ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 222/2019

 

Δικαστής : Κωνσταντία Κιούση Πρωτοδίκης

Δικηγόροι : Παλ. Παλαιολόγου – ερήμην εναγομένων

 

Ι. Από το συνδυασμό διατάξε­ων των άρθρων 57, 200, 288, 349, 351, 648, 652 παρ. 1, 653 και 656 Α. Κ., 1, 3 και 7 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι μονομερής βλαπτική μετα­βολή των όρων της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν ο εργοδότης, χωρίς δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση ή με κατάχρηση δικαιώμα­τος μεταβάλλει μονομερώς τους όρους της σύμβασης με συνέπεια να επέρχεται, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό. Η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη δεν επιφέρει καθ εαυτήν τη λύση της. Εάν όμως η μεταβολή (ή οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή συντελέσθηκε) δημιούργησε τέτοιες συνθήκες ώστε, κατ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση της υποχρέωσης του εργαζομένου για παροχή εργασίας μέσα σε πλαίσιο αμοιβαίας κατα­νόησης και συνεργασίας ή επέφερε τέτοια ηθική μείωση στην προσωπικότητά του, με συνέπεια η εξακολούθηση της σύμβασης να καθίσταται αδύνατη ή ιδιαίτερα δυσχερής, ο εργαζόμενος μπορεί να τη θεωρήσει ως άτακτη καταγγελία, να αποχωρήσει από την εργασία και να απαιτήσει την πληρωμή της κατά το άρθρο 3 του ν. 2112/1920 αποζημίωσης (Α.Π. 1136/2017).

Στο τρίτο εδάφιο του ανωτέρω άρθρου 7, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 56 ν. 4487/2017 (Φ.Ε.Κ. Α 116/9.8.2017), ορίζεται ότι: «Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμέ­νων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της κα­θυστέρησης».

Από την τελευταία αυτή διάταξη προ­κύπτει ότι η καθυστέρηση καταβολής του μισθού, για να θεωρηθεί ότι συνιστά βλα­πτική, υπό την ως άνω έννοια, μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, πρέπει να είναι αξιόλογη, ανεξάρτητα από την αιτία της καθυστέρησης, και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται αυτή (η καταβολή του μισθού) δολίως και δη για να εξαναγκα­σθεί ο μισθωτός σε αποχώρηση από την εργασία του, όπως επικράτησε να ερμη­νεύεται η ανωτέρω διάταξη του πρώτου ως άνω εδαφίου από τα ελληνικά δικα­στήρια (βλ. ως προς την εν λόγω ερμη­νεία Α.Π. 1413/2015 και τις αναφερόμενες σ αυτή αποφάσεις του ίδιου δικαστηρίου 1686/2007, 1049/2007, 795/2007, 1203/1998 και Εφ.Αθ. 5568/2017 ΕΕργΔ 2018, 571).

ΙΙ. Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 του Α.Κ., το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή παράλειψη του αρμοδίου οργά­νου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως τότε ευθύνεται και αυτό εις ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δη­λαδή το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη όμως αυτής του νομικού προ­σώπου.

Ειδικότερα επί ανώνυμης εταιρίας, οι δι­οικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας είναι όμως δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπρα­ξία κατά το άρθρο 914 Α.Κ., αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυ­μη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπρα­ξία, οπότε υφίσταται ευθύνη (Α.Π. 29/2006 ΕλλΔνη 47,1031).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 480 Α.Κ., «αν περισ­σότεροι οφείλουν διαιρετή παροχή ή αν πε­ρισσότεροι έχουν δικαίωμα σε διαιρετή πα­ροχή, σε περίπτωση αμφιβολίας κάθε οφει­λέτης έχει την υποχρέωση να καταβάλει και κάθε δανειστής έχει το δικαίωμα να λάβει ίσο μέρος», ενώ κατά το επόμενο άρθρο 481 του ιδίου Κώδικα «η οφειλή εις ολόκληρον υπάρχει όταν σε περίπτωση περισσοτέρων οφειλετών της ιδίας της παροχής, καθένας από αυτούς έχει την υποχρέωση να την καταβάλει ολόκληρη, ο δανειστής όμως έχει το δικαίωμα να την απαιτήσει μόνο μία φορά».

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη ενοχής εις ολόκληρον, πρέπει η απαίτηση εκάστου των πλειόνων συνδανειστών ή η υποχρέωση εκάστου των πλειόνων συνοφειλετών να αφορά την αυτή παροχή, προσθέτως δε οι πλείο­νες ενοχές (απαιτήσεις ή υποχρεώσεις), που αφορούν στους συνδανειστές ή συνοφειλέτες, να έχουν μεταξύ τους κάποια καθολική συνδετική σχέση, να συνδέονται δηλαδή με τον αυτό κοινό σκοπό και τον αυτό γενεσι­ουργό λόγο.

Με τις πιο πάνω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης καθιερώνει ως κανόνα στις πολυπρόσωπες ενοχές, που αφορούν σε διαιρετές παρο­χές την κατ ισομοιρία ευθύνη και δικαίωμα αντίστοιχα, ενώ την εις ολόκληρον ενοχή και ειδικότερα την παθητική εις ολόκληρον ενοχή αναγνωρίζει μόνο όταν αυτή συνί­σταται σε μία αναμφίβολη δήλωση βουλή­σεως των συμβαλλομένων ή καθιερώνεται ευθέως από το νόμο.

Ειδικότερα, όσον αφορά τη σύμβαση ως γενεσιουργό λόγο της παθητικής εις ολό­κληρον ενοχής, θα πρέπει από τη σύμβα­ση να συνάγεται σαφώς ότι εσκοπείτο εις ολόκληρον υποχρέωση όλων, διότι σε περί­πτωση αμφιβολίας, εάν δηλαδή συνάγεται κάτι άλλο, ισχύει ο κανόνας του άρθρου 480 Α. Κ., ήτοι γεννώνται πλείονες υποχρεώσεις κατ ίσο μέρος για κάθε οφειλέτη.

Οι διατάξεις των ανωτέρω άρθρων του Αστικού Κώδικα εμπεριέχουν συνεπώς ενδοτικό δίκαιο και δεν έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα. Επομένως, δυνάμει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι δύνανται να διαμορφώσουν την πολυπρόσωπη ενοχική τους σχέση και τις απορρέουσες από αυτήν ειδικότερες ενοχές ελευθέρως. Τα ως άνω ευρίσκουν εφαρμογή και στο πεδίο του εργατικού δικαίου, επί των ατομικών εργασιακών σχέσεων, όπου βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμ­βάσεων είναι δυνατή η ύπαρξη σχέσεως ερ­γασίας με περισσότερες επιμέρους εταιρείες που απασχολούν το μισθωτό ως συνεργά­τιδες και ευθύνονται απέναντι του εις ολό­κληρον για την πληρωμή του μισθού του, στις περιπτώσεις ιδίως εταιρειών που ενώ είναι αυτοτελή νομικά πρόσωπα, συνδέο­νται μεταξύ τους με κοινά οικονομικά συμ­φέροντα (κοινή διεύθυνση και έδρα, κοινή οικονομική πολιτική και χρηματοδότηση κλπ.) (βλ. Α.Π. 454/2006 ΧρΙΔ 2006, 656).

Περαιτέρω, το ελληνικό δίκαιο κυριαρ­χείται από τη βασική αρχή του χωρισμού του νομικού προσώπου από τα μέλη του, σύμφωνα με την οποία κάθε νομικό πρό­σωπο είναι φορέας μόνο των δικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και τούτο διότι η ύπαρξη και δράση του νομικού προ­σώπου ως αυτοτελούς υποκειμένου δικαίου υπαγορεύεται από την κοινωνικοοικονομι­κή ανάγκη για προσέλκυση κεφαλαίων. Η ύπαρξη μετόχου στις κεφαλαιουχικές εται­ρείες, που κατέχει το σύνολο ή το μεγαλύ­τερο μέρος των μετοχών και ασκεί απόλυτο έλεγχο σε αυτές και η χωρίς τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων ταύτιση συμφερό­ντων φυσικού και νομικού προσώπου, δεν είναι αρκετή για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου (Ολ.Α.Π. 5/1996 ΕΕμπΔ 1996, 758, Ολ.Α.Π. 17/1994 ΕλλΔνη 35 (1994), 1262, βλ. και Ρόκα σε ΕΕμπΔ 1995, 211), αφού η κατοχή των μετοχών μπορεί να παρέχει σε αυτόν τη δυνατότητα κατά­χρησης της νομικής προσωπικότητας, πλην όμως είναι αναγκαία και η συνδρομή πρόσθετων στοιχείων, από τα οποία να προκύ­πτει ότι η χρήση των δυνατοτήτων που το ίδιο το δίκαιο παρέχει στο μέτοχο ή εταίρο της πλειοψηφίας μίας εταιρείας συνδυά­ζεται ή έχει ως αποτέλεσμα τη χρήση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας για σκοπούς μη συμβατούς ή και αντίθετους με τους κοινωνικοοικονομικούς σκοπούς, που το δίκαιο έχει ενσωματώσει (βλ. και Αυγητίδη σε ΕΕμπΔ 1998, 312).

