ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ Α'

ΑΡΙΘΜΟΣ 2061/2019

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ευαγγελία Τουπαδάκη, Εφέτη και τη Γραμματέα τη Γραμματέα Φωτούλα Κατραμάδου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 14η Δεκεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Γ. κατοίκου………….., Α.Φ.Μ………….., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Πασχάλη Λαμπρόπουλου (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …………………….).

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Εταιρίας με την επωνυμία «…………………. ΕΠΕ», με έδρα ……………….., Α.Φ.Μ. …………… και αρ. Γ.Ε.ΜΗ. …………, ήδη τελούσας υπό εκκαθάριση, κατόπιν της λύσεώς της, καταχωρηθείσας (της λύσεως) στο Γ.Ε.ΜΗ., την 17-10-2018, με ΚΑΚ …………………….., νομίμως εκπροσωπούμενης για την παρούσα δίκη από τον διορισθέντα ως προσωρινό διαχειριστή της, Π., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Ιωαννίδη (Α.Μ.Δ.Σ.Θ………………….), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει, 2) Σ. κατοίκου ………………….., αρ. 5), Α.Φ.Μ. ……………….. και προσωρινά ………………, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του δικηγόρο Ιωάννη Ιωαννίδη (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. ………………..), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει και 3) Εταιρίας με την επωνυμία «…………… S.A.» (………………. Α.Ε.), με Α.Φ.Μ. ………………. και αρ Γ.Ε.ΜΗ. ……………., που εδρεύει στη ……………….. και εκπροσωπείται νόμιμα από την πρόεδρο του Δ.Σ. και διευθύνουσα σύμβουλο αυτής Γ., κάτοικο ………, Α.Φ.Μ.…………, που εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Ιωαννίδη (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …………………), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει.

Ο ενάγων άσκησε κατά των εναγόμενων, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./2015 αγωγή, με την οποία ζήτησε ό,τι αναφέρεται σ’ αυτήν. Το άνω Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε τη με αριθμό 4889/2017 οριστική απόφασή του, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο ενάγων, με την από 8-5-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …………./10-5-2017 έφεσή του, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο στη σειρά της, ο εκκαλών παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό του δικηγόρο, ο οποίος αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώ οι εφεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιό τους δικηγόρο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ισχύει, ο οποίος και προκατέθεσε προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 28-5-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……../10-5-2017 έφεση του ηττηθέντος ενάγοντος, που στρέφεται κατά της με αριθμό 4889/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……………/29-12-2015 αγωγής του ήδη εκκαλούντος κατά των εναγόμενων και ήδη εφεσιβλήτων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ.1 και 2, 499, 511, 513 παρ.1 στοιχ. β', 516 παρ.1, 517, 518 παρ.1 του ΚΠολΔ) και εισάγεται αρμόδια και παραδεκτά για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρα 532 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται από τους λόγους της (άρθρο 522 ΚΠολΔ), εφόσον για το παραδεκτό της ασκήσεως αυτής (εφέσεως) βάσει της αναγραφόμενης στην παραπάνω έκθεση καταθέσεως του δικογράφου, έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα παράβολο ποσού εκατό (100) ευρώ, που προβλέπεται από το άρθρο 495 παρ. 3 περ. A αρ. β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από 23-1-2017 με τα άρθρα 35 παρ. 2 και 45 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ A 240/22.12.2016), σημειουμένου ότι η πρώτη εναγόμενη-εφεσίβλητος εταιρία με την επωνυμία «………. ΕΠΕ», έχει ήδη λυθεί, δυνάμει της με αριθμό 8769/8-6-2018 (αμετάκλητης) αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καταχωρηθείσας της λύσεως στο Γ.Ε.ΜΗ. την 17-10-2018, με ΚΑΚ …………..., και τελεί υπό εκκαθάριση, νομίμως δε εκπροσωπείται, για την παρούσα δίκη, από τον διορισθέντα ως προσωρινό διαχειριστή της, με τη με αριθμό 6890/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) Π.

Ο εναγών και ήδη εκκαλών ιστορούσε στην ασκηθείσα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …………../29-12-2015 αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων ότι δυνάμει του με αριθμό …………/2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π., που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία των εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συστήθηκε μεταξύ αυτού και του δευτέρου εναγόμενου Σ., η πρώτη εναγόμενη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………………. ΕΠΕ», με έδρα το τότε δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ... Θεσσαλονίκης, με εταιρικό σκοπό τη λειτουργία ξηραντηρίου αγροτικών προϊόντων, την εμπορία αγροτικών προϊόντων, αγροτικών εργαλείων, μηχανημάτων και λοιπών συναφών ειδών, καθώς και τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων, με αρχικό κεφάλαιο 20.000,00 ευρώ, διαιρούμενο σε 500 εταιρικά μερίδια των 40,00 ευρώ το καθένα, καθένας δε των εταίρων συμμετείχε με 250 εταιρικά μερίδια. Ότι βάσει του άρθρου 10 του καταστατικού της εταιρίας, διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής ορίσθηκε ο ίδιος (ενάγων), ενώ παράλληλα, από το χρόνο συστάσεώς της, με προφορική συμφωνία μεταξύ των δύο