ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 210/2020

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2019, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Πικραμένος Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Ηλ. Μάζος, Χρ. Ντουχάνης, Ελ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα, Δ. Εμμανουηλίδης, Ο. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Ι. Σύμπλης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Α. Γαλενιανού - Χαλκιαδάκη, Αγγ. Μίντζια, Μ. Τριπολιτσιώτη, Α. Σδράκα, Χρ. Λιάκουρας, Ιφ. Αργυράκη, Ν. Σκαρβέλης, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Ε. Σταυρουλάκη, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Χρ. Ντουχάνης και Κ. Κονιδιτσιώτου καθώς και ο Πάρεδρος Δ. Τομαράς, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 10 Απριλίου 2018 αίτηση:

της Εκκλησίας της Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα (Ιασίου 1 και Ιω. Γενναδίου 14), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Θεόδωρο Παπαγεωργίου (Α.Μ. ....), που τον διόρισε με απόφασή της η Ιερά Σύνοδος,

κατά των Υπουργών: 1. Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, 2. Οικονομικών και 3. Διοικητικής Ανασυγκρότησης, οι οποίοι παρέστησαν με την Αικατερίνη Γαλάνη, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 12ης Νοεμβρίου 2018 πράξης της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, εδαφ. α΄ και γ΄, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα Εκκλησία της Ελλάδος επιδιώκει να ακυρωθούν τα άρθρα 1 περ. β, 58 παρ. 3 περ. α, β, δ, ε, η και 59 παρ. 3 του υπ’ αριθμ. 18/2018 προεδρικού διατάγματος με θέμα «Οργανισμός Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων» (ΦΕΚ Α΄ 31/23.2.2018).

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Τριπολιτσιώτη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο των Υπουργών, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά το νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται η ακύρωση του π.δ. 18/2018 «Οργανισμός Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων» (Α΄ 31/23.2.2018), κατά το μέρος που με αυτό καθορίζονται η αποστολή του Υπουργείου (άρθρο 1) και οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Διοίκησης (άρθρο 58 παρ. 3) και της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκευτικών Σχέσεων (άρθρο 59 παρ. 3) της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων. Ειδικότερα, με την αίτηση ζητείται η ακύρωση του παραπάνω προεδρικού διατάγματος αφενός κατά το μέρος που, στο άρθρο 1 αυτού, δεν περιλαμβάνεται στην αποστολή του Υπουργείου η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης και αφετέρου κατά το μέρος που, με τα άρθρα 58 παρ. 3 και 59 παρ. 3 του π.δ/τος, καθορίζονται αρμοδιότητες Τμημάτων των παραπάνω Διευθύνσεων της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων για την άσκηση εποπτείας επί της Εκκλησίας της Ελλάδος και των νομικών της προσώπων, οι οποίες, κατά τα προβαλλόμενα με την αίτηση, δεν προβλέπονται στις οικείες νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις ή σε άλλη διάταξη νόμου.

2. Επειδή, η αιτούσα Εκκλησία της Ελλάδος προβάλλει ότι με τις διατάξεις του άρθρου 1 του προσβαλλόμενου π.δ/τος προσβάλλονται τα έννομα δικαιώματά της, καθώς από την αποστολή του Υπουργείου Παιδείας αφαιρείται η θρησκευτική αγωγή των νέων, για την οποία η ίδια έχει εύλογο και νομοθετημένο ενδιαφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 590/1977, ενώ η κατά το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος κρατική αποστολή της θρησκευτικής εκπαίδευσης των νέων αφορά σε μείζονα βαθμό τα μέλη της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία είναι η πλειοψηφική θρησκευτική κοινότητα της χώρας κατά το συνταγματικό τεκμήριο του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω προβάλλεται ότι οι πληττόμενες αρμοδιότητες εποπτείας επί της Εκκλησίας της Ελλάδος και των νομικών της προσώπων, που καθορίζονται με τα άρθρα 58 παρ. 3 και 59 παρ. 3 του προσβαλλόμενου π.δ/τος, αναιρούν ουσιωδώς το δικαίωμα αυτοδιοίκησής τους, εισάγουν δε και δυσμενή διάκριση σε βάρος αυτής και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 έναντι των λοιπών θρησκευτικών κοινοτήτων, για τις οποίες δεν προβλέπεται τέτοιου είδους εποπτεία.

3. Επειδή, στο άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι “ Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες”. Περαιτέρω, στο άρθρο 13 προβλέπεται ότι “1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. ... 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. ... 3. Οι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας. 4. ...”.

4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 3 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Eπικρατoύσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατoλικής Oρθόδoξης Eκκλησίας τoυ Xριστoύ. H Oρθόδoξη Eκκλησία της Eλλάδας, πoυ γνωρίζει κεφαλή της τoν Kύριo ημών Iησoύ Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δoγματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινoύπoλης και με κάθε άλλη oμόδoξη Eκκλησία τoυ Xριστoύ· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τoυς ιερoύς απoστoλικoύς και συνoδικoύς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Eίναι αυτoκέφαλη, διoικείται από την Iερά Σύνoδo των εν ενεργεία Aρχιερέων και από τη Διαρκή Iερά Σύνoδo πoυ πρoέρχεται από αυτή και συγκρoτείται όπως oρίζει Kαταστατικός Xάρτης της Eκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων τoυ Πατριαρχικoύ Tόμoυ της κθ΄ (29) Ioυνίoυ 1850 και της Συνoδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίoυ 1928. 2. ...». Όπως έχει παγίως κριθεί (ΣτΕ 2569/1990, 5057/1987 7μ., 3619/1982 7μ., 2037-2038/1979 7μ., 1269-1270/1977, 3178/1976 Ολομ., 609-612/1967 Ολομ. κ.ά., πρβλ. ΣτΕ 139/1930 Ολομ.), με το άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνονται οι ιεροί κανόνες και οι παραδόσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η συνταγματική όμως αυτή κατοχύρωση, αναφερόμενη στους ιερούς κανόνες και τις παραδόσεις που ανάγονται στο δόγμα, στη σφαίρα του οποίου εκδηλώνονται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Εκκλησίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επεκτείνεται και στους ιερούς κανόνες και τις παραδόσεις που αναφέρονται σε ζητήματα διοικητικής αποκλειστικά φύσεως. Και τούτο, διότι τα ζητήματα αυτά, υφιστάμενα επίδραση από τη διαδρομή του χρόνου και τις νεότερες αντιλήψεις, είναι κατ’ ανάγκη μεταβλητά για το κοινό συμφέρον της Εκκλησίας και της Πολιτείας και ρυθμίζονται, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας, κατ’ επιταγή του άρθρου 72 παρ. 1 του Συντάγματος, από τον κοινό νομοθέτη, ο οποίος όμως, κατά το πνεύμα των παραπάνω διατάξεων, δεν μπορεί με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας ή άλλα ειδικά νομοθετήματα να επιχειρήσει θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοικητικών θεσμών καθιερωμένων παγίως για μεγάλο χρονικό διάστημα στην Ορθόδοξη Εκκλησία (ΣτΕ 3003/2014 Ολομ.). Ως εκ τούτου, ζητήματα που δεν αναφέρονται στο δόγμα ή συνθέτουν βασικό διοικητικό θεσμό της Εκκλησίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ρυθμίζονται κατά τρόπο αποκλειστικό από τους ιερούς κανόνες, απαγορεύοντας στον νομοθέτη τη θέσπιση διοικητικών μέτρων που διασφαλίζουν το κύρος και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας (πρβλ. ΣτΕ 3003/2014 Ολομ., 609/1967 Ολομ.). Εξάλλου, με τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται και η αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας, η οποία περιλαμβάνει την εξουσία της ν' αποφασίζει για τις υποθέσεις της με δικά της όργανα, τα οποία συγκροτούνται όπως ο νόμος ορίζει και να διοικείται από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και την απ' αυτή προερχόμενη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία συγκροτείται κατά τους ορισμούς του νόμου και των σχετικών με τον τρόπο συγκροτήσεως του οργάνου αυτού διατάξεων του Πατριαρχικού τόμου της κθ' (29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξεως της 4ης Σεπτεμβρίου 1929 (ΣτΕ 5057/1987 7μ., βλ. και 3178/1976, 2715/1984, πρβλ. 1134/1983 7μ.). Ωστόσο, η εξουσία αυτή της Εκκλησίας ασκείται εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων που θεσπίζει ελεύθερα ο νομοθέτης, ο οποίος μόνο δεν μπορεί να προχωρήσει και μέχρι τη θεμελιώδη μεταβολή βασικών διοικητικών θεσμών που έχουν καθιερωθεί πάγια στην οργάνωση και λειτουργία της Εκκλησίας (πρβλ. ΣτΕ 1134/1983 7μ., 4849/1997, 1476/1975 Ολομ.).

5. Επειδή, η κυρωθείσα με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256) Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) ορίζει στο άρθρο 9 ότι “1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς δημοσία ή κατ’ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας, και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία, δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.” Περαιτέρω, στο άρθρο 11 προβλέπεται ότι “1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού ... 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. ...”. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14, “Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως”.

