ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ – ΤΜΗΜΑ 2ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 20634/2018

 

Πρόεδρος: Α. Οικονομοπούλου, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ.

Εισηγητής: Π. Βαζιντάρης, Πρωτοδίκης ΔΔ

Δικηγόροι: Αν. Λούκος, Β. Νακοπούλου

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων, συνταξιούχος ιατρός του πρώην “Ταμείου Συντάξεως και Αυτασφαλίσεως Υγειονομικών” (ΤΣΑΥ), μετέπειτα “Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων” (ΕΤΑΑ) και ήδη ΕΦΚΑ, ζητεί: Α] Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει ποσό 6.000,00 ευρώ, εντόκως προς 6% από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. Για το εν λόγω καταψηφιστικό αίτημα δεν απαιτείται η καταβολή οποιουδήποτε τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 274 παρ. 2 του ΚΔΔ) και Β] Να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ΕΦΚΑ να του καταβάλει ποσό 88.506,50 ευρώ, με το ανωτέρω επιτόκιο και το ίδιο χρονικό σημείο υπολογισμού του, ήτοι συνολικά 94.506,50 ευρώ (6.000,00 ευρώ + 88.506,50 ευρώ). Την επιδίκαση των παραπάνω ποσών αξιώνει ο ενάγων αφενός ως αποζημίωση (άρθρα 105 – 106 ΕισΝΑΚ), για την ισόποση ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη εξαιτίας: 1] Παράνομων περικοπών στις συντάξεις και τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία έλαβε από το εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2010 έως 31.8.2017, εάν δεν είχαν εφαρμοσθεί κατά το προαναφερόμενο διάστημα οι αντισυνταγματικές, σύμφωνα με όσα διατείνεται, διατάξεις των Ν 4051/2012 και 4093/2012, 2] Παράλειψης χορήγησης αυξήσεων ποσοστού 3% κατ’ έτος επί της σύνταξής του, συνεπεία του Ν 4093/2012, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.8.2017, 3] Επιβολής της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) του Ν 3863/2010, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2010 έως 31.8.2017 και 4] Επιβολής της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης του Ν 3986/2011, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2012 έως 31.8.2017, αφετέρου ως χρηματική ικανοποίηση (500,00 ευρώ) για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την ίδια αιτία. Η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.

2. Επειδή, στο άρθρο 2 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας», στο άρθρο 4 παρ. 1 και 5: «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου ... 5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», στο άρθρο 22 παρ. 5: «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει», στο άρθρο 25 αυτού: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους ... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει ... να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας ...» και στο άρθρο 25 παρ. 4 ότι: «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος: «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας».

3. Επειδή, στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κατοχυρώνεται ο θεσμός της κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων και ανάγεται η μέριμνα για την προαγωγή του θεσμού σε σκοπό του Κράτους. Βασικό περιεχόμενο της κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί η προστασία του ασφαλισμένου, έναντι προηγούμενης ασφαλιστικής εισφοράς που κατέβαλε, από την επέλευση κινδύνων (γήρας, ασθένεια, αναπηρία κ.λπ.), οι οποίοι αναιρούν την ικανότητά του να εργάζεται (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), και, συνακόλουθα, μπορούν να πλήξουν τις συνθήκες διαβίωσής του. Εφόσον επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος παύει να εργάζεται, και ως εκ τούτου, να καταβάλλει εισφορές και αποκτά, κατ’ αρχήν, την αξίωση έναντι του ασφαλιστικού του φορέα να χορηγήσει σε αυτόν παροχή, η οποία, χωρίς να απαιτείται να βρίσκεται σε πλήρη οικονομική αναλογία με τις καταβληθείσες εισφορές του ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματός του, πρέπει να είναι ικανή να του εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, που να μην διαφέρει ουσιωδώς από αυτό που είχε κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Πέραν του ανωτέρω δημοσίου σκοπού, μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης εκδηλώνεται η κοινωνική αλληλεγγύη και ασκείται κοινωνική πολιτική, ειδικότερα, δε, επιδιώκεται και η αναδιανομή του εισοδήματος με σκοπό την άμβλυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, πάντως, δεν κατοχυρώνεται συνταγματικώς ευθεία αναλογία (αμιγής ανταποδοτικότητα) μεταξύ εισφορών και παροχών (ΣτΕ Ολ 3487/2008). Ενόψει των παραπάνω σκοπών δημοσίου συμφέροντος, που επιτελούνται μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, δικαιολογείται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η κατοχύρωση από το νομοθέτη της κοινωνικής ασφάλισης ως υποχρεωτικής, με τη θέσπιση συστήματος υποχρεωτικής καταβολής ασφαλιστικών εισφορών και, εντεύθεν, την παροχή αυτής αποκλειστικώς από το κράτος ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 87/1997, ΣτΕ Ολ 5024/1987, 3096 – 3101/2001). Η ανάθεση της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής, σε δημόσιους φορείς (κράτος ή ΝΠΔΔ) θεσμοθετήθηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και, ειδικότερα, ως εγγύηση προς όσους υποχρεωτικώς ασφαλίζονται ή καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, έναντι των επιχειρηματικών κινδύνων που συνδέονται με την άσκηση της ασφαλιστικής λειτουργίας από ιδιωτικούς φορείς (ΑΕΔ 87/1997, ΣτΕ Ολ 5024/1987). Εξάλλου, η κρατική μέριμνα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση (κύρια και επικουρική) δεν εξαντλείται στην ίδρυση από το κράτος των οικείων δημόσιων φορέων, στον ορισμό των διοικούντων οργάνων τους, στην άσκηση εποπτείας επί της δραστηριότητας και της διαχείρισης της περιουσίας τους, καθώς και στη θέσπιση των σχετικών κανόνων, αλλά περιλαμβάνει και τη μέριμνα για την προστασία του ασφαλιστικού τους κεφαλαίου, δηλαδή για τη βιωσιμότητά τους, χάριν και των μελλουσών γενεών, μέριμνα η οποία εκδηλώνεται μεταξύ άλλων με τη θέσπιση ρυθμίσεων για την προστασία και την αξιοποίηση της περιουσίας τους και την επωφελή διαχείριση των αποθεματικών τους, με τον καθορισμό εκάστοτε των οικείων συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, με την πρόβλεψη κοινωνικών πόρων, και, κυρίως, με την απ’ ευθείας συμμετοχή του κράτους στη χρηματοδότηση των εν λόγω φορέων μέσω του κρατικού προϋπολογισμού. Και τούτο, διότι, εφόσον καθιερώνεται υποχρέωση των εργαζομένων και των εργοδοτών τους να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, το κράτος, ως εγγυητής, οφείλει να διασφαλίζει την επάρκεια των παροχών και τη βιωσιμότητα των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, φέρει δε την κύρια ευθύνη για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους {βλ. γνωμοδότηση Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου 24.6.2010–τακτική συμμετοχή του κράτους στη χρηματοδότηση των οργανισμών υποχρεωτικής κύριας ασφάλισης προβλέφθηκε με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν 2084/1992, ειδικά δε ως προς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ με το άρθρο 4 παρ. 1–5 του Ν 3029/2002}. Το ύψος της κρατικής συμμετοχής στη χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, η οποία πρέπει να είναι επαρκής για την εξυπηρέτηση των προεκτεθέντων συνταγματικώς επιβεβλημένων σκοπών [επάρκεια παροχών προς διασφάλιση ικανοποιητικού, κατά τα προαναφερθέντα, επιπέδου διαβίωσης και διασφάλιση της βιωσιμότητας του οικείου ασφαλιστικού φορέα], προσδιορίζεται εκάστοτε από τον κρατικό προϋπολογισμό, λαμβάνοντας υπόψη και τις διατάξεις του Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού (Ν 2362/1995, ΦΕΚ Α΄ 247) περί μεταφοράς πιστώσεων [άρθρο 15 παρ. 3 – 5, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του Ν 3871/2010 (ΦΕΚ Α΄ 141), ήδη άρθρο 71 παρ. 2 – 5 Ν 4270/2014, ΦΕΚ Α΄ 143] και περί συμπληρωματικών προϋπολογισμών [άρθρο 8Α του Ν 2362/1995, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν 3871/2010, ήδη άρθρο 60 Ν 4270/2014]. Όταν, όμως, σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, προκύπτει αιτιολογημένα ότι το κράτος αδυνατεί να παράσχει επαρκή, κατά τα άνω, χρηματοδότηση στους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διασφάλισης της βιωσιμότητας αυτών με άλλα μέσα (τροποποίηση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση αποθεματικών και περιουσίας, πρόβλεψη κοινωνικών πόρων, αύξηση ασφαλιστικών εισφορών), δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, η επέμβαση του νομοθέτη για την εφεξής μείωση ακόμη και των απονεμηθεισών συντάξεων. Σε τέτοιες, άλλωστε, εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεσπίζει για την περιστολή των δημοσίων δαπανών (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δαπάνες χρηματοδότησης των φορέων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης), μέτρα που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, όπως είναι η μείωση των συντάξεων όσων συνταξιοδοτούνται από το δημόσιο, ή από χρηματοδοτούμενους από αυτό ασφαλιστικούς οργανισμούς, λόγω της άμεσης εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Και στις εξαιρετικές, όμως, αυτές περιπτώσεις, η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 αυτού), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος (πρβλ. ΣτΕ Ολ 2192–2196/2014). Σε κάθε δε περίπτωση, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει αυτό που αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, δηλαδή τη χορήγηση στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων, οι οποίες να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνον της φυσικής του υπόστασης [διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων], αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου (πρβλ. απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 9.2.2010,-1 BvL 1/09-,-1 BvL 3/09-,-1 BvL 4/09-, ιδίως Rn.135). Προκειμένου, εξάλλου, να ανταποκριθεί στις εν λόγω δεσμεύσεις του και να μην υπερβεί τα όρια που χαράσσει το Σύνταγμα, ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα, κατά τα παραπάνω, σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, ενόψει και της γενικότερης υποχρέωσής του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει αφενός μεν ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ενόψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις πιο πάνω συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφετέρου δε ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττομένων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη, κατά τα προεκτεθέντα, παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση. Με δεδομένο, άλλωστε, τον κατ’ εξοχήν πολύπλοκο και τεχνικό χαρακτήρα των σχετικών ζητημάτων, η έλλειψη τέτοιας μελέτης, και μάλιστα διατυπωμένης με τρόπο κατανοητό και ελέγξιμο από τον δικαστή κατά τις βασικές της θέσεις, θα καθιστούσε κατ’ ουσίαν ανέφικτο το δικαστικό έλεγχο των οικείων νομοθετικών μέτρων με κανόνα αναφοράς τις προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις. Ο έλεγχος δε αυτός συνταγματικότητας, ναι μεν δεν εκτείνεται στην ορθότητα των πολιτικών εκτιμήσεων και επιλογών, οφείλει όμως, ως προς το αντικείμενό του, την τήρηση δηλαδή των συνταγματικών υποχρεώσεων του νομοθέτη, να ασκείται με ουσιαστικό και αποτελεσματικό τρόπο. Παρεκκλίσεις ως προς την αναγκαιότητα της ύπαρξης ή ως προς το περιεχόμενο της ανωτέρω μελέτης, θα μπορούσαν να δικαιολογηθούν μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όταν συντρέχει άμεση απειλή κατάρρευσης της οικονομίας της χώρας και τα συγκεκριμένα μέτρα λαμβάνονται κατεπειγόντως για την αποτροπή ενός τέτοιου κινδύνου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα μπορούσε, από τη φύση του πράγματος, να είναι σε πρώτη φάση αρκετή η αιτιολογημένη εκτίμηση του νομοθέτη για την ύπαρξη, τη σοβαρότητα και τον άμεσο χαρακτήρα της απειλής, καθώς και για την ανάγκη, ενόψει των περιστάσεων, να ληφθούν τα συγκεκριμένα μέτρα για την άμεση αντιμετώπιση της κατάστασης. Και τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι τα ληφθέντα μέτρα δεν παρίστανται προδήλως απρόσφορα, ή μη αναγκαία και ότι δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι υπερβαίνουν το όριο θυσίας των θιγομένων από αυτά, πάντως, δε, ενόσω εξακολουθεί να συντρέχει στην ίδια ένταση ο κατεπείγων λόγος που υπαγόρευσε την επιβολή τους (βλ. ΣτΕ Ολ 2287/2015 σκ. 7).

