ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2264/2018

 

Δικαστής : Αντιγόνη Χρήστου, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι : Αλίκη Γκερλιώτη - Αντώνιος Πετρίδης

 

 

Νομίμως φέρονται προς συζήτηση: α) η από 12.4.2018 και με αριθμό κατάθεσης .../.../2018 αγωγή και β) η από 15.5.2018 και με αριθμό κατάθεσης πρόσθετη παρέμβα­ση.

Α. Η ενάγουσα με την υπό κρίση αγω­γή της, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία, στις 4.4.2006, αρχικά ως τηλεφωνήτρια και από 1.11.2008 ως συ­ντάκτρια στο ραδιοφωνικό σταθμό «...», ιδιοκτησίας της εναγομένης με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχό­λησης. Ότι εργάστηκε, υπό την τελευταία αυτή ειδικότητα, και με μηνιαίες αποδοχές (μικτού) ποσού 1.267,93 ευρώ μέχρι τις 18.1.2018, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εξαρτημένης εργα­σίας της. Ότι η απόλυσή της είναι άκυρη, λόγω καταχρηστικότητας (Α.Κ. 281), για τους λόγους που εκθέτει ειδικότερα στην αγωγή της, επικουρικώς δε για το λόγο ότι δεν της καταβλήθηκε πραγματικά και προσηκόντως η νόμιμη αποζημίωση απο­λύσεως.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ζη­τεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 18.1.2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης, και να της καταβάλει, όπως το αίτημά της παραδεκτά περιορίστηκε με τις προτάσεις της, αλλά και με νομότυπη δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, νομίμως καταχωρισθείσας στα πρακτικά (άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ.), κατά την κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, και κατά την επικουρική κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 6.405,06 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 19.1.2018 μέχρι 31.5.2018, υπόλοιπο δώρο Πάσχα και υπόλοιπο επιδόματος αδείας, καθώς και το ποσό των 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα ως άνω κονδύλια από τότε που κατέστησαν απαιτητά και μέχρι την πλήρη εξόφληση, άλλως από την επί­δοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Τέ­λος, ζητεί να επιβληθούν στην εναγομένη τα δικαστικά έξοδά της. Επιπλέον, με τις νομότυπα κατατεθειμένες προτάσεις της ζητεί την επαναπρόσληψή της.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2,16 αρ. 2 και 25 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ειδική διαδικα­σία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμο­ζόμενων των ειδικότερων ρυθμίσεων για τις εργατικές διαφορές (άρθρα 591, 614 παρ. 3 και 621-622 Κ.Πολ.Δ.), εμπρόθεσμα δε ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβε­στικής προθεσμίας (Α.Κ. 280) της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, και εί­ναι ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σε αυτή όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοι­χεία (άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρι­σμού της εναγομένης. Είναι δε και νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281, 648, 649, 653, 655, 656, 669, 57, 59, 914, 932 και 346 του Α.Κ., των άρθρων 2 και 5 του ν. 3198/1955 και των άρθρων 69, 70 και 176 του Κ.Πολ.Δ., πλην: α) του αιτήματος κατα­βολής υπόλοιπου δώρου Πάσχα και επιδό­ματος αδείας, τα οποία τυγχάνουν απορ­ριπτέα ως προώρως ασκηθέντα (άρθρο 69 Κ.Πολ.Δ.), αφού δε έχουν καταστεί ακόμα ληξιπρόθεσμα και ως εκ τούτου απαιτητά, και β) του με τις προτάσεις υποβληθέντος αιτήματος περί επαναπρόσληψής της, το οποίο προβλήθηκε απαραδέκτως (άρθρα 223 και 106 Κ.Πολ.Δ.). Μη νόμιμη, ωστόσο, και ως εκ τούτου απορριπτέα τυγχάνει η επικουρική βάση της αγωγής, δεδομένου ότι η αγωγή εξ αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής φύσεως και τυγχάνει εφαρμογής όταν εκλείπουν οι προϋποθέ­σεις της κύριας σύμβασης στοιχεία ωστόσο που η ενάγουσα ουδόλως επικαλείται για τη στοιχειοθέτησή της στην οποία (έγκυρη σύμβαση εργασίας) άλλωστε στηρίζει τις ένδικες αξιώσεις της. Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι το καταψηφιστικό της αντικείμενο δεν υπερβαίνει την καθ ύλην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου (άρθρα 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και 14 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Β. Το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «Ένωσις Συντακτών Ημερησί­ων Εφημερίδων Αθηνών» (Ε.Σ.Η.Ε.Α.)», το οποίο αποτελεί επαγγελματική οργάνω­ση που καλύπτει τους δημοσιογράφους που εργάζονται σε ημερήσιες εφημερίδες και ραδιοτηλεοπτικά μέσα της περιοχής Αθηνών και στο οποίο η ενάγουσα είναι τακτικό μέλος, με χωριστό δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 17.5.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../.../2018, άσκησε, στην ανοιγείσα δίκη, πρόσθετη παρέμβα­ση υπέρ της ενάγουσας, ζητώντας να γίνει δεκτή η αγωγή της τελευταίας και να κα­ταδικαστεί η καθ ης η κύρια παρέμβαση- εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων. Η εν λόγω πρόσθετη παρέμ­βαση ασκείται αρμοδίως, παραδεκτώς και νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξε­ων των άρθρων 80, 622 παρ. 1 περ. 3 του Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, πρέπει να συνεκδικασθεί με την υπό κρίση κυρία αγωγή (άρθρα 31 παρ. 1 και 246 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ου­σιαστική βασιμότητά της.

