ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 231/2021

 

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή, Αικατερίνη Τσέλιου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα, Ελένη Δαβράδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: …, κατοίκου …, με Α.Φ.Μ. …, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Νικολάου Κουντούρη (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ....).

ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία “…”, που εδρεύει στην … νομίμως εκπροσωπουμένης, με Α.Φ.Μ. …, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Παρασκευά Ζουρντού (Α.Μ. Δ.Σ.Α. ....).

Ο καλών – ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 14.12.2018 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, στις 19.12.2018, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ...../2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ...../2018, προσδιορίστηκε προς συζήτηση στη δικάσιμο της 19ης.2.2019 και κατόπιν αναβολής στη δικάσιμο της 6ης.6.2019, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω της αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων εξαιτίας της διενέργειας των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών. Ήδη, με την από 10.6.2019 κλήση του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 19.6.2019, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης ..../2019 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης ..../2019, νόμιμα επαναφέρει την ανωτέρω αγωγή προς περαιτέρω συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο, απ’ όπου εκφωνήθηκε στη σειρά της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αγωγή του, ο ενάγων, ναυτικός με υπερδιετή θαλάσσια υπηρεσία, ισχυρίζεται ότι με διαδοχικές συμβάσεις ναυτικής εργασίας, που κατήρτισε με την εναγόμενη, προσλήφθηκε για αόριστο χρόνο και ναυτολογήθηκε στο λιμάνι του ……, στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό – οχηματαγωγό πλοίο “…”, νηολογίου ………., με αριθμό …, χωρητικότητας 16.391 κόρων, πλοιοκτησίας της εναγομένης, με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, αντί μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές προβλέπονται στην εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων, η εφαρμογή της οποίας συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών ακόμα και αναδρομικά, αφού οι προβλεπόμενες αποδοχές αποτελούν τον «ειθισμένο» μισθό. Ότι, ειδικότερα, υπηρέτησε κατά τα χρονικά διαστήματα από 24.11.2016 έως 18.2.2017, οπότε απολύθηκε λόγω αδείας, από 2.4.2017 έως 3.6.2017, οπότε απολύθηκε λόγω αδείας, από 1.7.2017 έως 27.11.2017, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει, από 4.1.2018 έως 17.2.2018, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει, από 1.4.2018 έως 26.4.2018, οπότε απολύθηκε λόγω ασθενείας και, τέλος, από 3.5.2018 έως 1.6.2018, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει. Ότι κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα το πλοίο εκτέλεσε τα δρομολόγια, που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή. Ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του εργάσθηκε ως θαλαμηπόλος ενδιαιτημάτων και κυλικείων, όντας επιφορτισμένος με την καθαριότητα ενός αριθμού καμπινών, την υποδοχή των επιβατών, την αφύπνισή τους κατά τον απόπλου και την επιτήρηση της ομαλής αποβίβασής τους και, τέλος, την εξυπηρέτηση των επιβατών στο εστιατόριο «…». Ότι για την εκπλήρωση των καθηκόντων του πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερωριακής εργασίας κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές και 13 ώρες υπερωριακής απασχόλησης τα Σάββατα και τις αργίες, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο από τον Πειραιά προς τη Χίο και τη Μυτιλήνη κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες εργαζόταν συνολικά επί 2 ώρες απασχολούμενος με την αποβίβαση και την επιβίβαση των επιβατών και την καθαριότητα κάποιων καμπινών, που ελευθερώνονταν. Ότι κατά τις περιόδους, που το πλοίο κατέπλεε στο λιμάνι του Πειραιά το πρωί του Σαββάτου και απέπλεε το βράδυ της Κυριακής, αφού εκτελούσε τις πρωινές εργασίες καθαριότητας, στη συνέχεια πραγματοποιούσε εκτεταμένες εργασίες γενικής καθαριότητας έως τις 16.00 μ.μ. την ημέρα του Σαββάτου, το δε πρωί της Κυριακής περί ώρα 08.00 π.μ. ξεκινούσε σύσκεψη, κατά την οποία γινόταν ανάλυση του προγράμματος της εβδομάδας και ακολούθως έως ώρα 11.00 π.μ. ολοκληρώνονταν οι εργασίες γενικής καθαριότητας, που είχαν ξεκινήσει την προηγούμενη ημέρα. Ότι κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ή για την κάλυψη έκτακτων αναγκών το πλοίο εκτελούσε δρομολόγια και κατά τη διάρκεια της ημέρας, οπότε εργαζόταν επιπλέον 3 ώρες. Ότι πέραν του βασικού του ωραρίου εκτελούσε κατά τις μεσημβρινές ώρες 2ωρη βάρδια πυρασφάλειας με θέση εργασίας τη ρεσεψιόν του πλοίου, επί 6 ημέρες καθ’ έκαστο μήνα, ενώ του αναλογούσε μία νυχτερινή βάρδια πυρασφάλειας 3,5 ωρών, όταν το πλοίο παρέμενε στο λιμάνι. Ότι για τον ανωτέρω λόγο η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει, ως υπερωριακή αμοιβή, το συνολικό ποσό των 20.407,49€, κατά τα ειδικότερα αναλυόμενα στην αγωγή. Ότι, επίσης, του οφείλει το ποσό των 1.316,63€ ως διαφορά αμοιβής για τα εκτελεσθέντα εξπρές δρομολόγια του πλοίου, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι, επίσης, δικαιούται τη διαφορά της αναλογίας των δώρων των εορτών, ποσού 6.031,73€, κατά τα ειδικότερα αναλυόμενα στην αγωγή. Ότι, τέλος, βάσει των εφαρμοζόμενων Σ.Σ.Ν.Ε. κατά τις χρονικές περιόδους ναυτολογήσεώς του ο μηνιαίος μισθός του έπρεπε να ανέρχεται στο ποσό των 1.902,38€, ενώ η εναγόμενη του κατέβαλε το ποσό των 1.865,10€, ώστε για τις χρονικές περιόδους ναυτολογήσεως από 4.1.2018 έως 17.2.2018, από 1.4.2018 έως 26.4.2018 και από 3.5.2018 έως 1.6.2018, δηλαδή για χρονικό διάστημα 3 μηνών και 8 ημερών, έπρεπε να λάβει το συνολικό ποσό των 6.214,44€ και εισέπραξε το ποσό των 6.092,66€, ώστε δικαιούται τη διαφορά, ύψους 121,78€. Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, επικαλούμενος τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης της εναγομένης υπό την ιδιότητά της ως πλοιοκτήτριας του επίδικου πλοίου και, επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρότητας των συμβάσεων ναυτικής εργασίας, τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων οκτακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και εξήντα τριών λεπτών (27.877,63€), με το νόμιμο τόκο από την απόλυσή του άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και, τέλος, να καταδικαστεί η αντίδικός του στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης. Η αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 1α’, 12 παρ. 1, 16 αριθ. 2, 33, 621 παρ. 1 ΚΠολΔ), για να δικαστεί με την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 αριθ. 3, 621 επ. ΚΠολΔ, 82 Κ.Ι.Ν.Δ). Είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά για τη νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμησή της (άρθρο 216 σε συνδ. με άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ορισμένο αίτημα και είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297 εδ. α’, 330 εδ. α’, 340, 341, 345 εδ. α’, 346 εδ. α’, 648, 653, 655 εδ. α’, β’ ΑΚ, 1, 2, 53, 54, 60, 84 εδ. α’ Κ.Ι.Ν.Δ, 1 παρ. 1α’, 2, 3α’ και 4, 3 Υ.Α. 19040/1981, 1, 3, 6, 7, 8 παρ. 13, 10 παρ. 1, 3, 4, 11, 13 παρ. 1, 2, 4 και 5, 14, 18, 33, 38, 39 Σ.Σ.Ε. Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2017 (Υ.Α. 2242.5-1.5/77056/2017) και του έτους 2018 (Υ.Α. 2242.5-1.5/80350/2018), 176, 907, 908 παρ. 1 ε’, 910 αριθ. 4 ΚΠολΔ. Μη νόμιμη και εντεύθεν απορριπτέα τυγχάνει η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι τα αναφερόμενα για τη θεμελίωσή της περιστατικά ταυτίζονται απόλυτα με εκείνα, που στηρίζουν την κύρια αγωγική βάση από τη σύμβαση. Ο ενάγων δεν επικαλείται, συναφώς, στοιχεία διαφορετικά, εν όλω ή εν μέρει, από εκείνα της κυρίας βάσης, όπως ακυρότητα της σύμβασης ναυτολογήσεως, μόνο ότι η αντίδικός του κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 493/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 2212/2009 ΕΠΟΛΔ 2010.295, ΕφΠατρ 521/2008 ΑχΝομ 2009.612, ΕφΠατρ 717/2007 ΑχΝομ 2008.101). Επομένως, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι ως προς το καταψηφιστικό αίτημά της, κατά το ποσό, που αυτό υπερβαίνει το ποσό της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ), έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το υπ’ αριθ. … ηλεκτρονικό παράβολο με την από 23.9.2019 απόδειξη ηλεκτρονικής πληρωμής της Τράπεζας Πειραιώς).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3239/1955, ατομική σύμβαση εργασίας, καταρτιζόμενη από κάποιον, που δεσμεύεται από συλλογική σύμβαση, θεωρείται ότι περιέχει αυτοδικαίως τους καθορισθέντες στη συλλογική σύμβαση όρους, ακυρουμένων των τυχόν αντιθέτων συμφωνιών. Όροι, όμως, ατομικής σύμβασης εργασίας ευνοϊκότεροι για το μισθωτό από τους διαλαμβανόμενους σε συλλογική σύμβαση εργασίας είναι επικρατέστεροι. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκαν αποδοχές υπέρτερες των προβλεπομένων από τη συλλογική σύμβαση και περιελήφθη όρος ότι κάθε άλλη παροχή θα καλύπτεται από τις καταβαλλόμενες πέραν των νομίμων, ο όρος είναι ισχυρός. Τούτο ισχύει όχι μόνο για τις υφιστάμενες συλλογικές συμβάσεις κατά το χρόνο σύναψης της ατομικής εργασιακής σύμβασης αλλά και για τις μέλλουσες, δηλαδή και για εκείνες, που θεσπίσθηκαν μετά την κατάρτιση της σύμβασης, στην οποία με τον ίδιο όρο διελήφθη πρόβλεψη προς καταλογισμό στις συμφωνηθείσες υπέρτερες, των νομίμων, αποδοχές εκείνων, οι οποίες θα θεσπισθούν τυχόν στο μέλλον, από της καθιερώσεως των οποίων ενεργοποιείται η αιτία, για την οποία και κατεβλήθησαν οι υπέρτερες, δηλαδή η κάλυψή τους συμψηφιστικά. Τούτο ισχύει και για τις αξιώσεις από ναυτική εργασία, οι οποίες στηρίζονται σε ειδικές διατάξεις, που καθορίζουν, κατ’ αποκοπή, το ποσό της δικαιούμενης αμοιβής για πρόσθετη εργασία, διότι η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 4020/1959, η οποία προβλέπει ακυρότητα της σύμβασης κάλυψης των υπερωριακών αμοιβών με τις πέραν των ελαχίστων ορίων συμβατικές αποδοχές στη χερσαία εργασία, δεν εφαρμόζεται στην πάγια, κατ’ αποκοπή, αμοιβή υπερωριών, που προβλέπουν οι Σ.Σ.Ν.Ε για μερικές ειδικότητες ναυτικών, η οποία, μάλιστα, φέρει το χαρακτήρα όχι αποζημίωσης αλλά πρόσθετης αμοιβής (ΑΠ 943/1988 ΕΝΔ 1990.99, ΕφΠειρ 465/2009 ΕΝΔ 2009.276, Ι. Κοροτζή, “Ναυτικό Δίκαιο”, τόμος Α’, σελ. 326 επ., ιδίου, “Ναυτικό Εργατικό Δίκαιο”, σελ. 153 επ.). Συνεπώς, εάν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβληθέντων στη σύμβαση ναυτικής εργασίας και καταβάλλεται τακτικώς και παγίως στο ναυτικό, κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών του, εκτός του προβλεπομένου από την οικεία Σ.Σ.