4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το Άρθρο Πρώτο του ΝΔ 53/1974 (Α΄ 256), ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους. Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελούν και οι έναντι των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης αξιώσεις για τη χορήγηση προβλεπομένων από τη νομοθεσία του συμβαλλομένου κράτους κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, τόσο στην περίπτωση που ο ενδιαφερόμενος είχε καταβάλει στο παρελθόν υποχρεωτικώς εισφορές, όσο και στην περίπτωση που η χορήγηση της συγκεκριμένης παροχής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταβολή εισφορών, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο. Πάντως με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σύνταξης ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ’ αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους της συνταξιοδοτικής παροχής αναλόγως με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος, επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν. Ειδικότερα, καθ’ όσον αφορά τις περικοπές συνταξιοδοτικών παροχών, ο δικαστικός έλεγχος λαμβάνει υπόψη: 1] Εάν η περικοπή συντελείται στο πλαίσιο της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης, 2] Εάν πρόκειται για διανεμητικό σύστημα, οπότε καθίστανται ανεκτές και έντονες επεμβάσεις στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, ακόμη και αν για την απόληψη συνταξιοδοτικών παροχών καταβάλλονταν εισφορές, 3] Τον αναδρομικό ή μη χαρακτήρα της περικοπής, 4] Το τυχαίο και, άρα, αυθαίρετο κριτήριο των περικοπών, 5] Τη φύση της παροχής, δηλαδή εάν έχει ή όχι προνομιακό χαρακτήρα, 6] Τη χρονική διάρκεια των περικοπών, 7] Το μέσο όρο των παροχών που λαμβάνουν οι υπόλοιποι συνταξιούχοι και 8] Τη μέριμνα του εθνικού νομοθέτη για την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου των προσώπων που υφίστανται τις συνέπειες των κρατικών περιοριστικών μέτρων, ώστε να μην τίθεται ζήτημα παραβίασης και του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, μόνο το γεγονός ότι ένας νόμος έχει αναδρομική ισχύ, δεν σημαίνει άνευ ετέρου ότι επέρχεται ανεπίτρεπτη προσβολή του δικαιώματος στην περιουσία, υπό την αυτονόητη, βεβαίως, προϋπόθεση ότι η αναδρομή αυτή επιτρέπεται κατά το οικείο εσωτερικό δίκαιο. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κρίνεται in concreto αν υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες εκάστης υπόθεσης η αναδρομική εφαρμογή του νόμου μπορεί να αποτελέσει υπέρμετρη επιβάρυνση της περιουσίας, ανατρέποντας τη δίκαιη ισορροπία, που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των διαφορετικών συμφερόντων [βλ. ΣτΕ Ολ 734/2016 (σκ. 12), 668/2012 (σκ. 34), 1285/2012 (σκ. 15)].

