ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΑΣ (ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2019

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές: 1) Κωνστάντια Φλετούρη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, 2) Μιχαήλ Ντόστα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, 3) Σπύρο Καλδή, 4) Ιωάννη Τσιφούκη - Εισηγητή, 5) Παρασκευή Κοντού, 6) Ελένη Πετροπούλου, 7) Αικατερίνη Βαλσαμίδη, 8) Δέσποινα Ταβούτη, 9) Σταυριανή Ασημακοπούλου, 10) Ιωάννα Χανιαλάκη, 11) Αναστασία Βοϊτσίδου, 12) Μαρία Καράλη, 13) Γεώρ­γιος Μποτώνης, 14) Αθανασία Ρυσσάκη, Πρωτόδικες και 15) Θωμά Σύψα, Δικαστικό Πάρεδρο.

Συνήλθε στο Κατάστημα του Πρωτοδικείου Χαλκί­δας την 17η Ιανουαρίου 2019, ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.30 με την παρουσία του κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκίδας Δημητρίου Προκοπίου, του κ. Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας Δημητρίου Γκίκα και του Προϊσταμένου Διεύθυνσης Γραμματείας του Πρω­τοδικείου Χαλκίδας Μιλτιάδη Ψυλλάκη, προκειμένου (κατ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 4 του Κώδικα Οργα­νισμού Δικαστηρίων) να ανταλλάξουν τα μέλη της από­ψεις στο νομικό ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., στις περιπτώσεις εφαρμογής των άρθρων 237 και 238 του ιδίου Κώδικα και συγκεκριμένα: Με ποιόν τρόπο επαναλαμβάνεται η συζήτηση μετά την έκδοση προδικαστικής απόφασης με την νέα τακτική διαδικα­σία; Με κατάθεση κλήσης ακολουθώντας εκ νέου την κατάθεση προτάσεων - προσθήκης (άρθρων 237 και 238) και στη συνέχεια προσδιορισμό δικασίμου; Ή με κατάθεση κλήσης με απευθείας προσδιορισμό δικα­σίμου από την Γραμματεία, με εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. και αν ναι, θα ισχύει προθε­σμία προσθήκης - αντίκρουσης μετά την επαναλαμβα­νόμενη συζήτηση και ποιά;

Αφού διαπιστώθηκε ότι υπάρχει η νόμιμη απαρτία (15 παρόντες, 4 απόντες: Κατσαλούλης, Μάρη, Βασιλο­πούλου και Παπαγεωργίου).

Στη συνέχεια άκουσε τον κ. Δημήτριο Γκίκα, Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Χαλκίδας ο οποίος ανέπτυξε τις απόψεις του ως εξής:

«Με τον ν. 4335/2015 επιχειρήθηκε η εισαγωγή ενός δικονομικού συστήματος δίκης κατά την τακτική διαδικα­σία, προκειμένου να αξιοποιηθεί το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί αμέσως μετά την άσκηση της αγωγής.

Γίνεται αντιληπτό ότι το νέο σύστημα δίνει προτεραιό­τητα στην έγγραφη διαδικασία έναντι της προφορικής, σε ό,τι αφορά δε την εμμάρτυρη απόδειξη, αυτή επί της αρχής συνεχίζει να διεξάγεται, όταν και εφόσον κρίνεται απαραίτητο. Προκρίνεται, συνεπώς, η γραπτή διεξαγωγή δίκης, με το προβάδισμα να δίδεται πλέον στις ένορ­κες βεβαιώσεις, εκτός και αν κριθεί αναγκαία η εξέταση μάρτυρα στο ακροατήριο, οπότε με πράξη ή με απόφαση που διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 6 και 254 του Κ.Πολ.Δ., τέτοια εξέταση μαρτύρων καθίσταται δυνατή (ορ. Π.Πρ.Θεσ. 12935/2017 ΤΝΠ-Νόμος).

Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του ν. 4335/2015, οι προαναφερθείσες τροποποιήσεις του άρθρου 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. έγιναν «ώστε να καθίσταται δυνατή κατά την τακτική διαδικασία των άρθρων και 238 Κ.Πολ.Δ., όπου η συζήτηση στο ακροατήριο είναι τυπική, η εξέταση των διαδίκων ή η διενέργεια αυτοψίας ή πραγματογνωμο­σύνης, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο από το δικαστή­ριο. Σε συμπλήρωση της ρύθμισης αυτής και με σκοπό την οικονομία της δίκης προστέθηκε νέο τέταρτο εδάφιο στην ίδια παράγραφο, ώστε σε περίπτωση που κριθεί αναγκαίο από το δικαστήριο και να καταφύγει σε κάποιο από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, αλλά και να εξε­τάσει μάρτυρα κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., να το πράξει αυτό "uno actu" με την απόφαση για την επανάληψη της συζήτησης και να μην απαιτείται ξεχωριστή διάταξη του δικαστή» (Βλ. ΑιτΕκθ ν. 4335/2015 στοιχ. Γ II13 (άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ.), επίσης ΑιτΕκθ ν. 4335/2015 στοιχείο ΓII11 (άρθρα 237 και 238 Κ.Πολ.Δ.), όπου σημειώνεται ότι «δεν αποκλείεται η επα­νάληψη της συζήτησης, σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 254, η οποία μπορεί να έχει και ως αντικεί­μενο τη διενέργεια αυτοψίας, πραγματογνωμοσύνης ή εξέτασης των διαδίκων και ενδεχομένως, μαζί με αυτά, την εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο»).