Ειδικότερα, από το σύνολο των διατά­ξεων του κωδικοποιημένου ν. 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών» προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως σύνολο εννόμων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό, είναι νομικό πρόσωπο διακεκριμένο από τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα των μετόχων της και συν­ιστά, επομένως, υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και έχει ίδια περιουσία, ανεξάρτητη από αυτήν των μετόχων της. Η χρησιμοποίηση της εταιρείας για την εξυ­πηρέτηση διαφορετικών σκοπών και μά­λιστα αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας. Η κα­ταχρηστική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού δεν ρυθμίζεται ειδι­κά από το νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και οι συνέπειές της να αντιμετωπιστούν σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος (Παπαντωνίου, ΓενΑρχ (1983), βλ. και Γεωργακόπουλο, Το δίκαιο των εταιρειών ΙΙΙ (1974) παρ. 62).

Δεν συνιστά καταχρηστική συμπε­ριφορά η επιλογή μίας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επι­χειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες, με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συ­νεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιου­χική εταιρεία (Εφ.Πειρ. 348/2005 ΕλλΔνη 47 (2006), 884). Συνεπώς, δεν ενεργούν αθέμι­τα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέ­γουν κάποιον από τους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα που αυτός προσφέρει την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας (βλ. και Κιάντου- Παμπούκη, Αρμ 1993, 877-886, Εφ.Πειρ. 1605/1988 ΕΝΔ 1989, 514, Εφ.Πειρ. 1856/1990 ΠειρΝ 1001, 76).

Η αρχή της αυτοτέλειας και ευθύνης τού νομικού προσώπου της εταιρείας ένα­ντι των μετόχων ή των εταίρων υποχωρεί, όμως, όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομι­μοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης δηλαδή όταν γί­νεται κατάχρηση της νομικής προσωπικό­τητας της εταιρείας με την έννοια ότι οι φε­ρόμενες ως πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα πα­ραλλάσσονται, και αντιστρόφως οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποσκοπούν. Η μορφή αυτή καταχρή­σεως του θεσμού της εταιρείας (βλ. και Θ. Λιακόπουλο, Η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου στη νομολογία, 1988) εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησι­μοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εται­ρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του (βλ. και Εφ.Πειρ. 403/2002).

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρω­ση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατα­χρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας και η μετακύλιση από την εταιρεία στους με­τόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή τους εταίρους στην εταιρεία (Κιάντου - Παμπούκη, ό.π., βλ. και Γεωρ­γακόπουλο, ό.π.). Η σύμπτωση δε των κύριων μετόχων, η συνεργασία και η σύμπτωση ακόμη ορισμένων μελών της διοικήσεως ή και αυτού του εκπροσώπου, όπως και μέρους ή όλου του υπαλληλικού προσωπικού, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ταύτιση των υποχρεώσεων των διακεκρι­μένων νομικών προσώπων, ούτε στην εις ολόκληρον υποχρέωση της μίας για τα χρέη της άλλης. Ενδέχεται σε συγκεκριμένη περί­πτωση και έναντι ορισμένου προσώπου να υπάρχει εις ολόκληρον ευθύνη τους για διά­φορους νομικούς λόγους, αλλά τούτο πρέπει να εξετάζεται ειδικώς (Εφ.Αθ. 5920/2006 ΔΕΕ 2007, 57, βλ. επίσης Εφ.Αθ. 7552/1983 ΕλλΔνη 26 (1985), 55).

IV. Κατά το άρθρο 4 του π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περί­πτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκατα­στάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/Ε.Κ. του Συμβουλίου», διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής όλα τα υφιστά­μενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργα­σίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μετα­βιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διά­δοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας απόφαση διαιτησίας κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης εγκα­τάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκα­τάστασης δεν συνιστά αυτή καθ αυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς τεχνι­κούς ή οργανώσεως που συνεπάγονται με­ταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση κα­ταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συν­επάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η κα­ταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2).

Τέλος κατά το άρθρο 6 του ίδιου π.δ., τα άρθρα 4 και 5 του παρόντος δεν εφαρμόζο­νται στη μεταβίβαση επιχείρησης εγκατά­στασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατά­στασης όταν ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρ­θρο 44 παρ. 5 του ν. 2648/1998 (κατάσταση παύσης ή αναστολής πληρωμών, επιχείρηση [προβληματική] που υποβάλλεται στην ειδική εκκαθάριση των άρθρων 9 του ν. 1386/1983, 46 του ν. 1892/1990 και 14 του ν. 2000/1991, όπως ισχύουν, ασφαλιστική επιχείρηση της οποίας η άδεια ανακλήθηκε, εκκαθάριση με σκοπό την ικανοποίηση των δανειστών), η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με δια­δικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της κατά περίπτωση αρμόδιας Αρχής (παρ. 1). Η εφαρμογή της παραγράφου 1 αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περί­πτωση δικαστικής απόφασης (παρ. 2).

Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευ­σης κατά την έννοια των πιο πάνω δια­τάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότη­τας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλ­λεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργο­δότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδο­χος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσο επι­μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκό­μενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει δηλαδή η μεταβιβαζόμε­νη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια.

Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις ερ­γασίας και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η ταυτό­τητα της επιχειρήσεως δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκατάστασης προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κ.λπ.).

Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται ωστόσο, εκτός από τη διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρ­χει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οι­κονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκ­μετάλλευσης ή τμημάτων τους εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαί­σιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους 3) η απασχόληση ή μη ση­μαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτή­των αυτών (Α.Π. 1850/2006 ΧρΙΔ 2007,258).

V. Όπως σαφώς προκύπτει από τις δια­τάξεις του π.δ. 178/2002 και άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, αυτές εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστά­σεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επι­χειρήσεων σε άλλο εργοδότη και αφορούν τόσο τις δημόσιες όσο και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες (πρβλ. Α.Π. 1692/2007, προγρμ. NOMOS Intracom). Ο τρόπος με τον οποίο έγινε η εναλλαγή του εργοδότη είναι αδιάφορος. Όπως γί­νεται σχετικώς δεκτό, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει νόμιμη αιτία μεταβιβάσεως ή νομικός δεσμός μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του διαδόχου του. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι δικαιοπάροχος εργοδότης παύ­ει, για οποιονδήποτε λόγο, να έχει πλέον την ιδιότητα του επιχειρηματία της μεταβιβαζομένης επιχειρήσεως κλπ., την οποία αποκτά, έστω και προσωρινώς, ο διάδο­χος του, συνεχίζων τις εργασίες της έστω και αυθαιρέτως (πρβλ. ενδεικτικώς Ολ.Α.Π. 5/1994 ΕλλΔνη 1994, 1252, Α.Π. 1759/1999 ΕΕργΔ 60, 540). Γι αυτό, όπως εξ ίσου γίνεται δεκτό, μεταβολή του προσώπου του εργοδότη επέρχεται κατά νόμο και όταν η μεταβίβαση της επιχειρήσεως στο νέο ερ­γοδότη είναι αποτέλεσμα πλειστηριασμού ή και απλής μισθώσεως ή παραχωρήσεως για οποιονδήποτε λόγο, της κατοχής και χρήσεως των εγκαταστάσεών της (πρβλ. ενδεικτικώς Α.Π. 1113/1987 ΕΕργΔ 47, 308, Α.Π. 1697/1998 ΔΕΝ 57, 228) (Στ. Βλαστός Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012).