Ε. μισθού και πρόσθετο χρηματικό ποσό, αποκαλούμενο στη ναυτική ορολογία «επιμίσθιο», ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, της δραστηριότητας και του ζήλου τούτου στην εκτέλεση των καθηκόντων του, άνευ προβλέψεως «καταλογισμού» αυτού προς άλλες αποδοχές, το πρόσθετο τούτο ποσό αποτελεί μέρος του μισθού και όχι δωρεάν παροχή του πλοιοκτήτη, ελευθέρως ανακλητή ή δυναμένη μονομερώς να καταλογισθεί προς άλλες αξιώσεις του ναυτικού, απορρέουσες από τη σύμβαση (ΑΠ 1077/1986 ΕΝΔ 15.260, ΕφΠειρ 179/1986 ΕΝΔ 15.168). Το ως άνω «επιμίσθιο» μπορεί, όμως, να συμψηφισθεί προς μεταγενέστερες αυξήσεις των προβλεπομένων από τις σχετικές συλλογικές συμβάσεις αποδοχών, μόνο τότε, όταν υπήρξε σχετική συμφωνία στη σύμβαση περί του καταλογισμού των μελλοντικών αυξήσεων στις παρεχόμενες συμβατικές αποδοχές (ΑΠ 1013/2003 ΕΝΔ 2003.345, ΑΠ 225/2002 ΔΕΝ 2002.1314, ΕφΠειρ 391/2009 ΕΝΔ 2009.283, ΕφΠειρ 429/2008 ΕΝΔ 2008.284, ΕφΠειρ 30/2008 ΕΝΔ 2008.106). Άλλως, εάν δηλαδή δεν έχει συμφωνηθεί κάτι τέτοιο, ορισμένως και ειδικώς, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, ο εργοδότης δεν έχει τη δυνατότητα να προβεί στον ως άνω συμψηφισμό, περιορίζοντας, έτσι, μονομερώς τις συμβατικές αποδοχές του εργαζομένου (ΑΠ 1089/1987 ΕΝΔ 16.114, ΕφΠειρ 500/2011, ΕφΠειρ 640/2009 ΕΝΔ 2010.39). Τέτοια περίπτωση θεωρείται ότι προκύπτει, όταν συμφωνήθηκε μισθός ανώτερος του νομίμου ως “κλειστός” μισθός (ΕφΠειρ 213/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 647/2014 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη, με το δικόγραφο των προτάσεων διατείνεται ότι κατέβαλε στον αντίδικό της, πλέον των νομίμων αποδοχών και επιδομάτων, έκτακτη αμοιβή (“επιμίσθιο”) σαν αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, της δραστηριότητας και του ζήλου του, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, η οποία ανήλθε στο συνολικό ποσό των 2.321,25€ για τα έτη 2017 και 2018, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα επιμέρους κονδύλια και η οποία πρέπει να συμψηφιστεί με τις αξιώσεις για πρόσθετη αμοιβή υπερωριακής απασχόλησης κατά τις καθημερινές και τις Κυριακές, βάσει της συμφωνίας τους. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι τα στοιχεία της ενστάσεως εξοφλήσεως, των οποίων πρέπει να γίνεται επίκληση, για το ορισμένο αυτής, είναι το ποσό, που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής (ΑΠ 417/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1688/2012, ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1160/2019 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη, με το δικόγραφο των προτάσεων, διατείνεται ότι έχει εξοφλήσει μερικώς τις απαιτήσεις του ενάγοντος, που αφορούν την πρόσθετη αμοιβή του για υπερωριακή απασχόληση, την αμοιβή για την εργασία την ημέρα του Σαββάτου και τις αργίες, τα δώρα των εορτών και την αμοιβή του για τα εξπρές δρομολόγια, αφενός διότι αυτός εσφαλμένως συνυπολογίζει για την εξεύρεση του μηνιαίου μισθού του το μέσο όρο μηνιαίας υπερωριακής απασχόλησης, το επίδομα αδείας και το μέσο όρο της μηνιαίας αμοιβής των εξπρές δρομολογίων και αφετέρου διότι τούτη έχει καταβάλει προς εξόφλησή τους το ποσό των 1.678,88€ για την υπερωριακή απασχόληση τις καθημερινές και τις Κυριακές, το ποσό των 5.455,47€ ως αμοιβή για την εργασία του τα Σάββατα και τις αργίες, το ποσό των 1.522,65€ ως δώρο Χριστουγέννων 2017, το ποσό των 602,07€ ως δώρο Πάσχα του έτους 2018, το ποσό των 280,25€ ως δώρο Χριστουγέννων του έτους 2018, το ποσό των 2.486,73€ ως αμοιβή για τα δρομολόγια εξπρές και, τέλος, το ποσό των 124,22€ ως διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 4.1.2018 έως 1.6.2018, αναδρομικά. Ο ισχυρισμός με το ανωτέρω περιεχόμενο πρέπει κατά ένα μέρος ν’ απορριφθεί ως μη ερειδόμενος στο νόμο και δη κατά το πρώτο σκέλος, περί εσφαλμένου συνυπολογισμού της αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης και των αποδοχών αδείας για την εξεύρεση του ύψους του μισθού του ενάγοντος, ενόψει του ότι η αμοιβή για την υπερωριακή απασχόληση, εφόσον αυτή παρέχεται τακτικά και οι αποδοχές αδείας, που επίσης, καταβάλλονται τακτικά, συνυπολογίζονται για την εξεύρεση των τακτικών αποδοχών, κατά τα λοιπά δε (ο ισχυρισμός)  είναι νόμιμος, ερειδόμενος στην ανωτέρω αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Εξ ετέρου, στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος αλλά και στην περίπτωση, που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον, που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος επιφέρει ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ’ ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (ΟλΑΠ 8/2001 ΕλλΔνη 2001.382, ΑΠ 1023/2011 ΔΕΕ 2011.895, ΑΠ 91/2011 ΝοΒ 2011.1524, ΑΠ 263/2007 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, απαιτείται οι πράξεις του υπόχρεου και η από αυτόν δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ 960/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 823/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 812/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 9/2010 ΤΝΠ Νόμος). Στην υπό κρίση περίπτωση, η εναγόμενη διατείνεται ότι η άσκηση της κρινόμενης αγωγής είναι καταχρηστική, ως αντιτιθέμενη στις αρχές της καλής πίστης, διότι, κατά την πολυετή εργασιακή τους σχέση, ο ενάγων ουδέποτε παραπονέθηκε ή διεκδίκησε επιπλέον αμοιβή, ενώ υπέγραφε ανεπιφύλακτα τις αναλυτικές αποδείξεις μισθοδοσίας, καθώς και τις μηνιαίες καταστάσεις υπερωριακής απασχόλησης, συμπεριφορά, που της δημιούργησε την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις αξιώσεις του, ενώ το αιτούμενο από τον ίδιο ποσό είναι υψηλό και της δημιουργεί μεγάλο βάρος, ενόψει και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι και αληθής υποτιθέμενος, δεν μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, κατά την έννοια, που εκτέθηκε στην ανωτέρω νομική σκέψη. Ειδικότερα, μόνη η ανυπαρξία διαμαρτυρίας εκ μέρους του ενάγοντος δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση της προκείμενης αγωγής, η δε υπογραφή εκ μέρους του των μισθοδοτικών εξοφλητικών αποδείξεων είναι άνευ νομίμου επιρροής, σύμφωνα και με τη γενική αρχή του εργατικού δικαίου, η οποία συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920 και 8 παρ. 4 ν. 4020/1959, βάσει της οποίας κάθε παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα λήψης των νόμιμων αποδοχών, επιδομάτων ή άλλων από την εργασία του παροχών, έστω και υπό τη μορφή άφεσης χρέους, κατ’ άρθρο 454 ΑΚ, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενόμενη (ΑΠ 587/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 361/2013 ΕΝαυτΔ 2013.208, ΕφΠειρ 647/2014 ό.π.).

