ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 220/2019

 

Πρόεδρος: Ε. Παπαϊωάννου, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγητής: Σ.-Σ. Πανταζόπουλος, Εφέτης

Δικηγόροι: Ι. Βουτσινά, Ν. Μπατσίλας

 

[...] Η ενάγουσα με τις από 3-5-201 αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν εις ολόκληρον οι εναγόμενοι τα εκεί αναφερόμενα ποσά από ενδοσυμβατική ευθύνη με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις. Οι ενάγουσες με την από 12.4.2012 αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των εκεί αναφερόμενων συμβάσεων αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας και των συμβάσεων υπεκμίσθωσης και υπομίσθωσης για τους εκεί αναφερόμενους λόγους. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την πρώτη ως άνω αγωγή και απέρριψε ως μη νόμιμη τη δεύτερη αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται τώρα οι εκκαλούντες με τις προαναφερθείσες εφέσεις τους για εσφαλμένη του νόμου εφαρμογή και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με σκοπό για μεν την ενάγουσα της από 3.5.2011 ως άνω αγωγής να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή εξ ολοκλήρου αυτή, ως προς δε τις ενάγουσες της από 12.4.2012 αγωγής να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει αυτή δεκτή κατά της αντιδίκου τους και να απορριφθεί η εναντίον τους από 3.5.2011 αγωγή της αντιδίκου τους.