5. Επειδή, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο του 2010, και μετά τη διαπίστωση με την 2010/182 απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Φεβρουαρίου 2010 (L 83/13), της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος, στην οποία είχε περιέλθει η Ελληνική Δημοκρατία, καθώς και της ανάγκης λήψης μέτρων για τη μείωση αυτού, ψηφίσθηκε ο Ν 3845/2010 [«Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη – μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», ΦΕΚ Α΄ 65], στο Άρθρο Τρίτο του οποίου περιελήφθησαν τα πρώτα μέτρα σχετικά με την περικοπή συντάξεων. Ειδικότερα, το άρθρο αυτό όρισε στην παράγραφο 10 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 24 του Ν 4038/2012, ΦΕΚ Α΄ 14), ότι: «Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστικής πράξης, για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των Φορέων Κύριας Ασφάλισης, με εξαίρεση τους συνταξιούχους του ΟΓΑ, χορηγούνται εφόσον ο δικαιούχος έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας και το ύψος τους καθορίζεται ως εξής: α) Το επίδομα εορτής Χριστουγέννων, στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ. β) Το επίδομα εορτής Πάσχα, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ. γ) Το επίδομα αδείας, στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ ...». Στον ανωτέρω νόμο προσαρτήθηκαν ως Παραρτήματα ΙΙΙ και ΙV, αντιστοίχως, το «Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής – 3 Μαΐου 2010» και το «Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής – 3 Μαΐου 2010», που αποτελούν τα δύο από τα τρία μέρη, από τα οποία απαρτίζεται το «Μνημόνιο Συνεννόησης» (“Memorandum of Understanding”), που υπεγράφη στις 3.5.2010 αφενός από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως εκπροσώπους της Ελληνικής Δημοκρατίας, και αφετέρου από τον Επίτροπο Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, ως εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενεργούσας για λογαριασμό των κρατών – μελών της Ευρωζώνης. Όπως δε έχει κριθεί (ΣτΕ Ολ 668/2012, σκ. 28), το εν λόγω Μνημόνιο Συνεννόησης δεν αποτελεί διεθνή συνθήκη, αλλά «το πρόγραμμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, με το οποίο καθορίζονται οι στόχοι της γενικότερης πολιτικής της και τα μέσα επίτευξής τους για την επόμενη τριετία, καθώς και το χρονοδιάγραμμα για τη θέσπιση των μέτρων αυτών, προς τον σκοπό αντιμετώπισης της, κατά την Κυβέρνηση, συντρέχουσας κατά το χρόνο της εξαγγελίας του εν λόγω προγράμματος οξείας δημοσιονομικής κρίσης και του κινδύνου χρεοκοπίας της χώρας με την ενεργοποίηση και του αποφασισθέντος, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω Ν 3845/2010, «το αίτημα της Κυβέρνησης για ενεργοποίηση αυτού του μηχανισμού αποτέλεσε πράξη ευθύνης και ιστορική υποχρέωση απέναντι στον κίνδυνο κατάρρευσης της οικονομίας λόγω αδυναμίας δανεισμού. Η προσφυγή στον μηχανισμό ήταν το τελευταίο καταφύγιο για να αποτραπεί η χρεοκοπία της χώρας. Ταυτόχρονα η ανάγκη προσφυγής στον μηχανισμό στήριξης μας οδηγεί στην ανάγκη να λάβουμε πρόσθετα μέτρα, για να εγγυηθούν οι εταίροι μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τη χρηματοδότηση των αναγκών μας, αλλά και για να βγούμε ασφαλείς από την κρίση ...».

6. Επειδή, στη συνέχεια εκδόθηκε ο Ν 3863/2010 [«Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις», ΦΕΚ Α΄ 115], στο άρθρο 37 του οποίου ορίσθηκαν τα ακόλουθα: «Από 1.1.2011 και εφεξής οι Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και το NAT επιχορηγούνται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία και ειδικά για τα έτη 2010–2013, τηρουμένων των στόχων του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης και του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας (Ν 3845/2010). Από 1.1.2015 το κράτος αναλαμβάνει τη χρηματοδότηση της βασικής σύνταξης όλων των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και του NAT, πλην των ΕΤΑΑ, ΕΤΑΠ–ΜΜΕ και του συστήματος ασφάλισης προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος. Το ποσό αυτό επιμερίζεται στους οργανισμούς ανάλογα με τον αριθμό των δικαιούχων και των ποσών που καταβάλλονται ...». Εξάλλου, στο άρθρο 38 του ίδιου νόμου, όπως η μεν παρ. 1 αυτού τροποποιήθηκε από τα άρθρα 138 παρ. Β περ. 10 του Ν 4052/2012 και 30 παρ. 3 του Ν 4075/2012 (ΦΕΚ Α΄ 89, 11.4.2012) η δε παρ. 3 από το άρθρο 37 παρ. 2 α του Ν 3996/2011 (ΦΕΚ Α΄ 170, 5.8.2011), ορίσθηκαν τα εξής: «1. Από 1.8.2010 θεσπίζεται Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) η οποία τηρείται σε λογαριασμό με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ) το οποίο συστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 149 του Ν 3655/2008 (ΦΕΚ 58 Α΄). Σκοπός του Λογαριασμού είναι η κάλυψη ελλειμμάτων των κλάδων κύριας σύνταξης ΦΚΑ, καθώς και η χρηματοδότηση του προγράμματος “Πρόγραμμα κατ’ οίκον φροντίδας συνταξιούχων. 2. Η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων παρακρατείται μηνιαία κατά την καταβολή της σύνταξης από τις συντάξεις κύριας ασφάλισης των συνταξιούχων του Δημοσίου, NAT και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υπολογίζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και καθορίζεται ως εξής: α. Για συντάξεις από 1.400,01 € έως 1.700,00 €, ποσοστό 3% β. Για συντάξεις από 1.700,01 € έως 2.000,00 €, ποσοστό 4% γ. Για συντάξεις από 2.000,01 € έως 2.300,00 €, ποσοστό 5% δ. Για συντάξεις από 2.300,01 € έως 2.600,00 €, ποσοστό 6% ε. Για συντάξεις από 2.600,01 € έως 2.900,00 €, ποσοστό 7% στ. Για συντάξεις από 2.900,01 € έως 3.200,00 €, ποσοστό 8% ζ. Για συντάξεις από 3.200,01 € έως 3.500,00 €, ποσοστό 9% η. Για συντάξεις από 3.500,01 € και άνω, ποσοστό 10%. 3.α. Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων τετρακοσίων ευρώ (1.400 €). β. ... 4. Τα ποσά που παρακρατούνται με ευθύνη του Δημοσίου, του NAT και των ΦΚΑ αποδίδονται στο Λογαριασμό του ΑΚΑΓΕ το αργότερο μέχρι το τέλος του επομένου, από την παρακράτηση, μήνα. 5. ...». Στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3863/2010 αναφέρεται ότι αυτός «συνιστά τη θεσμική απάντηση της Πολιτείας σε μία χρόνια, διαρκώς επιδεινούμενη και ήδη πλέον ανεξέλεγκτη κρίση: Την κρίση του ασφαλιστικού μας συστήματος» και ότι με αυτόν επιχειρείται «ριζικός μετασχηματισμός» του συστήματος, που «έχει ως αφετηρία και βάση του την αποσαφήνιση των ρόλων που διαδραματίζουν στα ασφαλιστικά μας πράγματα το κράτος, οι κοινωνικοί εταίροι και ο κάθε εργαζόμενος ξεχωριστά. Η αποσαφήνιση των ρόλων γίνεται κυρίως με τη διάκριση μεταξύ ασφάλισης και αλληλεγγύης ... Θεμέλιο του συστήματος είναι η διάκριση ... μεταξύ βασικής και αναλογικής σύνταξης ... πρόκειται για κεφαλαιώδη τομή που εκλογικεύει το συνταξιοδοτικό μας σύστημα διαχωρίζοντας τις προνοιακού τύπου παροχές από τις κατά κυριολεξία συντάξεις. Οι πρώτες ... συνιστούν έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης ... Οι δεύτερες αποτελούν παροχές των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης προς τους ασφαλισμένους τους, ήτοι αναλογική ανταπόδοση για τις εισφορές που κατέβαλαν κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού τους βίου. Η βασική σύνταξη αποτελεί έμπρακτη εφαρμογή της αρχής της διανεμητικής δικαιοσύνης, η δε αναλογική έμπρακτη εφαρμογή της αρχής της ανταποδοτικής δικαιοσύνης ... Ως έμπρακτη τήρηση της αρχής της διαγενεακής αλληλεγγύης λαμβάνεται πρόνοια, ώστε να διαφυλαχθούν οι πόροι του συστήματος προς όφελος όχι μόνο της παρούσας αλλά και των μελλοντικών γενεών ... Η χώρα βρίσκεται σε περίοδο έκτακτης ανάγκης ... Με το νέο συνταξιοδοτικό σύστημα ... δεν ανασυγκροτούμε μόνο το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, διασώζοντάς τον από την κατάρρευση ... αλλά ... συμβάλλουμε στην επίτευξη ενός εξίσου χρήσιμου και πλέον επιτακτικού στόχου, που είναι η αποφυγή της χρεοκοπίας, η εξυγίανση των δημοσιονομικών της χώρας και η είσοδος σε μια νέα περίοδο βιώσιμης ανάπτυξης ...». Περαιτέρω, στην ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση, αναφέρονται ως μείζονες παράμετροι της ασφαλιστικής κρίσης «η δημογραφική, η δημοσιονομική και η αναπτυξιακή ... κοινές σε όλες τις χώρες της Ευρώπης», επισημαίνεται όμως ότι «... στην περίπτωση της Ελλάδας ... χρόνιες ενδημικές και κρίσιμες ανεπάρκειες ... όπως η δύσκαμπτη και γραφειοκρατική δομή των ασφαλιστικών οργανισμών, η πέραν κάθε ελέγχου έκταση της εισφοροδιαφυγής και της εισφοροκλοπής, το πελατειακό πολιτικό σύστημα (λχ. με τις ανά καιρούς εθελούσιες εξόδους και τις αναγνωρίσεις πλασματικού συντάξιμου χρόνου), η κατά καιρούς διαφθορά αλλά και η σπατάλη συνετέλεσαν και συντελούν τα μέγιστα στην υπονόμευση της βιωσιμότητας του συστήματος ...». Τέλος, ειδικά ως προς το άρθρο 38, η αιτιολογική έκθεση του Ν 3863/2010 αναφέρει ότι «... η επιβολή ειδικής εισφοράς υπό μορφή περιορισμού σε ορισμένου ύψους συντάξεις στοχεύει να εξομαλύνει τις δημοσιονομικές υπερβάσεις από τις οποίες μαστίζεται ο Κρατικός Προϋπολογισμός όσον αφορά τους ΦΚΑ με την σε τακτά χρονικά διαστήματα κάλυψη των ελλειμμάτων τους, χωρίς να θίγεται η περιουσιακή κατάσταση εκάστου δικαιούχου, αφού, τελικώς, αυτός θα είναι ο αποδέκτης της σχετικής ωφέλειας, η οποία θα συντελέσει στην αύξηση ή και στη διατήρηση σε όσο το δυνατό μεγαλύτερο ύψος της σύνταξης που λαμβάνει (μελλοντική ανταποδοτικότητα του συστήματος) ... η ΕΑΣ επιβάλλεται με κριτήρια κοινωνικής δικαιοσύνης και δίκαιης κατανομής των βαρών. Επιβάλλεται δε, προκειμένου και οι συνταξιούχοι στους οποίους καταβάλλεται μια ικανοποιητική σύνταξη να συμβάλλουν και αυτοί στην μεγάλη προσπάθεια για την αντιμετώπιση των τεράστιων δημοσιονομικών προβλημάτων της χώρας αλλά κυρίως και στην διάσωση του ασφαλιστικού συστήματος, με την λήψη μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής που στόχο έχουν να διαφυλάξουν τα ασφαλιστικά κεφάλαια αλλά να διασφαλίσουν και για το μέλλον την ομαλή και έγκαιρη καταβολή των συντάξεων ...».