6. Επειδή, με το άρθρο 54 ("Περιεχόμενο, έγκριση και τροποποίηση Οργανισμών") του ν. 4178/2013 (Α΄ 174), όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 27 του ν. 4210/2013 (Α΄ 254), 55 παρ. 3 του ν. 4238/2014 (Α΄ 38), 46 παρ. 1 του ν. 4250/2014 (Α΄ 74), 26 παρ. 1 του ν. 4272/2014 (Α΄ 145) και του άρθρου πέμπτου του ν. 4464/2017 (Α΄ 46), ορίστηκαν τα εξής: «1. Η οργάνωση και λειτουργία των υπουργείων, των αυτοτελών δημοσίων υπηρεσιών, των αποκεντρωμένων διοικήσεων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου καθορίζεται με τους Οργανισμούς των φορέων αυτών, οι οποίοι καταρτίζονται, αντικαθίστανται ή τροποποιούνται με προεδρικά διατάγματα, τα οποία εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του αρμόδιου κατά περίπτωση Υπουργού. Επίσης, μπορεί να καταρτίζονται ενιαίοι Οργανισμοί για κατηγορίες νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 35 του ν. 4024/2011 μπορεί με τα ίδια προεδρικά διατάγματα να αντικαθίσταται, να καταργείται ή να τροποποιείται κάθε ισχύουσα διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης, σχετική με την οργάνωση και λειτουργία των φορέων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου... Η κατάρτιση και τροποποίηση των Οργανισμών των φορέων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, πλην των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που συνιστούν επαγγελματικές ή επιστημονικές ενώσεις, βασίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης των οργανικών μονάδων τους που συνοδεύονται από περιγράμματα αποστολής και θέσεων, καθώς και από σχέδια στελέχωσης, τα οποία έχουν εγκριθεί από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης. 2. Με τους Οργανισμούς των φορέων της παραγράφου 1 καθορίζονται: α) Η αποστολή του φορέα, όπως προκύπτει από τις κείμενες διατάξεις που διέπουν τη σύσταση και τις αρμοδιότητές του, καθώς και η διάρθρωση των υπηρεσιών του σε οργανικές μονάδες (γενικές διευθύνσεις, διευθύνσεις, υποδιευθύνσεις, τμήματα, αυτοτελή και μη, αυτοτελή γραφεία). β) Η ονομασία και η έδρα των παραπάνω οργανικών μονάδων, καθώς και οι στρατηγικοί σκοποί των Γενικών Διευθύνσεων, οι επιχειρησιακοί στόχοι των Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων και οι αρμοδιότητες των Τμημάτων και λοιπών οργανικών μονάδων. γ) Οι κλάδοι προσωπικού κατά κατηγορίες, ο αριθμός και η κατανομή των θέσεων προσωπικού σε κλάδους και ειδικότητες, καθώς και τα τυπικά προσόντα διορισμού ή πρόσληψης κατά κλάδο και ειδικότητα. δ) Η γενική περιγραφή καθηκόντων κάθε θέσης ευθύνης, οι κλάδοι, από τους οποίους θα προέρχονται οι Προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων, καθώς και τυχόν πρόσθετα ειδικά προσόντα που απαιτούνται για την πλήρωση κάθε θέσης ευθύνης. 3. ...”.

7. Επειδή, κατ' εξουσιοδότηση του παραπάνω άρθρου 54 του ν. 4178/2013, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο π.δ. 18/2018, με το οποίο ορίζεται, στο άρθρο 1 («Αποστολή του Υπουργείου»), ότι: «Αποστολή του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων ... είναι η ανάπτυξη και η συνεχής αναβάθμιση της παιδείας με σκοπό: α) την ηθική, την πνευματική και τη φυσική αγωγή των Ελλήνων, β) την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης, γ) την προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης και της λατρείας και την εποπτεία των λειτουργών όλων των γνωστών θρησκειών, δ) την καλλιέργεια του σεβασμού στην ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, ε) την ανοχή στη διαφορετικότητα, στ) τη διαπαιδαγώγηση με βάση τις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της απαγόρευσης των διακρίσεων, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, ζ) τον σεβασμό στο περιβάλλον, φυσικό και πολιτιστικό, και την εμπέδωση της αρχής της αειφορίας, η) τη διαμόρφωση ελεύθερων, ενεργών και κριτικά σκεπτόμενων πολιτών, θ) την ανάπτυξη και την προαγωγή της επιστήμης, της έρευνας, της καινοτομίας, της τεχνολογίας, της κοινωνίας της πληροφορίας, ι) τη μέριμνα για την ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης της νέας γενιάς και της δια βίου μάθησης». Περαιτέρω, στα άρθρα 57 έως 59 του προσβαλλόμενου π.δ/τος προσδιορίζονται η αποστολή και η διάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων, καθώς και των δύο οργανωτικών μονάδων από τις οποίες συγκροτείται, δηλαδή α) τη Διεύθυνση Θρησκευτικής Διοίκησης και β) τη Διεύθυνση Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκευτικών Σχέσεων. Ειδικότερα, με το άρθρο 57 («Αποστολή και διάρθρωση») προβλέπεται ότι: «1. Σκοπός της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων είναι η εποπτεία του θρησκευτικού εκπαιδευτικού συστήματος και η σύνδεση θρησκείας και πολιτισμού με την ταυτόχρονη προαγωγή δράσεων κατά της μισαλλοδοξίας και υπέρ των διαθρησκευτικών σχέσεων. 2. ...», με το άρθρο 58 («Διεύθυνση Θρησκευτικής Διοίκησης»), ότι: «1. Επιχειρησιακός στόχος της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Διοίκησης είναι η εποπτεία της εφαρμογής της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα των Θρησκευμάτων. 2. Η Διεύθυνση Θρησκευτικής Διοίκησης συγκροτείται από τις ακόλουθες οργανωτικές μονάδες: α) Τμήμα Α΄ Εκκλησιαστικής Διοίκησης. β) Τμήμα Β΄ Ετεροθρήσκων και Ετεροδόξων. γ) Τμήμα Γ΄ Μουσουλμανικών Υποθέσεων. 3. Το Τμήμα Α΄ Εκκλησιαστικής Διοίκησης είναι αρμόδιο για: α) την ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση των Ι. Μητροπόλεων, β) τον έλεγχο και την εποπτεία των πράξεων οικονομικής διαχείρισης των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κρήτης και των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, γ) την αναγνώριση, κατάσταση και αποχώρηση των Αρχιερέων των Εκκλησιών και Ι. Μητροπόλεων, δ) την εποπτεία και την εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας για το κάθε είδους προσωπικό των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, ε) την ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση, επανασύσταση, μετονομασία και μετατροπή Ενοριών, Ι. Ναών, Ι. Μονών και Ησυχαστηρίων και την εποπτεία της λειτουργίας τους, στ) ... η) την εποπτεία και την εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας για τον εφημεριακό κλήρο, τους μοναχούς και το λοιπό διοικητικό προσωπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κρήτης και των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, θ) ...», και, με το άρθρο 59 («Διεύθυνση Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκευτικών Σχέσεων»), ότι: «1. Επιχειρησιακός στόχος της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκευτικών Σχέσεων είναι ο σχεδιασμός πολιτικών για την υποστήριξη, προαγωγή, και εύρυθμη λειτουργία: α) κρατικά εποπτευόμενων συστημάτων τυπικής και μη τυπικής πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας, μεταλυκειακής και πέραν αυτών εκπαίδευσης που σχετίζονται με την κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος επικρατούσα θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, καθώς και τη Μουσουλμανική Μειονότητα Θράκης και τους μουσουλμάνους της λοιπής επικράτειας, και τις κοινότητες των αναγνωρισμένων και νόμιμα λειτουργουσών θρησκειών στην Ελλάδα, και αφορούν, μεταξύ άλλων, και στην εκπαίδευση, κατάρτιση, επιμόρφωση και διά βίου εκπαίδευση των νομίμως αναγνωρισμένων λειτουργών τους, β) προγραμμάτων και δράσεων που συμβάλλουν στην καλλιέργεια ανεκτικότητας καθώς και σχέσεων αμοιβαιότητας και καταλλαγής με στόχο την ειρηνική συνύπαρξη και συμβίωση του συνόλου των κατοίκων της επικράτειας ανεξαρτήτως θρησκεύματος, γ) των Μουσουλμανικών Ιεροσπουδαστηρίων, δ) τον χειρισμό κάθε άλλου συναφούς θέματος. 2. Η Διεύθυνση Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκευτικών Σχέσεων συγκροτείται από τις ακόλουθες οργανικές μονάδες: α) Τμήμα Α΄ Εκκλησιαστικής και Θρησκευτικής Εκπαίδευσης. β) Τμήμα Β΄ Θρησκευτικών Ελευθεριών και Διαθρησκευτικών Σχέσεων. γ) Τμήμα Γ΄ Μουσουλμανικών Ιεροσπουδαστηρίων. 3. Το Τμήμα Α΄ Εκκλησιαστικής και Θρησκευτικής Εκπαίδευσης είναι αρμόδιο για: α) ... β) την υπηρεσιακή κατάσταση (διορισμοί, μετατάξεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις, προαγωγές, απολύσεις, συνταξιοδοτήσεις) του προσωπικού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, γ) ...».