Η σύμβαση ορισμένου (ή και αορίστου) χρόνου, που συνάπτει εταιρία πώλησης πετρελαιοειδών και λοιπών συναφών προϊόντων (λιπαντικών κ.λπ.) με αδειούχο πρατηριούχο υγρών καυσίμων (σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 1, 10, 15, 17, 18, 20 του ΠΔ 1224/1981, όπως ήδη ισχύει, του ΒΔ 405/1970 για τα εκτός σχεδίου πόλης πρατήρια και το ΠΔ 5/1989 και το Ν 1571/1985), με την οποία η πρώτη αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα προμηθεύει στον δεύτερο, ως μεταπωλητή της, είναι, ως προς την κύρια μορφή της, σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 361 του ΑΚ, σε συνδυασμό και με το τέως άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ ή άρθρο 81 ΣυνθΕΚ, όπως αναριθμήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 της Συνθήκης του Άμστερνταμ και το παράρτημα αυτής και ήδη άρθρο 101 Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΑΠ 1379/2010, ΑΠ 1388/2008 Nomos, ΑΠ 1126/2006 ΔΕΕ 2006, 906, ΕφΑθ 26/2010 ΔΕΕ 2010, 679, 940/2007 ΕλλΔνη 2007, 939). Κατά το άρθρο 85 (νυν 81) της Συνθήκης ΕΟΚ «είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες που συνίστανται: 1. α) ... β) ... γ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδύναμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων με αποτέλεσμα να περιέχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, δ) ... 2) Οι απαγορευμένες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες, 3) Οι διατάξεις της παρ. 1 δύναται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών ... η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων». Σε εκτέλεση του άρθρου 85 (81) παρ. 3 της Συνθήκης ΕΟΚ εκδόθηκε ο Καν 1984/1983 της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της παρ. 3 σε κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας. Ο εν λόγω Κανονισμός έχει αντικατασταθεί από τον Κανονισμό 2790/1999 της ΕΟΚ με έναρξη ισχύος της 1.6.2000 και για τις ήδη υπάρχουσες συμβάσεις, που πληρούσαν τους όρους του Καν 1984/1983, την 1.1.2002, εν συνεχεία ο Καν 2790/1999 έληξε την 31.5.2010 και η ισχύς του αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό 330/2010. Στο άρθρο 2 Κανονισμού της Επιτροπής-ΕΟΚ (2790/1999) για την εφαρμογή του άρθρου 81 παρ. 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών ορίζεται ότι: «Σύμφωνα με το άρθρο 81 παρ. 3 της συνθήκης και με την επιφύλαξη των διατάξεων τ ου παρόντος κανονισμού, το άρθρο 81 παρ. 1 κηρύσσεται ανεφάρμοστο στις συμφωνίες ή εναρμονισμένες πρακτικές που συνάπτονται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, καθεμία εκ των οποίων δραστηριοποιείται, για το σκοπό της συμφωνίας, σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής, και που αφορούν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μέρη μπορούν να προμηθεύονται, να πωλούν ή να μεταπωλούν ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες κάθετες συμφωνίες. Η εν λόγω απαλλαγή εφαρμόζεται στο βαθμό που οι εν λόγω συμφωνίες περιλαμβάνουν περιορισμούς του ανταγωνισμού που εμπίπτουν στο πεδίο του άρθρου 81 παρ. 1 «κάθετοι περιορισμοί». Περαιτέρω στο άρθρο 5 του ίδιου ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι: «η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις που περιέχονται σε κάθετες συμφωνίες: α) κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού, η διάρκεια της οποίας είναι απεριόριστη ή υπερβαίνει τα πέντε έτη. Υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού σιωπηρώς ανανεώσιμη πέραν της πενταετίας λογίζεται ότι συνάπτεται για απεριόριστο χρόνο. Ωστόσο, ο χρονικός περιορισμός πέντε ετών δεν ισχύει, εφόσον τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση πωλούνται από τον αγοραστή σε χώρους και οικόπεδα που είτε ανήκουν στον προμηθευτή είτε σε τρίτα μέρη μη συνδεδεμένα με τον αγοραστή και τα οποία μισθώνονται από τον προμηθευτή, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της υποχρεώσεως μη ανταγωνισμού δεν υπερβαίνει το χρονικό διάστημα κατοχής των χώρων και οικοπέδων από τον αγοραστή». Για να εφαρμοσθεί το άρθρο 85 της ΕΟΚ, δεν αρκεί η διαπίστωση της ύπαρξης των απαριθμούμενων ως άνω ενεργειών, αλλά απαιτείται η συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων είναι και η δυνατότητα επίδρασης των συμπράξεων που προαναφέρθηκαν στο εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών της ΕΟΚ. Η προϋπόθεση δε αυτή θεωρείται ότι συντρέχει όταν επηρεάζεται ή μπορεί να επηρεαστεί το εμπόριο έστω και δύο μόνο κρατών-μελών. Επίσης δεν μπορούν να αποκλειστούν οι συμπράξεις επιχειρήσεων, οι οποίες λειτουργούν και ο ανταγωνισμός να αναπτυχθεί και μέσα στα όρια ενός Κράτους-μέλους ως τμήματος του ενιαίου της κοινής αγοράς, αρκεί η σύμπραξη να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών-μελών. Οι συμφωνίες, επομένως, αποκλειστικής προμήθειας με σκοπό τη μεταπώληση εμπορευμάτων, στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά επιχειρήσεις από ένα κράτος-μέλος και οι οποίες αφορούν τη μεταπώληση εμπορευμάτων μέσα σ’ αυτό το κράτος-μέλος, για να ενταχθούν ενδεχομένως στην απαγόρευση του άρθρου 85 παρ. 1 της Συνθήκης της ΕΟΚ, θα πρέπει να επηρεάζουν, ιδίως σε περίπτωση που αφορούν ομοειδείς συμφωνίες, στο σύνολό τους το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Και αυτό διότι η σχετική με τον ανταγωνισμό διάταξη του άρθρου 85 παρ. 3 (ήδη 81 παρ. 3) της Συνθήκης της ΕΟΚ, αναφέρεται στον έλεγχο των συμφωνιών που, με βάση το σύνολο των νομικών και πραγματικών δεδομένων, μπορεί να πιθανολογεί άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, ότι το διακριτικό εμπόριο μπορεί να επηρεαστεί, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, η πραγματοποίηση των στόχων μίας ενιαίας αγοράς, να καθίσταται δυσχερής. Διαφορετικά εφαρμόζεται όχι το κοινοτικό αλλά το εθνικό δίκαιο περί ανταγωνισμού της συγκεκριμένης χώρας, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση η συμφωνία κ.λπ. αναφέρεται στη συνολική αγορά ενός κράτους μέλους με άμεσο στόχο και αποτέλεσμα την εδραίωση στεγανοποιήσεων εθνικού χαρακτήρα και την απομόνωση της αγοράς αυτής από τις υπόλοιπες και εντεύθεν επηρεάζονται τα εμπορικά ρεύματα και ο ανταγωνισμός εντός της κοινής αγοράς, οπότε και πάλι έχει εφαρμογή το προαναφερόμενο άρθρο 85 (ΑΠ 1126/2006 Nomos, ΑΠ 288/2003 προσκομ.).