[Α]ποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγ­ματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης:

Η ενάγουσα, η οποία είναι τακτικό μέ­λος του προσθέτως παρεμβαίνοντος επαγ­γελματικού σωματείου με την επωνυμία «Ένωσις Συντακτών Ημερησίων Εφημερί­δων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.)», προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγόμενη εταιρία στις 4.4.2006 προκειμένου να εργαστεί αρχι­κά με την ειδικότητα της τηλεφωνήτριας και ήδη από 1.11.2008 ως εσωτερική και ακολούθως ως εξωτερική συντάκτρια στη λειτουργία του ραδιοφωνικού σταθμού της εναγομένης «...». Οι μηνιαίες δε τακτικές αποδοχές της ανέρχονταν στο ποσό των 1.267,93 ευρώ (μικτά).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το Μάιο του έτους 2017 η εναγομένη άρχισε να καταβάλλει με καθυστέρηση τις απο­δοχές των εργαζομένων της πρακτική η οποία συνεχίστηκε μέχρι και το μήνα Νο­έμβριο του έτους 2017, οπότε και πραγμα­τοποιήθηκε συνάντηση των εργαζομένων με το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης. Στην εν λόγω συνάντηση ανακοινώθηκε στους εργαζόμενους ότι η Διοίκηση της εναγομένης αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τη μείωση των μικτών μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων για όσους αμείβονταν με μηνιαίο μισθό ανώτερο των 750 ευρώ, καθώς και τη μη καταβολή δεδουλευμένων δύο μηνών.

Το γεγονός αυτό, όπως ήταν αναμενό­μενο, προκάλεσε την αντίδραση των εργα­ζομένων, οι οποίοι, στις 14.11.2017, πραγ­ματοποίησαν γενική συνέλευση στην έδρα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, οπότε και αποφασίστηκε εκ μέρους τους η απόρριψη της μονομερούς τροποποίησης των όρων εργασίας τους. Η συμμετοχή δε της ενάγου­σας στην εν λόγω συνέλευση ήταν έντονη και ενεργής, η ίδια δε είχε κυρίαρχο ρόλο αναφορικά με την εκπροσώπηση και την προάσπιση των συμφερόντων των εργαζο­μένων. Ειδικότερα, εξέφρασε δημόσια την άποψή της ότι η εν λόγω μείωση δεν ήταν αποδεκτή και για το λόγο αυτό η πρόταση της εναγομένης τύγχανε απορριπτέα, για το λόγο ότι αποφασίστηκε χωρίς να υφί­σταται σοβαρή αιτία, χωρίς η πλευρά της εναγομένης να δίνει επαρκή εξήγηση για την εν λόγω απόφασή της.

Μάλιστα, στο πλαίσιο αυτό, ήρθε σε κατά μέτωπο αντιπαράθεση με τον κ. *, εκπρόσωπο της εναγομένης ο οποίος σε σχετικές ερωτήσεις της αναφορικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της μείωσης απο­δοχών απέφευγε να δώσει πειστικές εξη­γήσεις ενώ στη συνέχεια αποχώρησε από το έντονο κλίμα τριβής που είχε φανερά δημιουργηθεί μεταξύ τους.