8. Επειδή, ο σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εξειδικεύεται στα άρθρα 1, 4, 5 και 6 του ν. 1566/1985 (Α΄ 167). Όπως ορίζεται στο άρθρο 1 παρ.1 του νόμου αυτού “Σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι να συμβάλει στην ολόπλευρη, αρμονική και ισόρροπη ανάπτυξη των διανοητικών και ψυχοσωματικών δυνάμεων των μαθητών ... Ειδικότερα, υποβοηθεί τους μαθητές: α) Να γίνονται ελεύθεροι, υπεύθυνοι, δημοκρατικοί πολίτες ... και να διακατέχονται από πίστη προς την πατρίδα και τα γνήσια στοιχεία της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Η ελευθερία της θρησκευτικής τους συνείδησης είναι απαραβίαστη. β) ... ”. Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ.1 περ. α του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι το Γυμνάσιο υποβοηθεί τους μαθητές να διευρύνουν το σύστημα αξιών τους (ηθικές, θρησκευτικές, εθνικές, ανθρωπιστικές και άλλες αξίες), ώστε να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά τους σύμφωνα με τις επιταγές του, ενώ, σύμφωνα με την παρ.2 του άρθρου 6 του νόμου “Το Λύκειο επιδιώκει την ολοκλήρωση των σκοπών της εκπαίδευσης. Ιδιαίτερα βοηθεί τους μαθητές: α. ... β. Να συνειδητοποιούν τη βαθύτερη σημασία του ορθόδοξου χριστιανικού ήθους και της σταθερής προσήλωσης στις πανανθρώπινες αξίες ... γ. ...”. Περαιτέρω, η υποχρεωτική διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης {βλ. 101470/Δ2/16.6.2017 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο» (Β΄ 2104/19.6.2017) και 99058/Δ2/13.6.2017 απόφαση του ίδιου Υπουργού «Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος Θρησκευτικών Γενικού και Επαγγελματικού Λυκείου» (Β΄ 2105/19.6.2017), οι οποίες ισχύουν και για το τρέχον σχολικό έτος με βάση το 164306/Δ2/3.10.2017 έγγραφο του παραπάνω Υπουργού}.

9. Επειδή, κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 54 του ν. 4178/2013, ερμηνευόμενης ενόψει της συνταγματικής αρχής της ορθολογικής οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης, αλλά και ενόψει των ρυθμίσεων για την αξιολόγηση των οργανωτικών μονάδων του Δημοσίου του άρθρου 35 παρ. 4 του ν. 4024/2011, όπως ισχύει, με τους νέους οργανισμούς των υπουργείων είναι δυνατή, μεταξύ άλλων η αντικατάσταση, κατάργηση και τροποποίηση κάθε ισχύουσας διάταξης νόμου ή κανονιστικής πράξης, σχετικής με την οργάνωση και λειτουργία των φορέων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 54, εφόσον οι εν λόγω ρυθμίσεις συνδέονται με το αποτέλεσμα της διαδικασίας αξιολόγησης που προβλέφθηκε στο άρθρο 35 παρ. 4 του ν. 4024/2011, και θεσπίζονται εντός του χρονικού πλαισίου που καθορίζεται από την εν λόγω διάταξη για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και την βάσει αυτής αναδιάρθρωση δημοσίων υπηρεσιών (Π.Ε. 28/2018, 168/2017, 145/2014). Εξάλλου, όπως έγινε δεκτό με το Π.Ε. 28/2018, με το οποίο έτυχε επεξεργασίας από το Δικαστήριο το προσβαλλόμενο π.δ/μα, το νομοθέτημα αυτό, που θεσπίσθηκε κατόπιν της από 11.11.2017 απόφασης του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, με την οποία εγκρίθηκε η έκθεση αξιολόγησης δομών του υπουργείου, αποβλέπει κυρίως στην εναρμόνιση του Οργανισμού του υπουργείου προς τις κεντρικές ως προς την οργάνωσή του κατευθύνσεις, που συνίστανται στα ακόλουθα: α) Περιορισμός της διάσπασης του αντικειμένου ενός Υπουργείου σε πολλές Γενικές και Ειδικές Γραμματείες, β) Πρόβλεψη θέσεων Διοικητικού Γραμματέα, Αναπληρωτή Διοικητικού Γραμματέα, Τομεακού Γραμματέα και Ειδικού Τομεακού Γραμματέα, γ) Ενιαίες δομές εσωτερικής διοίκησης (υποστηρικτικές υπηρεσίες) και δ) Ενσωμάτωση αρμοδιοτήτων Υπηρεσιών Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ) στις Γενικές Διευθύνσεις Οικονομικών Υπηρεσιών των Υπουργείων.

10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως συμπληρώνεται από δικόγραφο προσθέτων λόγων, προβάλλεται ότι η παράλειψη αναφοράς, στο άρθρο 1 του προσβαλλόμενου π.δ/τος, της «ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης», ως μέρος της αποστολής του καθ' ού υπουργείου, αντίκειται στο άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος, ενόψει και του ότι ο παραπάνω συνταγματικός σκοπός της παιδείας δεν συμπεριλαμβάνεται στην αποστολή κανενός άλλου υπουργείου. Περαιτέρω προβάλλεται ότι η παράλειψη αναφοράς της ανάπτυξης της θρησκευτικής συνείδησης ως αποστολής του υπουργείου παραβιάζει την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 54 παρ. 2 του ν. 4178/2013, διότι ο οργανισμός του υπουργείου οφείλει να αναφέρει την αποστολή του όπως προσδιορίζεται κατά γράμμα από τις συνταγματικές διατάξεις, εν προκειμένω αυτές του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, τούτο δε πράγματι έλαβε χώρα αναφορικά με τις νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες ιδρύθηκε και οργανώθηκε κατά καιρούς το Υπουργείο Παιδείας [βλ. το από 29.12.1925 ν.δ. (Α΄ 5/8.1.1926), το από 24.4.1926 ν.δ. (Α΄ 140/29.4.1926), τον α.ν. 782/1937 (Α΄ 267/15.7.1937), τον α.ν. 1671/1951 (Α΄ 33/28.1.1951)].

11. Επειδή, όπως αναπτύχθηκε σε προηγούμενη σκέψη, ο χαρακτήρας της παιδείας ως βασικής αποστολής του Κράτους με σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες, προβλέπεται στο άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, ο σκοπός της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εξειδικεύεται στα άρθρα 1, 4, 5 και 6 του ν. 1566/1985. Επομένως, οι βασικοί σκοποί της παιδείας καθορίζονται από τις παραπάνω συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις, κατά το μέρος δε που οι διατάξεις αυτές επαναλαμβάνονται στο οργανωτικό διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας στερούνται αυτοτελών κανονιστικών συνεπειών (πρβλ. ΣτΕ 1096/2018 7μ., 854/2013 7μ., 1384/2006), εφόσον, άλλωστε, οι ανωτέρω βασικοί σκοποί δεν μπορούν να μεταβληθούν με κανονιστική πράξη. Για την ταυτότητα του λόγου, και η παράλειψη επανάληψης ή πλήρους μεταφοράς των διατάξεων αυτών στο εν λόγω διάταγμα δεν επάγεται ομοίως αυτοτελείς κανονιστικές συνέπειες. Επομένως, το γεγονός ότι καθορίζεται ως αποστολή του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων η ανάπτυξη και συνεχής αναβάθμιση της παιδείας με σκοπό την ηθική, πνευματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης, την προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης και της λατρείας, τη διαμόρφωση ελεύθερων, ενεργών και κριτικά σκεπτόμενων πολιτών κ.λπ. δεν έχει την έννοια ότι αναιρούνται οι συνταγματικά κατοχυρωμένοι σκοποί της παιδείας για μόνο τον λόγο ότι οι τελευταίοι δεν επαναλαμβάνονται στο άρθρο 1 του προσβαλλόμενου διατάγματος με την συγκεκριμένη διατύπωση της συνταγματικής διάταξης της παρ.2 του άρθρου 16. Ειδικότερα, το γεγονός ότι στο άρθρο αυτό του Οργανισμού του υπουργείου δεν αναφέρεται ρητώς η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης, αλλά η προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, όπως άλλωστε δεν αναφέρεται κατά γράμμα ούτε η επαγγελματική αγωγή των Ελλήνων ή η διάπλασή τους σε υπεύθυνους πολίτες, δεν σημαίνει ότι οι σκοποί αυτοί παύουν να αποτελούν σκοπούς της παιδείας κατά παράβαση του Συντάγματος. Περαιτέρω, ενόψει της στενής συνάφειας της αποστολής του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων ως φορέα και της διάρθρωσης των υπηρεσιών του σε οργανικές μονάδες, όπως η συνάφεια αυτή προκύπτει από την παρ.2 της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 54 του ν. 4178/2013, ούτε από τον Οργανισμό προκύπτει ούτε με την αίτηση προβάλλεται ότι η αναφορά στην “προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης”, αντί για “την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης”, κατά την περιγραφή της αποστολής του υπουργείου στο άρθρο 1 του προσβαλλόμενου π.δ/τος, επηρεάζει την οργανωτική δομή του εν λόγω υπουργείου ή των εξαρτώμενων από αυτό δομών ή τις σχετικές αρμοδιότητές τους κατά τρόπο που να θίγει την θρησκευτική εκπαίδευση των νέων, για την οποία μεριμνά η αιτούσα Εκκλησία της Ελλάδος. Με τα δεδομένα αυτά, η διατύπωση της αποστολής του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων στο άρθρο 1 του προσβαλλόμενου Οργανισμού του υπουργείου αυτού δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 16 παρ.2 του Συντάγματος, ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 και οι αντίθετοι ισχυρισμοί της αιτούσας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τη συγκλίνουσα εξάλλου, γνώμη της Προέδρου του Δικαστηρίου, των Αντιπροέδρων Σ. Χρυσικοπούλου και Μ. Πικραμένου και των Συμβούλων Θ. Αραβάνη, Μ. Σωτηροπούλου, Ι. Σύμπλη και Α. Γαλενιανού - Χαλκιαδάκη, από τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει ως σκοπό την διάπλαση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, καθώς και, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ελλήνων, όπως η τελευταία νοηματοδοτείται και από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13, με την οποία καθιερώνεται το απαραβίαστο της ελευθερίας της. Ενόψει τούτων, το άρθρο 1 του προσβαλλόμενου Οργανισμού, στο οποίο αναφέρεται ότι το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων έχει ως αποστολή, μεταξύ των άλλων σκοπών του, την προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης, όχι μόνον δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και τον εξουσιοδοτικό νόμο, αλλ’ αντιθέτως, αποδίδει με τον πληρέστερο τρόπο το περιεχόμενο των παραπάνω διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 16 παρ.2 του Συντάγματος και 54 του ν. 4178/2013. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Η. Μάζος, Ε. Παπαδημητρίου, Α. Σδράκα, Φρ. Γιαννακού, καθώς και οι Πάρεδροι Ε. Σταυρουλάκη και Δ. Τομαράς, κατά τη γνώμη των οποίων ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως προβάλλεται βασίμως και, ως εκ τούτου, πρέπει να ακυρωθεί το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα καθ’ ό μέρος δεν περιλαμβάνεται η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» των Ελλήνων στην διάταξη περί της αποστολής του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (άρθρο 1, το οποίο, αντιθέτως, αναφέρεται στην «ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης» και στην «προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης»). Και τούτο διότι ο νόμος (άρθρο 54 παρ. 2 περ. α΄ ν. 4178/2013, όπως τροποποιήθηκε) επιβάλλει στην κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση την αναγραφή στους Οργανισμούς των Υπουργείων (και των λοιπών φορέων που αφορά η ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη) της αποστολής τους, όπως αυτή προκύπτει (και, κατά μείζονα λόγο, όπως αυτή προβλέπεται ρητώς) από τις σχετικές νομοθετικές και συνταγματικές διατάξεις, χωρίς να επιτρέπει αποκλίσεις. Όφειλε, συνεπώς, ο κανονιστικός νομοθέτης να περιλάβει την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» στο σχετικό με την αποστολή του ως άνω Υπουργείου, άρθρο 1 του προσβαλλομένου διατάγματος, όπως ρητώς προβλέπει το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος. Η παράλειψη δε αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται με την μνεία στην επίμαχη κανονιστική ρύθμιση της «προστασίας της ελευθερίας της συνείδησης», η οποία ευρίσκει έρεισμα σε άλλη συνταγματική διάταξη (άρθρο 13 παρ. 1) και δεν ταυτίζεται με την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης». Πράγματι, η τελευταία επιβάλλει στον νομοθέτη την λήψη θετικών μέτρων (σχετικών, μεταξύ άλλων, με την διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών) ενώ η «προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης» μπορεί, κατ’ αρχήν, να επιτυγχάνεται και με την αποχή του Κράτους από επεμβάσεις στην θρησκευτική συνείδηση των πολιτών.