Περαιτέρω, η Επιτροπή εξέδωσε κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του επηρεασμού του εμπορίου των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρων 81 και 82 ΣυνθΕΟΚ) (βλ. Ανακοίνωση Επιτροπής, 2004/C-101/07). Οι κατευθυντήριες γραμμές ξεκαθαρίζουν ότι το κριτήριο του επηρεασμού του εμπορίου είναι κριτήριο καθορισμού αρμοδιοτήτων και όχι στοιχείο του παρανόμου μιας πράξης.

Προκειμένου να επηρεάζεται το εμπόριο κρατών-μελών απαιτείται να υπάρχουν συνέπειες στις διασυνοριακές οικονομικές δραστηριότητες μεταξύ τουλάχιστον δύο κρατών μελών. Δεν είναι πάντως απαραίτητο να επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ ενός κράτους μέλους και του συνόλου του άλλου κράτους μέλους, καθώς είναι αρκετό ο επηρεασμός του εμπορίου να αφορά σε τμήμα μόνο του κράτους- μέλους, με την προϋπόθεση ότι είναι αισθητός (ΠΕΚ υποθ. Τ-213/1995 και Τ-18/1996, Συλλογή 1997, ΙΙ-1739-SCK FNK). Η ανακοίνωση διευκρινίζει ότι η εφαρμογή δεν εξαρτάται από τον ορισμό των σχετικών γεωγραφικών αγορών. Το διακοινοτικό εμπόριο μπορεί να επηρεαστεί ακόμα και εάν η οικεία αγορά είναι η εθνική αγορά ή τμήμα αυτής. Η δυνητική αυτή επιρροή πληρούται, όταν είναι να πιθανολογηθεί σε επαρκή βαθμό βάσει του συνόλου των νομικών και πραγματικών στοιχείων, ότι η συμφωνία ή πρακτική μπορεί να ασκήσει έμμεση ή άμεση, πραγματική ή δυνητική επίδραση στα εμπορικά ρεύματα μεταξύ των κρατών-μελών (ΔΕΚ, υποθ. 172/1980, Συλλογή 1981, 2021, Zuchner). Περαιτέρω, ο επηρεασμός αυτός πρέπει να είναι αισθητός, και έτσι δεν εμπίπτουν συμφωνίες και πρακτικές, οι οποίες επηρεάζουν την αγορά με αμελητέο τρόπο, λόγω της μη ισχυρής θέσης των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στην αγορά των προϊόντων. Κριτήριο αποτελεί η θέση που κατέχουν οι επιχειρήσεις στις σχετικές αγορές προϊόντων, καθώς όσο πιο σημαντική θέση κατέχει μία επιχείρηση στη σχετική αγορά, τόσο πιο πιθανό είναι να επηρεάσει αισθητά το διακοινοτικό εμπόριο (ΔΕΚ, υποθ. C-306/1996, Συλλογή 1998, 1-1983, σκ. 17 - βλ. Αποστολόπουλος σχόλια υπό την ΑΠ 1379/2010 ΧρΙΔ 2011, 454-455).