Ακολούθως, στις 4.12.2017, η εναγο­μένη απηύθυνε επεξηγηματικό σημείωμα στο προσθέτως παρεμβαίνον σωματείο, το οποίο απέστειλε ηλεκτρονικά και στην ενάγουσα, δυνάμει του οποίου δήλωνε ότι αποφάσισε την περικοπή των δαπανών λειτουργίας της ενόψει επερχόμενης συγχώνευσής της, που θα ολοκληρωνόταν μέ­χρι τα μέσα Ιανουαρίου 2018, παράλληλα δε ότι αποφάσισε να μην πραγματοποιη­θούν απολύσεις, αλλά να επέλθει μείωση των τακτικών αποδοχών των εναγομέ­νων κατά ποσοστό 20% από 1.12.2017 για όσους αμείβονταν με μηνιαίο μισθό ανώτερο των 750 ευρώ, καθώς και ότι τα οφειλόμενα δεδουλευμένα δύο μηνών θα καταβάλλονταν τμηματικά μετά την κατά τα ανωτέρω επικείμενη συγχώνευση.

Κατόπιν των ανωτέρω, η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα, στις 14.12.2017, ηλεκτρονικό μήνυμα, με το οποίο την κα­λούσε να προσέλθει να υπογράψει νέα τροποποιημένη με το ως άνω περιεχόμενο σύμβαση εργασίας. Η ενάγουσα, ωστόσο, αρνήθηκε. Κατόπιν, η ίδια, στις 15.12.2017, καθώς και άλλοι συνάδελφοι της, προσέ­φυγαν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, γνωστοποιώντας την ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης. Η αίτησή της, όπως και των λοιπών συναδέλφων της, συζητήθηκε στις 12.1.2018 (βλ. δελτίο εργατικής διαφοράς που προσκομίζει).

Κατά τη συζήτηση αυτής, η εναγομένη, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δι­κηγόρο της, δήλωσε ότι δεν θα προέβαινε μέχρι να πραγματοποιηθεί η συγχώνευση σε καμία περικοπή αποδοχών, αλλά το σχετικό ζήτημα θα αποτελούσε εκ νέου αντικείμενο μεταξύ τους διαπραγμάτευ­σης, καθώς και ότι προτίθεται να προβεί σταδιακά στην εξόφληση των δεδουλευ­μένων αποδοχών τους. Ακολούθως, στις 16.1.2018, ανακοινώθηκε στους εργαζομέ­νους της εναγομένης, από τη συνδικαλιστι­κή τους εκπρόσωπο ..., ότι συγκροτήθηκε νέο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, μέλος του οποίου ήταν και ο ανωτέρω αναφερόμενος *.

Εν όψει της εξέλιξης αυτής, στις 17.1.2018, πραγματοποιήθηκε νέα συνέ­λευση εργαζομένων, κατά την οποία μετεί­χε και ο τελευταίος, ο οποίος και έθεσε εκ νέου το ζήτημα της μείωσης αποδοχών. Η ενάγουσα δε, εξέφρασε, για άλλη μία φορά, δημοσίως την άποψή της αναφορικά με την απόρριψη της πρότασης αυτής, ερχό­μενη και πάλι σε ευθεία σύγκρουση με τον *. (βλ. τις προσκομισθείσες με επίκληση από την ενάγουσα με αριθμούς .../22.5.2018 και .../22.5.2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρ­τύρων ... και ... ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δεν αντικρούονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο).

Ακολούθως, στις 18.1.2018, η εναγομέ­νη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, το δε έγγραφο καταγγελίας επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 19.1.2018 με ταυτόχρονη δήλωσή της ότι η αποζη­μίωση απόλυσης θα κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, η δε από­δειξη παρακατάθεσης μπορούσε να παρα­ληφθεί από το λογιστήριο της εναγομένης στις 22.1.2018 (ημέρα Δευτέρα).

Την ίδια δε ημέρα, η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασί­ας και του μάρτυρα της ενάγουσας **, ο οποίος είχε ομοίως προσφύγει στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και είχε ενεργό δράση κατά τις ανωτέρω συνελεύσεις των εργαζομένων.

Με αφορμή τις ανωτέρω απολύσεις, αλλά και την επικείμενη μείωση αποδοχών, οι εργαζόμενοι του ραδιοφωνικού σταθμού πραγματοποίησαν νέες συνελεύσεις αλλά και απεργιακές κινητοποιήσεις οι οποίες εν τέλει κατέληξαν σε συμβιβαστική διευ­θέτηση του ζητήματος, με κλιμακωτή μεί­ωση των αποδοχών των εργαζομένων. Στο πλαίσιο αυτό, η εναγομένη απηύθυνε, στις 16.2.2018, ηλεκτρονική πρόσκληση στην ενάγουσα επανόδου της στην εργασία της μέχρι τις 20.2.2018 με βάση τους όρους της επιτευχθείσας συμβιβαστικής συμφωνίας. Η ενάγουσα δε, με την από 20.2.2018 απα­ντητική της, επίσης ηλεκτρονική, επιστολή, ζήτησε από την εναγομένη να προβεί σε κατάρτιση συγκεκριμένου σχεδίου σύμβα­σης εργασίας.