εταίρων ορίσθηκε ότι αυτός (ενάγων) θα λαμβάνει ως αμοιβή διαχειριστή το ποσό των 1.000,00 ευρώ, μηνιαίως. Ότι ακολούθως, με το με αριθμό ………../2007 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, αποφασίσθηκε η εκούσια αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας κατά το ποσό των 80.000,00 ευρώ, με τη έκδοση 2.000 νέων εταιρικών μεριδίων, αξίας 40,00 ευρώ το καθένα και έτσι το κεφάλαιο της εταιρίας διαμορφώθηκε σε 100.000,00 ευρώ, διαιρούμενο σε 2.500 εταιρικά μερίδια, αξίας 40,00 ευρώ το καθένα, καθένας δε των εταίρων έλαβε 1.250 εταιρικά μερίδια, συμμετέχοντας στην εταιρία με ποσοστό 50%, ενώ στη συνέχεια, με το με αριθμό ……../2009 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Σ., ο δεύτερος εναγόμενος μεταβίβασε τα εταιρικά του μερίδια στην τρίτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……………… S.A.» έναντι τιμήματος 500.000,00 ευρώ, ενώ παράλληλα αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο, κατά το ποσό των 2.000,00 ευρώ και διαμορφώθηκε στο ποσό των 102.000,00 ευρώ, διαιρούμενο σε 3.400 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 30,00 ευρώ το καθένα, και έτσι, μετά την ως άνω τροποποίηση του καταστατικού, αυτός (ενάγων) και η τρίτη εναγόμενη συμμετείχαν πλέον στη δεύτερη εναγομένη, κατ' ισομοιρία, με 1.700 εταιρικά μερίδια ο καθένας. Ότι, παρά την αρχική προφορική συμφωνία του με το δεύτερο εναγόμενο και στη συνέχεια με την τρίτη εναγομένη ότι θα του καταβάλλεται αμοιβή διαχειριστή, ποσού 1.000,00 ευρώ, μηνιαίως, ουδέποτε του καταβλήθηκε το ποσό αυτό. Περαιτέρω ιστορούσε, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, ότι κατά το χρόνο συστάσεως της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, όταν ορίσθηκε το εταιρικό κεφάλαιο αυτής στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των 10.000,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία των 250 εταιρικών μεριδίων, για τη συμμετοχή του στην πρώτη εναγομένη, το δε υπόλοιπο ποσό των 10.000,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στην αξία των (υπόλοιπων) 250 εταιρικών μεριδίων, για τη συμμετοχή του δευτέρου εναγομένου, καλύφθηκε με αντίστοιχο χρηματικό ποσό που δάνεισε στον τελευταίο, ο οποίος και υποσχέθηκε να του το αποδώσει, πλην, όμως, δεν το έπραξε. Τέλος ιστορούσε ότι από τον Ιούλιο του 2014, παρακάμφθηκε από τη διαχείριση της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, την οποία ανέλαβε και ασκεί έκτοτε εν τοις πράγμασι, κατά παράβαση της καταστατικής προβλέψεως, η τρίτη εναγομένη, η οποία, κατά παράβαση της συμβάσεως και της ιδιότητάς της ως εν τοις πράγμασι διαχειρίστριας, παραβίασε τις εταιρικές της υποχρεώσεις, αλλά και τα διαχειριστικά της καθήκοντα, προβαίνοντας σε παράνομες, αντίθετες προς το συμφέρον της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και ανταγωνιστικές προς αυτήν πράξεις, με σκοπό την προώθηση ιδίων συμφερόντων και δη ότι από τον Ιούλιο του 2014 και έπειτα, όταν εκδίωξε αυτόν από τη διαχείριση της πρώτης εναγόμενης εταιρίας και ανέλαβε πλέον η ίδια την ουσιαστική της διαχείριση, χρησιμοποίησε τις εγκαταστάσεις της τελευταίας (πρώτης εναγομένης) προς ίδιο όφελος, ξεραίνοντας παράνομα και αυθαίρετα δικές της μεγάλες ποσότητες ρυζιού, επιπλέον δε δεν κατέβαλε, όπως όφειλε, λόγω της ιδιότητάς της ως εν τοις πράγμασι διαχειρίστριας, τα μισθώματα του ακινήτου, στο οποίο βρίσκεται η έδρα και οι εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης, για το έτος 2015, με αποτέλεσμα να διαταχθεί η αποβολή της τελευταίας από τις μισθωμένες εγκαταστάσεις της, δυνάμει της αναφερόμενης διαταγής αποδόσεως μισθίου, του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Ότι από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης σε βάρος της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, προσβλήθηκε η προσωπικότητα, η τιμή και η υπόληψή του, ως εταίρου και διαχειριστή της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, δικαιούμενος, ως εκ τούτου, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθούν, με απόφαση που να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, α) οι πρώτη και δεύτερος των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 38.000,00 ευρώ (38 μήνες X 1.000,00 ευρώ μηνιαίως), για αμοιβή του, ως διαχειριστή, για το χρονικό διάστημα Νοέμβριος 2006 έως και Δεκέμβριος 2009 (χρονικό διάστημα συμμετοχής του δευτέρου εναγομένου στην πρώτη εναγόμενη εταιρία), β) οι πρώτη και τρίτη των εναγόμενων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το ποσό των 55.000,00 ευρώ (55 μήνες X 1.000,00 ευρώ μηνιαίως), για αμοιβή του, ως διαχειριστή, για το χρονικό διάστημα Ιανουάριος 2010 έως και Ιούλιος 2014 (χρονικό διάστημα συμμετοχής της τρίτης εναγομένης στην πρώτη εναγόμενη εταιρία), γ) οι πρώτη και δεύτερος των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το δανεισθέν ποσό των 10.000,00 ευρώ και δ) η τρίτη εναγομένη να του καταβάλει το ποσά των 70.000,00 ευρώ (μετά το γενόμενο, νομότυπα, περιορισμό από το αρχικά αιτηθέν ποσό των 110.000,00 ευρώ), ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, όλα δε τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα. Επί της αγωγής αυτής, που συζητήθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), εξέδωσε την εκκαλούμενη, με αριθμό 4889/2017, οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή