ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 22/2021

 

ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Ελένη Σκριβάνου, Εφέτη, η οποία ορίστηκε από την  Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιώς και από τη Γραμματέα Τ.Λ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’αρ. 2964/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία (όπως οι διατάξεις της ισχύουνμετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ, με το Ν. 4335/2015, που, κατ΄άρθρο 9 παρ. 2 ως άνω νόμου, καταλαμβάνει τις αγωγές που ασκήθηκαν μετά την 1η-1-2016, όπως εν προκειμένω), έχει ασκηθεί νομότυπα (άρθρα 495 επ., 511, 513, 516 παρ.1 ΚΠολΔ), και εντός της νόμιμης προθεσμίας των 30 ημερών (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στις 5-9-2019, όπως προκύπτει από την σχετική επισημείωση στο αντίγραφο αυτής, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ……………., και η έφεση ασκήθηκε από τους εκκαλούντες, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 4-10-2019, σύμφωνα με την αναφερθείσα παραπάνω έκθεση κατάθεσης. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο τούτο, που είναι καθ΄ύλη και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ίδια διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 19, 533 παρ.1,2 ΚΠολΔ), και μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από αυτούς (άρθρο 522 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες, το προβλεπόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ.α του ΚΠολΔ, παράβολο, όπως σημειώνεται από τη Γραμματέα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κάτωθεντης προαναφερθείσας έκθεσης κατάθεσης του δικογράφου της έφεσης.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου, ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποίαεπιδιώκεται η απόδοση δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα αρκεί η αναφορά ότι μεταβιβάσθηκε από τον δανειστή προς τον οφειλέτη κατά κυριότητα ορισμένο χρηματικό ποσό λόγω δανείου (ΑΠ 889/2010, ΑΠ 1598/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν είναι δε αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής: 1) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, 2) ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση να επιστραφεί το δάνειο και αποτελεί καταγγελία μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, ο τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ, 3) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης, το ποσό και άλλα στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στο δανειστή προς εξασφάλισή του(ΑΠ 1182/2019, Εφ.Θεσ.2253/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, δεν απαιτείται ρητή αναφορά ότι η μεταβίβαση των χρημάτων έγινε κατά κυριότητα, εφόσον τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 1182/2019 ο.π).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων εξέθετε στην ως άνω από 22-5-2018 αγωγή του, κατ΄ ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ότι είναι πρόεδρος, διευθυντής, νόμιμος εκπρόσωπος και μοναδικός μέτοχος της κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία ‘…………..’’, που εδρεύει στις Νήσους Μάρσαλ, διατηρεί δε γραφείο στον Πειραιά, επί της οδού …………, όπου ασκείται από αυτόν η διοίκησή της. Ότι, η παραπάνω εταιρία αποτελεί εξωχώρια ναυτιλιακή εταιρία και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα κυρίως στον τομέα διαμεσολάβησης ναύλωσης πλοίων και σε λοιπές ναυτιλιακές εργασίες. Ότι, οι εναγόμενοι, εκ των οποίων ο πρώτος είναι αδερφός του ενάγοντος και ο δεύτερος ανιψιός αυτού – γιος του πρώτου, περί τα τέλη του μηνός Ιουλίου του έτους 2013, ζήτησαν από τον ίδιο να τους διευκολύνει οικονομικά μέσω της άνω εταιρίας την οποία  εκπροσωπεί και διοικεί στην Ελλάδα, ώστε να λάβουν δάνειο ύψους 33.500 δολαρίων Η.Π.Α, χρήματα τα οποία θα τους μεταβίβαζε κατά κυριότητα, προκειμένου να καλύψουν τις δαπάνες φοίτησης του δεύτερου εναγόμενου στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης Η.