7. Επειδή, ακολούθως, ψηφίστηκε ο Ν 3985/2011 [«Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 – 2015», ΦΕΚ Α΄ 151/1.7.2011], στα πρότυπα της δημοσιονομικής διαχείρισης που εισήχθησαν με τον Ν 3871/2010. Οι προβλεπόμενες στο Ν 3985/2011 παρεμβάσεις στο πλαίσιο της δεύτερης δέσμης μέτρων για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος πραγματοποιήθηκαν με το Ν 3986/2011 [«Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012–2015», ΦΕΚ Α΄ 152/1.7.2011]. Ειδικότερα, στο άρθρο 44 του ως άνω νόμου, όπως η μεν παρ. 11 περ. γ΄ αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του Ν 4038/2012, η δε παρ. 12 αυτού από το άρθρο 2 παρ. 7 του Ν 4024/2011, ορίσθηκαν τα εξής: «1. ... 10. Από 1.8.2011, τα ποσοστά των περιπτώσεων (β) έως και (η) της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του Ν 3863/2010 (Α΄ 115), καθώς και του άρθρου 11 του Ν 3865/2010 (Α΄ 120) αναπροσαρμόζονται σε 6%, 7%, 9%, 10%, 12%, 13% και 14% αντίστοιχα. 11. α) Από 1.8.2011, στους συνταξιούχους του Δημοσίου, του NAT και των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης (ΦΚΑ) αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης που δεν έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος ηλικίας, παρακρατείται επιπλέον μηνιαία εισφορά ως εξής: i. Για συντάξεις από 1.700,01 € έως 2.300,00 €, ποσοστό 6%. ii. Για συντάξεις από 2.300,01 € έως 2.900,00 €, ποσοστό 8% και iii. Για συντάξεις από 2.900,01 € και άνω, ποσοστό 10%. β) Οι παρακρατήσεις υπολογίζονται στο συνολικό ποσό της σύνταξης, όπως διαμορφώνεται μετά την παρακράτηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων της προηγούμενης παραγράφου. γ) ... 13. α) Από 1.9.2011 θεσπίζεται Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, η οποία τηρείται σε λογαριασμό με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, στο Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών (ΑΚΑΓΕ), το οποίο συστάθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 149 του Ν 3655/2008 (Α΄ 58). Σκοπός του Λογαριασμού είναι η κάλυψη ελλειμμάτων φορέων και κλάδων επικουρικής σύνταξης. β) Η Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης παρακρατείται μηνιαία κατά την καταβολή της σύνταξης των συνταξιούχων των φορέων επικουρικής ασφάλισης, αρμοδιότητας όλων των Υπουργείων, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), τα οποία χορηγούν επικουρικές συντάξεις, δυνάμει ασφάλισης η οποία έχει χωρήσει σε υποκατάσταση υποχρεωτικής ασφάλισης σε ΦΚΑ. Η εισφορά υπολογίζεται στο συνολικό ποσό της σύνταξης και καθορίζεται ως εξής: i. Για συντάξεις από 300,01 € έως 350,00 €, ποσοστό 3% ii. Για συντάξεις από 350,01 € έως 400,00 €, ποσοστό 4% iii. Για συντάξεις από 400,01 € έως 450,00 €, ποσοστό 5% iv. Για συντάξεις από 450,01 € έως 500,00 €, ποσοστό 6% v. Για συντάξεις από 500,01 € έως 550,00 €, ποσοστό 7% vi. Για συντάξεις από 550,01 € έως 600,00 €, ποσοστό 8% vii. Για συντάξεις από 600,01 € έως 650,00 €, ποσοστό 9% viii. Για συντάξεις από 650,01 € και άνω, ποσοστό 10%. γ) Για την πρώτη κατηγορία το ποσό της σύνταξης μετά την παρακράτηση της εισφοράς δεν μπορεί να υπολείπεται των τριακοσίων ευρώ (300 €). δ) ...». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου (3986/2011) «[η] χώρα βρίσκεται σε βαθιά δημοσιονομική κρίση και σε κατάσταση οιονεί δημοσιονομικής εξάρτησης. Χρόνιες παθογένειες και δημοσιονομικές αστάθειες, σε συνδυασμό με ένα περιβάλλον πρωτοφανούς αβεβαιότητας στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, συντέλεσαν στο σταδιακό αποκλεισμό της Ελλάδας από τις πηγές διεθνούς δανεισμού και στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανειακών αναγκών της χώρας. Η χώρα μας ζει τη μεγαλύτερη κρίση της πρόσφατης ιστορίας της ... Λόγω της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, είναι ανάγκη να προταχθούν μέτρα άμεσης εφαρμογής και απόδοσης. Αυτά αποδίδουν αμέσως αποτέλεσμα, ενώ τα άλλα και κυρίως τα μέτρα που αφορούν τη σύλληψη της φοροδιαφυγής, τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, τα άτυπα φαινόμενα στην ελληνική πολιτική, την ελληνική κοινωνία και την ελληνική οικονομία, χρειάζονται προετοιμασία, σύστημα, δημόσια διοίκηση, δύσκολα τα συλλαμβάνει κανείς και στην καλύτερη περίπτωση αποδίδουν μεσοπρόθεσμα ...». Ειδικώς, ως προς το ανωτέρω άρθρο 44, στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3986/2011, αφού επαναλαμβάνονται όσα εκτίθενται στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3863/2010 ως προς το άρθρο 38 αυτού (βλ. 6η σκέψη), αναφέρεται ότι «... προκειμένου να επιτευχθεί η περαιτέρω μείωση των επιχορηγήσεων από την πλευρά του κρατικού προϋπολογισμού προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και δεδομένης της αναγκαιότητας για τον περιορισμό του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης, προτείνεται η αναπροσαρμογή της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων στις κύριες συντάξεις και η θέσπιση Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, ώστε να εξασφαλισθεί η ομαλή χρηματοδότηση των φορέων και κλάδων κύριας και επικουρικής σύνταξης ...». Ως προς την καθιερούμενη δε με την παρ. 13 του εν λόγω άρθρου 44 Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, αναφέρεται ειδικότερα ότι: «Σκοπός της συγκεκριμένης ρύθμισης είναι η αντιμετώπιση των ελλειμμάτων φορέων και κλάδων επικουρικής σύνταξης, όπως αυτά θα προκύψουν μετά την ολοκλήρωση των αναλογιστικών μελετών, ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη καταβολή των συντάξεων αυτών».