και ειδικότερα, η αγωγή: α) κατά το (κατ’ εκτίμηση του δικογράφου στηριζόμενο στην έννομη σχέση της δανειακής συμβάσεως) αίτημα αποδόσεως του δανείσματος, ποσού των 10.000,00 ευρώ, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς την πρώτη εναγόμενη εταιρία, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως, β) κατά το αίτημα επιδικάσεως των ποσών 38.000,00 ευρώ και 55.000,00 ευρώ για αμοιβή ως διαχειριστή, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και γ) κατά το αίτημα επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 70.000,00 ευρώ, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, ήτοι η αγωγή απορρίφθηκε, για τους προαναφερθέντες λόγους, ως προς την πρώτη και την τρίτη των εναγομένων, ενώ αυτή (αγωγή) ως προς το δεύτερο εναγόμενο και κατά το αίτημα αποδόσεως του δανείσματος, ποσού των 10.000,00 ευρώ, κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη (ως ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 806 επ. ΑΚ) και ακολούθως απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ως προς το εν λόγω αίτημα αναφορικά με το δεύτερο εναγόμενο. Κατά της αποφάσεως αυτής και δη κατά των διατάξεών της, με τις οποίες απορρίφθηκαν τα αγωγικά αιτήματα: α) αποδόσεως του δανείσματος, ποσού 10.000,00 ευρώ, μόνον όσον αφορά στο δεύτερο εναγόμενο (ως προς τον οποίο απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμο), β) καταβολής των ποσών 38.000,00 ευρώ και 55.000,00 ευρώ, για αμοιβή του ενάγοντος ως διαχειριστή και γ) επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 70.000,00 ευρώ, παραπονείται ο ηττηθείς ενάγων, με την υπό κρίση έφεσή του και, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητάει την εξαφάνιση της εκκαλούμενης αποφάσεως, ως προς τις ως άνω απορριπτικές διατάξεις της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του, κατά τα ως άνω αιτήματα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το έγγραφο της εφέσεως, πρέπει να περιέχει, εκτός των απαιτούμενων κατά τα άρθρα 119 έως 120 ίδιου Κώδικα στοιχείων, και τους λόγους της εφέσεως. Ως λόγοι εφέσεως νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλούμενη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις οι συνιστάμενες, ως επί των πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου. Οι παραδρομές του δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται, είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διατάξεως του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι εφέσεως εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1574/2015, ΑΠ 297/2013, σε ΤρΝομΠλ Νομος), αν λείπει δε ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος εφέσεως, το δικόγραφο είναι άκυρο και η έφεση απορρίπτεται (βλ. Σ. Σαμουήλ, η έφεση, έκδ. 2003, παρ. 541, σελ. 218 και παρ. 549 επ.). Έτσι λόγος εφέσεως για παράβαση κανόνων ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου τυγχάνει παντελώς αόριστος, εάν δεν μνημονεύεται στο εφετήριο και ο κανόνας του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον εκκαλούντα συνιστούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 1657/2002, ΕλΔνη 44,1614, ΕφΛαρ 322/2011, ΕφΠειρ 875/2007, σε ΤρΝομΠλ Νόμος). Ακόμη, οι λόγοι της εφέσεως, εκτός από σαφείς και ορισμένοι, πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή να άγουν, αν θεωρηθούν βάσιμοι, σε εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΑΠ 558/1990, ΕΕΝ 1991,121, ΑΠ 1444/1984, Σ. Σαμουήλ ό.π. παρ. 542 σελ. 221). Έτσι αλυσιτελής είναι ο λόγος εφέσεως που πλήττει την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη, αόριστη ή απαράδεκτη (ΑΠ 323/1989, ΕλΔνη 31,770, ΕφΔωδ 119/2014, σε ΤρΝομΠλ Νόμος, Σ. Σαμουήλ, ό.π. παρ. 542 αρ. 6, σελ. 222), διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Εξάλλου, στα πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υποθέσεως και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ’ άρθρο 534 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 755/2016, ΑΠ 102/2010, ΑΠ 824/2007, σε ΤρΝομΠλ Νόμος). Περαιτέρω, από τη θεωρία και τη νομολογία γίνεται δεκτό, σχετικά με το θέμα της αμοιβής των διαχειριστών της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (εταίρων ή όχι) και, κατ’ αναλογία, των εργαζομένων στην εταιρία εταίρων, ότι η εταιρία (ΕΠΕ) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει αμοιβή μόνον όταν υπάρχει πρόβλεψη στο καταστατικό ή ελήφθη γι' αυτό απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων, μπορεί δε να συνίσταται αυτή (αμοιβή) σε πάγια αντιμισθία ή σε ποσοστά στα κέρδη ή και στα δύο (ΕφΠειρ 41/2017, ΕφΠειρ 871/2009, ΕφΘεσ 2485/2001, ΕφΘεσ 1972/2000, σε ΤρΝομΠλ Νόμος, Ν. Ρόκα, Εμπορικές εταιρίες, 4η έκδ., σελ. 345, Ελ. Λεβαντή, Περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης, 6η έκδ., σελ. 185). Για τον καθορισμό της αμοιβής των διαχειριστών και των εργαζόμενων εταίρων αρκεί απόφαση της γενικής συνελεύσεως των εταίρων, που λαμβάνεται με την απλή πλειοψηφία και οπωσδήποτε δεν απαιτείται ομόφωνη απόφαση, αν δεν προβλέπει κάτι τέτοιο το καταστατικό της ΕΠΕ και τούτο γιατί δεν συντρέχει περίπτωση της παρ. 3 εδ. β’ του άρθρου 38 του Ν. 3190/1955 (αύξηση υποχρεώσεων ή μείωση δικαιωμάτων των εταίρων), δεδομένου ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι με την απόφαση της γενικής συνέλευσης των εταίρων, που είναι