Από την εκτίμηση των εγγράφων, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, για κάποια εκ των οποίων γίνεται κατωτέρω ειδικότερη μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και, ιδίως, της υπ’ αριθ. …/4.6.2019 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιά, Γ. Τ., την οποία προσκομίζει μετ’ επικλήσεως ο ενάγων και ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγομένης (βλ. την υπ’ αριθ. …/30.5.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, …), της υπ’ αριθ. …/23.9.2019 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Ζ. Β., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη μετά από νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου της (βλ. την υπ’ αριθ. …’/17.9.2019 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, …), καθώς και της υπ’ αριθ. …../26-9-2019 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς, Ζ. Β., την οποία προσκομίζει μετ’ επικλήσεως η εναγόμενη προς αντίκρουση των ισχυρισμών, που περιέχονται στις προτάσεις του ενάγοντος και των αποδεικτικών μέσων, που αυτός προσκόμισε και η οποία ελήφθη κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του τελευταίου (βλ. την υπ’ αριθ. …/23.9.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, …) και, τέλος, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι ναυτικός, απογεγραμμένος στις 7.2.2007 και κατέχει άδεια θαλαμηπόλου Α’ Τάξης από την 30η.4.2010 (βλ. το φυλλάδιο ναυτικού). Δυνάμει προφορικής σύμβασης ναυτικής εργασίας, που συνήφθη στον ….. μεταξύ των διαδίκων, προσελήφθη υπό του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης στις 24.11.2016, για να εργαστεί στο υπό ελληνική σημαία Ε/Γ-Ο/Γ πλοίο πλοιοκτησίας της, “…”, με αριθμό νηολογίου ….. …, χωρητικότητας 16.390,82 κόρων, υπό την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, σε εκτέλεση της οποίας ναυτολογήθηκε αυθημερόν και υπηρέτησε έως τις 18.2.2017, οπότε απολύθηκε λόγω αδείας. Ακολούθως, με την από 2.4.2017 σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη στον ….. μεταξύ των διαδίκων μερών, ο ενάγων προσελήφθη εκ νέου για να εργαστεί στο ίδιο πλοίο με την ίδια ειδικότητα, στο οποίο και απασχολήθηκε έως τις 3.6.2017, οπότε αποναυτολογήθηκε λόγω αδείας. Στη συνέχεια, με προφορική σύμβαση εργασίας ναυτολογήθηκε και πάλι στον …. στο ίδιο πλοίο στις 1.7.2017, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ίδια ειδικότητα, εργάστηκε δε έως τις 27.11.2017, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει. Κατόπιν, δυνάμει της από 4.1.2018 σύμβασης ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήφθη στον …… μεταξύ του ενάγοντος και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ο πρώτος προσλήφθηκε στο ίδιο πλοίο και απασχολήθηκε με την ειδικότητα του θαλαμηπόλου έως τις 17.2.2018, οπότε απολύθηκε αμοιβαία συναινέσει. Μεταγενέστερα, ο ενάγων προσελήφθη στις 1.4.2018 με προφορική σύμβαση, που συνήψε με την εναγομένη και απασχολήθηκε στο ίδιο πλοίο με την ίδια ειδικότητα έως τις 26.4.2018, οπότε απολύθηκε λόγω ασθενείας. Τέλος, με την από 3.5.2018 προφορική σύμβαση ναυτικής εργασίας, που συνήφθη στον …… μεταξύ του ιδίου και της αντιδίκου του, αυτός προσελήφθη για να υπηρετήσει στο ίδιο πλοίο με την αυτή ειδικότητα και πράγματι προσέφερε τις υπηρεσίες του έως τις 1.6.2018, οπότε αποναυτολογήθηκε αμοιβαία συναινέσει. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις ανακοινώσεις του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, τα δρομολόγια του πλοίου είχαν διαμορφωθεί ως εξής: I) κατά τις χρονικές περιόδους από 1.1.2017 έως 18.2.2017, από 2.4.2017 έως 3.6.2017 και από 6.9.2017 έως 31.10.2017, κάθε Δευτέρα περί ώρα 20.00 μ.μ. αναχωρούσε από το λιμάνι της Μυτιλήνης, πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ., στη συνέχεια στο λιμάνι των Οινουσσών, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.59 μ.μ., ακολούθως στο λιμάνι των Ψαρών, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 02.05 π.μ. της ημέρας της Τρίτης και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 07.55 π.μ. της ημέρας της Τρίτης, απ’ όπου αναχωρούσε και πάλι περί ώρα 20.00 π.μ. και αφού πραγματοποιούσε μία στάση στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 05.00 π.μ., τερμάτιζε το δρομολόγιό του στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα 07.55 π.μ. της ημέρας της Τετάρτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου, αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 06.55 π.μ. της ημέρας της Πέμπτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., έφθανε στο λιμάνι των Ψαρών περί ώρα 02.00 π.μ. της Παρασκευής, στη συνέχεια, περί ώρα 04.05 π.μ. στο λιμάνι των Οινουσσών, περί ώρα 05.00 π.μ. πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου και κατέληγε στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Παρασκευής, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., έφθανε στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά την ημέρα του Σαββάτου περί ώρα 06.55 π.μ. και κάθε Κυριακή αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ. από το λιμάνι του Πειραιά και έφθανε στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Δευτέρας, ΙΙ) κατά τη χρονική περίοδο από 1.7.2017 έως 5.9.2017, κάθε Δευτέρα αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ. από το λιμάνι της Μυτιλήνης και αφού έκανε μία στάση στο λιμάνι της Χίου, αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ., αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 05.30 π.μ. την ημέρα της Τρίτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 21.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 05.00 π.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Τετάρτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 06.25 π.μ. την ημέρα της Πέμπτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., έφθανε στο λιμάνι των Ψαρών περί ώρα 01.10 π.μ., στη συνέχεια στο λιμάνι των Οινουσσών περί ώρα 03.00 π.μ., της Χίου περί ώρα 03.50 π.μ. και τερμάτιζε περί ώρα 06.40 π.