Τα π.δ. 572/1988 και 178/2002, ειδικά για την περίπτωση της μεταβίβασης επι­χείρησης αντιμετώπισαν όχι αποσπασμα­τικά αλλά με συνολικό τρόπο το ζήτημα της προστασίας της θέσης εργασίας. Υιοθετώντας τις ρυθμίσεις της Οδηγίας, δεν περιορίσθηκαν στην κατοχύρωση του κα­νόνα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης των εργασιακών σχέσεων και της διατήρησης αμετάβλητων των όρων εργασίας. Παράλ­ληλα, διεύρυναν και ενίσχυσαν σημαντικά, σε σχέση με το προγενέστερο δίκαιο, την προστασία των εργαζομένων, αφενός με την απαγόρευση απόλυσης για λόγους που αφορούν τη μεταβίβαση αυτή καθαυ­τή και αφετέρου με τις ρυθμίσεις σε θέμα­τα συλλογικών εργασιακών σχέσεων και συμμετοχής των εκπροσώπων των εργα­ζομένων στη διαδικασία της μεταβίβασης. Ιδίως η απαγόρευση απολύσεων συμβάλ­λει στην αποτελεσματική προστασία των θέσεων εργασίας σ ένα ιδιαίτερα κρίσιμο χρονικό σημείο, αυτό της μεταβίβασης της επιχείρησης. Η ρύθμιση για την αυτοδίκαιη μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων, ως συνέπεια της μεταβίβασης της επιχείρησης θα μπορούσε εύκολα να καταστρατηγηθεί με καταγγελία από την πλευρό του μετα­βιβάζοντος ή του αποκτώντος. Ειδικότερα, μπορεί κανείς να διακρίνει τέσσερις στό­χους που επιδιώκονται με την κοινοτική και εθνική νομοθεσία: α) προστασία των υφιστάμενων κατά τη μεταβίβαση εργασι­ακών σχέσεων ως προς την υπόσταση και το περιεχόμενο τους, β) διατήρηση των όρων εργασίας που προβλέπονται σε κα­νονιστικές συλλογικές ρυθμίσεις γ) ρύθμιση της ευθύνης του παλαιού και του νέου ερ­γοδότη ως προς τις εργατικές απαιτήσεις και δ) προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων. Τον κύριο στόχο από τους παραπάνω τέσσερις αποτελεί, βέβαια, η διατήρηση και συνέχιση των εργασιακών σχέσεων, οι δε υπόλοιποι μπορεί να θεωρηθούν ως αντανακλαστική συνέπεια του βασικού και κύριου στόχου.

Το π.δ. 178/2002, κάνοντας χρήση σχετι­κής ευχέρειας που παρέχει στον εθνικό νο­μοθέτη η Οδηγία 98/50, ορίζει ότι τα άρθρα 4 και 5 που αφορούν τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και την απαγόρευση απολύσεων λόγω της μεταβί­βασης «δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επι­χείρησης ή εγκατάστασης, όταν ο μεταβι­βάζων ευρίσκεται σε διαδικασία πτώχευσης ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας, όπως η αφερεγγυότητα ορίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 5 του ν. 2648/1998, η οποία κινήθηκε με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος και σύμφωνα με δια­δικασίες που διεξάγονται υπό την εποπτεία της, κατά περίπτωση, αρμόδιας Αρχής». Η εξαίρεση αυτή δικαιολογείται με το σκεπτι­κό ότι στις περιπτώσεις αυτές δεν σκοπείται η συνέχιση της επιχείρησης, αλλά η οριστι­κή διακοπή λειτουργίας της με τρόπο που θα διασφαλίσει κατά το δυνατόν τις αξιώσεις των δανειστών.

Με το καθεστώς αυτό ανακύπτει, βέ­βαια, ο κίνδυνος καταχρηστικής προσφυ­γής στις διαδικασίες αφερεγγυότητας του εργοδότη με σκοπό να απαλλαγούν τόσο ο μεταβιβάζων όσο και ο διάδοχος από τις δεσμεύσεις που συνεπάγεται γι αυτούς η εφαρμογή των άρθρων 4 και 5 και να στερηθούν έτσι οι εργαζόμενοι την παρεχόμε­νη από τα άρθρα αυτά προστασία. Για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός, ορίζεται ότι προϋπόθεση της εξαίρεσης είναι να υπά­γεται η σχετική διαδικασία στην εποπτεία δημόσιας αρχής. Επίσης, σε κάθε περίπτω­ση, η μη εφαρμογή των προστατευτικών ρυθμίσεων αρχίζει από την έκδοση της σχετικής κατά περίπτωση δικαστικής από­φασης (άρθρο 6 παρ. 1).

Κατά την ερμηνεία των διατάξεων του π.δ. θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι ρυθμίσεις της Οδηγίας, ώστε η ερμηνεία που θα δίνεται να είναι σύμφωνη με το πνεύμα και το σκοπό των ρυθμίσεων αυ­τών. Μεταξύ δε περισσότερων δυνατών ερμηνειών πρέπει να ακολουθείται εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο σκοπό της Οδηγίας (Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, 2015).

Τέλος, το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαι­ώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτή μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του.

VI. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 914 επ. Α.Κ. περί αδικοπραξιών προκύπτει ότι, για να υπάρξει αδικοπραξία και υποχρέωση του ζημιώσαντος ν απο­ζημιώσει τον παθόντα και περαιτέρω να ικανοποιηθεί η ηθική βλάβη του τελευταίου κατά το άρθρο 932 Α.Κ., προϋποτίθεται ότι η ζημία (θετική ή αποθετική) προκλήθηκε παρά το νόμο (άρθρο 914 Α.Κ.) ή από συ­μπεριφορά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (άρθρο 919 Α.Κ.) από πράξη ή παράλειψη, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του δράστη, ήτοι σε δόλο ή αμέλεια και ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης της πράξης και της ζημίας που επήλθε. Η ζημία είναι παράνομη όταν με την πράξη ή την παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμ­φέρον του παθόντος προστατευμένο από ορισμένη διάταξη νόμου, η οποία παραβιά­στηκε, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών και συνακόλουθα της αντίθετης προς αυτά συμπεριφοράς λαμβάνονται υπόψη οι ιδέες που κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου μέσου κοινωνι­κού ανθρώπου επικρατούν σε μια δεδομένη χρονική περίοδο.

Μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενο­χής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. Α.Κ. Είναι δυνατό, ωστόσο, μία ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλει­ψη με την οποία παραβιάζεται η σύμβα­ση να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή καθ εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη ως αντίθετη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζη­μιά σε άλλον (Ολ.Α.Π. 967/1973 ΝοΒ 22, Α.Π. 1120/2005, Α.Π. 212/2000 ΕΠολΔ 2000, Α.Π. 555/1999 ΕλλΔνη 41, Εφ.Αθ. 302/2006 ΔΕΕ 2006).

Για τη θεμελίωση όμως και της πρωτογε­νούς αδικοπρακτικής ευθύνης ο ενάγων θα πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής του να περιλαμβάνει, κατά το άρθρο 216 Κ.Πολ.Δ., όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία που απο­τελούν τις προϋποθέσεις της αποζημίωσής του. Ειδικότερα, για την υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, απαιτείται να εκτίθενται και πραγματικά περιστατικά που να τη θεμελι­ώνουν, είτε με τη μορφή του δόλου είτε με τη μορφή της αμέλειας καθόσον δεν είναι αρκετή η αναφορά στην αγωγή ότι από την παράνομη ενέργεια του εναγομένου επήλθε κάποιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1863/2007 ΝοΒ 2008 (56), Εφ.Πατρ. 658/2004 ΑρχΝομ 2005, Εφ.Λαρ. 284/2004 Δικο­γραφία 2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγου­σα ιστορεί ότι προσλήφθηκε από την εται­ρεία με την επωνυμία «Ε. - Μ. Ο.Ε.» στις 5.3.2002, με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου, δυνάμει έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου. Ότι με τη συγχώνευση της ανωτέρω εργοδότριας εταιρείας με την πρώτη εναγομένη επιχείρηση, η εργασιακή της σχέση μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, η οποία ανα­γνώρισε την προϋπηρεσία της και συνέχισε να την απασχολεί υπό τις ίδιες συνθήκες ειδικότητα και όρους εργασίας στο κατάστημά της επί της οδού ... αριθ. ..., στον ... Αττικής. Ότι απασχολούνταν ως υπάλλη­λος γραφείου, με σύστημα πενθήμερης ερ­γασίας 40 ώρες εβδομαδιαίως και 8 ώρες ημερησίως. Ότι με την από 1.8.2015 τρο­ποποιητική σύμβαση εργασίας η σύμβασή της μετατράπηκε σε μερικής απασχόλησης και το ωράριο της καθορίστηκε στις 32 ώρες εβδομαδιαίως και 8 ώρες ημερησίως ήτοι Δευτέρα, Τετάρτη, Πέμπτη και Παρα­σκευή από τις 8:00 μέχρι τις 16:00, ενώ οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές της κα­θορίστηκαν στο ποσό των 746 ευρώ. Ότι καθ όλη τη διάρκεια της εργασιακής της σχέσης παρείχε την εργασία της προσηκόντως κι ευσυνείδητα. Ότι από τα μέσα του 2015 ο τρίτος εναγόμενος είχε ήδη συστήσει τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία και είχε μεταφέρει περί τους 2-3 συναδέλ­φους στο κατάστημά της στην Αθήνα, επί

