ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 221/2020

 

Αποτελούμενο από τον δικαστή Ηλία Σταυρόπουλο Εφέτη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Πειραιά και τη Γραμματέα Ε.Τ..

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση του εκκαλούντος ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ’ αρ. 1482/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έκανε δεκτή την εναντίον του και εναντίον της 2ης εφεσίβλητης ασκηθείσα με αρ. κατ. …../2012 ανακοπή διοικητικής εκτέλεσης (αρθρ. 73 παρ. 2 ΚΕΔΕ) της 1ης εφεσίβλητης, ασκήθηκε, ως προς την 1η εφεσίβλητη ανακόπτουσα, παραδεκτά, νόμιμα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 518 παρ. 2) χωρίς καταβολή παραβόλου έφεσης, λόγω της απαλλαγής του ελληνικού Δημοσίου και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της. Όμως, ως προς τη 2η εφεσίβλητη, καθ’ ης η ανακοπή, ομόδικο του εκκαλούντος, εναντίον της οποίας η ανακοπή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, η έφεση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί, καταδικαζόμενου του εκκαλούντος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της 2ης εφεσίβλητης, γιατί δεν υπάρχει μεταξύ τους σχέση αντιδικίας και απαράδεκτα στρέφει την έφεση και εναντίον αυτής, αφού από τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έφεση απευθύνεται κατά των αντιδίκων του εκκαλούντος που ωφελούνται από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι δε και κατ` εκείνων, οι οποίοι ήσαν ομόδικοι του και, εν προκειμένω, παρόλο που δεν υφίστανται την ίδια με αυτόν βλάβη, δεν προκύπτει, ούτε και επικαλείται το εκκαλούν ότι η εκκαλουμένη απόφαση περιλαμβάνει επιβλαβή διάταξη σε βάρος του εκκαλούντος και υπέρ της δεύτερης εφεσίβλητης, ώστε να μπορεί να απευθυνθεί η έφεση και εναντίον της.

Με την πρωτοδίκως κριθείσα ανακοπή της, η ανακόπτουσα, ήδη εφεσίβλητη, ζήτησε να ακυρωθεί η εναντίον της αρξαμένη διοικητική εκτέλεση και να ακυρωθούν οι πράξεις αυτής και συγκεκριμένα η έκθεση κατάσχεσης, καθώς και οι οκτώ τίτλοι εκτέλεσης (ταμειακές βεβαιώσεις του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών σε βάρος της εταιρείας …………., ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της οποίας τυγχάνει η ανακόπτουσα) και οι οκτώ νόμιμοι τίτλοι επί των οποίων αυτοί στηρίζονται (έγγραφα της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου Α.Ε. – ΚΕΔ Α.Ε μετά των εγγράφων βεβαιώσεων των χρεών της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας έναντι της ΚΕΔ Α.Ε. μετά των συνημμένων χρηματικών καταλόγων), επειδή τρεις εκ των τίτλων εκτέλεσης είναι άκυροι, γιατί έχουν ακυρωθεί τελεσίδικα με δικαστικές αποφάσεις, ενώ οι υπόλοιποι πέντε στηρίζονται σε πέντε αντίστοιχους νόμιμους τίτλους (τα έγγραφα με τους χρηματικούς καταλόγους της ΚΕΔ Α.Ε.), οι οποίοι πρέπει να ακυρωθούν δικαστικά γατί οι βεβαιωθείσες με αυτούς (εν ευρεία έννοια) απαιτήσεις της ΚΕΔ Α.Ε. για οφειλόμενα μισθώματα και αναπροσαρμογές αυτών είναι ουσιαστικά αβάσιμες, γιατί δεν στηρίζονται σε δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο που να αποδεικνύει αυτές τις απαιτήσεις κατ’ είδος και ποσό. Επίσης ζήτησε να ακυρωθεί η ως άνω διαδικασία, γιατί σ’ αυτήν, που είναι ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστής της εταιρείας εναντίον της οποίας εκδόθηκαν οι τίτλοι εκτέλεσης και οι νόμιμοι τίτλοι, ποτέ δεν της κοινοποιήθηκε ατομική ειδοποίηση, ως φυσικό πρόσωπο, (αρ. 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ), ώστε να πληροφορηθεί την ύπαρξη των τίτλων και να αμυνθεί κατ’ αυτών, όπως έγινε με την ομόρρυθμη εταιρεία που της κοινοποιήθηκαν ατομικές ειδοποιήσεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε την κατάσχεση και την επισπευδόμενη διοικητική εκτέλεση. Εναντίον αυτής της απόφασης παραπονείται το εκκαλούν ελληνικό Δημόσιο για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισή της και την απόρριψη της ανακοπής.

Κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, «1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται : α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας. Δια ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βάσιμου της απαιτήσεως του Δημοσίου εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. 2. Η κατά της αρξαμένης εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται ενώπιον πάντοτε του Μονομελούς Πρωτοδικείου του τόπου της εκτελέσεως και δια τους κάτωθι περιοριστικώς αναφερομένους λόγους : α) Εάν η εκτέλεσις εχώρησε βάσει ακύρου τίτλου προς είσπραξιν….β)…ζ) Εάν κατά την εκτέλεσιν εχώρησαν παραλείψεις ή ακυρότητες, τηρουμένων των εν άρθρω 75 του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζομένων. Αμφισβήτησις άλλη περί της υπάρξεως της οφειλής προς το Δημόσιον είναι απαράδεκτος εν τη διαδικασία ταύτη.». Κατά δε το άρθρο 75 παρ.1 του ιδίου Κώδικα “Παράλειψις ή ακυρότης των πράξεων εκτελέσεως δύναται να προταθή υπό του οφειλέτου αν αύτη αποδεικνύεται εξ αυτών τούτων των πράξεων και αν κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου επήλθεν εις αυτόν βλάβη, μη δυναμένη να επανορθωθή άλλως ή κηρυσσομένης της ακυρότητας. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 και 3 του ΚΕΔΕ «2. Για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων απαιτείται νόμιμος τίτλος. Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, νόμιμο τίτλο αποτελούν : α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής. β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή. γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. 3. Η είσπραξη στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου πραγματοποιείται από τη Φορολογική Διοίκηση μετά την καταχώριση των στοιχείων του νόμιμου τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, είτε κατόπιν αποστολής στη Φορολογική Διοίκηση χρηματικού καταλόγου από την αρχή που απέκτησε το νόμιμο τίτλο είτε με βάση μόνο το νόμιμο τίτλο, εφόσον αυτός έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στη Φορολογική Διοίκηση. Ο χρηματικός κατάλογος περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής, του υπόχρεου και των τυχόν συνυπόχρεων ευθυνόμενων τρίτων. Τυχόν παράλειψη αναφοράς των ευθυνόμενων συνυπόχρεων δεν θίγει το κύρος του νομίμου τίτλου ούτε τη νομιμότητα της εισπρακτικής διαδικασίας ή της διαδικασίας της εκτέλεσης. Η, για οποιονδήποτε λόγο, μερική ή ολική αναστολή του νόμιμου τίτλου δεν κωλύει την καταχώριση του συνόλου της οφειλής στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το άρθρο 73 του ΚΕΔΕ, παρέχει στον οφειλέτη, ως άμυνα, δυο είδη ανακοπών: Την ανακοπή της πρώτης παραγράφου, που ασκείται