Ουσιαστικά, ο νομοθέτης του 4335/2015, στο πλαί­σιο της πλήρους αλλαγής της δίκης της τακτικής διαδικα­σίας, προέβλεψε ότι στις περιπτώσεις των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., με την απόφαση για την επανάληψη της συζήτησης, δηλαδή όταν η ανάγκη αυτή ανακύπτει και μεταγενέστερα, υπό τα νέα δεδομένα μπορεί, επιπλέον, αν κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο, να διαταχθεί και η εξέταση ενός μάρ­τυρα από κάθε πλευρά κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Ειδικά, δηλαδή, στη δίκη της τακτικής διαδι­κασίας, το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. επεκτάθηκε με τον ν. 4335/2015, καθώς με την ίδια απόφαση για την επανάληψη της συζήτησης μπορεί, επιπλέον, αν κριθεί αναγκαίο και για λόγους οικονομίας της δίκης, να διαταχθεί και η εξέταση ενός μάρτυρα από κάθε πλευρά, ώστε να μη χρειάζεται ξεχω­ριστή διάταξη κατά το άρθρο 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, ο νομοθέτης, με σκοπό την επιτάχυνση, προέβλεψε ότι με την ίδια απόφαση διατάσσεται τόσο η επανάληψη του άρθρου 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., όσο και εκείνη του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., ώστε η εξέταση μαρτύρων να διεξαχθεί σε μία επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Στην τελευταία αυτή μορφή επαναλήψεως της συζήτησης, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, οι διάδικοι κλητεύονται τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από αυτήν.

Από τη σύγκριση των δύο διατάξεων, ήτοι του νέου άρθρου 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. (αφενός) και του τροποποιηθέ­ντος 254 Κ.Πολ.Δ. (αφετέρου), διαπιστώνεται ότι καθιερώ­θηκαν δύο διακριτές μεταξύ τους μορφές επανάληψης της συζήτησης. Ειδικότερα, από τη μια πλευρά, καθιε­ρώθηκε η δυνατότητα επανάληψης της συζήτησης κατά τη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., η οποία διατάσ­σεται με απλή πράξη (διάταξη) του προέδρου επί πολυ­μελούς πρωτοδικείου ή του δικαστή της υπόθεσης επί μονομελούς πρωτοδικείου και ειρηνοδικείου, που κατα­χωρίζεται σε οικείο βιβλίο του δικαστηρίου και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων και σκοπό έχει μόνο την εξέταση μαρτύρων. Ταυτόχρονα, όμως, από την άλλη πλευρά, προβλέφθηκε και η δυνατότητα επανάληψης της συζήτησης κατά τη διάταξη του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., η οποία διατάσσεται με μη οριστική απόφαση του δικά­ζοντος δικαστηρίου, προκειμένου να διαταχθεί αυτο­ψία, πραγματογνωμοσύνη ή εξέταση των διαδίκων στο ακροατήριο και η οποία μπορεί να συνδυαστεί και με εξέταση μαρτύρων.

Ωστόσο, η σχέση των νέων άρθρων 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. και 254 Κ.Πολ.Δ., που αμφότερες ρυθμίζουν την επανάληψη της συζήτησης, αν κρίνεται απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, φαίνεται προβληματική.

Η εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. ως προς την εξέταση μαρτύρων στην τακτική διαδικασία δεν αποκλείεται από εκείνη του άρθρου 237 του ίδιου κώδικα, αλλά προϋποθέτει ότι με την εκδιδόμενη μη οριστική απόφαση διατάσσεται επίσης, δηλαδή πέραν της εξέτα­σης των μαρτύρων στο ακροατήριο, η διενέργεια έτερης αναγκαίας διαδικαστικής πράξης, ώστε, ένεκα της αρχής της οικονομίας της δίκης, να γίνονται uno actu και να μην απαιτείται η έκδοση της προπεριγραφείσας διάταξης από τον πρόεδρο της πολυμελούς σύνθεσης ή το δικαστή του μονομελούς δικαστηρίου. Στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., προβλέπεται ότι στην επαναλαμβα­νόμενη συζήτηση, η οποία προσδιορίζεται το συντομό­τερο εφικτό, οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν απ αυτήν και η υπόθεση εκδικάζεται από τον ίδιο δικαστή ή, σε περίπτωση πολυμελούς δικαστηρίου, την αυτή σύνθεση, εκτός αν κάτι τέτοιο τυγχάνει, εξαιτίας φυσικών ή νομικών λόγων, αδύνατο.