της οδού ... αρ Ότι λίγες ημέρες πριν τη λήξη της άδειας μητρότητάς της, περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2016, ενημερώθη­κε ότι ο τρίτος εναγόμενος είχε μεταφέρει το σύνολο του προσωπικού του όπως και το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού στην δεύτερη εναγομένη εταιρεία κι ότι είχε διακόψει κάθε λειτουργία της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρείας και της ζητήθηκε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της, προκειμένου εν συνεχεία να προσληφθεί εκ νέου στη νέα επιχείρηση, ήτοι τη δεύτερη εναγομένη. Ότι της ζητή­θηκε να λάβει άδεια άνευ αποδοχών. Ότι επειδή ο εξαναγκασμός της σε παραίτηση από τη μία εταιρεία και η εκ νέου πρόσλη­ψη από την άλλη εταιρεία συνιστά μονομε­ρή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, αρνήθηκε να συναινέσει στη λύση που προέκρινε ο τρίτος εναγόμενος και δήλωσε ότι μετά τη λήξη και της ετήσιας κανονικής της αδείας τον Δεκέμβριο του 2016 θα επι­στρέψει στην ίδια ως άνω εργασιακή της θέση και ότι προτίθεται να απασχοληθεί στη νέα επιχείρηση εφόσον αναγνωρισθεί η προϋπηρεσία της στην πρώτη εναγομένη εταιρεία ως χρόνος υπηρεσίας στη δεύτε­ρη εναγομένη. Ότι στις 9.12.2016 προσήλθε στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία προκειμέ­νου να προσφέρει την εργασία της, αλλά η εταιρεία αυτή ήταν κλειστή και η παρο­χή της εργασίας της εξ αυτού του λόγου αδύνατη, ενώ το σύνολο των συναδέλφων της καθώς και ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός και όλα εν γένει τα υγιή εμπορεύματα της πρώτης εναγομένης είχαν μεταβιβαστεί στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία. Ότι στις 2.3.2017 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας Γλυφάδας-Δάφνης, και ο τρίτος εναγόμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης εναγομένης εται­ρείας δήλωσε για πρώτη φορά ότι η πρώτη εναγομένη είναι υπό εκκαθάριση, ομολο­γώντας την ίδια στιγμή ότι διατηρεί ετέρα επιχείρηση, ήτοι τη δεύτερη εναγομένη. Ότι τόσο η πρώτη εναγομένη εταιρεία όσο και ο τρίτος εναγόμενος ως διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αμφότερων των εταιρειών, δεν επέδειξαν διάθεση συμμόρ­φωσης προς τις υποδείξεις τόσο του Συνη­γόρου του Πολίτη όσο και της Επιθεώρησης Εργασίας και αναγκάστηκε (η ενάγουσα) να προβεί σε νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της την 28.6.2017. Ότι στις 21.9.2017 επέδωσε στην δεύτε­ρη εναγομένη την από 18.9.2017 εξώδικη δήλωση-γνωστοποίηση-πρόσκληση, με την οποία της γνωστοποίησε το συνολικό ποσό των οφειλόμενων κονδυλίων εκ δε­δουλευμένων αποδοχών, μισθών υπερη­μερίας ένεκα επίσχεσης της εργασίας της και επιδομάτων εορτών και αδείας και την κάλεσε ως διάδοχο επιχείρηση της πρώτης εναγομένης να της καταβάλει τα οφειλόμε­να κονδύλια και να την καλέσει σε εργασία προκειμένου να άρει την επίσχεση εργασίας της. Ότι άπαντες οι εναγόμενοι αδιαφόρη­σαν. Ότι η άρνηση πραγματικής της απα­σχόλησης και καταβολής των μισθών της επί 9 συνεχείς μήνες, χωρίς οι εναγόμενοι ουδέποτε να εναντιωθούν στην ασκηθείσα από μέρους της επίσχεση εργασίας της και ενόψει του ότι τα ανωτέρω περιστατικά και γεγονότα έλαβαν χώρα σε χρόνο που τελούσε (η ενάγουσα) σε προστασία λόγω μητρότητας, συνιστούν μονομερή βλαπτι­κή μεταβολή των όρων εργασίας της και ισοδυναμούν με σιωπηρή και άτακτη κα­ταγγελία της συμβάσεως εργασίας της εκ μέρους τους. Ότι την 10.10.2017 επέδωσε στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία και στον τρίτο εναγόμενο εξώδικο, με το οποίο τους γνωστοποιούσε ότι η μονομερής βλαπτική σε βάρος της συμπεριφορά συνιστά σιω­πηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της και τους κάλεσε να της καταβάλουν τους οφειλόμενους μισθούς, τα επιδόματα και δώρα εορτών, καθώς και την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι με το ίδιο πε­ριεχόμενο επέδωσε την 8.11.2017 εξώδικο δήλωση προς την πρώτη εναγομένη. Ότι ο τρίτος εναγόμενος τυγχάνει μοναδικός εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρό­σωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας η οποία συστήθηκε το 2009 και στη συ­νέχεια κατέστη διάδοχος επιχείρηση της εταιρείας «Ε. - Μ. Ο.Ε.», της οποίας ήταν ομοίως ομόρρυθμος εταίρος και νόμιμος εκπρόσωπος. Ότι ο ίδιος δραστηριοποιείται στο χώρο των χαρτικών ειδών από το 1992 μέσω της τελευταίας ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας και τυγχάνει ταυτόχρονα και εταί­ρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, την οποία συνέ­στησε μαζί με τη σύζυγο του το 2015. Ότι ο τρίτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητα του διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου αμ­φότερων των εναγομένων εταιρειών, είναι εκείνος που λαμβάνει όλες τις σημαντικές αποφάσεις που άπτονται της λειτουργίας, της οργάνωσης και διοίκησης των εναγο­μένων εταιρειών, όπως ακόμη και των ερ­γασιακών ζητημάτων. Ότι με την υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του, όπως ειδικότερα εκθέτει στην αγωγή της, υπέστη περιουσιακή ζημία, όπως αναλύει στην αγωγή της, και προσβολή της προσωπικότητάς της. Ότι εξαιτίας της διαδοχής της εκμετάλλευσης, που έλαβε χώρα, ενέχονται αμφότερα τα νομικά πρόσωπα για την εξό­φληση των απαιτήσεών της.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, όπως νομίμως περιόρισε μερικώς με δήλωσή της στο ακροατήριο, καταχωρισθείσα στα πρα­κτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρα 223, 297 Κ.Πολ.Δ.), τα αγωγικά της κονδύλια, ήτοι διατηρώντας καταψηφιστικό το συν­ολικό ποσό των 18.538,43 ευρώ που αφο­ρά τις δεδουλευμένες αποδοχές της, τους μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης και την αποζημίωση απόλυσης, τρέποντας το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ που αφορά την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη σε έντοκο αναγνωρι­στικό, ζητεί, με βάση την έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της (Α.Κ. 648 επ.), άλλως σύμφωνα με τις περί αδικοπραξι­ών διατάξεις (Α.Κ. 914 επ.) και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλου­τισμού διατάξεις (Α.Κ. 904 επ.), να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 23.538,43 ευρώ για τις στο ως άνω ιστορικό αναφερόμενες αιτίες, νομιμοτόκως από την επομένη που έκαστο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως αυτής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και να επιβληθούν σε βάρος των εναγομένων τα δικαστικά έξοδά της.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή αρμοδίως εισάγεται, καθ ύλην και κατά τόπον, ενώπιον του δικαστη­ρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ. 2, 74, 37 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ειδική διαδικα­σία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 3, 621 επ. Κ.Πολ.Δ., ως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, λόγω του χρόνου κατάθεσης της υπό κρίσης αγωγής, ήτοι στις 14.12.2017), και εί­ναι επαρκώς ορισμένη (άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και νόμιμη, ερειδόμενη στις δια­τάξεις των άρθρων που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, καθώς και σε αυτές των άρθρων 71, 481, 340, 341, 345, 346, 361, 648 επ., 649, 652, 653, 655, 656, 669 και 904 του Α.Κ. (για τις δεδουλευ­μένες αποδοχές και τους μισθούς υπερημε­ρίας), άρθρο 4 του π.δ. 178/2002, άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με άρθρα 2 και 5 του ν. 3198/1955, 74 παρ. 2 ν. 3863/2010, άρθρο 1 παρ. ΙΑ.12 περ. 2 ν. 4093/2012 (αποζημίωση για υπαλλήλους), 1 παρ. 2 του ν. 1082/1980 και άρθρο 1 της κατ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980 εκ­δοθείσας Υ.Α. 19040/1981 (για τα επιδόμα­τα εορτών), 1 επ. α.ν. 539/1945, άρθρο 12 π.δ. 88/1999, άρθρο 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 (για τις αποδοχές αδείας και τα επιδόμα­τα αδείας) και των άρθρων 340, 341, 345, 346 του Α.Κ., 68, 70, 176 αρ. 1, 191 αρ. 2, 907, 908 και 910 εδ. δ Κ.Πολ.Δ. (ως προς τα παρεπόμενα αιτήματα), πλην της στη­ριζόμενης στη διάταξη περί αδικοπραξιών του άρθρου 914 Α.Κ. επικουρικής βάσης της κρινόμενης αγωγής, η οποία είναι μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μεί­ζονα σκέψη, τα επικαλούμενα από την ενά­γουσα πραγματικά περιστατικά δεν συγ­κροτούν, σε καμία περίπτωση, το πραγμα­τικό της ως άνω διάταξης, ούτε όμως η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του προς καταβολή μισθολογικής παροχής στο μισθωτό (ή η παρακράτηση του μισθού του τελευταίου) συνιστά αδι­κοπραξία (βλ. Α.Π. 886/2004 Δνη 45 (2004), 1547, Α.Π. 1346/2002 Δνη, 44 (2003), 455, Α.Π. 1053/2001 Δνη 42 (2001), 1444 & Εφ.Αθ. 5846/2000 Δνη 42 (2001), 788). Δεν πρόκειται, εξάλλου, για πρόκληση ζημί­ας στην ενάγουσα, συνεπεία παραβίασης κάποιας νομοθετικής διάταξης, ούτε αυτή επικαλείται περιστατικά, τα οποία να έγκει­ται πέραν των ορίων της ενδοσυμβατικής ευθύνης των εναγομένων και των εν γένει συμβατικών υποχρεώσεων αυτών. Επί­σης, απορριπτέα ως μη νόμιμη κρίνεται η αγωγή ως προς το αίτημα περί επιδίκα­σης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ποσού 5.000 ευρώ, διότι μόνον η μη πληρωμή των νόμιμων αποδοχών δεν συν­ιστά αδικοπραξία, καθόσον η παράλειψη του υπόχρεου προς πληρωμή αυτών δεν οδηγεί σε απώλειά τους, ώστε ο δικαιού­χος να υφίσταται περιουσιακή ζημία, αλλά, αντιθέτως, ο τελευταίος μπορεί να τα δι­εκδικήσει με ευθεία αγωγή (άρθρο μόνο α.ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο δ παρ. 1 του ν. 2336/1995, Α.Π. 259/1981 ΝοΒ 29, 1486, Εφ.Αθ. 7982/2000 ΕλλΔνη 2002, 806, Εφ.Θεσ. 3200/1998 ΔΕΕ 1999, 429, ειδικότερα η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να θεμελιώσει αξίωση του εργαζομένου προς αποζημίω­ση κατά τα άρθρα 914, 927 και 298 Α.Κ. μόνο για τη ζημία που υπέστη από το ως άνω αδίκημα, δηλαδή από την υπαίτια κα­θυστέρηση καταβολής των αποδοχών του —η οποία καλύπτεται καταρχήν από τους οφειλόμενους, σε κάθε περίπτωση, τόκους υπερημερίας (άρθρο 346 Α.Κ.)— και όχι για την πληρωμή των ίδιων των αποδοχών, έστω και αν ζητούνται ως αποζημίωση, βλ. πάγια νομολογία Α.Π. 1017/2008 ΝοΒ 2008, 2139, Α.Π. 1436/2002 ΕλλΔνη 2004, 757, Εφ.Ιωανν. 264/2006 ΕΕργΔ 2007, 93, Εφ.Πειρ. 892/2005 ΠειρΝομ 2005, 507, Εφ.Θεσ. 584/2005 ΔΕΕ 2006, 89). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, η κρινόμενη αγωγή ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι η ενάγουσα, μετά το νόμιμο ως άνω μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, δεν υποχρεούται στην κατα­βολή δικαστικού ενσήμου, εφόσον το καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής της δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο επί εργατικών διαφορών ελάχιστο όριο απαλλαγής από την καταβολή δικαστικού ενσήμου (ήτοι 20.000 ευρώ, βλ. άρθρο 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 6 παρ. 17 του ν. 2479/1997, σε συνδυασμό με Υ.Α. 125804/30.7.2003 Δικ/νης Φ.Ε.Κ. 1.8.2003 Β, σε ΔΕΝ 2003, 1279 και άρθρο 7 παρ. 3 ν.δ. 1544/1942 όπως αντικαταστά­θηκε με το άρθρο 21 παρ. 1 ν. 4055/2012).