πριν από την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, και την ανακοπή της δεύτερης παραγράφου, που ασκείται μετά την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης, δηλαδή μετά την κατάσχεση ή τη σύλληψη του οφειλέτη. Η διάταξη οριοθετεί την προθεσμία για την άσκηση και των δύο ανακοπών, έτσι ώστε με την έναρξη της διοικητικής εκτέλεσης λήγει η προθεσμία της ανακοπής του άρθρου 73 § 1 και αρχίζει η προθεσμία της δεύτερης ανακοπής του άρθρου 73 § 2, που είναι ομοίως απρόθεσμη, καθώς δεν τάσσεται από το νόμο προθεσμία για την άσκησή της ενόσω διαρκεί η εκτέλεση (με εξαίρεση τις περιπτώσεις που η προθεσμία οριοθετείται σε συνδυασμό με το άρθρο 75 § 2 ΚΕΔΕ και λήγει με την πάροδο δέκα ημερών από την επόμενη ημέρα του πλειστηριασμού και της κατακύρωσης για τον οφειλέτη και τους ενυπόθηκους δανειστές)[ΑΠ 139/2018 δημ ΝΟΜΟΣ].  Με την ανακοπή της παραγράφου 1 του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ, δηλαδή πριν αρχίσει η εκτέλεση, ο ανακόπτων μπορεί να αμφισβητήσει και το νομικά και ουσιαστικά βάσιμο της απαίτησης για την οποία επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση. Αντίθετα  με την ανακοπή της παραγράφου 2 του άρθρου 73 του ΚΕΔΕ ο ανακόπτων δεν δύναται να αμφισβητήσει την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης, παρά μόνο να προβάλλει την ακυρότητα του τίτλου εκτέλεσης (της εν στενή εννοία ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ.), όπως στην περίπτωση που με δικαστικές αποφάσεις αυτός έχει ακυρωθεί τελεσίδικα (είτε της εκτέλεσης είτε ο νόμιμος τίτλος επί του οποίου στηρίζεται), καθώς επίσης (να προβάλλει) και την ακυρότητα του νόμιμου τίτλου, επί του οποίου ο τίτλος εκτέλεσης στηρίζεται, που έχει όμως να κάνει με παραλείψεις και ακυρότητες, επικαλούμενος ασφαλώς και ανεπανόρθωτη βλάβη (αρθρ. 75 ΚΕΔΕ), όπως στην περίπτωση που το χρέος βεβαιώνεται (εν ευρεία εννοία) από υπηρεσίες του Δημοσίου (και την ΚΕΔ Α.Ε.) και συντάσσεται σχετικός χρηματικός κατάλογος που αποστέλλεται στη Δ.Ο.Υ., όταν αυτός δεν περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής, του υπόχρεου και των τυχόν συνυπόχρεων ευθυνόμενων τρίτων, όπως το είδος της οφειλής και το ακριβές ποσό αυτής κατά κεφάλαιο και τόκους (πβλ ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 251/2018 δημ ΝΟΜΟS). Σε καμία περίπτωση όμως με την εν λόγω ανακοπή (73 παρ. 2 ΚΕΔΕ) δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ύπαρξη, νομική και ουσιαστική, της ίδιας της απαίτησης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της έφεσης το εκκαλούν παραπονείται, γιατί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως παραδεκτώς ασκηθείσα εναντίον του την ανακοπή και