Ωστόσο, προκύπτουν πρακτικά ζητήματα κατά την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του 254 Κ.Πολ.Δ. στις υπο­θέσεις που εισάγονται κατά τη νέα τακτική διαδικασία και δη συγκεκριμένα: α) Με ποια διαδικασία θα εισαχθεί η κατατεθείσα κλήση προς επανάληψη της συζήτησης στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση του 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.. Β) Σε ποιες προθεσμίες θα γίνει η αξιολόγηση τόσο των λοι­πών διαδικαστικών ενεργειών (π.χ. πραγματογνωμοσύνης κ.λπ.) όσο και των μαρτυρικών καταθέσεων όταν αυτές λαμβάνονται με τη διαδικασία του άρθρου 254 παρ. 1, ήτοι κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεδομένου ότι η 8ήμερη προθεσμία αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέ­σεων προβλέπεται αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση έκδοσης διάταξης με το άρθρο 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ. και υπάρχει αντίστοιχο κενό νόμου στη διάταξη του 254 παρ. 1.

Με το άρθρο 237 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται ρητά η δυνατότητα των διαδίκων να προβούν μέσα σε οκτώ εργάσιμες ημέρες σε αξιολόγηση των μαρτυρικών κατα­θέσεων, που έχουν ληφθεί με τη διαδικασία του εν λόγω άρθρου, ωστόσο δεν έχει προβλεφθεί το ίδιο στην περί­πτωση που οι μαρτυρικές καταθέσεις διαταχθούν με έκδοση μη οριστικής απόφασης κατά το άρθρο 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σύμφωνα με το οποίο «Στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 με την απόφαση για επανάληψη της συζήτησης μπορεί επιπλέον, αν κρίνεται απολύτως ανα­γκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, να διαταχθεί και η εξέταση ενός μάρτυρα από κάθε πλευρά κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση».

Η πρόβλεψη του άρθρου 254 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προβλέ­πει τον προσδιορισμό δικασίμου με την κατάθεση κλή­σης για την επανάληψη της συζήτησης, η οποία πρέπει να κοινοποιείται στους διαδίκους τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν την ορισθείσα συζήτηση. Μολονότι στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι και αναγκαία η κατάθεση νέων προτάσεων (ΑΠ 846/2017, ΠΠρΑθ 1372/2017), ούτε η επανυποβολή ενστάσεων, δεδομέ­νου ότι οι προτάσεις έχουν ήδη κατατεθεί στην προηγού­μενη συζήτηση, ωστόσο οι προτάσεις αυτές επιτρεπτά δύνανται να επαναφερθούν στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς συμπληρώσεις πέραν των θεμάτων που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, ώστε έκαστος των διαδίκων να δύναται να αξιολογήσει τα νέα αποδεικτικά στοιχεία που ελήφθη­σαν μετά την διενέργεια των πράξεων που διετάχθησαν με απόφαση του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο είναι το χρονικό σημείο κατάθεσης προτάσεων ή προσθήκης αντίκρουσης στην επαναλαμ­βανόμενη συζήτηση. Αυτό εύκολα απαντάται στην περί­πτωση που η υπόθεση ανήκει σε άλλη διαδικασία πλην της νέας τακτικής, δεδομένου ότι οι διάδικοι δύνανται να καταθέσουν προτάσεις επί έδρας ή μόνο προσθήκη αντί­κρουση σε συνέχεια των προηγουμένως κατατεθεισών προτάσεών τους εντός τριών ημερών από την ημέρα της συζήτησης, προς σχολιασμό και αξιολόγηση των ενερ­γειών που έλαβαν χώρα εις εκτέλεση της απόφασης για επανάληψη συζήτησης.

Στην περίπτωση όμως της νέας τακτικής διαδικασίας του ν. 4335/1015, που χαρακτηρίζεται πλέον από τη δια­φορετικότητα του προτύπου δίκης (έγγραφη διεξαγωγή έναντι της προφορικής συζήτησης), ουδόλως προβλέπεται η δυνατότητα κατάθεσης προτάσεων επί έδρας σε οποιοδήποτε στάδιο της νέας τακτικής διαδικασίας και κατ επέκταση η αξιολόγηση για παράδειγμα του πορί­σματος μιας πραγματογνωμοσύνης που διενεργήθηκε κατόπιν έκδοσης απόφασης με το 254 Κ.Πολ.Δ., μετά την συζήτηση. Οι προθεσμίες για την κατάθεση προτάσεων και προσθήκης - αντίκρουσης - αξιολογήσεων κατά τη νέα τακτική διαδικασία έχουν παρέλθει ήδη προ της εκδόσεως της απόφασης για επανάληψη της συζήτησης.