Π.A, καθώς και τα έξοδα διαβίωσής του εκεί. Ότι, πράγματι, στις 30-7-2013, συμφώνησε προφορικώς με τους εναγόμενους να τους χορηγήσει, μέσω της εταιρίας του, άτοκο δάνειο του ανωτέρω ποσού, το οποίο θα καταβαλλόταν σε αυτούς σταδιακά, εντός του επόμενου εξαμήνου της συμφωνίας τους, αναλόγως με τις ανάγκες του δεύτερου εναγόμενου που θα απέρρεαν από τις ανωτέρω αιτίες. Ότι, επιπλέον, συμφωνήθηκε ότι, οι εναγόμενοι θα ευθύνονταν εις ολόκληρο για την απόδοση του χρηματικού ποσού του δανείου, το οποίο θα έπρεπε να επιστραφείτο αργότερο μετά την πάροδο δύο ετών από τη σύναψη της ανωτέρω δανειακής σύμβασης. Ότι, σε εκτέλεση της άνω σύμβασης, ο ενάγων κατέβαλε τμηματικά στους εναγόμενους το συμφωνηθέν δανεισθέν ποσό ως εξής: α) στις 30-7-2013 και στις 23-12-2013 κατέβαλε τα ποσά των 15.500 και 4.500 δολαρίων Η.Π.Α, αντίστοιχα, με εμβάσματα από τον τηρούμενο στην ‘’Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος’’ υπ’ αρ. ………… λογαριασμό της ως άνω εταιρίας στον υποδειχθέντα από τους εναγόμενους με αριθμό ………….. τραπεζικό λογαριασμό του ως άνω Πανεπιστημίου των Η.Π.Α, που τηρείτο στην αμερικανική τράπεζα ‘’Citizen’s Bank’’ για την πληρωμή, για λογαριασμό του δεύτερου εναγόμενου, των διδάκτρων που όφειλε να καταβάλει αυτός στο παραπάνω Πανεπιστήμιο και β) στις 30-7-2013, στις 27-8-2013, στις 28-8-2013 και στις 7-1-2014 κατέβαλε τα ποσά των 1.500 δολαρίων, 6.000 δολαρίων, 2.000 δολαρίων και 4.000 δολαρίων, αντίστοιχα, με εμβάσματα από τον τηρούμενο στην ‘’Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος’’ λογαριασμό της ως άνω εταιρίας στον υποδειχθέντα από τους εναγόμενους με αριθμό ………… τραπεζικό λογαριασµό του δεύτερου εναγόμενου που τηρείτο στην αµερικανική τράπεζα ‘’Bank of America’’, για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης του τελευταίου στη Βοστώνη. Ότι, ωστόσο, οι εναγόµενοι δεν απέδωσαν στον ενάγοντα το ποσό του δανείου εντός διετίας από της καταβολής του, κατά τα, μεταξύ τους, συμφωνηθέντα, εξακολουθούν δε µέχρι σήµερα να του το οφείλουν, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του για την απόδοσή του. Ζητούσε δε ακολούθως, ο ενάγων, όπως παραδεκτά περιόρισε το αγωγικό αίτημα (με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που  καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά αυτού, αλλά και με τις πρωτόδικες προτάσεις του), από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόµενοι οφείλουν να του καταβάλουν για την ανωτέρω αιτία, ο καθένας εις ολόκληρο, το ισάξιο σε ευρώ του άνω ποσού των 33.500 δολαρίων Η.Π.Α, µε βάση τη συναλλαγµατική ισοτιµία των νομισμάτων αυτών κατά την ηµέρα της πληρωµής, µε το νόµιµο τόκο υπερηµερίας, από την παραπάνω δήλη ηµέρα απόδοσης του δανείσµατος (31-7-2015), άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς,δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία, εξέδωσε την υπ΄αρ. 2964/2019 οριστική απόφασή του (εκκαλουμένη), η οποία, αφού ορθώς έκρινε την αγωγή ορισμένη, διότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, παρά τον αβάσιμο περί του αντιθέτου ισχυρισμό των εναγόμενων και νόμιμη (πλην του παρεπόμενου αιτήματός της περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, καθώς το αίτημα αυτό, μετά την μετατροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, κατέστη άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι συνάδει με τον καταψηφιστικό χαρακτήρα αυτής), ακολούθως έκανε δεκτή την αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι, οφείλουν ο καθένας εις ολόκληρο, να καταβάλουν στον ενάγοντα, το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο της πληρωμής, ποσό των 33.500 δολαρίων Η.Π.Α, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από 31-7-2015 (ήτοι από την παρέλευση διετίας από τη σύναψη του ένδικου δανείου) έως την εξόφληση, καθώς επίσης επέβαλε, εις βάρος των εναγόμενων, τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, ποσού 900 ευρώ.