το ανώτατο όργανο της εταιρίας και έχει εξουσία να αποφασίζει για κάθε εταιρική υπόθεση (άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 3190/1955), με την οποία, σύμφωνα με το καταστατικό, καθορίζεται ή αυξάνεται η αμοιβή των διαχειριστών ή των εργαζομένων εταίρων, μειώνονται τα εκ του καταστατικού δικαιώματα των εταίρων ή αυξάνονται οι υποχρεώσεις αυτών (ΕφΠειρ 41/2017, ΕφΠειρ 871/2009, ΕφΘεσ 2485/2001, ΕφΘεσ 1972/2000, σε ΤρΝομΠλ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο εκκαλών, με σκέλος του δευτέρου λόγου της εφέσεώς του, παραπονείται για την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως των ποσών 38.000,00 ευρώ και 55.000,00 ευρώ, για αμοιβή του, ως διαχειριστή της πρώτης εναγόμενης και ήδη πρώτης εφεσιβλήτου εταιρίας. Η αγωγή, ως προς το εν λόγω αίτημα, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αγωγής, όπως το περιεχόμενο αυτής αναφέρθηκε παραπάνω, ο ενάγων στηρίζει το αίτημά του αυτό, περί καταβολής αμοιβής, ως διαχειριστή της πρώτης εναγόμενης σε προφορική συμφωνία του με τους εκάστοτε εταίρους της τελευταίας (πρώτο και τρίτη των εναγομένων αντίστοιχα), πλην, όμως, σύμφωνα, με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις, για τον καθορισμό αμοιβής του διαχειριστή εταιρίας περιορισμένης ευθύνης πρέπει να υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό ή να ελήφθη γι' αυτό απόφαση της συνελεύσεως των εταίρων, στοιχεία, όμως, που δεν επικαλείται ο ενάγών, αλλά μόνο προφορική συμφωνία, κατά τα προαναφερθέντα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έστω με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου σχετικού σκέλους του δευτέρου λόγου της εφέσεως. Εξάλλου, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος της εφέσεως, κατά το σκέλος του, με το οποίο ο εκκαλών παραπονείται, αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και μη λήψη υπόψη εγγράφων και της ένορκης καταθέσεως του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρά του, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προΰποθέσεως, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, απέρριψε την αγωγή, ως προς το ως άνω αίτημα, ως μη νόμιμη, χωρίς να προχωρήσει στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω αγωγικού αιτήματος.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ προκύπτει ότι αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία έχει, κατά κανόνα, μόνον ο αμέσως ζημιωθείς, εκείνος δηλαδή που προσβλήθηκε αμέσως στα δικαιώματα και στα εννόμως γενικώς και προστατευόμενα συμφέροντα του, τέτοιος δε ζημιωθείς επί αδικοπραξίας τρίτου, στρεφόμενης κατά εταιρίας με νομική προσωπικότητα, όπως είναι η εταιρία περιορισμένης ευθύνης, είναι τούτο το νόμιμο πρόσωπο της εταιρίας και όχι οποιοσδήποτε εταίρος αυτής, που αντανακλαστικά και μόνο ζημιώνεται από την αδικοπραξία σε βάρος της εταιρίας. Ειδικότερα, επί αδικοπραξίας μόνον η εταιρία δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και όχι τα μέλη αυτής και δη είτε η αδικοπραξία έχει τελεσθεί από τρίτο πρόσωπο, είτε από τα ίδια τα μέλη της εταιρίας, είτε από τον διαχειριστή της και τούτο, καθόσον αμέσως παθόν εκ της αδικοπραξίας τυγχάνει, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το νομικό πρόσωπο, ως αυτοτελές υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ήτοι η εταιρία, και όχι τα μέλη του νομικού, αυτού προσώπου εταίροι (ΣυμβΟλΑΠ 1/1994, ΑΠ 1218/2016 (ποιν), σε ΤρΝομΓΊλ Νόμος, ΑΠ 1648/2014, σε ΤρΝομΠλ ΔΣΑ, ΑΠ 2172/2013 σε ΤρΝομΠλ Νόμος, ΑΠ 1831/2011, σε ΤρΝομΠλ ΔΣΑ). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 26 του Ν. 3190/1955 περί εταιριών περιορισμένης ευθύνης ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Οι διαχειρισταί ευθύνονται εις αποζημίωσήν εφόσον δεν ενήργησαν από κοινού εις ολόκληρον, έναντι της εταιρίας, έκαστου των εταίρων και των τρίτων διά παραβάσεις του παρόντος νόμου και του καταστατικού ή διά πταίσματα περί την διαχείρισιν αυτών. 2. Η κατά την προηγούμενην παράγραφον αξίωσις των κατ' ιδίαν εταίρων και των τρίτων δύναται ν' ασκηθεί εφόσον η συνέλευσις των εταίρων απέρριψε πρότασιν περί εγέρσεως αγωγής εκ μέρους της εταιρίας ή εφόσον δεν ελήφθη απόφασις της συνελεύσεως εντός ευλόγου χρόνου”. Η ως άνω διάταξη στο μέτρο που αναφέρεται στους εταίρους και στους τρίτους ρυθμίζει την περίπτωση κατά την οποία τα άνω πρόσωπα ζημιώνονται εμμέσως από πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών, δηλαδή την περίπτωση κατά την οποία οι εταίροι και οι τρίτοι βλάπτονται αντανακλαστικά από τη βλάβη που επέρχεται αμέσως στο νομικό πρόσωπο της εταιρίας εξαιτίας των άνω πράξεων και παραλείψεων των διαχειριστών. Δεν εκτείνεται, συνεπώς, η αναφερόμενη διάταξη και στη ρύθμιση της περιπτώσεως κατά την οποία οι εταίροι ή οι τρίτοι από τις πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών υφίστανται άμεση ή προσωπική ζημία. Το τελευταίο μπορεί να συμβεί όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις των διαχειριστών προσβάλλονται ιδιαίτερα δικαιώματα των εταίρων ή επέρχεται απώλεια εγκριθέντος μερίσματος αυτών κλπ. Η αποκατάσταση της τελευταίας αυτής ζημίας χωρεί κατά το κοινό δίκαιο και ειδικότερα με ης. προϋποθέσεις των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ (ΕφΑθ/218/2007, σε ΤρΝομΠλ Νόμος). Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 2 του Ν. 3190/1955, με τις οποίες ορίζεται ότι ο διαχειριστής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης δεν δικαιούται να ενεργεί για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό άλλου πράξεις που ανάγονται στο σκοπό της εταιρίας, ούτε να είναι εταίρος ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας ή εταίρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης που επιδιώκει τον ίδιο σκοπό, χωρίς απόφαση όλων των εταίρων που λαμβάνεται σε συνέλευση και ότι το καταστατικό μπορεί να περιλαμβάνει διάταξη που να επεκτείνει την απαγόρευση της προηγούμενης παραγράφου και επί των εταίρων, σαφώς συνάγεται ότι ο εταίρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, ο οποίος δεν έχει από το νόμο υποχρέωση παραλείψεως ανταγωνισμού απέναντι στην εταιρία, μπορεί, με ρητή πρόβλεψη του καταστατικού, να υπαχθεί συμβατικά στην ισχύουσα για τους διαχειριστές απαγόρευση του ανταγωνισμού απέναντι στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης, ενόψει και του ότι ο εταίρος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης έχει υποχρέωση προωθήσεως του εταιρικού σκοπού και παραλείψεως κάθε πράξεως που παρεμποδίζει την επίτευξη του κοινού σκοπού. Στην εν λόγω απαγόρευση ανταγωνισμού εμπίπτουν εκείνες οι πράξεις του εταίρου που ανάγονται στο σκοπό της εταιρίας και ασκούνται για λογαριασμό τρίτου, όπως είναι η προώθηση ξένου ανταγωνισμού σε βάρος της εταιρίας, η ενίσχυση ή η διευκόλυνση με την παροχή υπηρεσιών ή πιστώσεων ανταγωνισμού που προπαρασκευάζεται ή ασκείται από τρίτους. Η απαγόρευση αυτή παύει να ισχύει για τον εταίρο με τη νόμιμη λύση της εταιρικής σχέσεώς του, όπως π.χ. με τον αποκλεισμό ή την έξοδο του από την ΕΠΕ. Η παραβίαση της εν λόγω απαγορεύσεως συνεπάγεται, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 20 του Ν. 3190/1955, και αποζημίωση της ΕΠΕ για τη ζημία που αυτή υπέστη από την πιο πάνω αιτία. Βέβαια δεν αποκλείεται να υφίσταται ευθύνη του εταίρου της ΕΠΕ και έξω από το πλαίσιο του άρθρου 20 του Ν. 3190/1950, όταν παραβιάζεται η υποχρέωση πίστεως που συνδέει τον εταίρο με την ΕΠΕ και ιδίως η υποχρέωση εχεμύθειας με τη γνωστοποίηση σε τρίτους ανταγωνιστές σημαντικών για την εταιρία πληροφοριών που έχουν απόρρητο χαρακτήρα, ή όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αθέμιτου ανταγωνισμού, γεγονός που συμβαίνει και όταν υπό τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων γίνεται αθέμιτη απόσπαση πελατείας και εργαζομένων. Η πιο πάνω ευθύνη του εταίρου απέναντι στην ΕΠΕ μπορεί να συρρέει παράλληλα και με αδικοπρακτική ευθύνη αυτού, εφόσον καλύπτονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 914 ή του άρθρου 919 ΑΚ (ΕφΑθ 8513/2005, ΕλΔνη 26,1698, ΕφΑθ 4530/2002, σε ΤρΝομΠλ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση με σκέλος του τρίτου λόγου της εφέσεως ο εκκαλών-ενάγων παραπονείται κατά της διατάξεως της εκκαλουμένης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, κατά το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, όπως το περιεχόμενο αυτής αναφέρθηκε παραπάνω, οι φερόμενες ως τελεσθείσες παράνομες, αντισυμβατικές και υπαίτιες πράξεις της τρίτης εναγομένης και ήδη τρίτης εφεσιβλήτου, στρέφονται κατά των συμφερόντων της πρώτης εναγόμενης και ήδη πρώτης εφεσιβλήτου εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, που είναι η αμέσως ζημιωθείσα, άρα και φορέας της απαιτήσεως προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, ενώ ο ενάγων και ήδη εκκαλών, ως αντανακλαστικά ή εμμέσως μόνο ζημιωθείς λόγω της συμμετοχής του στην εταιρία, δεν έχει τέτοια αξίωση κατά της τρίτης εναγομένης και επομένως είναι απορριπτέα η αγωγή κατά το εν λόγω αγωγικό αίτημα, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος. Εξάλλου, το εν λόγω αγωγικό αίτημα, κατά τα αναφερόμενα στις παραπάνω νομικές σκέψεις, δεν μπορεί να βρει έρεισμα ούτε στις διατάξεις των άρθρων 20 και 26 του Ν. 3190/1955, που προβλέπουν την ευθύνη των διαχειριστών, λόγω πταίσματος κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους και την ευθύνη του εταίρου, λόγω παραβάσεως της (εκ του καταστατικού ή κατ’ άρθρο 919 ΑΚ) υποχρεώσεως προς πίστη στην εταιρία και μη ανταγωνιστικής δραστηριότητας αυτού, αντίστοιχα, διότι σε: στις περιπτώσεις αυτές, θα πρέπει να ζητείται η καταψήφιση της οφειλής απευθείας στην εταιρία, που είναι η αμέσως ζημιωθείσα και όχι στον ίδιο τον εταίρο, όπως, εν προκειμένω, στον ενάγοντα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, απορριπτόμενου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου σχετικού σκέλους του τρίτου λόγου της εφέσεως. Εξάλλου, ο ίδιος (τρίτος) λόγος της εφέσεως, κατά το σκέλος του, με το οποίο ο εκκαλών παραπονείται, αναφορικά με την απόρριψη του ως άνω αιτήματος, για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και μη λήψη υπόψη εγγράφων και της ένορκης καταθέσεως του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρά του, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, απέρριψε την αγωγή, ως προς το ως άνω αίτημα, ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, χωρίς να προχωρήσει στην εξέταση της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω αγωγικού αιτήματος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη συμβάσεως δανείου, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 παρ. 1 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου. Η απόδειξη για το γεγονός από το οποίο μπορεί να προκύψει ηθική αδυναμία, εφόσον αμφισβητηθεί, γίνεται και με μάρτυρες. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης αποδείξεως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1004/2005, σε ΤρΝομΠλ Νόμος). Από τα παραπάνω, λοιπόν συνάγεται ότι, κατ' εξαίρεση, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται, πλην των άλλων περιπτώσεων και σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο. Ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου υπάρχει, αν τα μέρη είχαν κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση συντάξεως εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία. Ο δεσμός αυτός μπορεί να είναι στενή συγγένεια, συναδελφική συνεργασία, στενή μακροχρόνια φιλία, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλττ (ΑΠ 1144/2018, ΑΠ 2/2015, ΑΠ 346/2013, ΑΠ 402/2012, σε ΤρΝομΠλ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση και αναφορικά με τον πρώτο λόγο της εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών-ενάγων βάλλει κατά της εκκαλουμένης, που απέρριψε το αγωγικό αίτημα αποδόσεως του δανείσματος, ποσού 10.000,00 ευρώ, όσον αφορά στο δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο, ως ουσιαστικά αβάσιμο, λεκτέα τα εξής: Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως Γ. και ανταποδείξεως Ε., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, μετά από πρόταση των διαδίκων και οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους ταυτάριθμα της εκκαλουμένης πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, εκπμώμενες (άρθρο 340 ΚΠολΔ) καθεμία χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και με τις υπόλοιπες αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο της γνώσεως και το βαθμό της αξιοπιστίας καθενός τούτων (μαρτύρων), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι, με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις τους (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/2013, ΑΠ 197/2013, σε ΤρΝομΠλ Νόμος), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί απολύτως κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται αφενός μεν η προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα-εκκαλούντα, με αριθμό …………/1-11-2016 ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων Γ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων και αφετέρου η προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το δεύτερο εναγόμενο-εφεσίβλητο με αριθμό …………./3-11-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ε., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, και οι οποίες συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 412/2018, ΑΠ 1906/2014, ΑΠ 774/2012, ΑΠ 1118/2011, σε ΤρΝομΠλ Νόμος), καθώς και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν παραδεκτά, κατ' άρθρο 529 του ΚΠολΔ, για πρώτη φορά, στην παρούσα, κατ' έφεση, δίκη οι διάδικοι, καθόσον κρίνεται ότι η μη προσκομιδή τους στην πρωτόδικη δίκη δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια τους (ΑΠ 493/2015, ΑΠ 1352/2012, ΑΠ 1114/2011, ΑΠ 771/2010, ΑΠ 319/2009, σε ΤρΝομΠλ Νόμος), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του με αριθμό .../16-3-2006 συμβολαίου συστάσεως εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π., που καταχωρήθηκε, νόμιμα, στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αριθμό μητρώου ……………… και α.α. …………../25.5.2006) και σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο με αριθμό .../2.6.2006 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), συστήθηκε, μεταξύ του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος και του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου εφεσιβλήτου, η πρώτη εναγόμενη και ήδη πρώτη εφεσίβλητος εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «……………ΕΠΕ», με διάρκεια 20 ετών, έδρα το τότε δημοτικό διαμέρισμα ... του Δήμου ... Θεσσαλονίκης και με εταιρικό σκοπό τη λειτουργία ξηραντηρίου αγροτικών προϊόντων, την εμπορία αγροτικών προϊόντων, αγροτικών εργαλείων, μηχανημάτων και λοιπών συναφών ειδών, καθώς και τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων. Το αρχικό κεφάλαιο της πρώτης εφεσιβλήτου ήταν 20.000,00 ευρώ, διαιρούμενο σε 500 εταιρικά μερίδια των 40,00 ευρώ το καθένα, καθένας δε των εταίρων συμμετείχε με 250 εταιρικά μερίδια, ενώ βάσει του άρθρου 10 του ως άνω συμβολαίου καταστατικού της πρώτης εφεσιβλήτου εταιρίας, διαχειριστής και εκπρόσωπος αυτής ορίσθηκε ο εκκαλών, ο οποίος δεσμεύει και εκπροσωπεί την εταιρία σε κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως ενώπιον κάθε αρχής, υπηρεσίας και δικαστηρίου. Στη συνέχεια, με το με αριθμό ……………/23-3-2007 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που καταχωρήθηκε, νόμιμα, στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αριθμό μητρώου …………… και α.α. ……………/30.3.2007) και σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ……………./10.4.2007 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), τροποποιήθηκε το 5° άρθρο του καταστατικού της πρώτης εφεσιβλήτου εταιρίας, κατόπιν της από 6-2-2007 αποφάσεως της έκτακτης γενικής συνελεύσεως των εταίρων της, κατά την οποία αποφασίσθηκε η εκούσια αύξηση του κεφαλαίου αυτής, κατά το ποσό των 80.000,00 ευρώ, με την έκδοση 2.000 νέων εταιρικών μεριδίων, αξίας 40,00 ευρώ το καθένα, ποσό που καλύφθηκε κατ' ισομοιρία από τον εκκαλούντα και το δεύτερο εφεσίβλητο, και έτσι το κεφάλαιο της πρώτης εφεσιβλήτου ανήλθε στο ποσό των 100.000,00 ευρώ, διαιρούμενο σε 2.500 εταιρικά μερίδια, αξίας 40,00 ευρώ το καθένα, καθένας δε των εταίρων συμμετείχε στην εταιρία κατ' ισομοιρία, κατέχοντας 1.250 εταιρικά μερίδια. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι με το με αριθμό .../22-122009 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ., που καταχωρήθηκε, νόμιμα, στα βιβλία εταιριών ΕΠΕ του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με αριθμό δημοσιεύσεως ΕΠΕ ...) και σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στο με αριθμό ………../29.1.2010 ΦΕΚ (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), τροποποιήθηκε εκ νέου το 5° άρθρο του καταστατικού της πρώτης εφεσιβλήτου εταιρίας και ειδικότερα ο δεύτερος εφεσίβλητος μεταβίβασε τα εταιρικά του μερίδια στην τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη εφεσίβλητο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………………… S.A.», που εδρεύει στη…………., έναντι τιμήματος 500.000,00 ευρώ, ενώ παράλληλα αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο της πρώτης εφεσιβλήτου, κατά το ποσό των 2.000,00 ευρώ και έτσι διαμορφώθηκε στο ποσό των 102.000,00 ευρώ, διαιρούμενο σε 3.400 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 30,00 ευρώ το καθένα, καθένας δε των εκκαλούντος και τρίτης εφεσιβλήτου, συμμετείχε κατ' ισομοιρία στο εταιρικό κεφάλαιο της δεύτερης εφεσιβλήτου, με 1.700 εταιρικά μερίδια, ήδη δε η τελευταία, όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει της με αριθμό 8769/8-6-2018 (αμετάκλητης) αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, έχει λυθεί και τελεί υπό εκκαθάριση. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ο εκκαλών και ο δεύτερος εφεσίβλητος, διατηρούσαν φιλικές σχέσεις, όπως κατέθεσαν αμφότεροι οι μάρτυρες (αποδείξεως Γ. και ανταποδείξεως Ε.), που εξετάσθηκαν, μετά από πρόταση των διαδίκων, κατά την πρωτοβάθμια δίκη και έτσι προχώρησαν στη σύσταση της πρώτης εφεσιβλήτου εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (βλ. ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Ο εκκαλών με την κρινόμενη αγωγή του ισχυρίσθηκε ότι το αρχικό εταιρικό κεφάλαιο της πρώτης εφεσιβλήτου εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, ποσού, κατά τα προαναφερθέντα, 20.000,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε 500 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 40,00 ευρώ το καθένα, με αντίστοιχη ισομερή συμμετοχή των εταίρων ήτοι αυτού (εκκαλούντος) και του δευτέρου εναγόμενου και ήδη δευτέρου εφεσιβλήτου-, με 250 εταιρικά μερίδια ο καθένας τούτων, καλύφθηκε με χρήματα που δάνεισε στο δεύτερο εφεσίβλητο, ο οποίος, παρά τις υποσχέσεις του, δεν το επέστρεψε. Προς απόδειξη του αγωγικού αυτού ισχυρισμού του, περί συνάψεως της επικαλούμενης δανειακής συμβάσεως, ο εκκαλών δεν επικαλείται την κατάρτιση κάποιου εγγράφου, πλην, όμως, εξαιτίας των παραπάνω σχέσεων των διαδίκων και της μεταξύ τους δημιουργηθείσας σχέσεως εμπιστοσύνης, κρίνεται ότι συντρέχει περίπτωση ηθικής αδυναμίας να αποκτηθεί έγγραφο, το οποίο θα αποδείκνυε τη σύμβαση δανείου και το περιεχόμενό της (άρθρο 394 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠολΔ), οπότε είναι επιτρεπτή η απόδειξη της συνάψεως της επίδικης συμβάσεως με μάρτυρες, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομικές σκέψεις. Από το προαναφερόμενο, όμως, αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε η σύναψη της επικαλούμενης από τον εκκαλούντα ενάγοντα δανειακής συμβάσεως, ποσού 10.000,00 ευρώ, μεταξύ αυτού και του δευτέρου εφεσιβλήτου, μάλιστα ούτε ο εξετασθείς, με επιμέλεια του εκκαλούντος, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας αποδείξεως Γ. (εξάδελφος του εκκαλούντος) επιβεβαίωσε τον εν λόγω αγωγικό ισχυρισμό, η κατάθεση του οποίου περιέχει αντιφάσεις και ανακρίβειες και δη ο ως άνω μάρτυρας, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της δικάσασας Δικαστή, είπε, μεταξύ άλλων ότι το αρχικό κεφάλαιο της πρώτης εφεσιβλήτου ήταν 100.000 περίπου (ενώ όπως προαναφέρθηκε το αρχικό κεφάλαιο ανερχόταν στο ποσό των 20.000,00 ευρώ), στην ερώτηση δε ‘’πως καλύφθηκε αυτό, με τι χρήματα”, αυτός απάντησε ”50-50 από ότι ξέρω, από τους μετόχους”, σε νέα δε ερώτηση της Δικαστού "αν το αρχικό κεφάλαιο, όποιο ήταν, αν το κάλυψαν οι μέτοχοι ή καλύφθηκε από έναν από τους δύο”, απάντησε “Δεν ξέρω”, ενώ σε ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του εκκαλούντος "ο Σ. επί ποσού 10.000 ευρώ το κεφάλαιο αυτό το κατέβαλε ποτέ στα χέρια του Κ. ή στην εταιρία;”, αυτός απάντησε: “Από όσο θυμάμαι ή από όσο γνωρίζω δεν καταβλήθηκαν τέτοια χρήματα” (βλ. ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά). Εξάλλου, καμία αναφορά περί συνάψεως δανειακής συμβάσεως μεταξύ εκκαλούντος και δευτέρου εφεσιβλήτου δεν κάνει ο ως άνω μάρτυρας αποδείξεως Γ., αλλά ούτε και ο Σ. (φίλος και συγχωριανός του εκκαλούντος), στην προσκομισθείσα μετ' επικλήσεως από τον εκκαλούντα προαναφερθείσα με αριθμό ………………/1-11-2016 ένορκη βεβαίωσή τους (βλ. αυτήν). Αντίθετα, ο με επιμέλεια των εφεσιβλήτων εξετασθείς κατά την πρωτοβάθμια δίκη μάρτυρας ανταποδείξεως Ε., στην ερώτηση του πληρεξουσίου δικηγόρους του δευτέρου εφεσιβλήτου «...