Εξαιτίας της θέσπισης της ρύθμισης του νέου άρθρου 237 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ. και σε συνδυασμό με την ανυπαρξία αντίστοιχης ρύθμισης και στο πλαίσιο του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., τίθεται το ζήτημα αν η διάταξη του άρθρου 237 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ. θα πρέπει να εφαρμοστεί αναλογικά και όταν διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης και για τη διε­ξαγωγή μαρτυρικών αποδείξεων καθώς και έτερων δια­δικαστικών πράξεων κατά το άρθρο 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εν όψει κενού του νόμου.

Κατά μια άποψη, η κλήση για επαναφορά της συζήτη­σης και στην περίπτωση των υποθέσεων της νέας τακτι­κής διαδικασίας θα έπρεπε να εισάγεται κατά την ίδια διαδικασία που έχει εισαχθεί το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, όπως εξάλλου γίνεται σε όλες τις λοιπές διαδικασίες, προκειμένου να άρχονται εκ νέου οι προ­θεσμίες του 237 Κ.Πολ.Δ. για την κατάθεση προτάσεων ή επαναφορά των προκατατεθειμένων καθώς και της προ­σθήκης - αντίκρουσης - αξιολόγησης, με τις οποίες θα προσκομίζονται εγκαίρως τα νέα αποδεικτικά έγγραφα και θα δύνανται επίσης εγκαίρως να αξιολογηθούν από τους διαδίκους. Πλην όμως, προβληματική υπάρχει στην περίπτωση που έχει ταυτόχρονα διαταχτεί και εξέταση μαρτύρων, με την απόφαση για επανάληψη συζήτησης κατ άρθρο 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αφού σύμφωνα με την πρό­βλεψη της συγκεκριμένης διάταξης η εξέτασή τους θα πρέπει να λαμβάνει χώρα κατά την ορισθείσα επαναλαμ­βανόμενη συζήτηση. Επομένως, δημιουργείται εκ νέου κενό για τη δυνατότητα αξιολόγησης των μαρτυρικών καταθέσεων, που θα ληφθούν κατά την ορισθείσα με τη διαδικασία της νέας τακτικής συζήτηση, μετά την οποία δεν προβλέπεται κανένα στάδιο κατάθεσης προσθήκης, ενώ δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι στην περίπτωση που η κλήση κατατεθεί με τη νέα τακτική διαδικασία θα πρέπει να παρέλθει νέο χρονικό διάστημα 100 ημερών πλέον των 15 ημερών για την προσθήκη αντίκρουση, γεγονός που οδηγεί σε μεγαλύτερη καθυστέρηση.

Με δεδομένο λοιπόν, ότι ο κυριότερος στόχος των ριζικών τροποποιήσεων του Κ.Πολ.Δ. από τον ν. 4335/2015 ήταν η επιτάχυνση στην απονομή δικαιο­σύνης στην πολιτική δίκη, υποστηρίζεται η άποψη (Βλ. Καλαβρό, Πολιτική Δικονομία, Απαλαγάκη (Τριανταφυλλίδης/Ρεντούλης), άρθρ. 254, αριθ. 6, Κλαμαρή/ Κουσούλη/Πανταζόπουλο), πως -για την ταυτό­τητα του νομικού λόγου- θα πρέπει το σχετικό κενό στη ρύθμιση του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. να πληρωθεί με ανά­λογη εφαρμογή του άρθρου 237 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ. και συνε­πώς και στην περίπτωση επανάληψης τους συζήτησης, με τον σκοπό συμπλήρωσης των αποδείξεων, να επιτρέ­πεται η υποβολή από τους διαδίκους, μέσα σε οκτώ ημέ­ρες από την ολοκλήρωση των αποδείξεων, αξιολόγησης αυτών με προσθήκη στις προτάσεις, χωρίς να επιτρέπε­ται, φυσικά, η προβολή νέων ισχυρισμών ή και η προσα­γωγή και επίκληση νέων αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, με το σκεπτικό αυτό, ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας, η προσθήκη πρέπει να επιτρέπεται και στην περίπτωση του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. υπό τους προϋποθέσεις του άρθρου 237 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ. και ότι σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρ. 254 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στις υποθέσεις των άρθρ. 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει εφαρμογής και η διάταξη του άρθρ. 254 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ήτοι η κλήση και ο προσδιορισμός δικα­σίμου για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση».