Ήδη κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονούνται οι εναγόμενοι – εκκαλούντες, με την κρινόμενη έφεσή τους, για τους λόγους που εκθέτουν σ΄ αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούν δε την εξαφάνιση της, ώστε να απορριφθεί  η ως άνω αγωγή του αντιδίκου τους.

Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από την υπ΄αρ. ……/18-10-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………….., που προσκομίζει ο ενάγων και λήφθηκε προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγόμενων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των τελευταίων (βλ. τις υπ΄αρ….. και …/15-10-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά ……………, αντίστοιχα),αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγµατικά περιστατικά:

{Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους οι εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι κακώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν απάντησε (απορρίπτοντας σιγή) την προβληθείσα από αυτούς, με την προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους, ένσταση του άρθρου 393 ΚΠολΔ, σύμφωνα τη διάταξη του οποίου ‘’συμβάσεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ’’, οπότε, με βάση αυτή, πάντα κατά τους ισχυρισμούς τους, δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η ως άνω ένορκη βεβαίωση του …………. Ωστόσο, το αντικείμενο της ένδικης σύμβασης (33.500 δολάρια Η.Π.Α), δεν υπερβαίνει το ως άνω ποσό, διότι, κατά την άσκηση της αγωγής (25-5-2018), που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του αντικειμένου της δίκης, το ισόποσο σε ευρώ του ποσού αυτού ήταν 28.143,22 ευρώ (καθώς η ισοτιμία δολαρίου Η.Π.Α και ευρώ ήταν, κατά την παραπάνω ημερομηνία, ένα ευρώ= 1,19034 δολάρια, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα – εφεσίβλητο δελτίο τιμών συναλλάγματος του Ευρωσυστήματος της Τράπεζας της Ελλάδος), οπότε στην προκειμένη περίπτωση είναι επιτρεπτή η απόδειξη της δανειακής σύμβασης με μάρτυρες  και ειδικότερα με την ως άνω ένορκη βεβαίωση. Πέραν τούτου, σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν το ποσό της επικαλούμενης δανειακής σύμβασης υπερέβαινε τα 30.000 ευρώ,και πάλι θα ήταν επιτρεπτή, κατ΄εξαίρεση, η απόδειξη με μάρτυρες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 394 παρ.1 περ.β του ΚΠολΔ,  διότι, λόγω της στενής συγγενικής σχέσης των διαδίκων, υπήρχε ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο (ΑΠ1144/2018, Εφ.Πειρ.40/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος}.

Η εταιρία µε την επωνυµία “…….”, που εδρεύει στις Νήσους Μάρσαλ, διατηρεί δε γραφείο στον Πειραιά, επί της οδού ……….., αποτελεί κεφαλαιουχική ναυτική εταιρία που ιδρύθηκε, αλλά δεν είναι εγκατεστηµένη, στις Νήσους Μάρσαλ και το σύνολο των (500) µετοχών της κατέχει ο ενάγων, ………., ο οποίος είναι συγχρόνως διευθυντής, πρόεδρος, γραµµατέας και ταµίας αυτής, συγκεντρώνει δηλαδή στο πρόσωπό του όλα τα αξιώµατα της άνω εταιρίας και ασκεί κατ’ αποκλειστικότητα τη διοίκησή της. Αν και η ως άνω εταιρία εδρεύει, σύµφωνα µε το καταστατικό της, στη Δηµοκρατία των Νήσων Μάρσαλ, η πραγµατική της έδρα βρίσκεται στον Πειραιά, στον τόπο, δηλαδή όπου ασκείται η διοίκησή της, και λαµβάνονται οι βασικές για τη λειτουργία της αποφάσεις, καθώς εκεί βρίσκεται η κατοικία του ενάγοντος, µοναδικού διευθυντή και νοµίµου εκπροσώπου της. Εξάλλου, η εταιρία αυτή δραστηριοποιείται στην Ελλάδα κυρίως στον τοµέα διαµεσολάβησης ναύλωσης πλοίων και σε λοιπές ναυτιλιακές εργασίες. Συνεπώς, εφόσον η πραγματική έδρα της εν λόγω