διατείνεται ότι ο Σ. δεν πλήρωσε 10.000 ευρώ όταν έγινε η εταιρία, γνωρίζετε κάτι τέτοιο. Δάνεισε ποτέ ο κ. Κ. 10.000 ευρώ στο Σ., απάντησε «Είναι απολύτως ψευδές. Ο κ. Σ. είναι ιδιοκτήτής ενός ομίλου εταιριών ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη, με εργοστάσια σε όλη τη μεσόγειο, ρυζιού είναι λίγα, στο κομμάτι του ρυζιού έχει εργοστάσια στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Ελλάδα και είναι μια εταιρία η οποία τζιράρει γύρω στα 500.000.000 ευρώ το χρόνο», ενώ στη συνέχεια ο ίδιος κατέθεσε ότι ούτε όταν έγινε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, το 2007, ο εκκαλών ζήτησε τα 10.000,00 ευρώ, αλλά ούτε και το 2009, ενώ, εξάλλου και ο μάρτυρας αποδείξεως Γ., αναφερόμενος στο δεύτερο εφεσίβλητο τον χαρακτήρισε ως "τεράστιο επιχειρηματία” (βλ. καταθέσεις μαρτύρων στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Πρέπει να σημειωθεί ότι στην επακολουθήσασα, το επόμενο έτος, από της ιδρύσεως της πρώτης εφεσιβλήτου, σύμφωνα με το προαναφερθέν με αριθμό ………/23-3-2007 συμβόλαιο, αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου της πρώτης εφεσιβλήτου, κατά το ποσό των 80.000,00 ευρώ, με την έκδοση 2.000 νέων εταιρικών μεριδίων, αξίας 40,00 ευρώ καθενός μεριδίου, το ποσό αυτό της αυξήσεως (80.000,00 ευρώ) καταβλήθηκε κατ' ισομοιρία από τους ανωτέρω εταίρους (εκκαλούντα και δεύτερο εφεσίβλητο), ήτοι ο δεύτερος εφεσίβλητος κάλυψε, με δικά του χρήματα, το ποσό των 40.000,00 ευρώ, που αντιστοιχούσε στα δικά του εταιρικά μερίδια, ο δε εκκαλών δεν ζήτησε την απόδοση του ένδικου ως άνω ποσού των 10.000,00 ευρώ. Μάλιστα, ακόμη και όταν, με το προαναφερθέν, με αριθμό ………/22-12-2009 συμβόλαιο, ο δεύτερος εφεσίβλητος μεταβίβασε στην τρίτη εφεσίβλητο ανώνυμη εταιρία το σύνολο των εταιρικών του μεριδίων, αντί 500.000,00 ευρώ, και επιπλέον αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο της πρώτης εφεσιβλήτου, κατά 2.000,00 ευρώ, ούτε τότε ο εκκαλών ζήτησε από το δεύτερο εφεσίβλητο την απόδοση του, κατά τους ισχυρισμούς του, ως άνω δανεισθέντος ποσού, των 10.000,00 ευρώ, ενόψει μάλιστα του ότι η αύξηση του κεφαλαίου συνδυάσθηκε με την αποχώρηση του δευτέρου εφεσιβλήτου από την πρώτη εφεσίβλητο και τη μεταβίβαση των εταιρικών του μεριδίων στην τρίτη εφεσίβλητο ανώνυμη εταιρία, έναντι μάλιστα ιδιαίτερα υψηλού ανταλλάγματος. Αντίθετα ο εκκαλών, μετά την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος και ενώ είχαν διαταραχθεί οι σχέσεις του με την τρίτη εφεσίβλητο εταιρία (της οποίας κυρίως μέτοχος είναι ο δεύτερος εφεσίβλητος), απαντώντας στο από 6-7-2015 έγγραφο της τρίτης εφεσιβλήτου, με την από 20-7-2015 εξώδικη απάντηση δήλωση διαμαρτυρία του προς την τελευταία, στην οποία επιδόθηκε την 21-7-2015, σύμφωνα με τη με αριθμό ……………./21-7-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Π., το πρώτον αναφέρεται στο ποσό των 10.000,00 ευρώ, αναγράφοντας, ειδικότερα, επί λέξει «όπως βέβαια οφείλεται ακόμη και υπόλοιπο ποσό 10.000,00 ευρώ από μη ολοκληρωθείσα και μη εν τοις πράγμασι κάλυψη του εταιρικού κεφαλαίου από το μεγαλομέτοχο της εταιρίας σας …………………», και ακολούθως άσκησε την κρινόμενη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……../29-12-2015 αγωγή. Ενόψει των ανωτέρω, ο εκκαλών-ενάγων, ο οποίος έχει το βάρος αποδείξεως του ουσιώδους και αμφισβητούμενου ισχυρισμού του περί συνάψεως της ένδικης συμβάσεως δανείου και συνεπώς φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας που δημιουργείται στο Δικαστήριο, αν δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό (άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ), ουδόλως τον απέδειξε. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν αποδείχθηκε η σύναψη της επικαλούμενης από τον εκκαλούντα-ενάγοντα δανειακής συμβάσεως μεταξύ αυτού και του δευτέρου εφεσιβλήτου-εναγομένου, η αγωγή, κατά το αίτημα αποδόσεως από το δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο εφεσίβλητο του ποσού των 10.000,00 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έστω με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου πρώτου λόγου της εφέσεως.

Συνακόλουθα, μετά τις παραπάνω παραδοχές και μη υπάρχοντος άλλου λόγου της κρινόμενης εφέσεως προς έρευνα, πρέπει αυτή (έφεση) να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να υποχρεωθεί ο εκκαλών, λόγω, της ήττας του, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, εφόσον η έφεση απορρίπτεται, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του (ηλεκτρονικού) παράβολου, ποσού εκατό (100) ευρώ, που κατέθεσε ο εκκαλών κατά την άσκηση της εφέσεώς του, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 8-5-2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……………../10-5-2017 έφεση κατά της με αριθμό 4889/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία. ΚΑΙ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτήν στην ουσία της.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του (ηλεκτρονικού) παράβολου (με αριθμό ……………/ΔΟΥ ... ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ/9-5-2017), ποσού εκατό (100) ευρώ, που κατέθεσε ο εκκαλών κατά την άσκηση της εφέσεως.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στη Θεσσαλονίκη, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, την 13η Σεπτεμβρίου 2019, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]