Πράγματι, η εναγομένη της απέστειλε ηλεκτρονικά σχετικό κείμενο προς μελέτη και υπογραφή, επί του οποίου η ενάγουσα επέφερε τροποποιήσεις που αφορούσαν τη διατύπωση εκ μέρους της επιφυλάξεων αναφορικά με το κύρος της ως άνω κα­ταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και της εξ αυτής απορρέουσας αξίωσής της για αποζημίωση λόγω ηθικής της βλάβης, καθώς και την οφειλή των δεδουλευμένων αποδοχών της. Η εναγομένη δεν αποδέ­χθηκε τις εν λόγω τροποποιήσεις και ως εκ τούτου μέχρι σήμερα η ενάγουσα, η οποία έχει εισπράξει τις καθορισθείσες δόσεις της αποζημίωσης απόλυσής της, ύψους 10.354,76 ευρώ, δεν έχει επανέλθει στην εργασία της (βλ. σχετική ηλεκτρονική αλλη­λογραφία που προσκομίζουν οι διάδικοι).

Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγ­ματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ένδικη απόλυση της ενάγουσας, στις 18.1.2018, ήταν άκυρη ως καταχρηστική (Α.Κ. 281) και συνεπώς θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη (Α.Κ. 174, 180), για το λόγο ότι, όπως αποδείχθηκε, απολύθηκε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσω­πο της και προφανώς ενάντια στην καλή πίστη. Από κανένα, άλλωστε, αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη εκ μέρους της εναγομένης κακή οικονομική κατάσταση ή πορεία της, προκειμένου να συσχετιστεί η καταγγελία της ενάγουσας για οικονομικοτεχνικούς λό­γους, αφού η εναγομένη ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκόμισε προς τούτο (όπως π.χ. ισολογισμούς, λοιπά οικονομικά στοιχεία, καταστάσεις κ.λπ.), ούτε δε αποδείχθηκε ότι προέβη σε έτερες ενέργειες μείωσης του κόστους λειτουργίας της, ώστε να δύνα­ται να συνεκτιμηθεί ως ενισχυτικό του εν λόγω ισχυρισμού της στοιχείο. Αντίθετα, μάλιστα, ο επικαλούμενος εκ μέρους της ισχυρισμός ότι προέβη σε σταδιακή από­λυση των εργαζομένων προκειμένου να εξυγιανθεί οικονομικά καταρρίπτεται από την κατάθεση του εξετασθέντος ενώπιον του Δικαστηρίου νομίμου εκπροσώπου της, ο οποίος κατάθεσε ότι όχι μόνο δεν ακολούθησαν σταδιακά άλλες απολύσεις (πέραν της ενάγουσας και λοιπών συνα­δέλφων της οι οποίοι επίσης είχαν προσ­φύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας), αλλά πραγματοποιήθηκαν και προσλήψεις νέων εργαζομένων, ενώ η αποχώρηση άλλων ερ­γαζομένων για προσωπικούς τους λόγους (όπως π.χ. επαναπρόσληψή τους στην Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.) ουδόλως ασκεί έννομη επιρροή στα ανωτέρω. Η συμπεριφορά δε της ενάγου­σας, και δη η συμμετοχή της στις ως άνω συνελεύσεις με ενεργό και έντονο τρόπο για τη θωράκιση των δικαιωμάτων της ίδιας και των συναδέλφων της, καθώς και η συγκρουσιακή της στάση, προκάλεσε την έντονη αντίδραση του κ. *, μέλους του Δι­οικητικού Συμβουλίου της εναγομένης ο οποίος ναι μεν δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας, πλην όμως διαδραμάτιζε κυρίαρχο ρόλο αναφορικά με την επιλογή των εργαζομένων (βλ. χωρίς όρκο κατάθεση νομίμου εκπρο­σώπου της εναγομένης στην τελευταία σελίδα των ταυτάριθμων της παρούσας πρακτικών, όπου αναφέρει ότι «άλλωστε τους περισσότερους αυτός τους προσέλα­βε...») συνδέεται αιτιωδώς με την απόλυσή της, καθόσον η τελευταία έλαβε χώρα μία ημέρα μετά την ανωτέρω συνέλευση της 17.1.2018, στην οποία διημείφθησαν τα ανωτέρω. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η εναγομένη ουδόλως παρέχει κάποια επαρ­κή και πειστική εξήγηση αναφορικά με τη δέσμευσή της ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας στις 12.1.2018, περί μη πραγμα­τοποίησης απολύσεων και την εν συνεχεία αιφνίδια αναθεώρηση αυτής λίγες ημέρες μόλις μετά, η οποία, σημειωτέον, συμπίπτει χρονικά με την προαναφερόμενη αλλαγή του Διοικητικού της Συμβουλίου και τη συν­έλευση της 17.1.2018.