Σημειώνεται, εξάλλου, ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, η οποία λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, και δη κατά το κεφάλαιο της (αγωγής) που αφορά στην καταβολή από τους εναγόμενους της οφειλόμενης στην ενάγουσα αποζημίωσης απολύσεώς της, δεδομένου ότι, με επικαλούμενο από την ενάγουσα ως χρόνο καταγγελίας της εργασιακής σχέσεώς της την 10.10.2017, η επίδοση της κρινόμενης αγωγής στους εναγομένους (με την οποία ολοκληρώ­θηκε, κατ άρθρον 215 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η άσκησή της) έλαβε χώρα στις 19.12.2017, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζό­μενες μετ’επικλήσεως υπ αρ. .../19.12.2017, .../19.12.2017 και .../19.12.2017 εκθέσεις επί­δοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφε­τείο Αθηνών Ν.Π.

[Α]ποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγ­ματικά περιστατικά:

Η πρώτη εναγόμενη αποτελεί Μονο­πρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης, η οποία συστάθηκε το 2009 με την επωνυμία «Β.» και το διακριτικό τίτλο «Β. Μ.Ε.Π.Ε.» και δραστηριοποιείται στο χώρο των χαρτικών και των βιβλίων. Ειδικότερα, αντικείμενο της δραστηριότητάς της είναι η εισαγωγή, εξαγωγή, διανομή και εν γένει εμπορία σε χονδρική ή λιανική πώληση ει­δών χαρτοπωλείου, δώρων και άλλων συν­αφών ειδών, καθώς και ειδών γραφικής ύλης χαρακτικής, σφραγιδοποιίας, τυπο­γραφίας και συναφών με αυτή ειδών ηλεκ­τρονικών υπολογιστών και μηχανημάτων.