12. Επειδή, με το από 29.12.1925 ν.δ. (Α΄ 423/29.12.1925) ιδρύθηκε Διεύθυνση Θρησκευμάτων στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, ενώ, σε εκτέλεση του διατάγματος αυτού εκδόθηκε το από 8.1.1926 π.δ. (Α΄ 5/8.1.1926), με το άρθρο 1 του οποίου ορίσθηκε ότι ο προϊστάμενος της Διευθύνσεως Θρησκευμάτων «...ασκεί την ανωτάτην μετά τον Υπουργόν εποπτεία επί των Εκκλησιαστικών ή ειδική εντολή του Υπουργού και αρμοδιότητα αυτού επί ειδικών θεμάτων». Το παραπάνω υπουργείο μετονομάστηκε σε Υπουργείο Θρησκευμάτων και Παιδείας με το άρθρο 1 του από 24.4.1926 ν.δ. (Α΄ 140), έπειτα σε Υπουργείο Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας με το άρθρο 1 του α.ν. 782/1937 (Α΄ 267), και, στη συνέχεια, σε Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων [βλ. άρθρο 13 του α.ν. 1671/1951 (Α΄ 33), καθώς και ν.δ. 1/1968 (Α΄ 270)]. Εξάλλου, οι σχετικές με την εποπτεία επί της Εκκλησίας αρμοδιότητες έχουν κατανεμηθεί με τους εκάστοτε οργανισμούς του Υπουργείου στις σχετικές Διευθύνσεις του. Ειδικότερα, η ανωτέρω Διεύθυνση Θρησκευμάτων διατηρήθηκε τόσο στον οργανισμό του Υπουργείου του 1937 (βλ. άρθρο 1 περ. Δ' του α.ν. 782/1937), όσο και σε αυτόν του 1976, ως "Γενική Διεύθυνση Θρησκευμάτων" (βλ. άρθρο 1 του π.δ. 147/1976, Α΄ 56), μετατράπηκε δε σε Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων στον επόμενο Οργανισμό του Υπουργείου (π.δ. 114/2014, Α΄ 181), ο οποίος προηγήθηκε του προσβαλλόμενου π.δ/τος.

13. Επειδή, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος, που θεσπίσθηκε με τον ν. 590/1977 (Α΄ 146), ο Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων ασκεί εποπτεία στη διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος στις παρακάτω περιπτώσεις: α) αποφαίνεται επί ενστάσεων και προκαλεί την έκδοση προεδρικού διατάγματος για την αναγνώριση της κατάστασης του εκλεγέντος Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος (άρθρο 15 παρ. 5-6), παρίσταται δε προηγουμένως κατά τη συνεδρίαση της εκλογής αυτής (άρθρα 13 παρ. 1 και 14 παρ. 2), β) ασκεί έλεγχο νομιμότητας και προτείνει την έκδοση προεδρικού διατάγματος για την αναγνώριση της κατάστασης του εκλεγέντος Μητροπολίτη (άρθρο 26 παρ. 1-2), γ) προκαλεί την έκδοση του προεδρικού διατάγματος για την αποδοχή παραίτησης Μητροπολίτη (άρθρο 34 παρ. 2), δ) συμμετέχει στην κίνηση της διαδικασίας διαπίστωσης της ανικανότητας Μητροπολίτη να εκτελέσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας και προκαλεί την έκδοση σχετικού προεδρικού διατάγματος περί απαλλαγής του Μητροπολίτη από των καθηκόντων του (άρθρο 34 παρ. 4 και 6), ε) προτείνει την έκδοση προεδρικού διατάγματος για την ίδρυση, συγχώνευση ή κατάργηση ενορίας (άρθρο 36 παρ. 2 και 5, σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 3 του κανονισμού 8/1979 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Α΄ 1/1980, βλ. και άρθρο 1 παρ. 2 του κανονισμού 230/2012, Α΄ 73), στ) προτείνει την έκδοση προεδρικού διατάγματος για την ίδρυση, συγχώνευση ή διάλυση μονής (άρθρο 39 παρ. 3, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 51 παρ. 2 του ν. 4301/2014, Α΄ 223, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. Α΄ του κανονισμού 39/1972 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, Α΄ 103), ζ) συμμετέχει στην έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης για τη χορήγηση άδειας για την ίδρυση μετοχίων μονών που ανήκουν σε άλλο κλίμα (και όχι στο κλίμα της Εκκλησίας της Ελλάδος) (άρθρο 39 παρ. 7), η) προτείνει την έκδοση προεδρικού διατάγματος για τον καθορισμό των αρμοδιοτήτων, της διοίκησης και της εν γένει λειτουργίας της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθρο 40 παρ. 2), ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4, 40 παρ.1 και 67 του ν. 590/1977, σε συνδυασμό με το άρθρο 155 παρ. 3 του κανονισμού 5/1978 "περί Κώδικος Εκκλησιαστικών Υπαλλήλων" της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α΄ 48), συνάγεται ότι εξακολουθεί να ισχύει το άρθρο 4 του α.ν. 976/1946 (Α΄ 58), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ.2 του α.ν. 957/1949 (Α΄ 102), με το οποίο προβλέπεται η συμμετοχή εκπροσώπου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων στο Κεντρικό Διοικητικό Συμβούλιο της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, θ) συμμετέχει στην έκδοση κοινής υπουργικής απόφασης σχετικά με τον ορισμό των Επιθεωρητών Δημοσίων Διαχειρίσεων για τη διενέργεια οικονομικού ελέγχου επί της περιουσίας των νομικών προσώπων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 (άρθρο 46 παρ. 4). Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 152 και 155 του ν. 5383/1932 «Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων» (Α΄ 110), ο οποίος καταργήθηκε με τον α.ν. 214/1967 (Α΄ 220) αλλά επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν.δ. 87/1974 (Α΄ 278), τα διατάγματα περί εκτέλεσης καταδικαστικής απόφασης κατά αρχιερέα (άρθρο 152) και περί χάριτος (περί αφέσεως, ελαττώσεως ή μεταβολής της ποινής - άρθρο 155) εκδίδονται κατόπιν πρότασης του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων.

14. Επειδή, με το π.δ. 353/1997 «Διατήρηση από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων της εποπτείας Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου» (Α΄ 239), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 2503/1997 (Α΄ 107), ορίσθηκε ότι: «Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων διατηρεί την εποπτεία των παρακάτω Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που υπάγονται στην αρμοδιότητά του: ... - ... - Εκκλησία της Ελλάδος (Ν. 590/1977, άρθρο 1 παρ. 4 ΦΕΚ 146/Α΄/31.5.1977), ... - Ιερές Μητροπόλεις του Κράτους (Ν. 590/1977, άρθρο 1, παρ. 4 ...) - Ενορίες με τους Ενοριακούς του[ς] Ιερούς Ναούς (Ν. 590/1977, άρθρο 1, παρ. 4 ...) - Ιερές Μονές (Ν. 590/1977, άρθρο 1, παρ. 4...) - Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. 590/1977, άρθρο 1, παρ. 4...)...». Εξάλλου, με το άρθρο 68 παρ. 3 του ν. 4235/2014 (Α΄ 32) ορίσθηκε ότι τα νομικά πρόσωπα, μεταξύ άλλων, του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 δεν υπάγονται στις διατάξεις που διέπουν τη Γενική Κυβέρνηση και τον δημόσιο τομέα ως προς την οργάνωση και τη διοίκησή τους, την εν γένει περιουσιακή και λογιστική διαχείρισή τους, τους λειτουργούς και το προσωπικό τους, παρά μόνον εφόσον οι διατάξεις αυτές το ορίζουν ρητά, παράλληλα όμως ορίσθηκε ότι δεν θίγονται οι ισχύουσες διατάξεις, γενικές ή ειδικές, που ορίζουν ρητώς την κρατική εποπτεία επί των ανωτέρω νομικών προσώπων, τη διοίκηση και διαχείρισή τους, τον δημοσιονομικό και διαχειριστικό έλεγχό τους, καθώς και τη διαδικασία πρόσληψης και την υπηρεσιακή κατάσταση του κάθε είδους προσωπικού τους.

15. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. ι του ν. 3812/2009 (Α΄ 234), στην έννοια του δημόσιου τομέα κατά το άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 υπάγεται το προσωπικό των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος και των λοιπών εκκλησιών, δογμάτων και θρησκειών, που επιβαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό, όχι όμως και οι θρησκευτικοί λειτουργοί των παραπάνω νομικών προσώπων. Εξάλλου, η ρύθμιση του μισθολογικού ζητήματος των εφημερίων αποτέλεσε και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης στην Ελλάδα (βλ. α.ν. 536/1945, ν.δ. 4538/1966, α.ν. 469/1968). Με τη μισθοδοσία των εφημερίων βαρύνεται, κατά βάση, ο κρατικός προϋπολογισμός και χωριστή πίστωση εγγράφεται, για το λόγο αυτό, στον προϋπολογισμό εξόδων του Υπουργείου Εθν. Παιδείας και Θρησκευμάτων (άρθρο 112 παρ. 3 του α.ν. 536/1945) που αναλαμβάνει να καλύψει τα ελλείμματα του σχετικού λογαριασμού (10 παρ. 1) από τις εισφορές για τη μισθοδοσία που ο νόμος πάλι έχει επιβάλει (άρθρο 2 παρ. 2Α του α.ν. 536/1945 όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα). Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 1041/1980 (Α΄ 75) ορίσθηκε ότι: «Η δαπάνη της μισθοδοσίας των Αρχιερέων της Εκκλησίας της Ελλάδος, η προκύπτουσα κατά τα οριζόμενα υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του Ν. 590/1977 (ΦΕΚ 146/Α΄) "περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", βαρύνει από της 1ης Ιανουαρίου 1980 εξ ολοκλήρου τον Κρατικόν Προϋπολογισμόν, εγγραφομένης σχετικής πιστώσεως εις τον προϋπολογισμόν εξόδων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων».

16. Επειδή, στην 65829/Θ1/24.4.2019 συμπληρωματική έκθεση απόψεων του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων προς το Δικαστήριο, διευκρινίζονται τα εξής: «α) Το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και ο Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων εισηγείται στην Επιτροπή της ΠΥΣ 33/2006 (ΦΕΚ 280, Α’) τον ετήσιο αριθμό του εφημεριακού κλήρου και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων που θα προσληφθούν στην Εκκλησία της Ελλάδος, στην Εκκλησία της Κρήτης και στις Ιερές Μητροπόλεις. Μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, ο Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων εκδίδει τη σχετική απόφαση κατανομής ανά Ιερά Μητρόπολη. β) Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του ν. 4270/14 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει και της παρ. 3 του άρθρου 12 του Π.Δ. 80/2016 (145 Α΄), απαραίτητη προϋπόθεση για τον διορισμό είναι η παροχή βεβαίωσης της Διεύθυνσης Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για την ύπαρξη σχετικής πίστωσης. Αφού ολοκληρωθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες περί χειροτονίας κληρικών (άρθρο 38 παρ. 2 ν 590/77 και άρθρα 4-7 του υπ' αριθ. 230/2012 Κανονισμού Εκκλησίας της Ελλάδος...), η Δ/νση Θρησκευτικής Διοίκησης σε συνεργασία με την ΓΔΟΥ του ΥΠΠΕΘ προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την έκδοση από τη Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους της απόφασης μεταφοράς της πίστωσης ή του έγγραφου περί επάρκειας αυτής καθώς και της έκδοσης βεβαίωσης της ύπαρξης πίστωσης για την ολοκλήρωση του διορισμού του εφημεριακού κλήρου και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων ... γ) η Διεύθυνση Θρησκευτικής Διοίκησης σε συνεργασία με την ΓΔΟΥ του ΥΠΠΕΘ προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την έκδοση από τη Διεύθυνση Προϋπολογισμού Γενικής Κυβέρνησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους της απόφασης μεταφοράς της πίστωσης για την αναβάθμιση του εφημεριακού κλήρου (άρθρο 64 παρ. 3 του Ν. 590/1977) καθώς και της έκδοσης βεβαίωσης της ύπαρξης σχετικής πίστωσης προκειμένου να δημοσιευθεί η πράξη αναβάθμισης στην Ε.τ.Κ.. δ) Η Δ/νση Θρησκευτικής Διοίκησης σε συνεργασία με τις συναρμόδιες υπηρεσίες του ΥΠΠΕΘ μεριμνά για την απόσπαση εκπαιδευτικών στις Ι. Μητροπόλεις και τα λοιπά εκκλησιαστικά Ν.Π.Δ.Δ.. ε) Ο Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων εκδίδει τις ατομικές διοικητικές πράξεις απόσπασης ή μετάταξης υπαλλήλων του Δημόσιου Τομέα σε θέσεις εκκλησιαστικών υπαλλήλων και το αντίστροφο. στ) Η Δ/νση Θρησκευτικής Διοίκησης απαντά ερωτήματα των Ιερών Μητροπόλεων που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του εφημεριακού κλήρου και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, το ΥΠΠΕΘ ασκεί σημαντικές αρμοδιότητες που επηρεάζουν την υπηρεσιακή κατάσταση των κληρικών και των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, από την πρόσληψή τους (και την καταβολή της μισθοδοσίας τους από το δημόσιο ταμείο) μέχρι την εσωτερική κινητικότητα τους, αλλά και την ενίσχυση της λειτουργίας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων με υπαλλήλους και εκπαιδευτικούς προερχόμενους από τον δημόσιο τομέα (δηλαδή με πάσης φύσεως υπηρεσιακές μετακινήσεις δημοσίων υπαλλήλων -κατά κανόνα λαϊκών- σε νομικά πρόσωπα που δεν ανήκουν στον κύκλο της δημόσιας εξουσίας)».

17. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι οι ρυθμίσεις των άρθρων 58 παρ. 3 και 59 παρ. 3 του προσβαλλόμενου π.δ/τος δεν ερείδονται σε ειδική και ορισμένη εξουσιοδότηση, όπως επιτάσσει το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι οι ρυθμίσεις αυτές καθορίζουν αρμοδιότητες του Τμήματος Α΄ Εκκλησιαστικής Διοίκησης της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Διοίκησης και του Τμήματος Α΄ Εκκλησιαστικής και Θρησκευτικής Εκπαίδευσης της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Εκπαίδευσης και Διαθρησκευτικών Σχέσεων της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων επί της Εκκλησίας της Ελλάδος και των νομικών της προσώπων, οι οποίες δεν προβλέπονται από τις νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις που μνημονεύονται στο προοίμιο του διατάγματος ή από τις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος ή άλλες διατάξεις νόμων, και οι οποίες αναιρούν ουσιωδώς το δικαίωμα αυτοδιοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ειδικότερα: (Α) Ως προς τις αρμοδιότητες του Τμήματος Α΄ Εκκλησιαστικής Διοίκησης (άρθρο 58 παρ. 3) της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Διοίκησης, προβάλλονται τα εξής: (α) Ως προς το άρθρο 58 παρ. 3 περ. Α΄, που αφορά την ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση των Ιερών Μητροπόλεων, προβάλλεται ότι δεν προβλέπεται στη νομοθεσία καμία διαδικασία σύστασης, κατάργησης ή συγχώνευσης Ιερών Μητροπόλεων (ν.π.δ.δ.) της Εκκλησίας της Ελλάδος και μάλιστα μέσω της έκδοσης διοικητικής πράξης, ώστε να είναι δυνατόν να προβλεφθεί σχετική αρμοδιότητα του εν λόγω Τμήματος Εκκλησιαστικής Διοίκησης, αντιθέτως δε το άρθρο 10 του ν. 590/1977, όπως αυτό συμπληρώνεται από άλλες διατάξεις νόμων που ίδρυσαν νέες Μητροπόλεις (βλ. άρθρα 6 του ν. 3027/2002, 12 του ν. 1951/1991 και 55 παρ. 4 του ν. 4386/2016), απαριθμεί τις σημερινές Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος και, ως εκ τούτου, η ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση των Ιερών Μητροπόλεων αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης με νομοθετικών διατάξεων και όχι με προεδρικό διάταγμα. (β) Ως προς το άρθρο 58 παρ. 3 περ. δ', που αφορά την εποπτεία και την εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας για το κάθε είδους προσωπικό των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων, προβάλλεται ότι η θέσπιση τέτοιας αρμοδιότητας, και μάλιστα γενικής, του Τμήματος Εκκλησιαστικής Διοίκησης δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στον νόμο, ενώ, αντιθέτως, με το άρθρο 42 παρ. 2 του ν. 590/1977 έχει εξουσιοδοτηθεί η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος για την κανονιστική ρύθμιση των παραπάνω ζητημάτων, πράγματι δε έχουν εκδοθεί οι Κανονισμοί 5/1978 (Α΄ 48/3.4.1978) και 23/1982 (Α΄ 114/17.9.1982), οι οποίοι προβλέπουν και την άσκηση αρμοδιότητας των υπηρεσιακών και πειθαρχικών συμβουλίων της Εκκλησίας της Ελλάδος για όλους τους υπαλλήλους των εκκλησιαστικών ν.π.δ.δ.]. Επίσης, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 68 παρ. 1 υποπαρ. 3 του ν. 4235/2014, σύμφωνα με την οποία η νομοθεσία για το προσωπικό και τους λειτουργούς του Δημοσίου δεν εφαρμόζεται στα εκκλησιαστικά ν.π.δ.δ., εκτός εάν τούτο ορίζεται ρητώς, ενώ διατηρείται η εποπτεία του κράτους, όπου αυτή προβλέπεται, σε γενική ή ειδική διάταξη, προβάλλεται ότι από καμία διάταξη δεν επιφυλάσσεται αρμοδιότητα του Κράτους επί της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεδομένου ότι είναι διαφορετικό ζήτημα η αρμοδιότητα του Υπουργείου για τη χάραξη της θρησκευτικής πολιτικής του Κράτους, από το ζήτημα εάν προβλέπεται η άσκηση διοικητικής εποπτείας του επί της Εκκλησίας της Ελλάδος ως ν.π.δ.δ. και των νομικών προσώπων της «εν ευρεία εννοία» Εκκλησίας της Ελλάδος (Ιερές Μητροπόλεις, Ιερές Μονές, Ενορίες, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος). Αντιθέτως, όπως προβάλλεται, υφίσταται αντίθετη ρήτρα στο άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 590/1977, το οποίο προβλέπει πλήρη αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας, ως απόρροια της θρησκευτικής της ελευθερίας, ενώ το κράτος ασκεί εποπτεία μόνο επί των θρησκευτικών λειτουργών ως φυσικών προσώπων ή στις ειδικώς απαριθμούμενες στον ν. 590/1977 περιπτώσεις εποπτείας [και συγκεκριμένα: α. άρθρο 14 παρ. 2: δυνητική και όχι υποχρεωτική παρουσία του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων κατά την εκλογή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, β. άρθρο 15 παρ. 5-6: διάταγμα αναγνώρισης και κατάστασης Αρχιεπισκόπου, γ. 26 παρ. 1-2: διάταγμα αναγνώρισης και κατάστασης Μητροπολίτη, δ. 34 παρ. 2: διάταγμα περί παραιτήσεως Μητροπολίτη, ε. 34 παρ. 4 και 6: ανάμειξη του Υπουργείου στη διαδικασία διαπίστωσης της ανικανότητας Μητροπολίτη και διάταγμα απαλλαγής Μητροπολίτη από τα καθήκοντά του, στ. 36 παρ. 2 και 5: διάταγμα ίδρυσης, συγχώνευσης, κατάργησης Ενορίας, ζ. 39 παρ. 3 και 7: διάταγμα ίδρυσης Ιεράς Μονής και κ.υ.α. ίδρυσης μετοχίου Ιεράς Μονής ετέρου κλίματος, η. 40 παρ. 2: διάταγμα οργανισμού της Αποστολικής Διακονίας, θ. 57 παρ. 5: διάταγμα ίδρυσης ειδικού σωφρονιστηρίου για κληρικούς, ι: 46 παρ. 4: δυνατότητα κατασταλτικού (όχι προληπτικού) ελέγχου του Δημοσίου επί της διαχειρίσεως της εκκλησιαστικής περιουσίας με κ.υ.α.]. Συνεπώς, κατά τους προβαλλόμενους με την αίτηση ισχυρισμούς, από τις δυνατές εκδοχές της διοικητικής εποπτείας επί οργάνων και πράξεων της Εκκλησίας της Ελλάδος και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων (λ.χ. προληπτικός ή κατασταλτικός έλεγχος νομιμότητας ή σκοπιμότητας σε αποφάσεις του εποπτευόμενου, έγκριση και ακύρωση πράξεων, παροχή οδηγιών, άσκηση πειθαρχικής εξουσίας ή εξουσία διορισμού οργάνου του εποπτευόμενου φορέα), ο νομοθέτης προέβλεψε σε ορισμένες μόνον περιπτώσεις την - κατά δεσμία αρμοδιότητα - εκτέλεση αποφάσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, συνήθως μέσω εκδόσεων προεδρικών διαταγμάτων, καθώς και τη δυνατότητα διενέργειας κατασταλτικού ελέγχου του κράτους στις εκκλησιαστικές διαχειρίσεις. (γ) Ως προς το άρθρο 58 παρ. 3 περ. β', που αφορά τον έλεγχο και την εποπτεία των πράξεων οικονομικής διαχείρισης των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κρήτης και των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 590/1977 προβλέπει μόνο την αρμοδιότητα έκδοσης κ.υ.α. από τους Υπουργούς Οικονομικών και Παιδείας για τη διεξαγωγή κατασταλτικού διαχειριστικού ελέγχου από επιθεωρητές, δηλαδή υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, και, ως εκ τούτου, δεν προβλέπει ότι ο έλεγχος διεξάγεται από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων. Συνεπώς, κατά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, η ανωτέρω ρύθμιση, η οποία αναφέρεται γενικώς σε αρμοδιότητα ελέγχου και εποπτείας επί της διαχείρισης των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων κάθε είδους (άρα και ν.π.ι.δ.) και όχι σε αρμοδιότητα εισήγησης-προετοιμασίας για την έκδοση κ.υ.α. για άσκηση ελέγχου στα εκκλησιαστικά ν.π.δ.δ. από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών βρίσκεται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης. (δ) Ως προς το άρθρο 58 παρ. 3 περ. ε', που αφορά την ίδρυση, συγχώνευση, κατάργηση, επανασύσταση, μετονομασία και μετατροπή Ενοριών, Ι. Ναών, Ι. Μονών και Ησυχαστηρίων και την εποπτεία της λειτουργίας τους, προβάλλεται ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 36 παρ. 2, 39 παρ. 3 και 10 του ν. 590/1977, η ίδρυση Ενοριών και Μονών γίνεται με π.δ., ενώ των Ησυχαστηρίων, δηλαδή των Μονών με νομική μορφή ιδιωτικού δικαίου, δύναται να γίνεται με πρόσληψη νομικής προσωπικότητας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (σωματείο, αστική εταιρεία, ίδρυμα) και, επομένως, μόνο στην περίπτωση σύστασης Ησυχαστηρίου με μορφή ιδρύματος απαιτείται η έκδοση π.δ/τος. Κατά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, η εποπτεία της λειτουργίας των παραπάνω εκκλησιαστικών νομικών προσώπων δεν ανήκει κατά νόμον στον Υπουργό Παιδείας, αλλά στον οικείο Μητροπολίτη, ο οποίος εποπτεύει τις Ενορίες, τις Μονές, τα Ησυχαστήρια της Μητρόπολής του (άρθρα 11 παρ. 3, 29 παρ. 1, 30 παρ. 1, 36, 37, 39 παρ. 3 και 10 του ν. 590/1977, 5 του Κανονισμού 39/1972, Α΄ 103, 1 παρ. 1 του Κανονισμού 230/2012, Α΄ 73), ο δε Υπουργός δεν έχει αποφασιστική αρμοδιότητα για τη σύσταση, συγχώνευση κ.λπ. των παραπάνω κατηγοριών νομικών προσώπων, αλλά μόνο για την εισήγηση προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την έκδοση π.δ/τος. (ε) Ως προς το άρθρο 58 παρ. 3 περ. η', που αφορά την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας για τον εφημεριακό κλήρο, τους μοναχούς και το λοιπό διοικητικό προσωπικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κρήτης και των Ιερών Μητροπόλεων της Δωδεκανήσου, προβάλλεται ότι δεν προβλέπεται από τις κείμενες νομοθετικές διατάξεις η άσκηση εποπτείας από τον Υπουργό Παιδείας επί της Εκκλησίας της Ελλάδος και των Ιερών Μητροπόλεων σε θέματα κατάστασης των εφημέριων-κληρικών ή των μοναχών, ούτε η μεσολάβηση του Υπουργού Παιδείας για οποιοδήποτε θέμα αφορά τον διορισμό, την κατάσταση και την παύση των θρησκευτικών λειτουργών της Εκκλησίας της Ελλάδος, των οποίων ο διορισμός, το υπηρεσιακό καθεστώς, η παύση, η πειθαρχική ευθύνη κ.λπ. ρυθμίζονται κατά τα άρθρα 37 και 38 του ν. 590/1977 ή από την Εκκλησία της Ελλάδος κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 37 παρ. 2, 38 παρ. 2 του ν. 590/1977 ή με κανονισμούς της Ιεράς Συνόδου (π.χ. Κανονισμός 230/2012, Α΄ 73) και από τον ν. 5383/1932, ο οποίος διατηρείται σε ισχύ (άρθρο 44 παρ. 1 του ν. 590/1977), και, συνεπώς, η πρόβλεψη εποπτείας και ελέγχου της εφαρμογής της νομοθεσίας για τον εφημεριακό κλήρο, τους μοναχούς και το διοικητικό προσωπικό των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων θα μπορούσε να έχει μόνο την έννοια της, κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος, εποπτείας τήρησης του Συντάγματος και της νομοθεσίας από τους θρησκευτικούς λειτουργούς και όχι της εποπτείας τήρησης της νομοθεσίας από την Εκκλησία της Ελλάδος και τις Ιερές Μητροπόλεις σε ό,τι αφορά το καθεστώς των λειτουργών. (Β) Ως προς τις αρμοδιότητες του Τμήματος Α΄ Εκκλησιαστικής και Θρησκευτικής Εκπαίδευσης (άρθρο 59 παρ. 3) της Διεύθυνσης Θρησκευτικής Εκπαίδευσης, προβάλλεται ότι η αρμοδιότητα που αναφέρεται στο άρθρο 59 παρ. 3 περ. β', που αφορά την υπηρεσιακή κατάσταση (διορισμοί, μετατάξεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις, προαγωγές, απολύσεις, συνταξιοδοτήσεις) του προσωπικού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στερείται ειδικής και ορισμένης νομοθετικής εξουσιοδότησης, διότι, σύμφωνα με το άρθρο 40 του ν. 590/1977, η εποπτεία επί της Αποστολικής Διακονίας ανήκει στην αιτούσα Εκκλησία της Ελλάδος και όχι στον Υπουργό Παιδείας..