εταιρίας βρίσκεται στην Ελλάδα, δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις της διάταξης του Ν. 791/1978 και εφαρμόζεται το ελληνικό δίκαιο ως προς την ικανότητα δικαίου αυτής και όχι το δίκαιο της χώρας της καταστατικής της έδρας. Πλην, όμως, η εταιρία αυτή, εφόσον δεν έχει υπαχθεί στις διατυπώσεις ίδρυσης (σύστασης και δημοσιότητας) που προβλέπει το ελληνικό δίκαιο για τις κεφαλαιουχικές εταιρίες, αφενός μεν είναι άκυρη ως κεφαλαιουχική, αφετέρου δε δεν δύναται να θεωρηθεί ούτε «εν τοις πράγμασι» ομόρρυθμη ή άλλου είδους προσωπική εμπορική εταιρία, αφού ελλείπει το βασικό εννοιολογικό στοιχείο της προσωπικής εταιρίας και οιασδήποτε ένωσης προσώπων, δηλαδή η σύμπραξη δύο τουλάχιστον προσώπων, δεδομένου ότι οι ιδιότητες των μετόχων και των μελών της διοίκησής της συγκεντρώνονται σε έναν και μόνο πρόσωπο, ήτοι τον ενάγοντα. Επομένως, η εν λόγω εταιρία είναι ανύπαρκτη κατά το ελληνικό δίκαιο με συνέπεια τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από τις ενέργειες του μοναδικού μέτοχου και διοικητής αυτής ως νομίμου εκπροσώπου της, να γεννώνται τελικά στο πρόσωπο του ίδιου. Έτσι κρίθηκε και με την  υπ’αρ. 240/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε επί,προγενέστερης της ένδικης, από 29-12-2016 αγωγής με όμοιο με αυτήν περιεχόμενο, που ασκήθηκε από την προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία ‘…………….’’ και απορρίφθηκε με την ως άνω απόφαση, ως απαράδεκτη,λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της εν λόγω εταιρίας, για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, δεχόμενη ότι ενεργοποιείται ενεργητικά στην άσκησή της ατομικά ο ενάγων. Κατά της παραπάνω απόφασης, οι τότε και νυν εναγόμενοι (αν και απορρίφθηκε η αγωγή), άσκησαν έφεση. Ισχυρίζονται δε με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής τους, ότι υφίσταται εκκρεμοδικία πηγάζουσα εκ της από 29-12-2016 αγωγής και ότι, εσφαλμένα απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η σχετική ένσταση που προβλήθηκε από αυτούς πρωτοδίκως. Η αγωγή, όμως, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ΄αρ. 240/2018 απόφαση, είχε ασκηθεί από την προαναφερθείσα εταιρία, ενώ η ένδικη αγωγή και κατ΄ορθή εκτίμηση αυτής, ασκήθηκε ατομικά από τον ενάγοντα, ακριβώς διότι κρίθηκε, με την παραπάνω απόφαση, ότι η εταιρία αυτή δεν υφίσταται κατά το ελληνικό δίκαιο, ως κεφαλαιουχική, λόγω της μη τήρησης των διατυπώσεων σύστασής της αλλά ούτε ως προσωπική, καθώς συγκεντρώνονται σε αυτόν, όλες οι ιδιότητες των μετόχων και των μελών της διοίκησής της, όπως προεκτέθηκε. Οπότε, δεν υπάρχει ταυτότητα διαδίκων στις ως άνω αγωγές με αποτέλεσμα να μη δημιουργείται εκκρεμοδικία, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη, με επαρκή και όχι αντιφατική, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι – εκκαλούντες, αιτιολογία. Συνεπώς, ο ως άνω λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.  Ακόμη, ας σημειωθεί ότι, η ως άνω εταιρία είχε ασκήσει κατά του νυν πρώτου εναγόμενου την, από 22-6-2016 και με αριθμό κατάθεσης ……./2016 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αγωγή της, με την οποία ζητούσε την καταβολή σε αυτήν του συνολικού ποσού των 65.500 δολαρίων, στο οποίο περιλαμβανόταν και το επιµέρους ποσό των 32.500 ευρώ, ως δάνειο που του χορήγησε. Πλην, όµως, η εκεί ενάγουσα παραιτήθηκε νοµότυπα (άρθρα 294 και 297 ΚΠολΔ), από το δικόγραφο της αγωγής, προ της κατάθεσης προτάσεων, οπότε επήλθε κατάργηση της δίκης και η αγωγή θεωρείται ως µη ασκηθείσα και δεν υφίσταται ούτε εξ αυτής, εκκρεμοδικία.