μ. την ημέρα της Παρασκευής στο λιμάνι της Μυτιλήνης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 08.45 π.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου απέπλεε περί ώρα 11.20 π.μ. και τερμάτιζε περί ώρα 18.00 μ.μ. στο λιμάνι του Πειραιά, απ’ όπου αναχωρούσε εκ νέου περί ώρα 21.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 03.30 π.μ. και έφθανε περί ώρα 06.30 π.μ. την ημέρα του Σαββάτου στο λιμάνι της Μυτιλήνης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 08.45 π.μ., έφθανε στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 11.20 π.μ. και αφικνείτο περί ώρα 18.00 μ.μ. στο λιμάνι του Πειραιά, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 21.00 μ.μ., έφθανε στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 03.30 π.μ., αφικνείτο περί ώρα 06.30 π.μ. την ημέρα της Κυριακής στο λιμάνι της Μυτιλήνης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 08.45 π.μ., έφθανε στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 11.20 π.μ., έφθανε στο λιμάνι των Οινουσσών, απ’ όπου απέπλεε περί ώρα 12.05 μ.μ., προσέγγιζε το λιμάνι των Ψαρών, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 13.55 μ.μ. και κατέληγε περί ώρα 19.10 μ.μ. την ημέρα της Κυριακής στο λιμάνι του Πειραιά, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 21.00 μ.μ., έφθανε στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 05.00 π.μ. και ολοκλήρωνε το δρομολόγιο στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Δευτέρας, ΙΙΙ) κατά τις χρονικές περιόδους από 1.11.2017 έως 27.11.2017 και από 4.1.2018 έως 17.2.2018, κάθε Δευτέρα αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ. από το λιμάνι της Μυτιλήνης και αφού έκανε στάσεις στα λιμάνια της Χίου (αναχώρηση ώρα 23.10 μ.μ.), των Οινουσσών (αναχώρηση ώρα 23.59 μ.μ.) και των Ψαρών (αναχώρηση ώρα 02.05 π.μ.), αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Τρίτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 05.00 π.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Τετάρτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 06.55 π.μ. την ημέρα της Πέμπτης, απ’ όπου απέπλεε περί ώρα 20.00 μ.μ., έφθανε στο λιμάνι των Ψαρών περί ώρα 02.00 π.μ., στη συνέχεια στο λιμάνι των Οινουσσών περί ώρα 04.05 π.μ., της Χίου περί ώρα 05.00 π.μ. και τερμάτιζε περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Παρασκευής στο λιμάνι της Μυτιλήνης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ. και τερμάτιζε περί ώρα 06.55 μ.μ. της ημέρας του Σαββάτου στο λιμάνι του Πειραιά, απ’ όπου αναχωρούσε εκ νέου την ημέρα της Κυριακής περί ώρα 20.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 05.00 π.μ. και έφθανε περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Δευτέρας στο λιμάνι της Μυτιλήνης, IV) κατά τις χρονικές περιόδους από 1.4.2018 έως 26.4.2018 και από 3.5.2018 έως 16.5.2018, κάθε Δευτέρα περί ώρα 20.00 μ.μ. αναχωρούσε από το λιμάνι της Μυτιλήνης, πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 06.55 π.μ. της ημέρας της Τρίτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 π.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 05.00 π.μ. και ολοκλήρωνε το δρομολόγιό του στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα 07.55 π.μ. της ημέρας της Τετάρτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου απέπλεε περί ώρα 23.10 μ.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 06.55 π.μ. της ημέρας της Πέμπτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάση στο λιμάνι της Χίου και κατέληγε στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Παρασκευής, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ., έφθανε στο λιμάνι της Χίου, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 23.10 μ.μ. και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά την ημέρα του Σαββάτου περί ώρα 06.55 π.μ. και κάθε Κυριακή αναχωρούσε περί ώρα 20.00 μ.μ. από το λιμάνι του Πειραιά και έφθανε στο λιμάνι της Μυτιλήνης περί ώρα 07.55 π.μ. την ημέρα της Δευτέρας, V) κατά τη χρονική περίοδο από 18.5.2018 έως 1.6.2018, κάθε Δευτέρα αναχωρούσε από το λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 19.00 μ.μ, έκανε στάσεις στα λιμάνια της Σύρου περί ώρα 22.50 μ.μ., της Πάτμου περί ώρα 03.15 π.μ., της Λέρου περί ώρα 04.35 π.μ., της Κω περί ώρα 06.35 π.μ. και έφθανε στο λιμάνι της Ρόδου περί ώρα 10.10 π.μ. της ημέρας της Τρίτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 17.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάσεις στα λιμάνια της Κω (αναχώρηση ώρα 20.35 μ.μ.), της Λέρου (αναχώρηση ώρα 22.35 μ.μ.), της Πάτμου (αναχώρηση ώρα 23.55 μ.μ.), της Σύρου (αναχώρηση ώρα 04.20 π.μ.) και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 08.05 π.μ. της ημέρας της Τετάρτης, οπότε αναχωρούσε περί ώρα 19.00 μ.μ., πραγματοποιώντας στάσεις στα λιμάνια της Σύρου περί ώρα 22.50 μ.μ., της Πάτμου περί ώρα 03.15 π.μ., της Λέρου περί ώρα 04.35 π.μ., της Κω περί ώρα 06.35 π.μ. και έφθανε στη Ρόδο περί ώρα 10.10 π.μ. της Πέμπτης, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 17.00 μ.μ., πραγματοποιούσε στάσεις στα νησιά της Κω (αναχώρηση ώρα 20.35 μ.μ.), της Λέρου (αναχώρηση ώρα 22.35 μ.μ.), της Πάτμου (αναχώρηση ώρα 23.55 μ.μ.), της Σύρου (αναχώρηση ώρα 04.20 π.μ.) και έφθανε στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 08.05 π.μ. την Παρασκευή, απ’ όπου αναχωρούσε περί ώρα 19.00 μ.μ., έκανε στάσεις στα νησιά της Σύρου περί ώρα 22.50 μ.μ, της Πάτμου περί ώρα 03.15 π.μ., της Λέρου περί ώρα 04.35 π.μ., της Καλύμνου περί ώρα 05.45 π.μ., της Κω περί ώρα 07.00 π.μ. και έφθανε στη Ρόδο περί ώρα 10.20 π.μ. την ημέρα του Σαββάτου, απ’ όπου αναχωρούσε εκ νέου περί ώρα 17.00 μ.μ., έκανε στάσεις στο λιμάνι της Κω (αναχώρηση ώρα 20.35 μ.μ.) και αφικνείτο στο λιμάνι του Πειραιά περί ώρα 06.30 π.