18. Επειδή, κύρια αποστολή ενός οργανισμού υπουργείου είναι να καταγράφει και να κατανέμει όλες τις αρμοδιότητες που έχουν απονεμηθεί στο υπουργείο αυτό (Π.Ε. 173/2017, πρβλ. Π.Ε. 213/2014, 162/2014), ο δε καθορισμός νέων αρμοδιοτήτων με τα προεδρικά διατάγματα των οργανισμών είναι επιτρεπτός μόνο εφόσον παρέχεται σχετική νομοθετική εξουσιοδότηση Έτσι, έχει γίνει δεκτό ότι με την (προϊσχύσασα) εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2503/1997 (Α΄ 103) δεν παρέχεται εξουσιοδότηση για τη θέσπιση νέων αρμοδιοτήτων, αλλά επιτρέπεται η οργάνωση των υπουργείων χωρίς απόκλιση από τις διατάξεις που καθορίζουν τις αρμοδιότητες κάθε υπουργείου καθώς και τα όργανα τα οποία τις ασκούν (βλ. ΣτΕ 2107/2010), με αποτέλεσμα οι καθοριζόμενες με π.δ/τα αρμοδιότητες οργανωτικής μονάδας να τίθενται νομίμως υπό την προϋπόθεση ότι είναι ήδη θεσμοθετημένες και όχι νέες (ΠΕ 217/2008, 27/2004, 37/2003, 100/2002, 351/1999, 243, 497/1998 κ.ά.). Αντιστοίχως, με την επιφύλαξη των παρατεθέντων σε προηγούμενη σκέψη ως προς την αξιολόγηση των μονάδων του Δημοσίου, από τις διατάξεις του άρθρου 54 του ν. 4178/2013, που ερμηνεύονται υπό το φως της σχετικής αιτιολογικής έκθεσης, των νόμων 3845/2010 και 4046/2012, των ρυθμίσεων του άρθρου 35 παρ. 4 του ν. 4024/2011, καθώς και της συνταγματικής αρχής που επιτάσσει την ορθολογική οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης, συνάγεται ότι με τους νέους οργανισμούς των υπουργείων είναι δυνατή, μεταξύ άλλων, η κωδικοποίηση, ο εκσυγχρονισμός και η επικαιροποίηση των αρμοδιοτήτων των οργανικών μονάδων εντός του πλαισίου της αποστολής του οικείου φορέα, όπως αυτή προκύπτει από τις κείμενες διατάξεις (ΠΕ 28, 74, 87, 122, 183, 188, 210/2018, 144-152, 160, 167, 168, 173, 174/2017, 229/2016, 213/2014, 144-154, 160-162, 191, 292/2014). Κατά συνέπεια, με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 54 του ν. 4178/2013 δεν παρέχεται εξουσιοδότηση για τη θέσπιση νέων αρμοδιοτήτων, αλλά επιτρέπεται η οργάνωση των υπουργείων χωρίς απόκλιση από τις διατάξεις που καθορίζουν τις αρμοδιότητες κάθε υπουργείου καθώς και τα όργανα τα οποία τις ασκούν, με αποτέλεσμα οι καθοριζόμενες με προεδρικό διάταγμα αρμοδιότητες οργανωτικής μονάδας να τίθενται νομίμως υπό την προϋπόθεση και πάλι ότι είναι ήδη θεσμοθετημένες και όχι νέες. Oι θεσμοθετημένες αυτές αρμοδιότητες δεν είναι απαραίτητο να αφορούν στην έκδοση εκτελεστών πράξεων ή στην άσκηση διοικητικής εποπτείας, αλλά είναι δυνατόν να αφορούν τη διοικητική υποστήριξη και προετοιμασία είτε του νομοθετικού έργου που ασκούν οι υπουργοί σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους σε θέματα της αρμοδιότητάς τους είτε της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της έκδοσης πολιτικών (κυβερνητικών) αποφάσεων, στο πλαίσιο δε αυτό καθίσταται αναγκαία η παρακολούθηση των σχετικών θεμάτων και η παροχή κατευθύνσεων από συγκεκριμένες οργανικές μονάδες του αντίστοιχου υπουργείου.

19. Επειδή, από τα παραπάνω συνάγεται ότι με τις διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 3 περ. Α΄, β', δ', ε', η' και 59 παρ. 3 περ. β' του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος δεν απονέμονται νέες αρμοδιότητες, αλλά κατανέμονται μεταξύ των τμημάτων του υπουργείου αρμοδιότητες που έχουν ήδη προβλεφθεί με κείμενες διατάξεις, κατά τα παρατιθέμενα στις προηγούμενες σκέψεις, και οι οποίες αφορούν είτε στη δυνατότητα έκδοσης εκτελεστών ή μη διοικητικών πράξεων, είτε στη δυνατότητα άσκησης εποπτείας (π.δ. 353/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 3 του ν.4235/2014), υπό την έννοια της παρακολούθησης της δράσης των νομικών προσώπων της Εκκλησίας της Ελλάδος ως ν.π.δ.δ., είτε στην προετοιμασία νομοθετικών πρωτοβουλιών και στη διενέργεια όλων των αναγκαίων διοικητικών και υλικών ενεργειών πριν και μετά την ψήφιση του νόμων. Ειδικότερα: α) η ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση των Ιερών Μητροπόλεων γίνεται παγίως με διατάξεις τυπικού νόμου, με αποτέλεσμα η προβλεπόμενη στο άρθρο 58 παρ. 3 περ. α αρμοδιότητα να αφορά τη διοικητική υποστήριξη της σχετικής νομοθετικής πρωτοβουλίας, β) ο έλεγχος και η εποπτεία των πράξεων οικονομικής διαχείρισης των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων προβλέπεται στο άρθρο 46 παρ. 4 του ν. 590/1977, γ) η εποπτεία και η εφαρμογή της νομοθεσίας για το κάθε είδους προσωπικό των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων προκύπτει από το άρθρο 1 παρ.1 περ. Ι του ν. 3812/2009, εφόσον το προσωπικό αυτό, που βαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό, υπάγεται στην έννοια του δημόσιου τομέα κατά τα οριζόμενα στο παραπάνω άρθρο δ) η εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων της νομοθεσίας για τον εφημεριακό κλήρο, τους μοναχούς και το λοιπό διοικητικό προσωπικό των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων αφορά ζητήματα όπως είναι τα θέματα διορισμού και μισθοδοσίας τους, τα οποία ρυθμίζονται από το άρθρο 8 του ν. 1041/1980, καθώς και από τους α.ν. 536/1945 και 469/1968 και ν.δ. 4538/1966 και 986/1971, όπως και από το ν. 449/1976), και ε) τα θέματα που αφορούν την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 40 παρ. 2 του ν. 590/1977 και του άρθρου 4 του α.ν. 976/1946. Πέραν τούτων, οι Υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων μπορούν να ασκούν συμβουλευτικό ή κατευθυντήριο ρόλο με τη συμμετοχή στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων επί των ως άνω θεμάτων είτε σε συνεργασία με την Εκκλησία της Ελλάδος είτε μονομερώς, στο πλαίσιο του καθορισμού της γενικής πολιτικής από την Κυβέρνηση, δεδομένου ότι ο καθορισμός της πολιτικής αυτής δεν συνδέεται απαραιτήτως με συγκεκριμένες αρμοδιότητες έκδοσης ατομικών διοικητικών ή κανονιστικών πράξεων, αλλά συνίσταται και στη λήψη πολιτικών αποφάσεων κατευθυντήριου χαρακτήρα σε θέματα που κατ' αρχήν εμπίπτουν στην αποστολή και στις αρμοδιότητες του Υπουργείου. Με τα δεδομένα αυτά, και ανεξαρτήτως του ότι αντίστοιχες ή και πανομοιότυπες διατάξεις με τις πληττόμενες υπήρχαν και στους προηγούμενους οργανισμούς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (π.δ. 114/2014 και π.δ. 147/1976), χωρίς να έχουν αμφισβητηθεί από την Εκκλησία της Ελλάδος, όλοι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ερείδονται επί της εσφαλμένης εκδοχής ότι με τις επίμαχες διατάξεις των άρθρων 58 παρ.3 και 59 παρ.3 του προσβαλλόμενου π.δ/τος απονέμονται στο Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων αρμοδιότητες που δεν προβλέπονται από το νόμο, και πρέπει, συνεπώς, να απορριφθούν.