απαραδέκτως ασκηθείσα εναντίον της 2ης εφεσίβλητης καθ’ ης η ανακοπή, γιατί, αυτή ασκήθηκε εναντίον πράξεων εκτέλεσης, που διενεργήθηκαν για την αναγκαστική είσπραξη δικών της (της 2ης εφεσίβλητης) απαιτήσεων (οφειλόμενα μισθώματα) σε βάρος του ανακόπτοντος και, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 285 παρ. 2 περ. ζ’ του ν. 2717/1999 ΚΔιοικΔ, στην εν λόγω ανοιχθείσα δίκη δεν νομιμοποιείται το Δημόσιο αλλά το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο (δηλαδή η 2η εφεσίβλητη). Άλλως σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι νομιμοποιείται παθητικά το εκκαλούν, τότε εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως παθητικά ανομιμοποίητη την ανακοπή εναντίον της 2ης εφεσίβλητης καθ’ ης η ανακοπή. Ο λόγος αυτός, ως προς το πρώτο σκέλος του, κρίνεται ως μη νόμιμος, γιατί στις πιο πάνω ανακοπές κατά τον ΚΕΔΕ, στις οποίες τα έσοδα αναφέρονται σε απαιτήσεις ιδιωτικού δικαίου, όπως εν προκειμένω (απαιτήσεις από οφειλόμενα μισθώματα ακινήτων του Δημοσίου που διαχειρίζεται για λογαριασμό του η ΚΕΔ Α.Ε. ήδη ΕΤΑΔ Α.Ε.) και εκδικάζονται από τα πολιτικά δικαστήρια, εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις αυτού (ΚΕΔΕ) και οι αρμόζουσες διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρ. 89 ΚΕΔΕ). Στην περίπτωση δε αυτή δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/2019, όπως τροποποιήθηκε με τους ν. 3659/2008, 3900/2010 και 4055/2012) μεταξύ αυτών και η διάταξη του άρθρ. 285. Τούτο δε διότι οι εν λόγω διατάξεις εφαρμόζονται μόνο από τα διοικητικά δικαστήρια κατά την εκδίκαση των ανακοπών του ΚΕΔΕ, που αφορούν σε απαιτήσεις δημοσίου δικαίου, ενώ τα πολιτικά δικαστήρια εξακολουθούν να εφαρμόζουν μόνο τις ως άνω διατάξεις του ΚΕΔΕ και τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 991/2019, ΑΠ 139/2018 δημ ΝΟΜΟS). Επιπλέον, αφού οι προσβαλλόμενες πράξεις της επισπευδόμενης εκτέλεσης έγιναν από την Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών, η ανακοπή καλώς στράφηκε εναντίον του εκκαλούντος, εκπροσωπούμενου από τον προϊστάμενο της ως άνω Δ.Ο.Υ., αφού αυτό νομιμοποιείται παθητικά και εκπροσωπείται στη δίκη από τον προϊστάμενο της ως άνω Δ.Ο.Υ., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 85 του ΚΕΔΕ. Ως προς το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος ελλείψει έννομου συμφέροντος, αφού ακόμη και να γίνει δεκτός δεν οδηγεί σε απόρριψη της εναντίον του εκκαλούντος ανακοπής, γιατί, σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν νομιμοποιείται παθητικά και η 2η εφεσίβλητη για την άσκηση εναντίον της ανακοπής, το εκκαλούν θα εξακολουθεί να νομιμοποιείται παθητικά και δεν θα απορριφθεί η εναντίον του ανακοπή.

