ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 20/2019

 

Αποτελούμενο από το Δικαστή Ελευθέριο Γεωργίλη, Εφέτη, ο οποίος ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Πειραιά, και από τη Γραμματέα Γ.Λ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.   Η από 29.12.2017 έφεση του ηττηθέντος εναγομένου, ν.π.δ.δ., κατά της οριστικής απόφασης 5421/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά,  η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 και 621 του Κ.Πολ.Δ.) και έκανε δεκτή την από 22.3.2017 αγωγή των εργαζομένων – εναγόντων ως προς 93 από αυτούς, απορριπτόμενης ως προς τους λοιπούς, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 15.12.2017, όπως προκύπτει από την έκθεση επίδοσης με αριθμό ………… της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών   ……… και η έφεση ασκήθηκε, με κατάθεση στη Γραμματεία του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις 5.1.2018 (άρθρα 495, 511, 513 §1β, 516 §1, 517 και 518  §1 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, αρμοδίως φέρεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με  το άρθρο 4 §2 του ν. 3994/2011), ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου από το εκκαλούν, εφόσον πρόκειται για εργατική διαφορά (άρθρο 495 §3Γ  εδ. τελευτ. του ίδιου Κώδικα). Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 §1 του Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ.   Οι ενάγοντες, με την από 22.3.2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν από το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ με σχέση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, δυνάμει της διάταξης του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, προκειμένου, ως ιατροί, να παρέχουν την περίθαλψη της ειδικότητάς τους στους ασφαλισμένους του Ιδρύματος, έναντι των προβλεπόμενων αποδοχών από το εκάστοτε ενιαίο μισθολόγιο των ιατρών, που εργάζονται στο δημόσιο. Ότι αρχικά μεταφέρθηκαν στον ΕΟΠΥΥ, στη συνεχεία δε, δυνάμει του ν. 4238/2014, στο εναγόμενο σε οργανικές θέσεις ιατρών ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι, ενώ από τις 31.12.2014 εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις ειδικευόμενων ιατρών του ΕΣΥ, με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το εναγόμενο τους κατέβαλε μειωμένες αποδοχές σαν να ήταν ιατροί Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης ΙΔΑΧ και όχι ως όφειλε, σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο ιατρών του ΕΣΥ. Κατόπιν τούτων, ζήτησαν, μετά από περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στον καθένα απ’ αυτούς τις αιτούμενες αυτές διαφορές αποδοχών (με βάση το ενιαίο μισθολόγιο ιατρών του ΕΣΥ) και μάλιστα, χωρίς τις αντισυνταγματικές περικοπές του ν. 4093/2012, για το χρονικό διάστημα  από 1.1.2015 έως 30.6.2017. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, με την εκκαλούμενη οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεκατέσσερις από αυτούς (ενάγοντες) ελλείψει δικαιοδοσίας, επειδή συνδέονταν με το εναγόμενο με σχέση δημοσίου δικαίου, τη δέχθηκε, για τους υπόλοιπους ενενήντα τρεις, ως νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 345, 346, 361, 648, 653,     655 του Α.Κ., 18, 21 §2 του ν. 4238/2014, 43, 44 του ν. 3205/2003, 4 §1,  22 §1 εδ. β´ του Συντ., 70 και 74 του Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, έκρινε την αγωγή ως και κατ’ ουσία βάσιμη, στο σύνολό της για 92 από τους ενάγοντες και εν μέρει για τον 82ο εξ αυτών, αναγνώρισε δε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον καθένα τους τα ειδικά αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Ήδη, κατά της απόφασης αυτής παραπονείται το εναγόμενο με την έφεσή του για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητεί τη μεταρρύθμισή της.