20. Επειδή, περαιτέρω προβάλλεται ότι αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 58 παρ. 3 περ. Α΄, β', δ', ε' και η' και 59 παρ. 3 περ. β' του προσβαλλόμενου π.δ/τος ερείδονται σε νομοθετική εξουσιοδότηση, αυτή η νομοθετική εξουσιοδότηση, εν προκειμένω το άρθρο 54 του ν.4178/2013, όπως τροποποιήθηκε, αντίκειται στην ελευθερία αυτοδιοίκησης της Εκκλησίας της Ελλάδος και των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων της ως αποτελούντων θρησκευτική κοινότητα, διότι παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 παρ. 1 του Συντάγματος (δικαίωμα συνένωσης και αυτοδιοίκησης θρησκευτικών ενώσεων), σε συνδυασμό και με το άρθρο 3 αυτού, καθώς και των άρθρων 9 και 11 της ΕΣΔΑ, με τις οποίες κατοχυρώνεται το δικαίωμα της θρησκευτικής αυτονομίας, δηλαδή το δικαίωμα κάθε θρησκευτικής κοινότητας, ανεξαρτήτως νομικής προσωπικότητας, να καθορίζει με αποφάσεις της τα εσωτερικά της ζητήματα δίχως την παρέμβαση της πολιτείας. Ειδικότερα προβάλλεται ότι τα νομικά πρόσωπα της ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας του Χριστού στην Ελλάδα, παρότι από τον νόμο χαρακτηρίζονται ως ν.π.δ.δ. (άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 590/1977), διαφοροποιούνται από τα υπόλοιπα νομικά πρόσωπα ως προς τη φύση και την αποστολή τους, εφόσον αποτελούν συλλογικούς φορείς αυτοοργάνωσης της (εν ευρεία εννοία) ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος σε τοπικό επίπεδο (Μητροπόλεις, Μονές, Ενορίες) και αποτελούν, σε νομικό επίπεδο, τη συνισταμένη, υπό την προσωπικότητα της οποίας περισσότερα φυσικά πρόσωπα ασκούν συλλογικά τη θρησκευτική τους ελευθερία. Προβάλλεται ακόμη ότι οι επίμαχες διατάξεις του προσβαλλόμενου π.δ/τος είναι ασύμβατες προς το συνταγματικό δικαίωμα της Εκκλησίας της Ελλάδος να τηρεί την εν γένει κανονική της παράδοση (ιερούς κανόνες, παραδόσεις κ.λπ.), όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας αναιρεί την κανονική δικαιοδοσία διοίκησης, εποπτείας και ελέγχου του Μητροπολίτη επί των φορέων και μελών της τοπικής Εκκλησίας -Ιεράς Μητρόπολης εντός της εκκλησιαστικής του επαρχίας, όπως η εξουσία αυτή εκφράζεται και στην πολιτειακή νομοθεσία με τα άρθρα 29 παρ. 1 και 30 παρ. 1 του ν. 590/1977 (αλλά και στους Ιερούς Κανόνες, βλ. Κανόνα 9 της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνα 13 της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνας 38 των Αγίων Αποστόλων, Κανόνα 12 της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου κ.λπ.). Τέλος, προβάλλεται ότι, σε κάθε περίπτωση, η κανονική δικαιοδοσία του Μητροπολίτη επί της εκκλησιαστικής του επαρχίας και η ρύθμιση των εσωτερικών της ζητημάτων από αυτόν, αποτελεί βασικό διοικητικό θεσμό της Εκκλησίας και, συνεπώς, οι ιεροί κανόνες που τον θεμελιώνουν είναι συνταγματικά κατοχυρωμένοι. Και ο λόγος αυτός ακυρώσεως περί ασυμβατότητας της προβλεπόμενης εποπτείας του καθ' ού Υπουργού Παιδείας προς τα παραπάνω άρθρα του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ είναι ομοίως απορριπτέος, διότι όλες οι διατάξεις που παρατέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, στις οποίες καθορίζονται οι αρμοδιότητες που κατανέμονται στα επίμαχα Τμήματα του Υπουργείου με τις επίδικες διατάξεις, ούτε σε δογματικά ζητήματα αφορούν, ούτε βασικό διοικητικό θεσμό της Εκκλησίας θίγουν (πρβλ. ΣτΕ 2715/1984 7μ.), ενώ σε καμία από τις διατάξεις αυτές δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε ρύθμιση για επέμβαση κρατικού οργάνου στην κανονική δικαιοδοσία διοίκησης, εποπτείας και ελέγχου του Μητροπολίτη στην εκκλησιαστική του επαρχία, όπως αορίστως και αβασίμως υποστηρίζει η αιτούσα. 

21. Επειδή, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος, όπως και τα λοιπά εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα απολαύουν διοικητικής αυτοτέλειας και δικαιώματος αυτοδιοίκησης και ρύθμισης των εσωτερικών τους θεμάτων σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος και 9 και 11 της ΕΣΔΑ, στα πλαίσια δε αυτής της αυτορύθμισης των εσωτερικών θεμάτων τους περιλαμβάνεται το εργασιακό καθεστώς και οι έννομες σχέσεις των εκκλησιαστικών υπαλλήλων και θρησκευτικών λειτουργών που απασχολούνται στις σχετικές θέσεις. Ενόψει τούτων, προβάλλεται ότι η θέσπιση εποπτείας του Υπουργού Παιδείας στην εργασιακή σχέση (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) μεταξύ εκκλησιαστικών υπαλλήλων και εκκλησιαστικών ν.π.δ.δ. παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, εισάγοντας δυσμενή διάκριση εις βάρος της Εκκλησίας της Ελλάδος και των λοιπών εκκλησιαστικών νομικών προσώπων του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 590/1977 έναντι των λοιπών θρησκευτικών κοινοτήτων ως εργοδοτών, δεδομένου ότι εισάγεται εποπτεία επί των πράξεων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, μολονότι τέτοιου είδους εποπτεία δεν προβλέπεται για τις θρησκευτικές ενώσεις και τους λειτουργούς των άλλων θρησκειών και δογμάτων. Περαιτέρω, σε σχέση με τη νομική φύση των σχέσεων κληρικών και Εκκλησίας της Ελλάδος, προβάλλεται ότι οι εφημέριοι της αιτούσας βαρύνουν μεν τον κρατικό προϋπολογισμό, θεωρούνται όμως θρησκευτικοί λειτουργοί και όχι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι ν.π.δ.δ., λόγω του προεχόντως θρησκευτικού χαρακτήρα των υπηρεσιών τους, τελούν δε σε κυριαρχική σχέση δημοσίου δικαίου με το νομικό πρόσωπο της Εκκλησίας, καθόσον έχουν θέσει εκουσίως εαυτούς εντός των πλαισίων της πειθαρχίας και της τάξης της Εκκλησίας και οφείλουν, χάριν της Εκκλησίας, να εκπληρώνουν τα χρέη και τα καθήκοντα που απορρέουν από τους ιερούς κανόνες και την ομολογία τους. Ομοίως, οι λειτουργοί και των λοιπών θρησκευτικών κοινοτήτων οφείλουν να τηρούν τους κανόνες της δικής τους θρησκευτικής κοινότητας. Παρά ταύτα, όμως, κατά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, οι λοιπές θρησκευτικές κοινότητες δεν υπόκεινται, με το προσβαλλόμενο διάταγμα, στην εποπτεία του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων ως προς την εφαρμογή των κειμένων διατάξεων για το προσωπικό και τους λειτουργούς τους, η δυσμενής δε αυτή διάκριση συνιστά παραβίαση των άρθρων 4 και 13 παρ. 3 του Συντάγματος, και 9, 11 και 14 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν τη θρησκευτική ισότητα και την υποχρέωση της Πολιτείας να τηρεί αμερόληπτη και ουδέτερη στάση έναντι όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων. Ως προς το καθεστώς των λειτουργών και υπαλλήλων της Εκκλησίας, έχει γίνει δεκτό ότι η υπηρεσιακή σχέση των εφημερίων με την Εκκλησία και τα λοιπά εκκλησιαστικά ν.π.δ.δ. διέπεται από τους νόμους της Ελληνικής Πολιτείας (ΣτΕ 2439/2001). Περαιτέρω, λόγω του ειδικού συνταγματικού και νομοθετικού καθεστώτος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και οι εφημέριοι, καταλαμβάνουν οργανική δημόσια θέση και μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, παρότι, πράγματι, εξακολουθούν να θεωρούνται όχι δημόσιοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αλλά προεχόντως θρησκευτικοί λειτουργοί, ακόμη και όταν αναλαμβάνουν διοικητικά καθήκοντα, μη εμπίπτοντας, από την άποψη αυτή, στις διατάξεις των άρθρων 103 και 104 του Συντάγματος (ΣτΕ 3074/1984, βλ. και 4548/1995 7μ., 507/1983 7μ.). Ενόψει των ανωτέρω και ειδικώς του γεγονότος ότι οι λειτουργοί της αιτούσας καταλαμβάνουν οργανική δημόσια θέση και μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό, η αιτούσα Εκκλησία της Ελλάδος, ως θρησκευτική κοινότητα, δεν τελεί υπό τις ίδιες συνθήκες με τις λοιπές θρησκευτικές κοινότητες της χώρας. Για το λόγο αυτό, η άσκηση εποπτείας στους εκκλησιαστικούς λειτουργούς και υπαλλήλους, η οποία διασφαλίζει το κύρος και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 και 13 παρ. 3 του Συντάγματος και 9, 11 και 14 της ΕΣΔΑ (πρβλ. ΕΔΔΑ Fernandez Martinez κατά Ισπανίας 12.6.2014 σκ. 131, 143, Sindicatul “Pastorul Cel Bun” κατά Ρουμανίας 9.7.2013 σκ. 171, Siebenhaar κατά Γερμανίας 3.2.2011 σκ. 39, 41, 45, Mirolubovs κατά Λεττονίας 15.12.2009 σκ. 80, 81, Eglise Metropolitaine de Bessarabie κατά Μολδαβίας, 13.12.2001, σκ. 119 in fine).

22. Επειδή, κατόπιν των παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Επιβάλλει στην αιτούσα Εκκλησία της Ελλάδος τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2019

 

      Η Πρόεδρος                     Η Γραμματέας

Αικ. Σακελλαροπούλου               Ελ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 2020.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος     Η Γραμματέας

      Αθ. Ράντος                          Ελ. Γκίκα