μ. της ημέρας της Κυριακής. Περαιτέρω, σύμφωνα με την οργανική σύνθεση του πλοίου απασχολούνταν σε αυτό 1 Προϊστάμενος Αρχιθαλαμηπόλος, 1 Αρχιθαλαμηπόλος, 20 θαλαμηπόλοι και 14 επίκουροι, ο αριθμός των οποίων αυξανόταν κατά δύο (2) θαλαμηπόλους κατά το χρονικό διάστημα από 1.4 έως 30.9 εκάστου έτους, ενώ η οργανική σύνθεση θαλαμηπόλων – επίκουρων μειωνόταν σε ποσοστό 1/3 κατά τη χρονική περίοδο από 1.11 έως 31.3 εκάστου έτους. Εξ ετέρου, αποδείχθηκε ότι τα καθήκοντα, με τα οποία ήταν επιφορτισμένος ο ενάγων, ήταν η υποδοχή των επιβατών πριν τον απόπλου, η αφύπνισή τους πριν τον κατάπλου, η εργασία στο εστιατόριο “…”, η καθαριότητα των καμπινών των επιβατών, επιπρόσθετα δε η διενέργεια εργασιών καθαρισμού. Ειδικότερα, αυτός ξεκινούσε την εργασία του τρεις ώρες πριν τον απόπλου από το λιμάνι του Πειραιά και δύο ώρες προ του απόπλου από το λιμάνι της Μυτιλήνης, οπότε υποδεχόταν τους επιβιβαζόμενους επιβάτες και τους βοηθούσε να τακτοποιηθούν στις καμπίνες τους. Στη συνέχεια, απασχολείτο στο εστιατόριο “…” και, συγκεκριμένα, στον μπουφέ και στο ταμείο, για τον λόγο αυτό άνοιγε το εστιατόριο περίπου μια ώρα πριν την αναχώρηση του πλοίου και εργαζόταν έως ώρα 00.00, δηλαδή περίπου μία ώρα αφότου το εστιατόριο έκλεινε, καθώς φρόντιζε για την απογραφή των προϊόντων και ήταν υπεύθυνος έναντι του διευθυντή της ιδιοκτήτριας εταιρείας του εστιατορίου για την παράδοση των εισπράξεων. Επίσης, μισή ώρα πριν την άφιξη του πλοίου στο λιμένα προορισμού φρόντιζε για την αφύπνιση των επιβατών και βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη με τη μεταφορά των αποσκευών τους. Στη συνέχεια ή και ενδιάμεσα στα λιμάνια εκτελούσε εργασίες καθαρισμού των καμπινών με την αλλαγή των κλινοσκεπασμάτων, την απολύμανση της τουαλέτας, την αφαλάτωση των φίλτρων και των ντους και τον ανεφοδιασμό τους με τα ελλείποντα είδη, εργασία, η οποία διαρκούσε περίπου 3 ώρες, καθώς ήταν υπεύθυνος κατά μέσο όρο για 28 καμπίνες δίκλινες ή τετράκλινες, κάποιες εκ των οποίων ήταν λουξ. Μετά το πέρας της καθαριότητας των καμπινών εκτελούσε πρόσθετες εργασίες καθαριότητας των διαδρόμων εξωτερικά αυτών, των κυλιόμενων κλιμάκων, των μοκετών, των διαμερισμάτων των αξιωματικών, των παραθύρων και των καταστρωμάτων. Με βάση τα ανωτέρω, ιδίως: α) των συνθηκών και περιστάσεων, που επικρατούσαν στο ένδικο πλοίο, το οποίο ήταν δρομολογημένο στις ως άνω ακτοπλοϊκές γραμμές, β) της φύσης και του αντικειμένου της απασχόλησης του ενάγοντος, κατέστη αναγκαίο προς εξυπηρέτηση των αναγκών, που δημιουργούντο από τις ως άνω συνθήκες λειτουργίας του πλοίου και στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της ειδικότητάς του, τούτος να εργαστεί υπερωριακώς, κατά μέσο όρο, επί τέσσερις (4) ώρες ημερησίως τόσο τις καθημερινές και τις Κυριακές, τα δε Σάββατα και τις αργίες, επί δώδεκα (12) ώρες, ενόψει του ότι σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις εφαρμοζόμενες Σ.Σ.Ν.Ε. η εργασία του Σαββάτου και των αργιών θεωρείται στο σύνολό της ως υπερωριακή απασχόληση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι το πλοίο κατά τα εν λόγω χρονικά διαστήματα ταξίδευε με πλήρη σύνθεση πληρώματος δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου, ως προς την πραγματοποιούμενη καθημερινά υπερωριακή εργασία, δεδομένου, μάλιστα, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 87, 88 και 89 του Κώδικα Δημόσιου Ναυτικού Δικαίου (Ν.Δ. 187/1973), η πληρότητα ως προς την οργανική σύνθεση του πληρώματος του πλοίου αποσκοπεί στην ασφάλειά του κατά τη διάρκεια των πλόων και όχι στην ανυπαρξία ανάγκης για υπερωριακή εργασία (ΕφΠειρ 180/2008, ΕφΠειρ 1/2003 αδημ.). Ωστόσο, η διάρκεια της εργασίας του υπερέβαινε το ωράριο των δώδεκα (12) ωρών κατά μία ώρα, όταν πραγματοποιούνταν δρομολόγια εξπρές ή μη προγραμματισμένα δρομολόγια, διότι όλες οι επιστασίες του πλοίου, δηλαδή τα εστιατόρια, η καθαριότητα των καμπινών, η υποδοχή και αποβίβαση των επιβατών, παρέμεναν ανοιχτές. Επίσης, όταν το πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο με αναχώρηση από τον Πειραιά και άφιξη στο λιμάνι της Μυτιλήνης, κατά το οποίο πραγματοποιούσε ενδιάμεση στάση στο λιμάνι της Χίου περί ώρα 05.00 π.μ., ήτοι κατά τις χρονικές περιόδους από 1.1.2017 έως 18.2.2017, από 3.4.2017 έως 3.6.2017, από 6.9.2017 έως 27.11.2017, από 4.1.2018 έως 17.2.2018, από 1.4.2018 έως 26.4.2018 και από 3.5.2018 έως 17.5.2018, το ωράριο του ενάγοντος επεκτεινόταν κατά μία (1) ώρα, καθώς ήταν υπεύθυνος για την αφύπνιση των επιβατών, που αποβιβάζονταν στο λιμάνι της Χίου, το οποίο εμφάνιζε μεγάλη επιβατική κίνηση, ενώ στη συνέχεια, απασχολείτο με την καθαριότητα των καμπινών, που εκκενώνονταν λόγω της αποβίβασης των επιβατών. Αντιθέτως, όταν το πλοίο δεν εκτελούσε δρομολόγια και παρέμενε στο λιμάνι του Πειραιά, ήτοι από το πρωί του Σαββάτου έως το απόγευμα της Κυριακής, οπότε λάμβαναν χώρα εκτεταμένες εργασίες καθαρισμού, δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο ανάγκη εργασίας του ενάγοντος πλέον του νομίμου ωραρίου εργασίας του, ήτοι πλέον των οκτώ (8) ωρών, οι δε περισσότερες ώρες εργασίας, που αναφέρει στην αγωγή του, κρίνονται υπερβολικές. Τέλος, αποδείχθηκε ότι αυτός συμμετείχε στις βάρδιες πυρασφάλειας και δη εκτελούσε έξι (6) ημερήσιες βάρδιες κάθε μήνα, διάρκειας δύο (2) ωρών έκαστη, κατά τη διάρκεια της οποίας όφειλε να παρευρίσκεται στη ρεσεψιόν του πλοίου, συνήθως κατά το ωράριο από ώρα 11.30 π.μ. έως ώρα 16.30 μ.μ., ενώ μία (1) φορά το μήνα, όταν το πλοίο βρισκόταν σε λιμάνι, εκτελούσε νυχτερινή βάρδια πυρασφάλειας, διάρκειας 3,5 ωρών. Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των προαναφερθεισών συμβάσεων, μεταξύ των μερών είχε συμφωνηθεί η καταβολή “κλειστού” μισθού, ανερχόμενου στο ποσό των 2.674,80€, βάσει της από 2.4.2017 σύμβασης και στο ποσό των 2.721,87€, βάσει της από 4.1.2018 σύμβασης. Εξάλλου, ο πρώτος συμπληρωματικός όρος των εν λόγω συμβάσεων είχε το ακόλουθο περιεχόμενο: “Κάθε ποσό, που καταβάλει η εταιρεία στον ναυτικό πάνω από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές, μπορεί να συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιούμενες από τον ναυτικό υπερωρίες ή άλλες υποχρεώσεις της εταιρείας σχετικές με την παρούσα σύμβαση…”. Από τον προαναφερθέντα όρο, ερμηνευόμενο, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών (άρθρα 173, 200 ΑΚ), με βάση την αληθινή βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προκύπτει ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η καταβολή «κλειστού» μισθού, δηλαδή ενός παγίου μηνιαίου αντάλλαγματος της εργασίας του ενάγοντος, το οποίο θα κάλυπτε το σύνολο των παροχών, που δικαιούτο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές, που προβλέπονται από την οικεία ναυτική συλλογική σύμβαση εργασίας, μεταξύ των οποίων και οι αμοιβές του για υπερωρίες καθημερινών, Κυριακών, Σαββάτων και αργιών και επιδόματα εορτών, εφόσον οι συνολικές νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του δεν ήταν μεγαλύτερες από τον ως άνω «κλειστό» μισθό, που συμφωνήθηκε. Όμως, κρίνεται ότι, εν προκειμένω, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιτρεπτού συμβατικού συμψηφισμού του ποσού, που αναφέρεται στον ανωτέρω όρο της σύμβασης με την δικαιούμενη από αυτόν υπερωριακή αμοιβή, αφενός διότι δεν προέκυψε ότι συμφωνήθηκε και στις ένδικες συμβάσεις, που συνήφθησαν, όπως προελέχθη, ατύπως και, αφετέρου, διότι ο εν λόγω όρος, ερμηνευόμενος, κατά τα άρθρα 173, 200 ΑΚ, δεν επιτρέπει τον συμψηφισμό του ως άνω ποσού, εφόσον δεν προσδιορίστηκαν ειδικά και ορισμένα οι υπέρτερες αποδοχές, οι οποίες θα μπορούσαν να συμψηφίζονται με μελλοντικές υποχρεώσεις της εναγομένης προς τον ενάγοντα. Η αόριστη διατύπωση της ανωτέρω συμφωνίας δεν δύναται να θεμελιώσει συμβατικό συμψηφισμό των από την εναγόμενη εξ ελευθεριότητας χορηγούμενων προς τον αντίδικό της ποσών προς την οφειλόμενη από την πρώτη προς τον δεύτερο αμοιβή για υπερωριακή εργασία. Επομένως, η ένσταση περί συμψηφισμού του ποσού των 2.321,25€ πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ενόψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι, βάσει της εφαρμοζόμενης Σ.Σ.Ν.Ε. Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2017, ο νόμιμος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 3.316,72€, αποτελούμενος από μισθό ενεργείας (άρθρο 1) ποσού 1.157,99€, αντίτιμο τροφής (άρθρο 3) ποσού 576,3€ (= 19,21€ x 30 ημέρες), επίδομα Κυριακής (άρθρο 6) ποσού 254,76€, επίδομα άγονης γραμμής (άρθρο 7) ποσού 81,05€ (= 1.157,99€ x 7%), επίδομα βαρειάς και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 8) ποσού 35,22€, αποδοχές αδείας (άρθρο 15) ποσού 452,05€ (1.157,99€ + 254,76€+576,3€/22 x 5), μέσο όρο υπερωριών ποσού 304,73€ [= 261,75€ (= 160 καθημερινές και 12 Κυριακές x 4 ώρες x 8,37€/22) + 29,29€ (= 77 καθημερινές x 1 ώρα 8,37€/22) + 13,69€ (= 36 καθημερινές x 1 ώρα x 8,37€/22)], μέσο όρο υπερωριών Σαββάτου ποσού 347,79€ (= 52 Σάββατα/12 μήνες = 4,33 ώρες x 8 ώρες x 10,04€) και μέσο όρο αμοιβής αργιών (άρθρο 18) ποσού 106,83€ (= 16 αργίες/12 μήνες x 8 ώρες x 10,04€), τούτος δικαιούται για την επίδικη χρονική περίοδο από 1.1.2017 έως 18.2.2017, από 2.4.2017 έως 3.6.2017 και από 1.7.2017 έως 27.11.2017: Α) αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, τις καθημερινές και τις Κυριακές, ποσού 6.758,05€, διότι δικαιούτο το ποσό των 7.871,98€ {= 5.758,56€ [= 688 ώρες (= 160 καθημερινές + 12 Κυριακές x 4 ώρες) x 8,37€ (ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%)] + 644,49€ [= 77 ώρες (= 77 καθημερινές x 1 ώρα) x 8,37€] + 301,32€ [= 36 ώρες (=36 εργάσιμες x 1 ώρα x 8,37€) + 903,96€ (= 108 ώρες ημερήσιας βάρδιας πυρασφάλειας (= 2 ώρες x 6 βάρδιες x 9 μήνες x 8,37€] + 263,65€ [= 31,5 ώρες νυχτερινής βάρδιας πυρασφάλειας (= 3,5 ώρες x 1 βάρδια x 9 μήνες) x 8,37€] και εισέπραξε προς εξόφληση του ανωτέρω κονδυλίου το ποσό των 1.113,93€, Β) αμοιβή για την εργασία του την ημέρα του Σαββάτου και τις αργίες της ανωτέρω περιόδου, ποσού 952,56€, ενόψει του ότι δικαιούτο το ποσό των 4.849,32€ {= 2.650,56€ [= 22 ημέρες (= 15 Σάββατα + 7 αργίες) x 12 ώρες x 10,04€ (προσαυξημένο ωρομίσθιο κατά 50%)] + 40,16€ (= 4 αργίες x 1 ώρα x 10,04€) + 2.008,00€ [= 25 ημέρες (= 22 Σάββατα + 3 αργίες) x 8 ώρες x 10,04€] + 150,6€ [= 15 ημέρες (= 14 Σάββατα + 1 αργία) x 1 ώρα x 10,04€] και είχε λάβει το ποσό των 3.896,76€, Γ) ως αναλογία δώρου Πάσχα 2017, οπότε εργάστηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2017 έως 18.2.2017 και από 2.4.2017 έως 30.4.2017, το ποσό των 786,94€, δεδομένου ότι δικαιούτο το ποσό των 1.432,22€ [= 150,76€ (= 3.316,72€/22) x 9,5 ημερομίσθια] και έλαβε το ποσό των 645,28€, όπως συνομολογεί, Δ) ως αναλογία Χριστουγέννων του έτους 2017, καθώς απασχολήθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.5.2017 έως 3.6.2017 και από 1.7.2017 έως 27.11.2017, το ποσό των 1.806,16€, ενόψει του ότι δικαιούτο το ποσό των 2.855,39€ (= 150,76€ x 18,94 ημερομίσθια) και εισέπραξε το ποσό των 1.049,23€. Αποζημίωση για τα εξπρές δρομολόγια της ανωτέρω περιόδου δεν επιδικάζεται, ενόψει του ότι δικαιούτο το συνολικό ποσό των 1.387,4€, ήτοι: i) το ποσό των 392,45€ [= 3,55 δρομολόγια x 110,55€ (= 3.316,72€/30)], αφού πραγματοποίησε λιγότερες από πέντε (5) πρόωρες αναχωρήσεις από το λιμάνι του Πειραιά κατά τις κάτωθι ημερομηνίες 8.4.2017 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 09.00 π.μ.), 9.4.2017 (άφιξη 18.00 μ.μ. – αναχώρηση 21.00 μ.μ.), 13.4.2017 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 08.00 π.μ., άφιξη 19.25 μ.μ. – αναχώρηση 21.00 μ.μ.), 18.4.2017 (άφιξη 07.55 π.μ. – αναχώρηση 08.30 π.μ., άφιξη 19.00μ.μ. – αναχώρηση 21.00 μ.μ), 22.4.2017 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 12.00), 13.5.2017 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 12.00), 20.5.2017 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 12.00), δηλαδή είχε 28,412 ώρες πρόωρης αναχώρησης κι, επομένως, πραγματοποίησε 3,55 (= 28,412/8) εξπρές δρομολόγια και ii) το ποσό των 994,95€ (= 9 δρομολόγια x 110,55€), αφού κατά το χρονικό διάστημα εννέα (9) εβδομάδων από 1.7.2017 έως 30.8.2017 πραγματοποίησε τακτικές αναχωρήσεις από το λιμάνι του Πειραιά με επιστροφή, η διάρκεια των οποίων υπερέβαινε τις 12 ώρες και, συγκεκριμένα, έξι (6) κυκλικά δρομολόγια, εκ των οποίων το ένα (1) θεωρείται εξπρές και έλαβε το ποσό των 2.085,05€, όπως προκύπτει από τις αποδείξεις πληρωμής. Περαιτέρω, βάσει της εφαρμοζόμενης Σ.