Το 2011 η πρώτη εναγόμενη εταιρεία συγχωνεύτηκε με την εταιρεία «Ε. - Μ. Ο.Ε.», διά απορροφήσεως της ως άνω ομόρρυθ­μης εταιρείας από την α εναγομένη, και τότε, κατόπιν τροποποιήσεως του κατα­στατικού της, μετονομάσθηκε σε «Α. Εται­ρία Περιορισμένης Ευθύνης» και με δια­κριτικό τίτλο «Α. Ε.Π.Ε», ενώ έπαυσε να εί­ναι μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε. λόγω εισόδου και 2ου εταίρου. Ακολούθως δε, ένα χρόνο αρ­γότερα, ήτοι τον Ιούλιο του 2012, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία μετατράπηκε εκ νέου σε Μονοπρόσωπη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης λόγω αποχωρήσεως του ενός εκ των δύο εταίρων της κ. Π. Η πρώτη εναγο­μένη από τη συγχώνευσή της με την ανω­τέρω ομόρρυθμη εταιρεία εδρεύει στον ... Αττικής, επί της οδού ... αριθ.... Η δεύτερη εναγομένη αποτελεί Εταιρεία Περιορισμέ­νης Ευθύνης, η οποία συστάθηκε το 2015 από τον τρίτο εναγόμενο και τη σύζυγο του, εδρεύει στην Αθήνα και δραστηριο­ποιείται ομοίως στο χώρο των χαρτικών και βιβλίων, ασκώντας το ίδιο αντικείμενο και έχοντας τους ίδιους σκοπούς με την πρώτη εναγόμενη εταιρεία. Ο τρίτος εναγόμενος τυγχάνει διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος αμφότερων των πρώτης και δεύτερης εναγομένων εταιρειών, ο οποίος με την υπογραφή του και μόνο δεσμεύει τις δύο εταιρείες ενώπιον κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου. Ο τρίτος εναγόμενος δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στον το­μέα της εισαγωγής, εξαγωγής και διανομής ειδών χαρτοπωλείου, γραφικής ύλης κλπ., ήδη από το 1992, αρχικά ως ομόρρυθμος εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρό­σωπος της εταιρείας με την επωνυμία «Ε. - Μ. Ο.Ε.», και στη συνέχεια ως μοναδι­κός εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκ­πρόσωπος της πρώτης εναγομένης εται­ρείας, ιδιότητα την οποία διατήρησε και μετά τη συγχώνευσή τους διά της απορ­ροφήσεως της ομόρρυθμης εταιρείας από την πρώτη εναγομένη. Ήδη δε από τον Δεκέμβριο του 2016 ο τρίτος εναγόμενος, έχοντας αποφασίσει να συνεχίσει και πράγ­ματι συνεχίζει την επιχειρηματική του δρα­στηριότητα μέσω της δεύτερης εναγομένης εταιρείας, έχει θέσει την πρώτη εναγόμε­νη εταιρεία σε αδράνεια, όλα δε τα άυλα και υλικά της στοιχεία έχουν μεταβιβαστεί στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, η οποία κατέστη διάδοχος επιχείρηση (όπως τα ανωτέρω δεν αμφισβητήθηκαν από τους εναγομένους λόγω της ερημοδικίας τους).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγου­σα προσλήφθηκε και απασχολούταν στην εταιρεία με την επωνυμία «Ε. - Μ. Ο.Ε.» από τις 5.3.2002, με την ειδικότητα της υπαλλή­λου γραφείου, δυνάμει έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλη­σης αορίστου χρόνου. Με τη συγχώνευση της ανωτέρω εργοδότριας εταιρείας με την πρώτη εναγομένη επιχείρηση, η ερ­γασιακή της σχέση μεταφέρθηκε αυτοδι­καίως στην πρώτη εναγομένη εταιρεία, η οποία αναγνώρισε την προϋπηρεσία της και συνέχισε να την απασχολεί υπό τις ίδιες συνθήκες, ειδικότητα και όρους εργασίας στο κατάστημά της επί της οδού ... αριθ. ..., στον ... Αττικής. Ειδικότερα, η ενάγουσα απασχολούταν ως υπάλληλος γραφείου, με σύστημα πενθήμερης εργασίας 40 ώρες εβδομαδιαίως και 8 ώρες ημερησίως. Με την από 1.8.2015 τροποποιητική σύμβαση εργασίας η σύμβασή της μετατράπηκε σε μερικής απασχόλησης και το ωράριο της καθορίστηκε στις 32 ώρες εβδομαδιαίως και 8 ώρες ημερησίως, ήτοι Δευτέρα, Τε­τάρτη, Πέμπτη και Παρασκευή από τις 8:00 μέχρι τις 16:00, ενώ οι ακαθάριστες μηνιαί­ες αποδοχές της καθορίστηκαν στο ποσό των 746 ευρώ. Ακολούθως στις 18.12.2015 κι ενώ διένυε τον 7° μήνα της εγκυμοσύ­νης της, έλαβε ολιγοήμερη άδεια ασθένειας εξαιτίας και με τη λήξη της άδειας αυτής την προβλεπόμενη εκ του νόμου άδεια το­κετού και λοχείας, ενώ στη συνέχεια έκανε χρήση της εξάμηνης ειδικής άδειας προ­στασίας μητρότητας του άρθρου 142 ν. 3655/2008, η οποία έληγε στις 8.11.2016.

Κατά τον χρόνο λήψης της άδειας ασθένειας και εν συνεχεία της άδειας το­κετού, και συγκεκριμένα από τα μέσα του 2015, ο τρίτος εναγόμενος είχε ήδη συστή­σει τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία και είχε μεταφέρει περί τους 2-3 συναδέλφους της ενάγουσας στο κατάστημά της στην Αθή­να, επί της οδού .... Περί τις αρχές Νοεμ­βρίου του 2016, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι ο τρίτος εναγόμενος είχε μεταφέρει το σύνολο του προσωπικού του (ήτοι 9 εργαζομένους), όπως και το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού στην δεύτερη εναγομένη εταιρεία κι ότι είχε διακόψει κάθε λειτουργία της πρώτης εναγομένης εργοδότριας εταιρείας οπότε και της ζη­τήθηκε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την εργασία της προκειμένου εν συνεχεία να προσληφθεί εκ νέου στη νέα επιχείρηση, ήτοι στην δεύτερη εναγομένη.

Ωστόσο, η ενάγουσα εξέφρασε την αντίρρησή της και δήλωσε ότι μετά τη λήξη και της ετήσιας κανονικής της αδείας τον Δεκέμβριο θα επιστρέψει στην ίδια ως άνω εργασιακή της θέση και ότι προτίθε­ται να απασχοληθεί στη νέα επιχείρηση. Μετά τη λήξη της άδειας αναψυχής της στις 9.12.2016, προσήλθε η ενάγουσα στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία και προσέφερε τις υπηρεσίες της. Ωστόσο, η εταιρεία αυτή ήταν κλειστή και η παροχή της εργασίας της εξ αυτού του λόγου ματαιώθηκε, ενώ το σύνολο των συναδέλφων της καθώς και ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός της πρώτης εναγομένης είχαν μεταβιβαστεί στη δεύτε­ρη εναγομένη εταιρεία.

Αν και η ενάγουσα επικοινώνησε με τον τρίτο εναγόμενο, ο τελευταίος επέμεινε ότι προκειμένου να συνεχίσει να εργάζεται θα έπρεπε να παραιτηθεί από την πρώτη ενα­γομένη, να λάβει για ένα διάστημα άδεια άνευ αποδοχών και στη συνέχεια να προ­σληφθεί με νέα σύμβαση εργασίας από την δεύτερη εναγομένη εταιρεία. Αρνούμενη η ενάγουσα τα ανωτέρω προτεινόμενα από τον τρίτο εναγόμενο, προσερχόταν καθη­μερινά στην πρώτη εναγόμενη εταιρεία, της οποίας όμως δραστηριότητα και λειτουργία είχε διακόψει ο τρίτος εναγόμενος έχοντας μεταφέρει το σύνολο της δραστηριότητας στην δεύτερη εναγόμενη επιχείρηση.

Η δεύτερη εναγόμενη, επί της ουσίας, συνέχιζε την δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης, είχε όμοια επωνυμία και δια­κριτικό τίτλο, εμφανιζόμενη στις συναλλα­γές και προς τους τρίτους εν γένει ως η ίδια εταιρεία ή έστω συνέχεια της προη­γούμενης, εκμεταλλευόμενη επί της ουσίας τη φήμη και την πελατεία της.

Περαιτέρω, η ενάγουσα προσέφυγε τότε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας Γλυφάδας-Δάφνης και κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς στις 2.3.2017, ο τρίτος εναγόμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της πρώτης εναγομένης εται­ρείας δήλωσε για πρώτη φορά ότι η πρώτη εναγομένη είναι υπό εκκαθάριση, ομολο­γώντας την ίδια στιγμή ότι διατηρεί ετέρα επιχείρηση, ήτοι τη δεύτερη εναγομένη.

Η Επιθεωρήτρια Εργασίας που επιλή­φθηκε της διαφοράς κατέληξε ότι «εφόσον η επιχείρηση συνεχίζει τη λειτουργία της και δεν έχει ορισθεί ο εκκαθαριστής, ο ερ­γοδότης οφείλει να αποδέχεται τις προσφε­ρόμενες υπηρεσίες της εργαζόμενης, για όσο διάστημα εξακολουθεί να λειτουργεί η επιχείρηση και η εργαζόμενη να επιστρέφει στη θέση εργασίας της ή σε ισοδύναμη, με όχι λιγότερο ευνοϊκούς επαγγελματικούς όρους και συνθήκες και να επωφεληθεί από οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών εργασίας, την οποία θα δικαιούτο κατά την απουσία της» και διαβίβασε το φάκελο της εργατικής διαφοράς στον Συνήγορο του Πολίτη προκειμένου να διερευνήσει περαιτέρω αν υφίσταται παραβίαση του νόμου για την προστασία της μητρότητας και την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων των εργαζομένων λόγω φύλου. Σε έρευνα δε που διεξήχθη από το Συνήγορο του Πο­λίτη διαπιστώθηκε ότι η πρώτη εναγομένη δεν είχε διακόψει την λειτουργία της, ήτοι δεν είχε λυθεί ούτε είχε τεθεί σε καθεστώς εκκαθάρισης.

Στο πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη αναφέρθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη εται­ρεία «εργοδότρια εταιρεία έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας από την ημέρα που η εργαζόμενη παρουσιάστηκε προκει­μένου να αναλάβει υπηρεσία, μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας», καθώς και ότι η συμπεριφορά του εργοδότη, λαμβανομέ­νου υπ όψιν ότι η ενάγουσα τελούσε σε καθεστώς προστασίας λόγω μητρότητας, συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, δεδο­μένου ότι η πρώτη εναγομένη εργοδότρια εταιρεία δεν απέδειξε το αντίθετο ούτε προσκόμισε κάποιο άλλο σχετικό έγγραφο.