8. Επειδή, η επόμενη μείωση στις κύριες και επικουρικές συντάξεις επήλθε με το Ν 4024/2011 [«Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 – 2015», ΦΕΚ Α΄ 226/27.10.2011]. Ειδικότερα, στο άρθρο 2 του νόμου αυτού, με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων ασφαλιστικών φορέων», όπως οι παρ. 1 και 2 αυτού τροποποιήθηκαν από το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν 4038/2012, ορίσθηκε ότι: «1. Από 1.11.2011 στους συνταξιούχους του NAT και των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, οι οποίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας μειώνεται κατά 40% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ ... Για την παραπάνω μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της κύριας σύνταξης που εναπομένει μετά την παρακράτηση από το συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 11 του άρθρου 44 του Ν 3986/2011 (Α΄ 152) ... Εξαιρούνται της ανωτέρω μείωσης ... όσοι έχουν συνταξιοδοτηθεί με τριάντα πέντε (35) τουλάχιστον έτη πραγματικής ασφάλισης ... 2. Από 1.11.2011 στους συνταξιούχους ... και των φορέων κύριας ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην μείωση της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, μειώνεται κατά 20% το ποσό της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.200 ευρώ ... Για την παραπάνω μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της κύριας σύνταξης που εναπομένει μετά την παρακράτηση από το συνολικό ποσό της μηνιαίας σύνταξης της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και της επιπλέον εισφοράς της παρ. 11 του άρθρου 44 του Ν 3986/2011 ...». Στην αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρονται, σε σχέση με τις νέες μειώσεις, τα εξής: «Άμεση προτεραιότητα ζωτικού δημοσίου συμφέροντος είναι η επίτευξη των στόχων και η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012 – 2015, που ψηφίστηκε με το Ν 3985/2011 (Α΄ 151) και εξειδικεύθηκε με τις διατάξεις των Ν 3986/2011 (Α΄ 152) και Ν 4002/2011 (Α΄ 180). Στην προσπάθεια αυτή καλείται να συμβάλει το σύνολο των οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας. Η χώρα αντιμετωπίζει την κατάσταση ανάγκης, υπό συνθήκες εξαιρετικά πιεστικές. Στόχος να διαφυλαχθεί η υπόσταση και η προοπτική της χώρας ... Για το λόγο αυτό πρωταρχικός στόχος είναι η εφαρμογή των αποφάσεων με τις οποίες διασφαλίζεται η μακροπρόθεσμη, πραγματική βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους (ώστε να) καταστεί δυνατή η παραγωγή πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια ...». Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 2 του Ν 4024/2011, στην αιτιολογική έκθεση αυτού αναφέρεται ότι: «Με τις διατάξεις της παρ. 1 προβλέπεται μείωση κατά 40% του ποσού της κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.000,00 ευρώ και χορηγείται στους συνταξιούχους κάτω των 55 ετών. Η ρύθμιση είναι αναγκαία λόγω της δαπάνης που προκαλεί στους ασφαλιστικούς οργανισμούς κύριας ασφάλισης η λήψη σύνταξης σε τόσο μειωμένο όριο ηλικίας ... Με τις διατάξεις της παρ. 2 προβλέπεται μείωση κατά 20% του ποσού της κύριας σύνταξης που υπερβαίνει τα 1.200 ευρώ και χορηγείται στους συνταξιούχους που δεν εμπίπτουν στη μείωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1. Η μείωση αυτή θεσπίζεται ως συνεισφορά των συνταξιούχων με σχετικό ικανοποιητικό ύψος ποσού κύριας σύνταξης στον ασφαλιστικό τους φορέα. Από τη μείωση αυτή εξαιρούνται για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης μόνο ...».

9. Επειδή, τέσσερις μήνες μετά τις θεσπισθείσες με το άρθρο 2 του Ν 4024/2011 περικοπές συντάξεων, ο Ν 4051/2012 [«Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του Ν 4046/2012», ΦΕΚ Α΄ 40/29.2.2012] προέβλεψε νέες περικοπές συντάξεων στο άρθρο 6, το οποίο, ειδικότερα, ορίζει τα εξής: «1. Τα ποσά της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνουν τα χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ και καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και τους λοιπούς φορείς κύριας Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μειώνονται κατά 12% από 1.1.2012 ... Για τη μείωση λαμβάνεται υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1.1.2012 κύριας σύνταξης. Το ποσό της κύριας σύνταξης μετά και την παραπάνω μείωση της παραγράφου αυτής δεν μπορεί να υπολείπεται των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ ... 4. Οι αναδρομικές μειώσεις των παραγράφων 1 και 2 παρακρατούνται σε 8 ισόποσες μηνιαίες δόσεις αρχής γενομένης από τη σύνταξη Μαΐου 2012. 5. Τα ποσά των μειώσεων των συντάξεων του άρθρου αυτού αποτελούν έσοδα του φορέα από τον οποίο καταβάλλεται η σύνταξη. 6. ...». Σχετικά με τις εν λόγω ρυθμίσεις, στην αιτιολογική έκθεση του Ν 4051/2012, η οποία ουδόλως αναφέρεται στις περικοπές συντάξεων που είχαν επιβληθεί τέσσερις μήνες νωρίτερα, με το άρθρο 2 του Ν 4024/2011, παρατίθενται τα ακόλουθα: «Η Πολιτεία, μετά την ψήφιση των Ν 3845/2010 (Α΄ 65) και Ν 4046/2012 (Α΄ 28), έχει αναλάβει την υποχρέωση της λήψης συγκεκριμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, προκειμένου, μεταξύ άλλων, για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό και πέραν του θεσμού της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του Ν 3863/2010, όπως αυτό ισχύει και των πρόσθετων εισφορών των παραγράφων 11 – 13, του άρθρου 44 του Ν 3986/2011 (Α΄ 152), προτείνεται το παρόν άρθρο, με το οποίο επέρχονται περαιτέρω μειώσεις στο ποσό των κύριων και επικουρικών συντάξεων που υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο ύψος, λόγω των δημοσιονομικών αναγκών της χώρας και της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων ...».

10. Επειδή, επιπροσθέτως, με το Άρθρο Πρώτο παρ. ΙΑ του Ν 4093/2012 [«Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016», ΦΕΚ Α΄ 222/12.11.2012], όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν 4111/2013 (Α΄ 18, 25.1.2013) με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 4 του ίδιου νόμου, από 5.12.2012, ορίσθηκαν τα εξής: «ΙΑ.5. 1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής: α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ. β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ. γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ. δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ. Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα. Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων ... 6. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που ορίζει διαφορετικά τα θέματα των προηγούμενων περιπτώσεων καταργείται ... ΙΑ.6. 1. ... 3. Από 1.1.2013 τα επιδόματα και δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή κανονιστική πράξη ή καταστατική διάταξη για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους όλων των φορέων και τομέων κύριας και επικουρικής ασφάλισης αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, καθώς και του ΟΓΑ, του NAT και της Τράπεζας της Ελλάδος καταργούνται ...». Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου τούτου νόμου, χωρίς καμία μνεία των προηγουμένως επιβληθεισών μειώσεων, αναφέρεται ότι η ανωτέρω μείωση συντάξεων «προκειμένου να είναι σε δικαιότερη βάση, γίνεται στο σύνολο της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης ή κύριων συντάξεων ή κύριας και επικουρικής σύνταξης ή μερίσματος που υπερβαίνουν τα 1.000,00 ευρώ κατά μήνα. Η μείωση βαίνει αυξανόμενη, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης ή των συντάξεων, προκειμένου τα βάρη να κατανέμονται ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των συνταξιούχων». Περαιτέρω, όσον αφορά στις περικοπές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας, στην ανωτέρω αιτιολογική έκθεση, εκτίθεται ότι «... οι νέες δημοσιονομικές ανάγκες απαιτούν την περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών. Μεταξύ των άλλων μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών κρίθηκε σκόπιμη και αναγκαία η περικοπή όλων των δώρων και του επιδόματος αδείας για όλους τους ασφαλιστικούς οργανισμούς και όλους τους συνταξιούχους, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και η εξασφάλιση της μελλοντικής συνέχισης της καταβολής των παροχών στους δικαιούχους».