ΙΙΙ.  Με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη, ενώ αναγνώρισε ότι όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες αποδοχές, σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο ιατρών του ΕΣΥ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, κρίνοντας ότι οι τελευταίοι πρέπει να λάβουν αυτές, χωρίς τους περιορισμούς στους μισθούς και τα επιδόματα, που προβλέφθηκαν με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, ως αντικείμενες στο Σύνταγμα, ενώ, ο πιο πάνω νόμος είναι σύμφωνος και με την αρχή της αναλογικότητας. Ωστόσο, οι διατάξεις της περ. 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες θεσπίστηκαν μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του ΕΣΥ, αντίκεινται στο άρθρο 21 §3 του Συντ., και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης   των ιατρών του ΕΣΥ, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας  και της ισότητας στα δημόσια βάρη. Και τούτο διότι, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου, ούτε τέλος από το κείμενο του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών στο μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. με τις κρίσιμες διατάξεις, ελήφθησαν υπόψη, πέραν του καθαρά αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, τα στοιχεία, εν όψει των οποίων θεσπίσθηκε ιδιαίτερο μισθολόγιο για την εν λόγω κατηγορία δημοσίων λειτουργών [(εξέλιξη των οικονομικών εν γένει συνθηκών και του γενικού κόστους διαβίωσης, ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματος των ιατρών του Ε.Σ.Υ., λόγω της φύσης των καθηκόντων τους και της σημασίας της αποστολής τους, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες άσκησης του εν λόγω λειτουργήματος, τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του ιατρικού επαγγέλματος όσον αφορά τον χρόνο απασχόλησης, την ένταση και την ποιότητα της εργασίας, τις ιδιαίτερες ευθύνες που απορρέουν από την άσκησή του, το καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης υπό  το οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, το μεγαλύτερο χρόνο γενικής εκπαίδευσης των ιατρών σε σχέση προς άλλους επιστήμονες, την πολυετή μεταπανεπιστημιακή μετεκπαίδευσή τους για ειδίκευση αλλά και την ανάγκη για διαρκή εκπαίδευση στην επιστήμη τους, καθώς και το γεγονός ότι, εν όψει των ανωτέρω, εισέρχονται στη δημόσια υπηρεσία σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με τους λοιπούς υπαλλήλους και λειτουργούς, καθώς και τις δυσμενείς επιπτώσεις επί της λειτουργίας του Ε.Σ.Υ., της ποιότητας των παρεχόμενων από το Κράτος υπηρεσιών υγείας και του επιπέδου της ιατρικής στη χώρα, τη λόγω της αδυναμίας εξασφάλισης ικανοποιητικών αποδοχών διαρροή έμπειρων επιστημόνων στο εξωτερικό, για την εκπαίδευση των οποίων διατέθηκαν σημαντικοί πόροι τόσο εξ ιδίων όσο και από το Κράτος (πανεπιστημιακές και νοσοκομειακές υποδομές, συγγράμματα, εκπαιδευτικό προσωπικό υψηλού επιπέδου κλπ)]. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι εκτιμήθηκαν ειδικά οι επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις στη λειτουργία του Ε.Σ.Υ., ούτε αν οι εκ των μειώσεων επιπτώσεις είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από το προκύπτον οικονομικό όφελος, ούτε εάν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, με μικρότερο κόστος για το ιατρικό προσωπικό του Ε.Σ.Υ. Επίσης, δεν εξετάσθηκε αν οι αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής τους. Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012, οι επίδικες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., που επήλθαν με τον νόμο αυτό, συνυπολογιζόμενες με

την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις προηγούμενες μειώσεις που επεβλήθησαν διαδοχικώς επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών τους (ν. 3833/2010 – μείωση κατά 12% και ν. 3845/2010 – μείωση κατά 8% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, της πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και του επιδόματος θέσεως ευθύνης, ν. 4002/2011 – μείωση κατά 20% του επιδόματος νοσοκομειακής απασχόλησης, ν. 4052/2012 – μείωση του συντελεστή βάσει  του οποίου υπολογίζεται το ωρομίσθιο των εφημεριών από 0,0059 σε 0,0052 επί του βασικού μισθού και μείωση του μηνιαίου ποσού που καταβάλλεται ως αποζημίωση εφημεριών στους Διευθυντές που υπηρετούν σε Νοσοκομεία  της Α´ Ζώνης από 55% σε 49% του εκάστοτε ισχύοντος βασικού μισθού του Διευθυντή Ε.Σ.Υ.), καθώς και με άλλες μειώσεις του εισοδήματος των ιατρών με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσης (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για την καταπολέμηση της ανεργίας με το άρθρο   38  §2 περ. α΄ του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. με το άρθρο 38 §2 περ. β΄ του ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος   και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης άλλωστε της χρονίζουσας αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που αποτέλεσαν έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (ad hoc Ολ.ΣτΕ 431/2018 Τ.Ν.Π. «Νόμος» και Ολ.Ελ.Συν. 7412/2015 Αρμ. 2016, σελ. 684). Σημειωτέον ότι, το ΣτΕ έκρινε, με την ως άνω απόφασή του, πως για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των πιο πάνω διατάξεων θα επέλθουν μετά τη δημοσίευση της πιο πάνω απόφασής του, που έλαβε χώρα στις 26.2.2018, πλην όσων έχουν ασκήσει ένδικα μέσα   ή βοηθήματα μέχρι το χρόνο αυτό. Εκτός του ότι ο περιορισμός τούτος  αφορά στις δημοσίου δικαίου διαφορές, που κρίνονται από τα διοικητικά δικαστήρια, σε κάθε περίπτωση οι εφεσίβλητοι άσκησαν την από 22.3.2017 αγωγή τους, πριν τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κρίνοντας έτσι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ορθά εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι της έφεσης.