Σ.Ν.Ε. Πληρωμάτων Ακτοπλοϊκών Επιβατηγών Πλοίων του έτους 2018, ο νόμιμος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 3.200,17€, αποτελούμενος από μισθό ενεργείας (άρθρο 1) ποσού 1.181,15€, αντίτιμο τροφής (άρθρο 3) ποσού 587,7€ (= 19,59€ x 30 ημέρες), επίδομα Κυριακής (άρθρο 6) ποσού 259,86€, επίδομα άγονης γραμμής (άρθρο 7) ποσού 82,68€ (= 1.181,15€ x 7%), επίδομα βαρειάς και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 8) ποσού 35,92€, αποδοχές αδείας (άρθρο 15) ποσού 461,05€ (1.181,15€ + 259,86€+587,7€/22 x 5), μέσο όρο υπερωριών ποσού 127,69€ [= 113,34€ (= 69 καθημερινές και 4 Κυριακές x 4 ώρες x 8,54€/22) + 12,03€ (= 31 καθημερινές x 1 ώρα x 8,54€/22) + 2,32€ (= 6 καθημερινές x 1 ώρα x 8,54€/22)], μέσο όρο υπερωριών Σαββάτου ποσού 355,06€ (= 52 Σάββατα/12 μήνες = 4,33 ώρες x 8 ώρες x 10,25€) και μέσο όρο αμοιβής αργιών (άρθρο 18) ποσού 109,06€ (= 16 αργίες/12 μήνες x 8 ώρες x 10,25€), τούτος δικαιούται για την επίδικη χρονική περίοδο από 4.1.2018 έως 17.2.2018, από 1.4.2018 έως 26.4.2018 και από 3.5.2018 έως 1.6.2018: Ε) διαφορά δεδουλευμένων αποδοχών ποσού 113,78€, δεδομένου ότι δικαιούτο για το επίδικο χρονικό διάστημα των 3 μηνών και 8 ημερών το ποσό των 6.330,66€ [= 5.813,94€ [ = 1.937,98€ (= 1.181,15€ (μισθός ενεργείας) + 259,86€ (επίδομα Κυριακής) + 35,92€ (επίδομα βαρειάς και ανθυγιεινής εργασίας) + 461,05€ (αποδοχές αδείας) x 3 μήνες)] + 516,72€ [= 64,59€ (= 1.937,98€/30 x 8 ημέρες)]}, έλαβε, όπως συνομολογεί, το ποσό των 6.092,66€ και έχει εισπράξει ως αναδρομικά το ποσό των 124,22€, ΣΤ) αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, τις καθημερινές και τις Κυριακές, ποσού 2.641,82€, διότι δικαιούτο το ποσό των 3.206,77€ [= 2.493,68€ (= 292 ώρες (= 69 καθημερινές + 4 Κυριακές x 4 ώρες) x 8,54€ (ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%) + 264,74€ (= 31 καθημερινές x 1 ώρα x 8,54€) + 51,24€ (= 6 καθημερινές x 1 ώρα x 8,54€) + 307,44€ [= 36 ώρες ημερήσιας βάρδιας πυρασφάλειας (= 2 ώρες x 6 βάρδιες x 3 μήνες) x 8,54€] + 89,67€ [= 10,5 ώρες νυχτερινής βάρδιας πυρασφάλειας (= 3,5 ώρες x 1 βάρδια x 3 μήνες) x 8,54€] και εισέπραξε προς εξόφληση του ανωτέρω κονδυλίου το ποσό των 564,95€, Ζ) αμοιβή για την εργασία του την ημέρα του Σαββάτου και τις αργίες της ανωτέρω περιόδου, ποσού 450,28€, ενόψει του ότι δικαιούτο το ποσό των 2.009,00€ {= 1.353,00€ [= 11 ημέρες (= 7 Σάββατα + 4 αργίες) x 12 ώρες x 10,25€ (προσαυξημένο ωρομίσθιο κατά 50%) + 20,5€ (= 2 αργίες x 1 ώρα x 10,25€) + 574,00€ [= 7 ημέρες (= 6 Σάββατα + 1 αργία) x 8 ώρες x 10,25€] + 61,5€ [= 6 ημέρες (= 5 Σάββατα + 1 αργία) x 1 ώρα x 10,25€)]} και είχε λάβει το ποσό των 1.558,72€, Η) αποζημίωση για τα εξπρές δρομολόγια της ανωτέρω περιόδου, ποσού 241,54€, ενόψει του ότι δικαιούτο το ποσό των 643,22€ [= 6,03 δρομολόγια x 106,67€ (= 3.200,17€/30)], αφού πραγματοποίησε πρόωρες αναχωρήσεις από το λιμάνι του Πειραιά κατά τις κάτωθι ημερομηνίες 6.1.2018 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 09.00 π.μ.), 9.1.2018 (άφιξη 06.30 μ.μ. – αναχώρηση 9.00 μ.μ.), 3.2.2018 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 09.00 π.μ.), 17.2.2018 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 09.00 π.μ.), 1.4.2018 (άφιξη 18.00 μ.μ. – αναχώρηση 21.00), 5.4.2018 (άφιξη 05.30 π.μ. – αναχώρηση 08.00 π.μ., άφιξη 18.20 π.μ. – αναχώρηση 21.00), 10.4.2018 (άφιξη 07.55 π.μ. – αναχώρηση 09.00 π.μ., άφιξη 19.30 μ.μ. – αναχώρηση 21.00 μ.μ.), 21.4.2018 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 09.00 π.μ.), 5.5.2018 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 09.00 π.μ.), 17.5.2018 (άφιξη 06.55 π.μ. – αναχώρηση 10.00 π.μ.), 28.5.2018 (άφιξη 20.30 μ.μ. – αναχώρηση 23.30 μ.μ.), δηλαδή είχε 48,245 ώρες πρόωρης αναχώρησης κι, επομένως, πραγματοποίησε 6,03 (= 48,245/8) εξπρές δρομολόγια και έχει εισπράξει το συνολικό ποσό των 401,68€, Θ) ως αναλογία δώρου Πάσχα 2018, οπότε εργάστηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 4.1.2018 έως 17.2.2018 και από 1.4.2018 έως 26.4.2018, το ποσό των 823,87€, δεδομένου ότι δικαιούτο το ποσό των 1.236,41€ [= 145,46€ (= 3.200,17€/22) x 8,5 ημερομίσθια] και έλαβε το ποσό των 412,54€, Ι) ως αναλογία Χριστουγένων του έτους 2018, καθώς απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 3.5.2018 έως 1.6.2018, το ποσό των 224,25€, ενόψει του ότι δικαιούτο το ποσό των 413,10€ (= 145,46€ x 2,84 ημερομίσθια) και εισέπραξε το ποσό των 188,85€. Ενόψει των ανωτέρω, δεκτής γενομένης της ένστασης εξοφλήσεως ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμης, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (14.799,25€ = 6.758,05€ + 952,56€ + 786,94€ + 1.806,16€ + 113,78€ + 2.641,82€ + 450,28€ + 241,54€ + 823,87€ + 224,25€), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της ημερομηνίας λύσης της σύμβασης ναυτικής εργασίας, ήτοι από την 2.6.2018 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Όσον αφορά το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της εκδοθησόμενης απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, όσον αφορά τις καταψηφιστικές της διατάξεις, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας, λόγω της φύσης των επίδικων αξιώσεων, ως ερειδόμενων σε εξαρτημένη σύμβαση εργασίας και, επιπλέον, διότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει στον ενάγοντα σημαντική ζημία, διότι είναι μισθοσυντήρητος (άρθρα 907, 908 παρ. 1, 910 αριθ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος βαρύνουν την εναγόμενη, κατά το λόγο της ήττας της (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο στο σκεπτικό της παρούσας.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (14.799,25€), με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της ημερομηνίας της λύσης της ναυτικής σύμβασης εργασίας, ήτοι από τις 2.6.2018 και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ευρώ (4.500,00€).

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα ευρώ (450,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