11. Επειδή, όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις σε συνδυασμό και με τα όσα αναφέρονται στις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις των σχετικών νόμων, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστήριξης αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτουμένων από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των οργανισμών κύριας ασφάλισης (άρθρο τρίτο παρ. 10 – 14 του Ν 3845/2010), και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την εισφορά αλληλεγγύης των συνταξιούχων κύριας ασφάλισης (άρθρο 38 του Ν 3863/2010), την εν συνεχεία αναπροσαρμογή και συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ. 10 – 13 του Ν 3986/2011), καθώς και τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων και στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερβαίνουν, αντιστοίχως, τα 1200 και τα 150 ευρώ (άρθρο 2 παρ. 1 – 5 του Ν 4024/2011), εντάσσονται στη δέσμη μέτρων που έχουν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου «Μνημονίου» και του πρώτου «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου», και συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η χώρα. Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων, και επιβαλλόμενες κατά την εκτίμηση του νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσης, δεν παραβιάζουν τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις. Ειδικότερα, κατά τα προεκτεθέντα, οι πιο πάνω περικοπές, ενόψει του ύψους και των εν γένει χαρακτηριστικών τους, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας αντίκεινται, καθώς δεν παρίστανται απρόσφορες ή μη αναγκαίες να υπηρετήσουν το δημόσιο σκοπό για τον οποίο επεβλήθησαν, ούτε τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση προσβάλλουν, καθώς δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι θίγουν τον περιγραφόμενο ως άνω εγγυημένο από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης των συνταξιούχων. Ενόψει, άλλωστε, των παραπάνω συνθηκών της θέσπισής τους, δεν απαιτούνταν, κατά τα προεκτεθέντα, περαιτέρω εκτίμηση των επιπτώσεών τους από το νομοθέτη. Τέλος, δεν δύναται να γεννηθεί ζήτημα παραβίασης της αρχής της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι τα ληφθέντα μέτρα επεβλήθησαν, όπως αναφέρθηκε, ενόψει εκτάκτων και απροβλέπτων συνθηκών και είχαν επείγοντα χαρακτήρα. Κατόπιν αυτών, οι πιο πάνω διατάξεις, κατά το μέρος που επιβάλλονται με αυτές οι εν λόγω περικοπές και μειώσεις, είναι συμβατές με το Σύνταγμα. Τέλος, οι περικοπές που θεσπίστηκαν με τις ανωτέρω διατάξεις των νόμων 3845/2010, 3863/2010, 3986/2011 και 4024/2011 δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον, υπό τα προαναφερθέντα δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζόμενων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων (βλ. ΣτΕ Ολ 2287/2015, σκ. 21).

12. Επειδή, μετά τις διαδοχικές ως άνω περικοπές και μειώσεις, σε συνέχεια δε και προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (Ν 4046/2012), ακολούθησαν, κατά τα προεκτεθέντα, το ίδιο αυτό έτος, δύο ακόμη νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων. Ο Ν 4051/2012, με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12%, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μείωσης (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ, καθώς και ο Ν 4093/2012, με το Άρθρο Πρώτο του οποίου, αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστά από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στο ανωτέρω, εξάλλου, δεύτερο Μνημόνιο προβλεπόταν σχετικώς ότι για «την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος» και ενόψει «των συνεχών προβλημάτων της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση», θα χρειαζόταν η λήψη «επιπρόσθετων μέτρων», ότι «το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτυγχανόταν μέσω περικοπών δαπανών που θα αποσκοπούσαν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», ότι «πολλές από αυτές τις περικοπές θα έπρεπε να αφορούν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις», και ότι «η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε κατ’ ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές των συντάξεων ... με τρόπο που να προστατεύονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι ...».

13. Επειδή, οι τελευταίες ως άνω διατάξεις ψηφίσθηκαν, όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν δικαιολογούνταν πλέον να προχωρήσει στην ψήφιση των σχετικών ρυθμίσεων χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε κατά τα προεκτεθέντα να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε κατ’ αρχάς ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα, το οποίο επικαλείται ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών (και, μάλιστα, ενός εκάστου εξ αυτών, ενόψει της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας), και, με βάση τους παράγοντες αυτούς, όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (Ν 4050/2012), των διαθέσιμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κυρίως δε η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, συνεπεία μέτρων αντίστοιχων με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων και μισθών) ή φορολογικών επιβαρύνσεων, να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων αυτών μέτρων. Τούτο δε ενόψει και της διαπίστωσης ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς, οι οποίοι είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε κι αν τα επίδικα μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, κατά τα παραπάνω, ο νομοθέτης έπρεπε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς [δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων]. Τέλος, εφόσον πάντως κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, κατ’ αρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες, κατά τα εκτεθέντα, φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι ελήφθησαν υπόψη οι κρίσιμες ως άνω συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για τη θέσπιση των σχετικών μέτρων απετέλεσε η συμβολή τους στη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στην «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασικής αιτίας του προβλήματος, γίνεται αορίστως, είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (εν όψει της οικονομικής αυτοτελείας τους και των επιβαλλομένων, αναλόγως, διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται αν και πώς συνέβαλε το κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, αντιθέτως προς όσα εκτίθενται παραπάνω ως προς τις υποχρεώσεις του κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με τη μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες∙ η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων. Επιπλέον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, με τις ως άνω διατάξεις και την επέμβαση που επέρχεται μέσω αυτών στα δικαιώματα των ενδιαφερομένων, κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιουσιακών δικαιωμάτων των θιγόμενων συνταξιούχων, καθώς παραβιάστηκε ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος (ΕΔΔΑ, Khoniakina κατά Γεωργίας, ό.π., σκ. 71) και αναγκάστηκαν αυτοί να υποστούν ένα υπερβολικό ατομικό βάρος (ΕΔΔΑ, Khoniakina κατά Γεωργίας, σκ.72), και ως εκ τούτου, με τις εν λόγω διατάξεις παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ Ολ 2287/2015, σκ. 24).

14. Επειδή, με την ίδια απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ορίσθηκε ότι: “... το Δικαστήριο, μετά στάθμιση του δημοσίου συμφέροντος, αναφερομένου στην οξυμένη δημοσιονομική κρίση και στην κοινώς γνωστή ταμειακή δυσχέρεια του ελληνικού Κράτους, ορίζει ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων θα επέλθουν μετά την δημοσίευση της παρούσης αποφάσεως. Οίκοθεν νοείται ότι για τους ενάγοντες και όσους άλλους έχουν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των εν λόγω διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους, για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσιεύσεως της παρούσης αποφάσεως ...” (βλ. ΣτΕ Ολ 2287/2015, σκ. 26), η δε απόφαση αυτή, όπως αναφέρεται στο τελικό της μέρος, δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 10ης Ιουνίου του ίδιου έτους (10.6.2015).

15. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ (ΠΔ 456/1984, ΦΕΚ Α΄164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 106 αυτού ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων 104 και 105 εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων τους κατά την άσκηση της ανατεθείσας σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εξάλλου, από τη φύση των πραγμάτων και δεδομένου ότι ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη, που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει ο ίδιος τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να προκύψει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, σε εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα, ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτον, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (βλ. ΣτΕ 898/2014, 751/2011, 3625/2001 κ.ά.), όπως είναι οι συνταγματικές διατάξεις (ΣτΕ 3587/1997) και οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων, που κυρώνονται με νόμο και αποκτούν, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, ισχύ υπέρτερη του τυπικού νόμου (βλ. ΣτΕ Ολ 168/2010, ΣτΕ 909/2007). Εξάλλου, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται, μόνον αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν δε και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (βλ. ΣτΕ Ολ 734/2016, ΣτΕ 1038/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως και επί ευθύνης του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, κατά τα άρθρα 105 – 106 του ΕισΝΑΚ (βλ. ΣτΕ 624/2016, 3312/2009, 1915/2007 κ.ά.), ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να επιδικάσει επί αδικοπραξίας εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (βλ. ΣτΕ 3329/2014, 1405/2013, 3218/2009, 330/2009 κ.ά.). Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης είναι, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής και η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, η ηλικία του παθόντος, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, καθώς και οι συνέπειες της παράνομης πράξης στην οικογενειακή και επαγγελματική ζωή και στη σωματική και ψυχική υγεία του παθόντος (πρβλ. ΣτΕ 710/2016, 410/2016, 4022/2015, 2668/2015 κ.ά.).

16. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων γεννήθηκε στις 12.8.1943 και εργάσθηκε ως ιατρός οφθαλμίατρος, όντας ασφαλισμένος στο (πρώην) “Ταμείο Συντάξεων και Αυτασφάλισης Υγειονομικών” (ΤΣΑΥ) και μετέπειτα ΕΤΑΑ – Τομέας Υγειονομικών, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1.8.1970 έως 3.6.1971, από 12.7.1976 έως 13.10.1976 και από 1.5.1977 έως 26.1.2010, με αριθμό μητρώου 39996. Με την .../2010 (αρ. πρωτ. .../30.7.2010) απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Συντάξεων του ΕΤΑΑ – Τομέας Υγειονομικών, έλαβε σύνταξη λόγω γήρατος από 1.2.2010, μηνιαίου ποσού 1.576,67 ευρώ, έχοντας συμπληρώσει χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο 29 ετών (28 ετών, 6 μηνών και 28 ημερών), και με προσαύξηση 50% ως μονοσυνταξιούχος. Η ανωτέρω απόφαση τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την .../2010 (αρ. πρωτ. .../2.11.2010) όμοια, με την οποίαν επανυπολογίσθηκε ο συντάξιμος χρόνος ασφάλισής του σε 39 έτη (38 έτη, 6 μήνες και 22 μέρες) και το ποσό της μηνιαίας σύνταξής του σε 2.343,15 ευρώ. Όπως ο ενάγων ιστορεί με την κρινόμενη αγωγή του, η παραπάνω σύνταξή του υπέστη αλλεπάλληλες μειώσεις, τελευταία δε σε εφαρμογή των Ν 4051/2012 και 4093/2012, ενώ εξάλλου, κατ’ εφαρμογή του δεύτερου εξ αυτών, καταργήθηκαν από 1.1.2013 τα ήδη μειωμένα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας, καθώς και οι αυξήσεις επί των συντάξεων, που προβλέπονταν σε ποσοστό από 3,5% έως 5% ετησίως, με αποτέλεσμα το καθαρό ποσό της προαναφερόμενης σύνταξής του να πέσει από τα 1.859,49 ευρώ στα 1.379,75 ευρώ, ένεκα άλλωστε της Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης και της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης. Προς τούτο, ζητεί: Α] Να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει ποσό 6.000,00 ευρώ, εντόκως προς 6% από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως και Β] Να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ΕΦΚΑ να του καταβάλει ποσό 88.506,50 ευρώ, με το ανωτέρω επιτόκιο και το ίδιο χρονικό σημείο υπολογισμού του, ήτοι συνολικά 94.506,50 ευρώ (6.000,00 ευρώ + 88.506,50 ευρώ). Την επιδίκαση των παραπάνω ποσών αξιώνει ο ενάγων ως αποζημίωση (άρθρα 105–106 ΕισΝΑΚ), για την ισόποση ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη εξαιτίας: 1] Παράνομων περικοπών στις συντάξεις και τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία έλαβε από το εναγόμενο κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2010 έως 31.8.2017, εάν δεν είχαν εφαρμοσθεί κατά το προαναφερόμενο διάστημα οι αντισυνταγματικές, σύμφωνα με όσα διατείνεται, διατάξεις των Ν 4051/2012 και 4093/2012, 2] Παράλειψης χορήγησης αυξήσεων ποσοστού 3% κατ’ έτος επί της σύνταξής του, συνεπεία του Ν 4093/2012, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.8.2017, 3] Επιβολής της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) του Ν 3863/2010, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2010 έως 31.8.2017 και 4] Επιβολής της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης του Ν 3986/2011, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2012 έως 31.8.2017. Συγκεκριμένα δε, όπως επεξηγεί τα ως άνω ποσά ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του, οι περικοπές που υπέστη η σύνταξή του αναλύονται: 1] Σε εφαρμογή του Ν 4051/2012 και κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.8.2017, κρατήσεις συνολικού ποσού 5.305,80 ευρώ, 2] Σε εφαρμογή του Ν 4093/2012 και κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2013 έως 31.8.2017, κρατήσεις συνολικού ποσού 10.268,83 ευρώ, 3] Λόγω κατάργησης των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, στο ύψος που αυτά θα είχαν πριν από την ψήφιση του Ν 3845/2010, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2010 έως 31.8.2017, ποσό 33.356,72 ευρώ, 4] Για τη στέρηση των αυξήσεων, που κανονικά θα λάμβανε στη σύνταξή του, ύψους από 3,5% έως 5% κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 31.8.2017, ποσό 26.756,66 ευρώ, 5] Ένεκα επιβολής της Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης (ΕΑΣ), κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2010 έως 31.8.2017, ποσό 17.081,32 ευρώ και 6] Ένεκα επιβολής της Ειδικής Εισφοράς Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2012 έως 31.8.2017, ποσό 1.237,17 ευρώ και συνολικά 94.006,50 ευρώ. Επιπροσθέτως, ο ενάγων ζητεί να του καταβληθεί και ποσό 500,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την ίδια αιτία. Όπως αναλύει δε ο ίδιος, το εναγόμενο έσφαλε, καθότι οι διατάξεις με τις οποίες επιβλήθηκαν οι ένδικες περικοπές στη σύνταξή του αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι οι εν λόγω περικοπές θίγουν τον πυρήνα του ασφαλιστικού του δικαιώματος, αφού έλαβαν χώρα άνευ ειδικής και εμπεριστατωμένης επιστημονικής μελέτης, με αποτέλεσμα να τον εμποδίζουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής έγγραφα: 1] Καρτέλες συνταξιούχου, που έλαβε από το ΕΤΑΑ–ΤΣΑΥ κατά τα έτη 2010 – 2017, όπου εμφαίνονται οι γενόμενες μειώσεις επί των συντάξεών του ένεκα των Ν 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012, καθώς και τα ποσά των επιδομάτων εορτών και αδείας, που λάμβανε μέχρι και το έτος 2012 και 2] Πίνακες αυξήσεων συντάξεων, κατά τα έτη 2003 – 2005. Αντιθέτως, ο εναγόμενος ΕΦΚΑ, με το ..../29.5.2018 έγγραφο απόψεων της Προϊσταμένης Περιφερειακής Διεύθυνσης Συντάξεων και Πρόνοιας του Τομέα Υγειονομικών και το κατατεθέν στις 4.6.2018 υπόμνημά του, ζητεί την απόρριψη της αγωγής, ως αβάσιμης, επικαλούμενος μεταξύ άλλων ότι: 1] Για τις μειώσεις που έλαβαν χώρα βάσει του Ν 4051/2012, ελήφθη υπόψη το ποσό της καταβλητέας την 1η.1.2012 κύριας σύνταξης, ήτοι το ακαθάριστο ποσό της κύριας σύνταξης που απέμενε μετά την παρακράτηση της ΕΑΣ και της επιπλέον εισφοράς του άρθρου 44 παρ. 11 του Ν 3986/2011, καθώς και των μειώσεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 του Ν 4024/2011, 2] Για τις μειώσεις που επιβλήθηκαν βάσει του Ν 4093/2012, αυτές υπολογίσθηκαν όπως προβλεπόταν από τις σχετικές διατάξεις, 3] Όσον αφορά τα επιδόματα εορτών και αδείας, ο ενάγων τα έλαβε κανονικά κατά τα έτη 2010 – 2012, όπως προβλεπόταν η καταβολή τους μέχρι τότε, πλην όμως καταργήθηκαν από 1.1.2013, 4] Όσον αφορά την αιτούμενη ετήσια αύξηση της σύνταξής του, το εναγόμενο αντιτείνει ότι σε ουδένα συνταξιούχο καταβλήθηκε, 5] Όσον αφορά την ΕΑΣ και την έκτακτη εισφορά του Ν 3986/2011, αυτές υπολογίσθηκαν και πραγματοποιήθηκαν όπως προβλεπόταν από τις οικείες διατάξεις και 6] Σε κάθε περίπτωση, οι επίμαχες μειώσεις των Ν 4051/2012 και 4093/2012 επιβλήθηκαν από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αφενός λόγω της σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης που ενέσκηψε, αφετέρου με σκοπό τη συνολική μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης της Χώρας.

