα είναι ανυπόστατη, αλλά αντίθετα ότι είναι έγκυρη, απλώς έχει διατυπωθεί με ευρύτητα και έχει την έννοια ότι παραπέμπονται σε διαιτησία όλες ανεξαιρέτως οι διαφορές, οι οποίες αφορούν στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών, που γεννιούνται από την κύρια σύμβαση, καθώς και οι διαφορές που θα ανακύψουν μετά την λύση αυτής και έχουν ιστορική αιτία τη λύση αυτής (βλ. ΠολΠρΑΘ 5814/2011, ΝΟΜΟΣ). Επιπλέον, η ενάγουσα δεν εκθέτει κανένα λόγο, για τον οποίο, κατά τη βούληση των μερών, θα ήταν ενδεχομένως δικαιολογημένος ένας διαχωρισμός, σε συμβατικές διαφορές, που υπάγονται στη διαιτησία και σε συμβατικές διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτειακών δικαστηρίων. Εξάλλου, ενόψει και της συνολικής θεώρησης του άρθρου 11 και συγκεκριμένα από το συσχετισμό του τίτλου αυτού «Επίλυση διαφορών», ο οποίος είναι γενικός και αναφέρεται σε όλες τις διαφορές, που τυχόν ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων, χωρίς διάκριση, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο αυτού, στο οποίο περιλαμβάνεται ο ελάχιστος νοηματικός πυρήνας της διαιτητικής συμφωνίας [ήτοι α) συμφωνία β) με αντικείμενο την υποβολή της διαφοράς γ) σε μη κυβερνητικό όργανο που επιλέγουν οι συμβαλλόμενοι δ) προκειμένου να αποφανθεί κατά τρόπο δεσμευτικό επί της διαφοράς κατ’ αποκλεισμό της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ε) κατ’ εφαρμογή δικαιοδοτικής διαδικασίας που ικανοποιεί τις επιταγές του δικαιώματος ακρόασης των μερών], με ασφάλεια καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι, με το άρθρο 11, εισάγεται διαιτητική ρήτρα για την επίλυση όλων των μελλοντικών διαφορών, που θα ανακύψουν από τις καταρτισθείσες μεταξύ τους συμβάσεις, με αποτέλεσμα, να μην επιβεβαιώνονται οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της ενάγουσας. Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η ένσταση υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία πρέπει να απορριφθεί, διότι η ίδια η εναγόμενη με τις προτάσεις της εκθέτει πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καθιστούν άκυρη την συμφωνία διαιτησίας. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη, αμυνόμενη, απέναντι στην ένδικη αγωγή, ισχυρίζεται με τις προτάσεις της (σελ. 21) ότι οι επίδικες επτά συμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η εδώ εξεταζόμενη διαιτητική ρήτρα, δεν την δεσμεύουν, διότι, ο κατά το χρόνο κατάρτισής τους νόμιμος εκπρόσωπός της, δεν είχε την απαιτούμενη πληρεξουσιότητα να την υπογράψει, ενώ, επιπλέον, δεν είχε εξουσία να συνομολογήσει, για λογαριασμό της, ρήτρα διαιτησίας, διότι δεν είχε προηγηθεί ειδική επιτρεπτική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, κατά παράβαση των άρθρων 22 παρ. 2 και 23α ΚΝ 2190/1920 και 13 και 15 του καταστατικού της. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός της ενάγουσας, πρέπει να απορριφθεί. Καταρχήν, ενόψει της αρχής της αυτοτέλειας της διαιτητικής ρήτρας, που κρατεί απολύτως στο ελληνικό δίκαιο και προβλέπεται ρητά στο άρθρο 16 παρ. 1 εδ. β-γ του ν. 2735/1999, η συμφωνία για τη διαιτησία, ως ιδιαίτερη συμφωνία δικονομικού δικαίου, σαφώς διακρίνεται από την ουσιαστική κυρία σύμβαση και είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής από αυτήν, υπό την έννοια ότι το κύρος της δεν επηρεάζεται από το κύρος της κύριας σύμβασης στην οποία αναφέρεται. Επομένως, η επικαλούμενη από την εναγόμενη, από άποψη ουσιαστικού δικαίου, ακυρότητα των επίδικων συμβάσεων, δεν επιδρά στο κύρος της περιλαμβανόμενης σε αυτές διαιτητικής ρήτρας, η οποία διατηρεί την αυτοτέλειά της και άρα απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος κρίνεται ο βασιζόμενος στα ανωτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας. Ως προς το ζήτημα της εγκυρότητας της διαιτητικής ρήτρας, επαλλήλως, σημειώνεται ότι, ανεξάρτητα από το αν ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, ήταν ή όχι .