Στη συνέχεια, αφού ακούστηκε και ο κ. Εισαγγελέας και μετά την αποχώρησή τους, αποφάσισε ομόφωνα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Με το ν. 4335/2015 (ΦΕΚ 87 Α/23.7.2015) επήλθε ριζική αναμόρφωση των διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. και αναθε­ωρήθηκαν εκ βάθρων οι ρυθμίσεις της τακτικής διαδικα­σίας. Στο πλαίσιο αυτό το βασικό πλαίσιο λειτουργίας της νέας τακτικής διαδικασίας οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 2, 237, 238 και 260 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η νέα τακτική διαδικασία εφαρμόζεται, άλλωστε, σε όσες αγωγές κατατίθενται μετά την 1.1.2016 (παράγραφος 1 άρθρου 1 άρθρου ένατου ν. 4335/2015). Ενόψει της νέας αυτής διάρ­θρωσης δημιουργούνται ζητήματα ως προς την επαναφορά προς συζήτηση μίας αγωγής, η οποία κατατέθηκε μετά την 1.1.2016, μετά την έκδοση μη οριστικής απόφασης, ήτοι απόφασης, η οποία απλώς διαμορφώνει τη διαδικασία και προετοιμάζει την οριστική επίλυση της διαφοράς.

II. Σε πρώτο επίπεδο, το ζήτημα εντοπίζεται στην περί­πτωση, κατά την οποία κατά τη διάσκεψη εντοπίζονται κενά ή αμφίβολα σημεία και καθίσταται αναγκαία η διεξα­γωγή περαιτέρω αποδείξεων. Ήδη στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι στη νέα τακτική διαδικασία υπάρχουν δύο τύποι επανάληψης της συζήτησης για τη διεξαγωγή περαιτέρω αποδείξεων, όπως προκύπτει από το συνδυα­σμό των διατάξεων των άρθρων 237 παρ. 6 και 254 Κ.Πολ.Δ.: Α) Η επανάληψη της συζήτησης κατά τη διάταξη του άρθρο 237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ., η οποία διατάσσεται με απλή διάταξη του προέδρου επί πολυμελούς πρωτοδικείου ή του δικάσαντος δικαστή επί μονομελούς πρωτοδικείου και ειρηνοδικείου, η οποία (διάταξη) καταχωρίζεται σε οικείο βιβλίο του δικα­στηρίου και επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων. Η εξέταση των μαρτύρων γίνεται κατά τα ειδικώς οριζόμενα στη διάταξη αυτή (237 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου μέσα σε οκτώ (8) εργάσιμες ημέρες από την εξέταση των μαρτύρων οι διάδικοι δικαιούνται με προσθήκη να προβούν σε αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών, ενώ νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδει­κτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη και δεν κατατίθενται νέες προτάσεις. Β) Η επανάληψη της συζήτησης κατά τη διάταξη του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ., η οποία διατάσσεται με μη οριστική απόφαση του δικάζοντος δικαστηρίου, προ­κειμένου να διεξαχθεί αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη ή εξέταση των διαδίκων στο ακροατήριο και μπορεί να συν­δυασθεί και με εξέταση μαρτύρων (ενός από κάθε πλευρά). Η τελευταία αυτή δυνατότητα, που ρητά παρέχεται στην παράγραφο 1 εδ. δ του άρθρου αυτού, προβλέφθηκε για λόγους οικονομίας της δίκης, ώστε σε περίπτωση που κρι­θεί αναγκαίο από το δικαστήριο να καταφύγει σε κάποιο από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, αλλά και να εξετάσει μάρτυρα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, να το πράξει αυτό «uno actu» με την απόφαση του δικαστηρίου για την επανά­ληψη της συζήτησης, χωρίς να απαιτείται ξεχωριστή διά­ταξη, κατά τα ανωτέρω ήδη αναφερθέντα (βλ. Αιτιολογική Έκθεση ν. 4335/2015, στο στοιχείο ΓII 13, Καλαβρό, Πολι­τική Δικονομία, 4η έκδοση, 2016, Μ. Μαργαρίτη/Α. Μαρ­γαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος I, έκδοση 2η 2018, άρθρο 254), Στην περί­πτωση του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. σαφώς προκύπτει από την παράγραφο 2 ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση ορίζεται το συντομότερο δυνατό απευθείας από τη γραμματεία του δικαστηρίου και οι διάδικοι κλητεύονται σε αυτήν τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 εδάφιο γ του άρθρου αυτού, η επαναλαμβανόμενη συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προη­γούμενης, οπότε δεν είναι αναγκαία η κατάθεση ιδιαίτε­ρων προτάσεων, αλλά οι κατατεθείσες κατά τη συζήτηση, της οποίας διατάχθηκε η επανάληψη, αρκούν και ισχύουν και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης θα προσκομίζονται από τους διαδίκους κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, το ίδιο δε ισχύει στην περίπτωση κατάθεσης «νέων» τυπι­κών προτάσεων, στις οποίες θα συμπεριλαμβάνονται κατ ουσίαν οι προηγούμενες προτάσεις. Σε περίπτωση μη εμφάνισης διαδίκου στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ο οποίος (διάδικος) είχε καταθέσει προτάσεις και δικασθεί αντιμωλία στη συζήτηση, στην οποία διατάχθηκε η επανάληψη, οπότε θεωρείται κατ αντιμωλία και στη μετ επανάληψη συζήτηση, τότε προτείνεται η επαναφορά στο φάκελο των κατατεθεισών προτάσεων να γίνεται με επιμέλεια της γραμματείας του Δικαστηρίου, χωρίς να απαιτείται κάποια ιδιαίτερη σημείωση επ αυτών, δεδομένου ότι πρό­κειται για τις ήδη κατατεθείσες προτάσεις στο πλαίσιο της ενιαίας συζήτησης. Ωστόσο, μολονότι δεν υφίσταται ρύθ­μιση αντίστοιχη της παραγράφου 7 του άρθρου 237, πρέ­πει για την ταυτότητα του νομικού λόγου να γίνει δεκτό ότι το σχετικό κενό πρέπει να πληρωθεί με αναλογική εφαρ­μογή της τελευταίας διάταξης και στην περίπτωση της επα­ναλαμβανόμενης κατ άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ. συζήτησης και να επιτρέπεται η κατάθεση από τους διαδίκους προσθήκης εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών από την ολοκλήρωση των αποδείξεων προς αξιολόγηση των αποδείξεων αυτών, χωρίς να είναι δυνατή η προβολή νέων ισχυρισμών και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων.