17. Επειδή, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τις διατάξεις που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στις σκέψεις 2 – 8 και 11 της παρούσας, σύμφωνα με τις οποίες οι περικοπές και μειώσεις που επιβλήθηκαν στη σύνταξη λόγω γήρατος, που λάμβανε ο ενάγων από τον ΕΦΚΑ, με τα άρθρα τρίτο παρ. 10 – 14 του Ν 3845/2010, 38 του Ν 3863/2010, 44 παρ. 10 – 13 του Ν 3986/2011 και 2 παρ. 1 – 5 του Ν 4024/2011, δεν παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον, υπό τα παραπάνω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζόμενων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων του, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αγωγή, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην αντισυνταγματικότητα και αντισυμβατότητα των διατάξεων αυτών, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του ενάγοντος.

18. Επειδή, περαιτέρω, με βάση τις διατάξεις που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στις σκέψεις 9, 10, 12 και 13 της παρούσας, σύμφωνα με τις οποίες οι περικοπές που επιβλήθηκαν στη σύνταξη λόγω γήρατος, την οποία λάμβανε ο ενάγων από το εναγόμενο, με το άρθρο 6 του Ν 4051/2012 και το Άρθρο Πρώτο του Ν 4093/2012, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον οι μειώσεις αυτές, συνολικά κρινόμενες με τις ανωτέρω μειώσεις που επιβλήθηκαν με τους παραπάνω νόμους, οδηγούν σε παραβίαση του πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού του δικαιώματος και σε σημαντική επιβάρυνση των περιουσιακών του δικαιωμάτων, με συνέπεια να κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του δικαιώματος της περιουσίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω περικοπές είναι παράνομες, κατά την έννοια των άρθρων 105 – 106 του ΕισΝΑΚ και ο ίδιος δικαιούται να λάβει την αντίστοιχη αποζημίωση, για τη ζημία που υπέστη. Ωστόσο, με βάση όσα έγιναν δεκτά από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, περί έναρξης των συνεπειών αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων (βλ. σκ. 14 της παρούσας), δηλαδή μετά τη δημοσίευση της ΣτΕ Ολ 2287/2015 (10.6.2015), με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει επίκληση της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων αυτών για τη θεμελίωση αποζημιωτικών αξιώσεων άλλων συνταξιούχων, που αφορούν περικοπείσες, βάσει των ίδιων διατάξεων, συνταξιοδοτικές παροχές τους για χρονικά διαστήματα προγενέστερα του χρονικού σημείου δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης, και με δεδομένο ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε στις 28.9.2017 (βλ. πράξη κατάθεσης ΑΓ9669/28.9.2017), το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση τα ποσά που αντιστοιχούν στην περικοπείσα σύνταξή του μόνο κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.2015 έως 31.8.2017, κατά μερική παραδοχή του αιτήματός του και απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου ενστάσεων του εναγομένου. Επομένως, τα ποσά που δικαιούται να λάβει ο ενάγων ως αποζημίωση, με βάση τις προσκομισθείσες από τον ίδιο καρτέλες συνταξιούχου, ανέρχονται: 1] Ένεκα περικοπών του Ν 4051/2012, σε 77,50 ευρώ χ (6 + 12 + 8 μήνες) 26 μήνες = 2.015,00 ευρώ, 2] Ένεκα των περικοπών του Ν 4093/2012, σε 186,83 ευρώ χ 26 μήνες = 4.857,58 ευρώ και 3] Ένεκα μη καταβολής των επιδομάτων εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) και αδείας, σε 200,00 ευρώ (επίδομα αδείας έτους 2015) + 400,00 ευρώ (δώρο Χριστουγέννων ίδιου έτους) + 200,00 ευρώ (δώρο Πάσχα έτους 2016) + 200,00 ευρώ (επίδομα αδείας ίδιου έτους) + 400,00 ευρώ (δώρο Χριστουγέννων ίδιου έτους) + 200,00 ευρώ (δώρο Πάσχα έτους 2017) + 200,00 ευρώ (επίδομα αδείας ίδιου έτους) = 1.800,00 ευρώ, συνολικά δε 2.015,00 ευρώ + 4.857,58 ευρώ + 1.800,00 ευρώ = 8.672,58 ευρώ, κατά μερική αποδοχή του αιτήματός του.

19. Επειδή, περαιτέρω, το αίτημα του ενάγοντος να του καταβληθεί πρόσθετη αποζημίωση για τη στέρηση των αυξήσεων, που κανονικά θα λάμβανε στη σύνταξή του, ύψους από 3,5% έως 5% κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο διότι, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στις προηγούμενες σκέψεις, οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές δεν κάνουν ρητά λόγο για τη στέρηση των εν θέματι αυξήσεων. Επιπροσθέτως, το αίτημα του ιδίου να του καταβληθεί και χρηματική ικανοποίηση (500,00 ευρώ) για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την ίδια αιτία, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι οι επίμαχες περικοπές έλαβαν χώρα γενικώς και αδιακρίτως σε βάρος ευρύτατου κύκλου θιγόμενων από αυτές προσώπων, χωρίς να ενέχουν οποιαδήποτε απαξία ή μομφή ή προσβολή της προσωπικότητας ατομικά ενός εκάστου εξ αυτών, με τη δε παρούσα δικαστική απόφαση ο ενάγων αποκαθίσταται, στα πλαίσια που κρίθηκε ότι δικαιούται, από οικονομικής απόψεως, η οποία αποτελεί άλλωστε και το βασικό αντικείμενο της προκείμενης διαφοράς.

20. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη εν μέρει, και αφενός να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 6.000,00 ευρώ, αφετέρου να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ιδίου να του καταβάλει ποσό (8.672,58 ευρώ – 6.000,00 ευρώ = ) 2.672,58 ευρώ. Πλην όμως, το αίτημα του ενάγοντος να του επιδικασθούν και τόκοι για τα παραπάνω ποσά, προβάλλεται αβασίμως και πρέπει να απορριφθεί διότι, μετά την τροποποίηση του άρθρου 75 παρ. 2 εδ. α΄ του ΚΔΔ με το άρθρο 19 του Ν 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213) και έναρξη ισχύος από 1.1.2011, σύμφωνα με το άρθρο 70 αυτού, τα κατά το ουσιαστικό δίκαιο έννομα αποτελέσματα της άσκησης της αγωγής επέρχονται, ως προς τον εναγόμενο, από την επίδοσή της σε αυτόν από τον ενάγοντα, η δε κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στις 28.9.2017 (βλ. Την .../28.9.2017 πράξη κατάθεσης), άρα καταλαμβάνεται από την προαναφερόμενη διάταξη. Ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, δεν προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα που κατέθεσε στο φάκελο ο ενάγων ότι μερίμνησε ο ίδιος για την επίδοση της αγωγής του στον ΕΦΚΑ, γνώση δε αυτής φέρεται να έλαβε ο εναγόμενος Φορέας δια της από 23.10.2017 επίδοσης αυτής με επιμέλεια του Δικαστηρίου [βλ. το ταυθήμερο αποδεικτικό της.., επιμελήτριας Δ.Δ.]. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ του ίδιου Κώδικα).[Δέχεται εν μέρει την αγωγή.]