Με το δεύτερο λόγο έφεσης το εκκαλούν παραπονείται γιατί με την ένδικη ανακοπή της η 1η εφεσίβλητη βάλλει, εκτός των υπ’ αρ. ………/5.6.2009 ταμειακών βεβαιώσεων της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών, που, όπως συνομολογεί, ακυρώθηκαν ήδη με τις προηγηθείσες υπ’ αρ. 1867, 1871 και 1866/2010 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και εναντίον των ………../2011 ταμειακών βεβαιώσεων της ίδιας Δ.Ο.Υ., αμφισβητώντας την νομική και ουσιαστική βασιμότητα των απαιτήσεων για τις οποίες επισπεύδεται η εκτέλεση, οι οποίες όμως δεν αμφισβητήθηκαν με ανακοπή (73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ) μέχρι την έναρξη της εκτέλεσης και έτσι κατέστησαν απρόσβλητες και μη δυνάμενες πλέον να ελεγχθούν ούτε αυτές ούτε και οι νόμιμοι τίτλοι επί των οποίων στηρίζονται, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών, παρά μόνο ως προς την ακυρότητα αυτών (ως τίτλων εκτέλεσης) και, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε αυτούς, λόγω της ανυπαρξίας (ουσιαστικής αβασιμότητας) των απαιτήσεων που ενσωματώνουν, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου. Ο σχετικός λόγος έφεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, γιατί πράγματι, εκτός των ως άνω τίτλων εκτέλεσης (ταμειακών βεβαιώσεων) που το εκκαλούν συνομολογεί ότι έχουν ακυρωθεί δικαστικά (………../5.6.2009) και επομένως είναι άκυροι, οι λοιποί πέντε τίτλοι εκτέλεσης και οι σχετικοί πέντε νόμιμοι τίτλοι επί των οποίων στηρίζονται (έγγραφα ευρείας βεβαίωσης του χρέους με τους χρηματικούς καταλόγους της ΚΕΔ Α.Ε.), που δεν προσβλήθηκαν με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, ούτε η ανακόπτουσα επικαλείται το αντίθετο, δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητα της απαίτησης που ενσωματώνουν με την υπό κρίση ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ. Οι δε ως άνω προβαλλόμενοι με την ανακοπή λόγοι δεν αναφέρονται σε μη ακριβή περιγραφή του χρέους (είδος και ακριβές ύψος) και του υπόχρεου προς πληρωμή, δηλαδή δεν αφορούν παραλείψεις και ακυρότητες αυτών των τίτλων, αλλά αναφέρονται στην ανυπαρξία, στη μη νομική και ουσιαστική βασιμότητα του χρέους και, επομένως, οι λόγοι αυτοί, που αμφισβητούν, στο στάδιο αυτό της αρξαμένης εκτέλεσης, την ουσιαστική ύπαρξη της απαίτησης για την οποία γίνεται η εκτέλεση είναι απαράδεκτοι, γι’ αυτό και η ανακοπή έπρεπε να γίνει δεκτή μόνο ως προς τον πρώτο λόγο της, ήτοι την ακυρότητα της κατάσχεσης στηριζομένης στους ήδη ακυρωθέντες τελεσίδικα με δικαστικές αποφάσεις τίτλους εκτέλεσης (τις υπ’ αρ. ………/5.6.2009 ταμειακές βεβαιώσεις της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών, που ακυρώθηκαν με τις υπ’ αρ. τελεσίδικες 1867, 1871 και 1866/2010 αποφάσεις του ΜονΠρΑθ που επικυρώθηκαν με τις 2036, 4203, 2205/2012 αποφάσεις του ΕφΑθ), ενώ έπρεπε να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, ως προς τον τρίτο λόγο αυτής, ήτοι την ακυρότητα της κατάσχεσης αυτής, στηριζομένης στις με αρ. ………/2010 και …../2011 ταμειακές βεβαιώσεις της ίδιας Δ.Ο.Υ. και στις αντίστοιχες εν ευρεία βεβαιώσεις με τους χρηματικούς καταλόγους της ΚΕΔ Α.Ε. (νόμιμοι τίτλοι), λόγω ανυπαρξίας (ουσιαστικής αβασιμότητας) του χρέους. Σημειώνεται εδώ ότι ο προβαλλόμενος με τις προτάσεις οψιγενής ισχυρισμός της εφεσίβλητης ανακόπτουσας ότι και η με αρ. …./2010 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών έχει ακυρωθεί με την με αρ. 1361/2012 οριστική απόφαση του ΜονΠρωτΑθηνών, είναι απαράδεκτος, γιατί με αυτόν μεταβάλλεται η βάση της ανακοπής (ΚΠολΔ 527 αρ. 1), στην οποία δεν γίνεται επίκληση της ακυρότητας της εν λόγω ταμειακής βεβαίωσης (…./2010) λόγω του ότι ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, παρά μόνο ουσιαστική αβασιμότητα της απαίτησης που ενσωματώνει. Σε σχέση με το δεύτερο