Περαιτέρω προέκυψε ότι, περί τα τέλη του µηνός Ιουλίου του έτους 2013, ο πρώτος εναγόµενος, ο οποίος είναι αδελφός του ενάγοντος, ζήτησε από τον τελευταίο, να τον διευκολύνει οικονοµικά, παρέχοντάς του δάνειο ύψους 33.500 δολαρίων Η.Π.Α, προκειµένου να καλύψει τις δαπάνες φοίτησης του δεύτερου εναγόμενου -γιου του πρώτου εναγόμενου και ανιψιού του ενάγοντος, στο Πανεπιστήµιο της Βοστώνης Η.Π.A, καθώς και τα έξοδα διαβίωσής του στην πόλη αυτή. Πράγµατι, στις 30-7-2013, ο ενάγων συµφώνησε προφορικά µε τον πρώτο εναγόμενο, να τουχορηγήσει, μέσω της ως άνω εταιρίας του ‘………..’’, την οποία εκπροσωπεί και διοικεί στην Ελλάδα, άτοκο δάνειο ποσού 33.500 δολαρίων ΗΠΑ, για τον ως άνω σκοπό, το οποίο θα καταβαλλόταν σταδιακά, εντός του επόμενου εξαμήνου της συμφωνίας τους. Σε εκτέλεση της άνω σύμβασης ο ενάγων παρέδωσε τμηματικά το συμφωνηθέν ποσό ως δάνειο ως εξής: α) στις 30-7-2013 και στις 23-12-2013 κατέβαλε τα ποσά των 15.500 και 4.500 δολαρίων, αντίστοιχα, με εμβάσματα από τον τηρούμενο στην ‘’Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος’’ υπ’ αρ. ………… λογαριασμό της εταιρίας, στονυποδειχθέντα από τον πρώτο εναγόμενο υπ΄αρ. ……… τραπεζικό λογαριασμό του ως άνω Πανεπιστημίου των Η.Π.Α, στο οποίο φοιτούσε ο γιός του – δεύτερος εναγόμενος, που τηρείτο στην αμερικανική τράπεζα ‘’Citizen’s Bank’’ για την πληρωμή των διδάκτρων που όφειλε να καταβάλει αυτός στο παραπάνω Πανεπιστήμιο και β) στις 30-7-2013, στις 27-8-2013, στις 28-8-2013 και στις 7-1-2014 κατέβαλε τα ποσά των 1.500 δολαρίων, 6.000 δολαρίων, 2.000 δολαρίων και 4.000 δολαρίων, αντίστοιχα, με εμβάσματα από τον τηρούμενο στην ‘’Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος’’ λογαριασμό της εταιρίας στον υποδειχθέντα από τον πρώτο εναγόμενο υπ’ αρ. ……….. τραπεζικό λογαριασμό, που διατηρούσε ο δεύτερος εναγόμενος στην αμερικανική τράπεζα ‘’Bank of America’’, για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης του τελευταίου στη Βοστώνη.