ΙV. Με τον τρίτο λόγο της έφεσής του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με το να αναγνωρίσει ότι υποχρεούται να καταβάλει στους εφεσίβλητους τα ποσά που επιδίκασε με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, αντί του επιτοκίου 6%, που προβλέπεται για το δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. με τη διάταξη του άρθρου 7 §2 του ν. 496/1974, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο. Όπως προκύπτει από το κείμενο της εκκαλούμενης απόφασης, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, αναγνωρίζεται ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες, των οποίων έγινε δεκτή η  αγωγή, τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της. Ωστόσο, κατά την ως άνω διάταξη του ν. 496/1974, που είναι ανάλογη  προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί  δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26-6/10.7.1944), ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, στην περιουσία και την οικονομική κατάσταση των οποίων  συμβάλλει το σύνολο των πολιτών, με την καταβολή φόρων, συμφέρον το οποίο, πρωτίστως, εξυπηρετεί και η διάταξη του άρθρου 7 §2 του ν.δ. 496/1974 “περί λογιστικού των ΝΠΔΔ”. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, που δε βρίσκεται σε αντίθεση ούτε  προς τις διατάξεις των άρθρων 20 §1 του Συντάγματος και 6 §1 της    Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4.11.1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με  το ν.δ. 53/1974 και έχει την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 §1  του Συντάγματος, ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία παντός προσώπου (Α.Π. 992/2017 Τ.Ν.Π. «Νόμος»). Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ότι δεν πρέπει να εφαρμοστεί η πιο πάνω ουσιαστική διάταξη και επιδίκασε τα χρηματικά ποσά, που δέχθηκε ως οφειλόμενα, με το νόμιμο τόκο, αορίστως, ήτοι με το συνήθη τόκο υπερημερίας και όχι προς 6%, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αυτός της έφεσης. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι το εκκαλούν – εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από τους εφεσίβλητους – ενάγοντες τα χρηματικά ποσά, που τους επιδικάστηκαν με  την εκκαλουμένη, με τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσία βάσιμη η από 29.12.2017 έφεση του εναγομένου, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση 5421/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά  ως προς τη διάταξη που αφορά στους οφειλόμενους τόκους και, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 §1 του Κ.Πολ.Δ.), μόνο ως προς το παραπάνω αίτημά της, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες, των οποίων έγινε δεκτή η αγωγή, τα χρηματικά ποσά, που τους επιδικάστηκαν (με την εκκαλουμένη), με τόκο 6% από την επίδοσή της (αγωγής). Τέλος, πρέπει  να καταδικαστούν οι εφεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του εκκαλούντος, ανάλογα με την έκταση της ήττας τους, κατόπιν του σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 178 §1, 183 και 191 §2 του Κ.Πολ.Δ.), μόνο για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, διότι δεν εξαφανίζεται η διάταξη περί δικαστικής δαπάνης στην περίπτωση που η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αφορά μόνο  σε παρεπόμενα αιτήματα, όπως είναι το αίτημα περί καταβολής τόκων, αφού  συνέχεται αναγκαίως με το κύριο αίτημα της αγωγής, ως προς  το οποίο όμως η εκκαλουμένη δεν εξαφανίζεται (σχετ. Α.Π. 209/1985, ad hoc Εφ.Πειρ. 333/2016, Εφ.Πειρ. 397/2016, Εφ.Πειρ. 713/2015, Εφ.Αθ. 5053/2011 όλες  σε Τ.Ν.Π. «Νόμος», Εφ.Δωδ. 113/2005 Ε.Εμπ.Δ. 2006, σελ. 439 και Ε. Μπαλογιάννη / Μ. Γεωργιάδου σε Χαρούλα Απαλαγάκη – ΚΠΟΛΔ Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος 1ος, Έκδοση 4η, 2016, άρθρο 183,  αρ. 2, σελ. 575).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την από 29.12.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………… έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση 5421/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, ως προς τη διάταξη των τόκων.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί του αιτήματος των εναγόντων για την καταβολή τόκων.

Δέχεται εν μέρει αυτό.

Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σε καθένα  από τους ενάγοντες, των οποίων έγινε δεκτή η αγωγή (εν όλω ή εν μέρει), τα χρηματικά ποσά, που τους επιδικάστηκαν (με την εκκαλούμενη 5421/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά), με τόκο 6% από την επίδοσή της (αγωγής).

Καταδικάζει τους εφεσίβλητους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του εκκαλούντος, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία καθορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, χωρίς      την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

O   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                                  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