Υπό τα ως άνω δεδομένα, επομένως, καταδεικνύεται, μία —κατά χρονική αλλη­λουχία— μεθοδευμένη ενέργεια της εναγό­μενης όπως αποχωρήσει η ενάγουσα από την εργασία της, παρόλο που επρόκειτο για παλαιά συντάκτρια με 12 έτη ευδόκι­μης υπηρεσίας και χωρίς μέχρι τότε να έχει ανακύψει κάποιο πρόβλημα με την απόδο­ση και την εργατικότητά της.

Σημειώνεται δε ότι η μεταγενέστερη με­ταστροφή της εναγομένης και πρόσκλησή της προς την ενάγουσα προς επάνοδο στην εργασία της με νέους όρους ουδόλως αναιρεί την ακυρότητα της ανωτέρω κα­ταγγελίας, καθώς κρίσιμα περιστατικά για την εγκυρότητά της ή μη αποτελούν όσα προηγήθηκαν αυτής και όχι τυχόν μεταγε­νέστερη αλλαγή στάσης της εργοδότριας.

Κατ ακολουθίαν και εφόσον δεν απο­δείχτηκε κάποιος αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την ένδικη καταγγελία, αλλά αντιθέτως αποδείχτηκαν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι η ένδικη καταγγελία ήταν καταχρηστική και υπαγορεύτηκε από τα­πεινά ελατήρια, μη εξυπηρετούντα το σκο­πό του δικαιώματος, δεδομένου ότι οφει­λόταν σε εμπάθεια στο πρόσωπο της (Α.Κ. 281) κατά τα ανωτέρω και δεν συνδεόταν με το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επι­χείρησης της εναγομένης, ούτε μπορούσε αντικειμενικά να προβλεφθεί από την αντισυμβαλλόμενή της ενάγουσα, με συνέπεια να είναι αυτή άκυρη (Α.Κ. 174, 180) και η εναγομένη, η οποία έκτοτε αρνείται να δεχτεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, να έχει καταστεί υπερήμερη εργοδότρια (Α.Π. 787/2017, Α.Π. 277/2016).

Ως εκ τούτου η εναγομένη υποχρεούται, μέχρις ότου άρει την υπερημερία της αυτή, να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές τις οποίες εκείνη θα λάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή της σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνησή της να αποδεχτεί τις υπηρεσίες της και εφόσον οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας του μισθωτού. Ειδικότερα δε, η ενάγουσα δι­καιούται να λάβει για την αιτία αυτή, για το χρονικό διάστημα από 19.1.2018 μέχρι 31.5.2018, όπως ζητεί το συνολικό (μικτό) ποσό των 5.706,85 ευρώ [=635,13 ευρώ, που αντιστοιχεί στο υπόλοιπο μισθού μη­νός Ιανουαρίου 2018 + (1.267,93 χ 4 μι­σθοί του λοιπού χρονικού διαστήματος=) 5.071,72 ευρώ].

Περαιτέρω, η ενάγουσα, που απολύ­θηκε καταχρηστικώς, δικαιούται να αξιώ­σει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, το εύλογο ποσό της οποίας (Α.Κ. 932) ανέρχεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, λαμβανομένων υπόψη των συνθη­κών της απολύσεως και της βαρύτητας της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας, της προϋπηρεσίας της στην εναγομένη, της κοινωνικής κατάστασης αυτής, καθώς και της οικονομικής κατά­στασης των διαδίκων.

Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ ουσίαν βά­σιμη, να γίνει δεκτή περαιτέρω η πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί η εναγό­μενη εταιρεία να καταβάλει στην ενάγου­σα τα ως άνω ποσά, τα οποία οφείλονται με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη απαιτητό (δήλη ημέρα, άρθρα 341 αρ. 1, 345 Α.Κ., βλ. Ολ.Α.Π. 39- 40/2002) και μέχρι την πλήρη εξόφληση, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, η εναγο­μένη πρέπει να καταδικαστεί κατά το μέρος της ήττας της στην πληρωμή των δικαστι­κών εξόδων της ενάγουσας και του προσ­θέτως παρεμβαίνοντος, όπως ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176, 178 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).