Σε δεύτερο επίπεδο, το ερευνώμενο ζήτημα αναφύεται στις περιπτώσεις έκδοσης μη οριστικής απόφασης, με την οποία είτε κηρύσσεται απαράδεκτο της συζήτησης (π.χ. σε περίπτωση δίκης σχετικής με το κτηματολόγιο λόγω μη προσαγωγής κτηματολογικού φύλλου ή διαγράμματος), είτε αναβάλλεται η συζήτηση κατ εφαρμογή σχετικών προβλέψεων των άρθρων 249 και 250 Κ.Πολ.Δ., είτε ανα­στέλλεται η εκδίκαση της αγωγής σε περίπτωση εκκρεμο­δικίας. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως ίσχυε και στο προηγούμενο, προ του ν. 4335/2015, νομοθετικό καθεστώς, ως συζήτηση δεν θεωρείται εκείνη, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη ή αναβλήθηκε η συζήτηση ή ανεστάλη η εκδίκαση λόγω εκκρεμοδικίας, αλλά η μετά την αναβολή αυτή συζήτηση, οπότε και αρχί­ζει η εκδίκαση της υπόθεσης με αναφορά των διαδίκων στις προτάσεις τους (βλ. ΟλΑΠ 1235/1982, ΑΠ 1563/2000 ΤΝΠ-Νόμος υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς). Στις περιπτώσεις αυτές λοιπόν στη μετά την επαναφορά της αγωγής συζήτηση είναι αναγκαία η παράσταση των διαδίκων, ακόμα και αν είχαν δικασθεί αντιμωλία στην προηγούμενη συζήτηση, ενώ υποχρεωτική είναι και η κατάθεση προτάσεων, σε αντίθετη δε περίπτωση επέρ­χεται ερημοδικία. Αντίστοιχη περίπτωση έκδοσης μη ορι­στικής απόφασης συντρέχει, όταν μία αγωγή εσφαλμένα εισήχθη με ειδική διαδικασία, ενώ υπάγεται στην τακτική διαδικασία, οπότε, ενόψει της πλήρους διαφοροποίησης μεταξύ των διαδικασιών αυτών μετά το ν. 4335/2015, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 6 του άρθρου 591, αλλά, αν το δικαστήριο είναι αρμόδιο, παραπέμπει την αγωγή προς συζήτηση με την εφαρμογή της τακτικής διαδικασίας, όπως ήδη γίνεται παγίως δεκτό (βλ. Π.Πρ.Θεσ. 12935/2017, ΠΠρΤρικ 57/2017, ΠΠρΑθ 855/2016, Μ.Πρ.Θεσ. 1295/2018 ΤΝΠ-Νόμος). Η επαναφορά της αγωγής προς εκδίκαση στις εξεταζόμενες εν προκειμένω περιπτώσεις δεν μπορεί να γίνει με βάση τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι, αφενός μία τέτοια εκδοχή δεν βρίσκει το οποιοδήποτε έρεισμα στο νόμο, αφετέρου ουδεμία ομοιότητα υφίσταται μεταξύ των περιπτώσεων αυτών και της επαναλαμβανόμε­νης κατ άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ. συζήτησης, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής. Πρέπει να σημειωθεί ότι τυχόν υιοθέτηση αντίθετης εκδοχής, κατά την οποία η επαναφορά της αγωγής θα γινόταν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 2, χωρίς την τήρηση των προθεσμιών των άρθρων 215, 237 και 238, θα οδηγούσε στο εξής αποτέλεσμα: Στη νέα τακτική διαδικασία, μετά και την κατάργηση του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., όλοι οι ισχυρισμοί προτείνονται μόνο με τις προτάσεις και την προσθήκη προς αντίκρουση ισχυρισμών των προτάσεων του αντι­δίκου, εντός της αυστηρά καθοριζόμενης διαδικασίας των άρθρων 237 και 238 του ίδιου Κώδικα και των προβλε­πόμενων σε αυτά προθεσμιών. Εντός των ίδιων εξάλλου προθεσμιών προσκομίζονται και τα αποδεικτικά μέσα. Στο πλαίσιο της νέας τακτικής διαδικασίας άλλος τρόπος προ­βολής των ισχυρισμών και προσαγωγής των αποδεικτι­κών μέσων δεν υφίσταται, μη εξαιρούμενων ούτε των οψιγενών ισχυρισμών ούτε των λοιπών προνομιακών, υπό το καθεστώς του καταργηθέντος άρθρου 269, ισχυρισμών. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με το ότι, όπως προεκτέθηκε, η μετά την επαναφορά της αγωγής συζήτηση είναι αυτή, στην οποία πρέπει εν προκειμένω να προταθούν οι ισχυ­ρισμοί με τις προτάσεις και να προσαχθούν τα αποδει­κτικά μέσα, δεν αφήνει περιθώριο αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 254 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., καθόσον σε μία τέτοια εκδοχή δεν θα υφίστατο δικονομικό στάδιο κατάθεσης προτάσεων και προβολής των ισχυρισμών, ούτε προσαγωγής αποδει­κτικών μέσων, ενόψει της λειτουργίας του άρθρου αυτού, δεδομένου ότι στη νέα τακτική διαδικασία δεν νοείται δικο­νομικό στάδιο κατάθεσης προτάσεων και προσαγωγής αποδεικτικών μέσων στο ακροατήριο. Αντίστοιχο αποτέ­λεσμα, δηλαδή παράκαμψη της εφαρμογής των άρθρων 237 και 238 Κ.Πολ.Δ. δεν είναι εφικτή ούτε μέσω της εφαρ­μογής των άρθρων 228 και 230 του ίδιου Κώδικα, διότι αφενός και κυρίως τα άρθρα αυτά δεν εφαρμόζονται στη νέα τακτική διαδικασία, αφετέρου θα οδηγούσαν στο ίδιο αδιέξοδο της έλλειψης δικονομικού σταδίου διενέργειας των ανωτέρω διαδικαστικών πράξεων. Συνεπώς, στις εξε­ταζόμενες περιπτώσεις μοναδική δυνατότητα επαναφοράς της αγωγής προς συζήτηση είναι η εφαρμογή της προβλεπόμενης στις διατάξεις των άρθρων 237 και 238 διαδικα­σίας, με τις ακόλουθες ωστόσο διευκρινίσεις: Η υπόθεση θα πρέπει να επαναφερθεί προς συζήτηση με κατάθεση κλήσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου, από το χρο­νικό δε αυτό σημείο υπολογίζονται οι σχετικές προθεσμίες προθεσμιών (των 100 ή 130 ημερών για την κατάθεση προτάσεων κ.ο.κ.) και κατόπιν η διαδικασία τροχοδρο­μείται και πάλι στην κανονικότητα της νέας τακτικής δια­δικασίας, που απαιτεί την αυστηρή τήρηση προθεσμιών για την περαιτέρω προώθησή της (Π.Πρ.Θεσ. 12935/2017, ΠΠρΤρικ 57/2017, Μ.Πρ.Θεσ. 1295/2018 ΤΝΠ-Νόμος. Ο χρόνος αυτός της κατάθεσης της κλήσης στη γραμματεία αποτελεί ένα σαφώς προσδιορισμένο αφετήριο γεγονός, που παρέχει τη μεγαλύτερη ασφάλεια και προβλεψιμότητα αναφορικά με τον υπολογισμό των οικείων προθεσμιών). Αντίστοιχη είναι η προτεινόμενη λύση και στην περίπτωση της οριστικής παραπεμπτικής απόφασης από αναρμόδιο δικαστήριο σε αρμόδιο. Εξάλλου, αντίστοιχη λύση πρέ­πει να δοθεί και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικα­στήριο κατ άρθρο 90 Κ.Πολ.Δ. διατάξει την προσεπίκληση διαδίκου, ενόψει και της ειδικής διάταξης του άρθρου 238 Κ.Πολ.Δ. για την προσεπίκληση, με αφετήριο χρονικό σημείο υπολογισμού την κατάθεση της κλήσης.