Δεν αποδείχθηκε δε κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι η επίδικη σύμβαση δανείου συνήφθη μεταξύ του ενάγοντος και των δύο εναγόμενων, αλλά μόνο με τον πρώτο εξ αυτών -αδερφό του. Ειδικότερα, προέκυψε ότι, ο δεύτερος εναγόμενος -γιος του  πρώτου και ανιψιός του ενάγοντος, 19 ετών κατά το χρόνο σύναψης του δανείου, διέμενε στη Βοστώνη των Η.Π.Α, όπου και σπούδαζε, κατά τα προαναφερθέντα, και δεν είχε προσωπική επαφή και επικοινωνία με το θείο του -ενάγοντα. Ο πρώτος εναγόμενος ήταν αυτός που είχε αναλάβει, ως πατέρας του δεύτερου εναγόμενου, τα οικονομικά βάρη των σπουδών του, για την κάλυψη των οποίων απευθύνθηκε στον ενάγοντα – αδερφό του με τον οποίο τότε διατηρούσαν ακόμα πολύ καλές προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις, ώστε να τον διευκολύνει, χορηγώντας του το εν λόγω ποσό του δανείσματος, ανεξάρτητα αν κάποια από τα εμβάσματα των ποσών του δανείου εστάλησαν σε λογαριασμό που διατηρούσε ο δεύτερος εναγόμενος στην ‘’BankofAmerika’’ στη Βοστώνη, πράγμα που είναι λογικό και δικαιολογείται από το ότι αυτός κατοικούσε εκεί. Το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος δεν ήταν αντισυμβαλλόμενος του ενάγοντος στην επίμαχη σύμβαση δανείου, ενισχύεται κι από το ότι, η αρχική από 22-6-2016) αγωγή, που άσκησε η ως άνω εταιρία αποκλειστικών συμφερόντων του ενάγοντος, στις αξιώσεις της οποίας περιλαμβάνονταν και το ποσό του εν λόγω δανείου (από του δικογράφου της οποίαςέλαβε χώρα παραίτηση, όπως προεκτέθηκε), στρεφόταν μόνο κατά του πρώτου εναγόμενου και όχι κατά του δεύτερου εξ αυτών. Επομένως, η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο γενομένου δεκτού ως βάσιμου του σχετικού πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου της έφεσης. Αντίθετα, η αγωγή είναι βάσιμη και κατ΄ουσία ως προς τον πρώτο εναγόμενο, με βάση τα ανωτέρω, αλλά και όσα θα αναφερθούν παρακάτω.Ο πρώτος εναγόμενος  παραπονείται, με το τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης, ότι, χωρίς εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η εκκαλουμένη απέρριψε το αίτημα περί επίδειξης εγγράφων εκ μέρους του ενάγοντος, που αφορούν την εταιρία ‘’………….’’, από τα οποία θα προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του, ότι αυτή δεν είχε φορολογικό μητρώο, εφόσον, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση, είναι ανύπαρκτη κατά το ελληνικό δίκαιο ως εταιρία, και συνεπώς δεν μπορούσε να διενεργεί τραπεζικές συναλλαγές. Εντούτοις, όπως ορθά επισημάνθηκε κι από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα έγγραφα αυτά δεν ασκούν επιρροή στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι αφορούν στην ως άνω εταιρία, ενώ στην προκειμένη περίπτωση την αγωγή ασκεί ατομικά ο ενάγων. Άλλωστε, από τα εμβάσματα της προαναφερθείσας τράπεζας (Ε.Τ.Ε), προκύπτει ότι, τα περιεχόμενα σε αυτά ποσά,πράγματι εστάλησαν από το λογαριασμό που διατηρούσε η παραπάνω εταιρία αποκλειστικών συμφερόντων του ενάγοντος, (περιστατικό που είναι κρίσιμο σχετικά με το αντικείμενο της ένδικης αγωγής) και δεν απασχολεί το παρόν Δικαστήριο, αν  η εν λόγω εταιρίαείχε φορολογικό μητρώο ή όχι, αλλά αυτό καθαυτό το γεγονός ότι ο ενάγων ως μοναδικός της μέτοχος, έστειλε, μέσω αυτής, το δανεισθέν ποσό. Εξάλλου, ο πρώτος εναγόμενος, υποστηρίζει με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσης, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κακώς απέρριψε τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό του, ότι τα επίδικα χρήματα, στα οποία αφορούν και τα ως άνω