Παρά τις υποδείξεις των ανωτέρω υπη­ρεσιών, τόσο η πρώτη εναγομένη εταιρεία όσο και ο τρίτος εναγόμενος, ως διαχειρι­στής και νόμιμος εκπρόσωπος αμφότερων των εταιρειών, δεν επέδειξαν διάθεση συμ­μόρφωσης και η ενάγουσα αναγκάστηκε να προβεί σε νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας της, στις 28.6.2017, επιδίδοντας στην πρώτη εναγομένη τη σχε­τική εξώδικη δήλωση. Έκτοτε, η πρώτη ενα­γομένη κατέστη υπερήμερη και της οφείλει μισθούς υπερημερίας λόγω επισχέσεως.

Επίσης, η ενάγουσα στις 21.9.2017 επέ­δωσε στην δεύτερη εναγομένη την από 18.9.2017 εξώδικη δήλωση, με την οποία της γνωστοποίησε το συνολικό ποσό των οφειλόμενων κονδυλίων εκ δεδουλευμέ­νων αποδοχών, μισθών υπερημερίας ένε­κα επίσχεσης της εργασίας της και επιδο­μάτων εορτών και αδείας και την κάλεσε ως διάδοχο επιχείρηση της πρώτης ενα­γομένης να της καταβάλει τα οφειλόμενα κονδύλια και να την καλέσει σε εργασία προκειμένου να άρει την επίσχεση εργασί­ας της. Παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας, αμφότερα τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, εκπροσωπούμενα νομίμως από τον τρίτο εναγόμενο, δεν προέβησαν ούτε στην εξό­φληση των δεδουλευμένων και των μισθών υπερημερίας της ενάγουσας ούτε και στην επαναπρόσληψη αυτής.

Την ίδια όμως στιγμή ο τρίτος εναγόμε­νος συνέχιζε απερίσκεπτος την επιχειρημα­τική του δραστηριότητα μέσω της δεύτε­ρης εναγομένης εταιρείας, στην οποία με­ταβίβασε όλα τα υγιή εμπορεύματα, αγαθά και πελάτες, απαλλασσόμενος από τα χρέη και τις οφειλές της πρώτης εναγομένης εταιρείας την οποία κατέστησε αδρανή.

Η άρνηση πραγματικής απασχόλησης της ενάγουσας και καταβολής των μισθών της επί 9 συνεχείς μήνες κρίνεται ότι συνι­στούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της και ισοδυναμούν με σι­ωπηρή και άτακτη καταγγελία της συμβά­σεως εργασίας της. Μάλιστα, η ενάγουσα στις 10.10.2017 επέδωσε στην δεύτερη ενα­γόμενη εταιρεία και τον τρίτο εναγόμενο εξώδικο, με το οποίο τους γνωστοποιούσε ότι η μονομερής βλαπτική σε βάρος της συμπεριφορά συνιστά σιωπηρή καταγγε­λία της συμβάσεως εργασίας της και τους κάλεσε να της καταβάλουν τους οφειλόμενους μισθούς, τα επιδόματα και δώρα εορτών καθώς και την νόμιμη αποζημίωση απόλυσής. Το ίδιο δε εξώδικο κοινοποίησε στις 8.11.2017 και στην πρώτη εναγομένη.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 56 ν. 4487/2017, στο άρθρο 7 του ν. 2112/1920 (A 67), όπως αυτό ισχύει μετά την προσθήκη του δεύτερου εδαφίου αυ­τού, δυνάμει του άρθρου 5 ν. 4558/1930 (Α 124), προστίθεται τρίτο εδάφιο που έχει ως εξής: «Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δε­δουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης».

Στην προκείμενη περίπτωση, αποδεί­χτηκε ότι η καθυστέρηση καταβολής απο­δοχών για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών είναι ιδιαίτερα αξιόλογη, και ως εκ τούτου καθίσταται σαφές ότι έλαβε χώρα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας, ώστε, κατ αντικειμενική κρίση και σύμφωνα με την καλή πίστη, να μην είναι πλέον δυνατή η εκπλήρωση της υποχρέωσής της για παροχή εργασίας μέσα σε πλαίσιο αμοιβαίας κατανόησης και συνερ­γασίας με άμεση συνέπεια η εξακολούθη­ση της σύμβασης να καθίσταται αδύνατη και ιδιαίτερα δυσχερής, και να δικαιούται αυτή, σύμφωνα και με την ως άνω μείζο­να σκέψη, να λάβει ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 9.573,66 ευρώ (746 ευρώ μικτές αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2017 χ 11 μηνιαίους μισθούς, για 15 έτη συμπληρωμένα προϋπηρεσίας κατά τον χρόνο αποχώρησης = 8.206 ευρώ + 1/6 εκ ποσού 1.367,66 ευρώ και συνολικά 9.573,66 ευρώ).

Παράλληλα, αποδείχτηκε (και δεν αμφι­σβητήθηκε ειδικώς από τους εναγόμενους) ότι η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα που η πρώτη εναγομένη, αν και προση­κόντως αυτή (η ενάγουσα) προσέφερε τις υπηρεσίες της, αρνούταν να την απασχο­λεί, ήδη από τις 8.12.2016, οπότε και κατέ­στη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της, δικαιούται τις δεδουλευμένες αποδοχές της για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο 2017, ήτοι το ποσό των (5 μήνες x 746 ευρώ =) 3.730 ευρώ καθώς και αναλογία μισθού Ιουνίου 2017 (από 1.6.2017 μέχρι 28.6.2017), ήτοι το ποσό των (23 ημερομί­σθια χ 28,84 ευρώ ημερομίσθιο =) 686,32 ευρώ και συνολικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.416,32 ευρώ.

Περαιτέρω, λόγω της νομότυπης άσκη­σης εκ μέρους της ενάγουσας του δικαι­ώματος της επίσχεσης της εργασίας της προς τις πρώτη και δεύτερη των εναγομέ­νων, δικαιούται για μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης, ήτοι την αναλογία μισθού Ιουνίου 2017 (από 28.6.2017 που άσκη­σε το δικαίωμά επίσχεσης εργασίας μέχρι 30.6.2017), ποσού (2 ημερομίσθια x 28,84 ευρώ το ημερομίσθιο =) 57,68 ευρώ, τους μισθούς των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2017, συνολικού ποσού (3 μήνες χ 746 ευρώ =) 2.238 ευρώ και την αναλογία μισθού Οκτωβρίου 2017 (μέχρι 10.10.2017 όπου κοινοποίησε στους εναγο­μένους το εξώδικο με το οποίο γνωστοποι­ούσε ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της συνιστά σιωπηρή καταγγελία της συμβάσεως εργασίας εκ μέ­ρους τους, οπότε και έλαβε χώρα η απόλυσή της), ποσού (8 ημερομίσθια x 28,84 ευρώ το ημερομίσθιο) 230,72 ευρώ, και συνο­λικά για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 2.526,40 ευρώ. Τέλος, για την ίδια ως άνω περίοδο, ήτοι από 1.1.2017 έως 10.10.2017, η ενάγουσα δικαιούται για δώρο Πάσχα 2017 το ποσό των 373 ευρώ, για επίδομα αδείας 2017 το ποσό των 373 ευρώ, για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2017 το ποσό των 530,05 ευρώ και για αποζημίωση μη ληφθείσας 25 ημερών άδειας 2017 το ποσό των 746 ευρώ, και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 2.022,05 ευρώ.

Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα συνά­γεται ότι κατά τον χρόνο σύστασης της δεύτερης εναγομένης εταιρείας το έτος 2015 έλαβε ουσιαστικά χώρα μεταβίβαση της εκμετάλλευσης της πρώτης εναγομένης εταιρείας στη δεύτερη εναγομένη εταιρεία, η μεταβίβαση δε αυτή, η οποία αφορούσε σε αυτοτελή οικονομική οντότητα και ορ­γανωμένη επιχειρηματική μονάδα, συντε­λέσθηκε με τους κάτωθι τρόπους: α) πρω­τίστως διά της ταυτότητας των φυσικών προσώπων που απαρτίζουν την δεύτερη εταιρεία με εκείνα της πρώτης, ήτοι τον τρίτο εναγόμενο και τη σύζυγο του, β) διά της ασκήσεως της ίδιας ακριβώς δραστηριότητας, ήτοι εισαγωγή, εξαγωγή, διανομή και εν γένει εμπορία σε χονδρική ή λιανι­κή πώληση ειδών χαρτοπωλείου, δώρων και άλλων συναφών ειδών, καθώς και ειδών γραφικής ύλης, χαρακτικής, σφραγιδοποιίας, τυπογραφίας και συναφών με αυτή ειδών ηλεκτρονικών υπολογιστών και μηχανημάτων με την πρώτη εναγομέ­νη εταιρεία, γ) λόγω του ότι φέρει όμοια επωνυμία και διακριτικό τίτλο με την πρώ­τη εναγομένη εταιρεία, δ) διά της μεταφο­ράς όλου του αριθμού των εργαζομένων της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης προς την επιχείρηση της δεύτερης και ε) διά της μεταφοράς από την πρώτη ενα­γομένη στην δεύτερη εναγόμενη εταιρεία ολόκληρου του υλικοτεχνικού εξοπλισμού, ήτοι τα υγιή εμπορεύματα, τις τηλεφωνικές γραμμές, τις διευθύνσεις ηλεκτρονικού τα­χυδρομείου και τον ιστότοπό της, καθώς και το πελατολόγιο αυτής.