λόγο της ανακοπής, ότι δηλαδή η αρξαμένη εκτέλεση δια της προσβαλλόμενης κατάσχεσης πρέπει να ακυρωθεί, γιατί ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην εφεσίβλητη ανακόπτουσα ατομική ειδοποίηση για να λάβει γνώση των οφειλομένων και να αμυνθεί, αυτός πρέπει να απορριφθεί, γιατί η παράλειψη αποστολής της ατομικής ειδοποιήσεως ουδεμία ασκεί επίδραση επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων (άρθρ. 4 παρ. 3 του ΚΕΔΕ). Και ναι μεν η παράγραφος 3 του ανωτέρω άρθρου δεν έχει εφαρμογή επί αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος τρίτων, ευθυνόμενων αλληλεγγύως για χρέη άλλων προσώπων, όπως παραδείγματος χάριν είναι ο εγγυητής για την καταβολή μισθωμάτων από ιδιώτη μισθωτή προς τον εκμισθωτή δημόσια υπηρεσία ή νπδδ, σύμφωνα με την ορθότερη άποψη της νομολογίας (πβλ ΑΠ 1999/2013 δημ ΝΟΜΟS), όμως έχει εφαρμογή επί αμέσου συνυπόχρεων στην καταβολή χρεών, όπως εν προκειμένω επί ομορρύθμου εταίρου διαχειριστή για τα χρέη της ομόρρυθμης εταιρείας, στην οποία απεστάλησαν ατομικές ειδοποιήσεις και τις οποίες αυτή ως διαχειριστής ομόρρυθμος εταίρος έλαβε γνώση, όπως συνομολογεί με την ανακοπή της και, επομένως, δεν ήταν απαραίτητη η εκ νέου αποστολή ατομικής ειδοποίησης σ’ αυτήν ως φυσικού προσώπου, αρκούσε δε για την εναντίον της εκτέλεση οι ως άνω εκτελεστοί τίτλοι σε βάρος της ομορρύθμου εταιρείας (ΚΠολΔ 920). Σε κάθε δε περίπτωση είχε λάβει γνώσει, ως διαχειριστής της ομόρρυθμης εταιρείας, των απαιτήσεων για τις οποίες επισπεύδεται η διοικητική εκτέλεση, όπως συνομολογείται και έτσι μπορούσε να αμυνθεί, ώστε να μη συντρέχει περίπτωση ανεπανόρθωτης βλάβης. Μετά ταύτα η ανακοπή έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή και να ακυρωθεί εν μέρει η αναγκαστική κατάσχεση στηριζόμενη στους ως άνω ακυρωθέντες δικαστικά τίτλους εκτέλεσης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε εν όλω δεκτή και ακύρωσε την αναγκαστική κατάσχεση, δεχόμενο ακυρότητα των τίτλων εκτέλεσης και ανυπαρξία απαιτήσεων της ΚΕΔ Α.Ε., για τις οποίες επισπεύδεται η διοικητική εκτέλεση, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και πρέπει η εκκαλουμένη να εξαφανιστεί και στη συνέχεια, εξεταζομένης της ανακοπής, πλέον, ως προς όλους τους λόγους της, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος η δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστεί εν όλω λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων μερών, ήτοι του εκκαλούντος Δημοσίου καθ’ ου και του πρώτου εφεσίβλητου ανακόπτοντος (άρθρ. 22 παρ. 2 του Ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και απορρίπτει αυτή ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη.

Καταδικάζει το εκκαλούν στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης εφεσίβλητης αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας, που καθορίζει στο ποσό των 300 ευρώ.

Εξαφανίζει την με αρ. 1482/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Διακρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της με αρ. κατ. 650/2012 ανακοπής.

Δέχεται εν μέρει αυτή.

Ακυρώνει μερικώς την με αρ. ../14.12.2011 αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου του δικ. επιμ. ………, καθ ο μέρος αυτή στηρίζεται μόνο επί των με αρ. ………./5.6.2009 ταμειακών βεβαιώσεων της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών, που εκδόθηκαν με βάση τους συνημμένους χρηματικούς καταλόγους στα με αρ. ………………/2009 έγγραφα της ΚΕΔ Α.Ε., συνολικού ποσού 159.310,24 ευρώ μετά των αναλογούντων προσαυξήσεων έως τις 14.12.2011.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών μεταξύ των διαδίκων εκκαλούντος και πρώτης εφεσίβλητης.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους, στον Πειραιά στις   10 Μαρτίου 2020.

 

        Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