εμβάσματα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, δεν αποτελούν δάνειο, αλλά ποσά που είχε αυτός υπεξαιρέσει, δια μέσω της εταιρίας του, από την εταιρία συμφερόντων του πρώτου εναγόμενου με την επωνυμία ‘………….’’, τα οποία του επέστρεψε για να αποφύγει τις συνέπειες του νόμου. Υποστηρίζει δε περαιτέρω, ο εναγόμενος ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκόμισε προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του. Όμως, πέραν του ότι, όπως αναγράφεται ρητά στην εκκαλουμένη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ρητά κάθε ένα από αυτά, εναπόκειται δε στη δικαιοδοτική κρίση του Δικαστή, σε ποιο αποδεικτικό στοιχείο θα δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα, σε κάθε περίπτωση, τα αποδεικτικά στοιχεία, που επικαλείται, προς επίρρωση του ως άνω ισχυρισμού του, ο εναγόμενος και εκτιμώνται εκ νέου από το παρόν Δικαστήριο, ουδόλως αποδεικνύουν αυτόν. Ειδικότερα, τα εμβάσματα της εταιρίας συμφερόντων του πρώτου εναγόμενου με την επωνυμία ‘……….’’, προς τραπεζικό λογαριασµό του Πανεπιστηµίου της Βοστώνης, που αφορούν την πληρωμή κάποιων από τα δίδακτρα για τις σπουδές του δεύτερου εναγόμενου – γιου του, δεν αποδεικνύουν βέβαια ότι δεν έλαβε χώρα το επίδικο δάνειο, πολύ δε περισσότερο (δεν αποδεικνύουν) ότι τα χρήματα,τα οποία ο ενάγων αξιώνει με την αγωγή του ως δανεισθέντα, είναι χρήματα που αυτός υπεξαίρεσε και κατόπιν επέστρεψε στον πρώτο εναγόμενο. Τον ισχυρισμό περί υπεξαίρεσης του εναγόμενου – εκκαλούντος δεν μπορούν να στηρίξουν ούτε οι επικαλούμενες από αυτόν: α) υπό στοιχ. …….. µήνυσή του κατά του ……….. για το αδίκηµα της ψευδορκίας µάρτυρα και κατά του ενάγοντος για το αδίκηµα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία µάρτυρα (για την οποία θα γίνει μνεία και παρακάτω) και β) από 28-1-2016 (υπό στοιχ. ………….) έγκληση-µήνυσή του (πρώτου εναγόμενου) κατά του ενάγοντος,για τις αξιόποινες πράξεις της απόπειρας απάτης, πλαστογραφίας µετά χρήσης  και συκοφαντικής δυσφήµησης, καθώς οι πράξεις αυτές, όποια κι αν είναι η τυχόν έκβαση των μηνύσεων, είναι άσχετες με την υπεξαίρεση, που υποστηρίζει ότι έλαβε χώρα οεναγόμενος, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής. Για το αδίκημα δε της επικαλούμενης από τον τελευταίο υπεξαίρεσης δεν έχει ασκηθεί μήνυση από τον πρώτο εναγόμενο κατά του ενάγοντος. Συνεπώς, με βάση τα παραπάνω, απορριπτέος τυγχάνει κι ως άνω (τρίτος) λόγος της έφεσης, αλλά και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αυτής, όπου αναφέρεται ότι, ο ως άνω αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός περί υπεξαίρεσης, απορρίφθηκε χωρίς επαρκή αιτιολογία από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η οποία (αιτιολογία), σε κάθε περίπτωση, συμπληρώνεται από το παρόν Δικαστήριο κατά τα προεκτεθέντα. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της έφεσης υποστηρίζεται ότι, η προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση (υπ΄αρ. ………./18-10-2018), δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το λόγο ότι έχει υποβληθεί από τον πρώτο εναγόμενο κατά του μάρτυρα αυτής ………….., η επίσης ως άνω αναφερθείσα υπ΄αρ. ……… μήνυση με την οποία καταμήνυσε τον μεν μάρτυρα για ψευδορκία, το δε ενάγοντα για ηθικής αυτουργία σε αυτήν, πράξη για την οποία έχουν παραπεμφεί να δικαστούν ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά. Κι αυτός, όμως, ο λόγος της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, εκτός του ότι η ως άνω μήνυση, που αναφέρει ο πρώτος εναγόμενος, αφορά σε άλλη ένορκη βεβαίωση του εν λόγω