-η εξουσιοδοτημένος για την συνομολόγηση ρητρών διαιτησίας, σε κάθε περίπτωση, η εναγόμενη προσκόμισε τις από 29.06.2017 και 15.12.2017 ειδικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της, από τις οποίες, σαφώς προκύπτει, ότι ενέκρινε, κατ’ άρθρο 238 ΑΚ, αναδρομικά, από το χρόνο κατάρτισης των επτά επίδικων συμβάσεων [ήτοι από 28.03.2016 και 09.05.2016 αντίστοιχα], τη διαιτητική ρήτρα του άρθρου 11 που περιλαμβάνεται σε καθεμία εξ αυτών, την οποία αναγνώρισε ως τον μόνο έγκυρο και ισχυρό όρο, που περιλαμβάνεται σε αυτές. Επιπλέον, δυνάμει του με αριθμό 3839/23.05.2018 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. , η εναγόμενη, δια του νομίμου εκπροσώπου της, Δ., χορήγησε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα στον δικηγόρο της, Παναγιώτη Γιαννόπουλο, σε συμπλήρωση της ήδη κατατεθειμένης στο πρόσωπο του από 02.10.2017 έγγραφης εξουσιοδότησης, να επαναλάβει τις παραπάνω αποφάσεις της και να δηλώσει, εκ νέου, στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, για λογαριασμό της ότι εγκρίνει την διαιτητική ρήτρα του άρθρου 11 των επτά επίδικων συμβάσεων και ότι εμμένει στην προβολή της ένστασης υπαγωγής της ένδικης διαφοράς σε διαιτησία. Από την άλλη πλευρά, η ενάγουσα δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο, την πληρεξουσιότητα και την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της επί των επτά επίδικων συμβάσεων, τις οποίες μάλιστα επικαλείται με την ένδικη αγωγή της, προκειμένου να θεμελιώσει τις αξιώσεις της, σε βάρος της εναγόμενης. Επομένως, εφόσον η ενάγουσα συνομολογεί ότι δεσμεύεται από τις επτά ένδικες συμβάσεις, κατά λογική αναγκαιότητα, δεσμεύεται και από το άρθρο 11 αυτών, το οποίο σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν παραπάνω, εισάγει διαιτητική ρήτρα επίλυσης όλων των συμβατικών διαφορών, που θα ανακύψουν μεταξύ των διαδίκων. Με βάση τα προεκτεθέντα, η συμφωνία διαιτησίας, ούσα καθ’ όλα έγκυρη, καθόσον αναφέρεται σε ιδιωτικού δικαίου διαφορά, απορρέουσα από συγκεκριμένη έννομη σχέση, για την οποία οι συμβαλλόμενοι είχαν δικαίωμα διάθεσης και συνομολογήθηκε, εγγράφως, ως περιλαμβάνουσα μελλοντική διαφορά, κατέστη ρητά και ανεπιφύλακτα περιεχόμενο των επτά ένδικων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών και δεσμεύει τα μέρη. Συνεπώς, η εκδίκαση . της προκείμενης διαφοράς εκφεύγει της δικαιοδοσίας των τακτικών Δικαστηρίων, υπαγόμενη στη συμφωνηθείσα διαιτησία. Ως εκ τούτου, η υπόθεση πρέπει να πάραπεμφθεί σε διαιτησία, σύμφωνα τα άρθρα 263 και 264 ΚΠολΔ, κατά παραδοχή της οικείας ενστάσεως της εναγομένης. Ενόψει δε του γεγονότος, ότι η απόφαση για' την παραπομπή σε διαιτησία εξομοιώνεται με παραπεμπτική λόγω αρμοδιότητας απόφαση και θεωρείται οριστική (βλ. αντί πολλών ΑΠ 1328/2001 και ΑΠ 738/2002 αδημ., ΑΠ 1006/1999 ΕλλΔνη 40.1714, ΕφΔωδ 134/2014, ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΒ 1213/2006 ΕλλΔνη 47.1103), πρέπει να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, τα οποία, όμως, πρέπει να συμψηφιστούν, στο σύνολό τους, μεταξύ των διαδίκων, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 περ. γ' ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση σε διαιτησία.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21.05.2019

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14.06.2019 χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]