Τελευταία περίπτωση αποτελεί η κατ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 105 Κ.Πολ.Δ. έκδοση μη οριστικής απόφασης, με την οποία το δικαστήριο τάσσει προθε­σμία για τη συμπλήρωση της έλλειψης πληρεξουσιότη­τας προς τους υπογράφοντες τα δικόγραφα δικηγόρους. Αν μεν η συμπλήρωση της έλλειψης έχει τεθεί σε συν­δυασμό και με τη διεξαγωγή αποδείξεων, τότε ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 254 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Αν δε η οριστική απόφαση έχει ως μοναδικό αντικείμενο τη συμπλήρωση της σχετι­κής έλλειψης, τότε, μολονότι ούτε στην περίπτωση αυτή υφίσταται σχετική ρύθμιση στον Κώδικα, πρόκειται για περίπτωση, που έχει ουσιώδεις ομοιότητες με την περί­πτωση της επανάληψης της συζήτησης για διενέργεια αποδείξεων, καθόσον μοναδικό αντικείμενο της μη ορι­στικής απόφασης είναι η συμπλήρωση συγκεκριμένης έλλειψης σχετικής με την πληρεξουσιότητα στο πλαίσιο της ήδη διενεργηθείσας συζήτησης, οπότε προκρίνεται η αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 254 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. με την κατάθεση κλήσης και απευθείας προσ­διορισμό δικασίμου από τη γραμματεία, σύμφωνα και με όσα αναλύθηκαν ήδη, με την επισήμανση ότι στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται λόγος ύπαρξης προθεσμίας προσθήκης, τυχόν περιεχόμενο της οποίας δύσκολα γίνεται αντιληπτό στην εξεταζόμενη περίπτωση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Το πόρισμα της Ολομέλειας των Δικαστών του Πρω­τοδικείου Χαλκίδας επί του ως άνω θέματος έχει ως εξής:

Α) Σε περίπτωση έκδοσης μη οριστικής απόφασης για διενέργεια αποδείξεων, η επανάληψη της συζήτησης στη νέα διαδικασία θα γίνεται με την κατάθεση κλήσης στη γραμματεία και τον απευθείας προσδιορισμό δικασίμου, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης θα προσκο­μίζονται από τους διαδίκους κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, το ίδιο δε ισχύει στην περίπτωση κατάθεσης «νέων» τυπικών προτάσεων, στις οποίες θα συμπερι­λαμβάνονται κατ ουσίαν οι προηγούμενες προτάσεις. Σε περίπτωση μη εμφάνισης διαδίκου στην επαναλαμβανό­μενη συζήτηση, ο οποίος (διάδικος) είχε καταθέσει προ­τάσεις και δικασθεί αντιμωλία στη συζήτηση, στην οποία διατάχθηκε η επανάληψη, οπότε θεωρείται κατ αντιμωλία και στη μετ επανάληψη συζήτηση, τότε η επαναφορά στο φάκελο των κατατεθεισών προτάσεων θα γίνεται με επιμέ­λεια της γραμματείας του Δικαστηρίου, χωρίς να απαιτεί­ται κάποια ιδιαίτερη σημείωση επ αυτών, δεδομένου ότι πρόκειται για τις ήδη κατατεθείσες προτάσεις στο πλαίσιο της ενιαίας συζήτησης. Τέλος, στην περίπτωση αυτή θα ισχύει προθεσμία προσθήκης για αξιολόγηση αποδεικτι­κών μέσων εντός οκτώ (8) εργάσιμων ημερών, κατ αναλο­γική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 237 παρ. 7 Κ.Πολ.Δ.

Β) Σε περίπτωση έκδοσης μη οριστικής απόφασης, η οποία διατάσσει περαιτέρω αποδείξεις και επιπλέον τάσσει προθεσμία για συμπλήρωση ελλείψεων σχετι­κών με την πληρεξουσιότητα (άρθρο 105 Κ.Πολ.Δ.), εφαρμόζεται επίσης η (Α) ρύθμιση, ενώ αν με τη μη οριστική απόφαση τάσσεται προθεσμία συμπλήρωσης των ελλεί­ψεων, τότε εφαρμόζεται επίσης η (Α) ρύθμιση, άνευ της προθεσμίας για προσθήκη.

Γ) Στις περιπτώσεις έκδοσης μη οριστικής απόφασης λόγω κήρυξης απαραδέκτου της συζήτησης, αναβολής αυτής κατ άρθρο 249 ή 250 Κ.Πολ.Δ., αναστολής της εκδί­κασης λόγω εκκρεμοδικίας, παραπομπής προς εκδίκαση κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία, προσεπίκλησης με απόφαση του δικαστηρίου, η επαναφορά της αγωγής προς συζήτηση γίνεται με την κατάθεση κλήσης στη γραμ­ματεία του Δικαστηρίου και την τήρηση των προθεσμιών των άρθρων 215, 237 και Κ.Πολ.Δ., με αφετήριο χρονικό σημείο υπολογισμού των σχετικών προθεσμιών την κατά­θεση της κλήσης. Το ίδιο θα ισχύει και στην επαναφορά προς συζήτηση κατόπιν έκδοσης οριστικής απόφασης περί παραπομπής από αναρμόδιο σε αρμόδιο δικαστήριο.