μάρτυρα, η οποία είχε δοθεί στα πλαίσια της από 29-12-2016 αγωγής, που είχε ασκήσει η εταιρία συμφερόντων του ενάγοντος ‘. . ……, μόνο η κατάθεση μήνυσης για ψευδορκία μάρτυρα, δεν απαγορεύει τη λήψη υπόψη μιας μαρτυρικής κατάθεσης, η αξιοπιστία, βέβαια της οποίας, κρίνεται από το Δικαστήριο, συνεκτιμωμένων όλων των στοιχείων. Στην προκειμένη, άλλωστε, περίπτωση, η επίδικη σύμβαση δανείου αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα κυρίως από τα ανωτέρω αναφερόμενα εμβάσματα. Κατ΄ακολουθία των παραπάνω, αποδείχθηκε ότι πράγματι συνήφθη το επίδικο άτοκο δάνειο, μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγόμενου και καταβλήθηκε στον τελευταίο εκ μέρους του πρώτου το ποσό των 33.500 δολαρίων Η.Π.Α, το οποίο δεν του έχει αποδώσει έως σήμερα. Όσον αφορά, ωστόσο, στο χρόνο επιστροφής του ποσού του δανείου, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι συμφωνήθηκε αυτός εντός διετίας από την καταβολή του, κατά τη βάσιμη περί τούτου αιτίαση στην κρινόμενη αίτηση, καθώς δεν υπάρχει σχετική έγγραφη συμφωνία, αλλά ούτε ο ως άνω ενόρκως βεβαιών-μάρτυρας του ενάγοντος, αναφέρει κάτι τέτοιο ή συνάγεται από τις περιστάσεις. Οπότε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ως χρόνος απόδοσης του δανείου, θεωρείται ένας μήνας μετά την επίδοση της ένδικης αγωγής, που λειτουργεί ως καταγγελία αυτού, χρόνο, από τον οποίο οφείλονται και τόκοι υπερημερίας.

Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο βαθμό που κατέληξε σε διαφορετική κρίση με το παρόν, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Πρέπει, συνεπώς, κατά τους βάσιμους περί τούτου ως άνω λόγους της έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως βάσιμη και κατ΄ ουσία, αφού κρατηθεί δε η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ΄ουσία, πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να απορριφθεί η αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο ως ουσιαστικά αβάσιμη και να γίνει εν μέρει δεκτή αυτή (αγωγή) όσον αφορά στον πρώτο εναγόμενο κι ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο της καταβολής αυτού, των 33.500δολαρίων Η.Π.Α, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, θα συμψηφιστούν συνολικά μεταξύ των διαδίκων, λόγω του που εφαρμόστηκε (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), ενώ, επίσης, θα διαταχθεί η απόδοση στους εκκαλούντες του, κατατεθέντος από αυτούς, παραβόλου της έφεσης (άρθρο 495 παρ.3 εδ.ε), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει την έφεση κατ΄ αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό και ουσιαστικό της μέρος.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ΄αρ. 2964/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία.

Κρατεί την αγωγή.

Δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο.

Αναγνωρίζει ότι, ο πρώτος εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα,το ισόποσο σε ευρώ, κατά το χρόνο της καταβολής αυτού,  των τριαντατριών χιλιάδων πεντακοσίων (33.500) δολαρίων Η.Π.Α, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση ενός μηνός από την επίδοση της αγωγής, έως την εξόφληση.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, συνολικά μεταξύ των διαδίκων.

Διατάσσει την απόδοση του  παραβόλου της έφεσης (e-παράβολο με αρ…………./2019) ποσού 100 ευρώ, στους καταθέσαντες αυτό εκκαλούντες.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 14  Ιανουαρίου 2021, απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η  ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                H  ΓPAMMATEAΣ