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγουσες με την από 12.4.2012 αγωγή τους ισχυρίζονται ότι η πρώτη απ αυτές εκμεταλλευόταν πρατήριο υγρών καυσίμων σε ακίνητο που μίσθωνε από τρίτους με ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης. Ότι με την από 13.7.2007 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της πρώτης ενάγουσας, [...], και της εναγόμενης συμφωνήθηκε για πέντε έτη από 18.12.2007 έως 17.12.2012 η αποκλειστική πώληση υγρών καυσίμων κ.λπ. τα οποία διένειμε η εναγόμενη εταιρία. Ότι με το από 26.11.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ετερόρρυθμης εταιρίας, νόμιμα δημοσιευθέντος στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ιδρύθηκε η δεύτερη ενάγουσα, στην οποίαν μετέχουν ως ομόρρυθμοι εταίροι [...].

 

Ότι με το από 1.12.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό η πρώτη ενάγουσα εκμίσθωσε στην εναγόμενη το ακίνητο, στο οποίο λειτουργούσε το πρατήριο υγρών καυσίμων για το χρονικό διάστημα από 1.12.2008 έως 30.11.2024 με μηνιαίο μίσθωμα 2209,26 ευρώ, και στη συνέχεια με το από 1.12.2008 άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό η εναγόμενη υπομίσθωσε στη δεύτερη ενάγουσα το ίδιο ως άνω ακίνητο με τους ίδιους όρους. Τέλος με το από 1.12.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας (αποκλειστικής διανομής) η δεύτερη ενάγουσα (η οποία συνδέεται ως επιχείρηση με την πρώτη ενάγουσα) υπεισήλθε στη θέση της πρώτης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της, η δε διάρκεια της αποκλειστικής της συνεργασίας με την εναγόμενη προμηθεύτρια εταιρία παρατάθηκε έως την 30.11.2024 δηλ. πέραν της πενταετίας, με την ειδικότερη συμφωνία ότι θα χορηγηθεί στη δεύτερη ενάγουσα εμπορευματική πίστωση έως το ποσό των 800.000 ευρώ, η οποία θα επιστραφεί σε ετήσιες δόσεις των 50.000 ευρώ έκαστη.

Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η από 1.12.2008 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας είναι άκυρη κατά τις διατάξεις του υπ’ αριθμ. 2790/1999 Κανονισμού, διότι υπερβαίνει τα πέντε έτη, ενώ είναι επίσης άκυρες ως παρεπόμενες συμβάσεις, καθώς χωρίς την ύπαρξη της κύριας σύμβασης αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας αυτές, κατά ρητό όρο της σύμβασης, δεν θα συνάπτονταν α) η από 1.12.2008 σύμβαση υπεκμίσθωσης και β) η από 1.12.2008 σύμβαση υπομίσθωσης. Με το περιεχόμενο αυτό οι ενάγουσες της ένδικης αγωγής ζητούν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ως άνω συμβάσεων, άλλως να αναγνωριστεί η ακυρότητά τους κατά το χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την πενταετία δηλ. από 1.12.2013 και μετέπειτα.

Ωστόσο, η αγωγή είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, διότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλούνται οι ενάγουσες προς θεμελίωση αυτής, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν το αίτημά τους περί αναγνώρισης ακυρότητας των επιδίκων συμβάσεων, δεδομένου ότι δεν επικαλούνται ότι οι συμφωνίες αυτές επηρέαζαν τα εμπορικά ρεύματα και τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς, με συνέπεια να καθίσταται δυσχερής εξ αυτού του λόγου η πραγματοποίηση των στόχων μιας ενιαίας αγοράς, και συνεπώς, δεν τυγχάνει εφαρμογής το κοινοτικό δίκαιο, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη. Εξ άλλου, οι ενάγουσες δεν επικαλούνται άλλα πραγματικά περιστατικά, για να θεμελιώσουν την απαίτησή τους στις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί αθέμιτου ανταγωνισμού, κατά τα επίσης αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση. [...]

 

(Απορρίπτει εφέσεις.)