Η δεύτερη εναγομένη, συνεπώς, δρα­στηριοποιούταν επιχειρηματικά χρησιμο­ποιώντας τον εξοπλισμό και το προσωπικό της προκατόχου της (πρώτης εναγομένης), εκμεταλλευόμενη τη φήμη και την πελατεία της, με αποτέλεσμα να καθίσταται εμφα­νές ότι δεν μεταβλήθηκε η ταυτότητα της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως (πρώτης εναγομένης), αλλά συνεχίζεται ως οικονο­μική μονάδα η ίδια επιχείρηση και διατηρεί αυτή, υπό το νέο φορέα (δεύτερη εναγομέ­νη), την ταυτότητά της.

Επιπρόσθετα, ένεκα της ταύτισης στο ίδιο πρόσωπο (τρίτο εναγόμενο) των νο­μίμων εκπροσώπων των δύο εταιρειών, αφού ο τρίτος εναγόμενος είναι μοναδικός εταίρος, διαχειριστής και νόμιμος εκπρό­σωπος της πρώτης εναγομένης εταιρείας και ταυτόχρονα εταίρος (μαζί με τη σύζυγο του), διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, είναι προφανές ότι ο διοικών τη νέα εταιρεία γνώριζε ότι της μεταβιβάζεται το σύνολο της πρώτης εναγομένης επιχείρησης, και μάλιστα προσέβλεπε σε αυτό το αποτέλεσμα.

Όλα τα ανωτέρω στοιχεία συνηγορούν υπέρ της παραδοχής ότι, στην ένδικη περί­πτωση, υπήρξε μεταβίβαση ενεργούς επι­χείρησης από την πρώτη προς την δεύτερη εναγόμενη εταιρία, η κρίση δε αυτή επιρρωνύεται και από τη διαπίστωση ότι ουδέ­ποτε έλαβε χώρα διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, καθώς αυτή εξακολούθησε μέσω της δεύ­τερης εναγομένης εταιρείας.

Στην προκειμένη περίπτωση, η, χωρίς αμφισβήτηση, προπεριγραφείσα μεταβίβα­ση της επιχείρησης της πρώτης εναγομέ­νης είχε σαν αποτέλεσμα την υποκειμενι­κή αλλοίωση της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας όσον αφορά το πρόσωπο του εργοδότη και τη δημιουργία εις ολόκληρον παθητικής ενοχής μεταξύ των εναγομένων νομικών προσώπων.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος, μοναδικός εταίρος, διαχειρι­στής και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώ­της εναγομένης εταιρείας και ταυτόχρονα εταίρος (μαζί με τη σύζυγο του), διαχειρι­στής και νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτε­ρης εναγομένης, κατευθύνει την εταιρική τους διοίκηση και διαχειρίζεται (καρπούται) αποκλειστικώς ο ίδιος τα οικονομικά της οφέλη, ασκώντας εν τοις πράγμασι προ­σωπική εμπορική δραστηριότητα και εκ­προσωπώντας τους στις προς τα έξω συν­αλλαγές τους με τους τρίτους, κατά τρόπο δεσμευτικό. Πρέπει, επομένως, να υποχωρήσει η αρχή της αυτοτέλειας και ευθύνης των νομικών προσώπων της πρώτης και δεύτερης εναγομένων εταιρειών έναντι του τρίτου εναγόμενου φυσικού προσώ­που, εφόσον η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησίμευσε στην προκεί­μενη περίπτωση από τον τελευταίον για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών (Α.Κ. 281), δηλαδή η απο­φυγή της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει στο όνομα και για λογα­ριασμό της πρώτης εναγόμενης εταιρίας (αλλά και της δεύτερης εναγομένης) απέ­ναντι στην ενάγουσα, ήτοι πρόκειται για κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας των πρώτης και δεύτερης των εναγομένων εταιριών από τον τρίτο εναγόμενο φυσικό πρόσωπο, υπό την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις και παραλείψεις της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων εταιριών είναι στην πραγματικότητα πράξεις του φυσι­κού προσώπου, ως κυρίαρχου μετόχου και πραγματικού διαχειριστή αυτών, κατά τα ανωτέρω, που σκόπιμα παραλλάσσονται και, αντιστρόφως, οι πράξεις η παραλείψεις του τρίτου εναγόμενου φυσικού προσώπου συνέχονται απολύτως με τις πρώτη και δεύτερη των εναγομένων εταιριών, από τις οποίες αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπεί. Επομένως, άπαντες οι εναγόμενοι ευθύνο­νται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για όλες τις υποχρεώσεις και τις οφειλές που γεννήθηκαν εξαιτίας και εξ αφορμής της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας με την πρώτη εναγομένη εταιρεία και η ενάγου­σα δικαιούται να λάβει από τους εναγόμε­νους υποχρεούμενους αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 18.538,43 ευρώ (= 4 .416,32 ευρώ + 2.526,40 ευρώ + 9.573,66 ευρώ + 2.022,05 ευρώ), για τις ανωτέρω αιτίες.

Με τις σκέψεις αυτές η κρινόμενη αγω­γή πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της, ενώ παρέλκει η εξέτασή της ως προς την επικουρική της βάση, και να υποχρε­ωθούν, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 18.538,43 ευρώ για τις δεδουλευμένες απο­δοχές, δώρα εορτών και επίδομα αδείας, για τους μισθούς υπερημερίας λόγω επί­σχεσης καθώς και για αποζημίωση από­λυσης νομιμοτόκως από την επομένη της δήλης ημέρας κατά την οποία ήταν απαι­τητό έκαστο επί μέρους κονδύλιο, και συ­γκεκριμένα από την τελευταία ημέρα εκά­στου μήνα που έπρεπε να καταβληθούν τα ανωτέρω κονδύλια κατ άρθρο 341 Α.Κ., και για: α) τις δεδουλευμένες αποδοχές από το τέλος κάθε μήνα που αφορούν (κατ άρθρο 655 Α.Κ., αφού δεν αποδείχθηκε αντίθετη συμφωνία), β) το δώρο Χριστουγέννων από την 31η Δεκεμβρίου του έτους που αφορά, γ) το επίδομα αδείας και την αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας από το τέλος του έτους που αφορούν και δ) το δώρο Πάσχα από την 30 Απριλίου του έτους που αφορά, ε) τους μισθούς υπερημερίας, από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκά­στου μηνός που αντιστοιχούν σε μηνιαίες αποδοχές υπερημερίας και μέχρι την πλήρη εξόφληση και στ) την αποζημίωση απόλυ­σης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 3 του ν. 3863/2010, ήτοι όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμ­βασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδο­χές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό κατα­βάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλε­ται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση.

Περαιτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης αυτής να προξενηθεί σημαντική ζημιά στην ενάγουσα, η οποία αποδείχτηκε ότι είναι μισθοσυντή­ρητη και εξαρτώμενη αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εργασίας της. Γι’ αυτό, πρέπει η απόφαση αυτή να κηρυχθεί ολικώς προσωρινώς εκτελεστή, ως προς την καταψηφιστική της διάταξη για κεφάλαιο και τόκους, κατά αποδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος της ενάγουσας, ως και ουσιαστικά βάσιμου, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων (άρθρα 908 παρ. 1 εδ. α και περ. ε, βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Κ.Πολ.Δ. II, έκδ. 2000, άρθρο 908, Εφ.Αθ. 2323/1997 αδημ.]. Μέρος των δικαστικών εξόδων της ενά­γουσας πρέπει να επιβληθεί, κατόπιν αι­τήματος της, κατά το λόγο της νίκης και ήττας των διαδίκων, σε βάρος των ενα­γομένων (άρθρα 178 αρ. 1, 189 αρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., άρθρα 100, 107 και 109 του Κωδ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκη­σης ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής (άρθρα 591, 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ως ισχύουν), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.