ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2/2020

 

Ειρηνοδίκης : Μ.-Ι. Μουρούκα

Δικηγόροι : Ε. Κουτσοβασίλης. Ν. Κιτσάκος

 

[...] αν η επιλεξιμότητα του αιτούντος αμφισβητείται, επειδή αυτός κρίθηκε από τη πλατφόρμα ως μη επιλέξιμος και η αίτησή του απορρίφθηκε για αυτό το λόγο, τότε το δικαστήριο αποφαίνεται πρωτίστως επί του ζητήματος της επιλεξιμότητας, ως προς τη συνδρομή ή όχι των συγκεκριμένων προϋποθέσεων επιλεξιμότητας που αμφισβητούνται και στη συνέχεια, αν κρίνει ότι πρόκειται για επιλέξιμο οφειλέτη, καθορίζει, σύμφωνα με το αρ. 75, ενιαίο σχέδιο ρύθμισης έναντι των πιστωτών, κατά των οποίων στρέφεται η αίτηση. Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των αρ. 111 παρ. 2, 118, 216 Κ.Πολ.Δ., 747 παρ. 2 και 77 παρ. 1 ν. 4605/2019 συνάγεται ότι, για να είναι ορισμένη η αίτηση του οφειλέτη που δεν κρίθηκε επιλέξιμος από την πλατφόρμα αρκεί και πρέπει ν αναφέρονται σε αυτήν: 1) ότι ο αιτών είναι φυσικό πρόσωπο, 2) ότι υπέβαλε στη ψηφιακή πλατφόρμα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών του με σκοπό την προστασία της κύριας κατοικίας του από την αναγκαστική ρευστοποίηση, 3) ότι την αίτηση αυτή υπέβαλε οριστικά μετά τον προέλεγχο επιλεξιμότητας και την ενημέρωση του από την πλατφόρμα με ειδική ένδειξη ως μη επιλέξιμου οφειλέτη, 4) ότι με την οριστική υποβολή της αίτησης αυτός κρίθηκε μη επιλέξιμος και 5) αίτημα για τη προστασία της κύριας κατοικίας του από την αναγκαστική ρευστοποίηση με δικαστική ρύθμιση των χρεών του σύμφωνα με τους όρους προστασίας της κύριας κατοικίας του ν. 4605/2019. Τα παραπάνω στοιχεία, πραγματικά γεγονότα, είναι τα κατά νόμο αναγκαία για την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης που ανοίγει με την αίτηση του αρ. 77 του ν. 4605/ 2019 και για το δικαίωμα που αξιώνεται με αυτήν, δηλαδή του δικαιώματος για την προστασία της κύριας κατοικίας, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους του αρ. 75 του νόμου. Λοιπά στοιχεία σχετικά με την οικονομική, εισοδηματική, οικογενειακή κατάσταση του αιτούντος, στοιχεία σχετικά με το σύνολο των οφειλών, τις καταθέσεις, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, τις οφειλές του αιτούντος ανεπίδεκτες ρύθμισης κ.λπ., ως στοιχεία κρίσιμα για την επιλεξιμότητα του αιτούντος, δεν αποτελούν απαιτούμενα στοιχεία για το ορισμένο της αίτησης κατ αρ. 77 παρ. 1 του ν. 4605/ 2019, αλλά ανάγονται στην ουσιαστική βασιμότητά της και αποτελούν αντικείμενο απόδειξης, εφόσον αμφισβητείται η επιλεξιμότητα του αιτούντος. Ειδικότερα, η κατ αρ. 77 παρ. 1, αναφορά του νομοθέτη στην ηλεκτρονική αίτηση του αρ. 72 και συγκεκριμένα στη προηγούμενη οριστική υποβολή της στη πλατφόρμα, ως προϋπόθεση για την άσκηση της αίτησης του αρ. 77, γίνεται προκειμένου να προσδιοριστεί το πότε ο οφειλέτης μπορεί να προσφύγει ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να ζητήσει την προστασία της κύριας κατοικίας του, μόνο όταν έχει ολοκληρωθεί ανεπιτυχώς το πρώτο στάδιο της διαδικασίας υπαγωγής του στο προστατευτικό πλαίσιο του νόμου, το οποίο, στην περίπτωση του μη επιλέξιμου οφειλέτη ξεκινά και ολοκληρώνεται με την οριστική υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης στη πλατφόρμα. Επομένως, η κατ αρ. 77 παρ. 1, αναφορά του νομοθέτη στην ηλεκτρονική αίτηση του αρ. 72 δεν συνιστά ευθεία παραπομπή στο άρθρο αυτό έτσι ώστε το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αίτησης του αρ. 72 να καταστεί αναγκαίο κατά νόμο περιεχόμενο της αίτησης του αρ. 77.

[...] στο πεδίο εφαρμογής του νόμου υπάγονται όλα τα φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή όχι στο πρόσωπο τους πτωχευτικής ικανότητας, λόγω ύπαρξης εμπορικής δραστηριότητας παρούσας ή παρελθούσας, που όμως έχουν κυριότητα σε ακίνητο που αποτελεί την κύρια κατοικία τους και το οποίο βρίσκεται στην Ελλάδα. Πρωταρχική λοιπόν προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στο προστατευτικό πλαίσιο του νέου νόμου είναι η κατοικία, της οποίας ζητείται η προστασία από την αναγκαστική ρευστοποίηση, να ανήκει στον αιτούντα και εφόσον ανήκει σε αυτόν, η κατοικία αυτή να έχει την ιδιότητα της "κύριας κατοικίας". Ως κατοικία γενικά, κατά την έννοια του αρ. 51 ΑΚ, ορίζεται ο τόπος, ο οποίος είναι το κύριο και μόνιμο κέντρο των οικιακών και κοινωνικών σχέσεων του προσώπου. Τον τόπο αυτό ο νόμος τον εννοεί άλλοτε ως την εδαφική έκταση του δήμου ή της κοινότητας και άλλοτε ως το οίκημα, στο οποίο το πρόσωπο μένει, αρκεί για το οίκημα αυτό να συντρέχουν το υλικό στοιχείο της πραγματικής εγκατάστασης του προσώπου και το βουλητικό, της πρόθεσής του για σταθερή και μόνιμη εγκατάστασή του σε αυτό. Υπό την παραπάνω έννοια, ως "κύρια κατοικία" χαρακτηρίζεται το ακίνητο εκείνο που χρησιμεύει για την κάλυψη των βασικών αναγκών, οικιακών και κοινωνικών, του οφειλέτη και της οικογένειάς του και που πληροί τις στεγαστικές τους ανάγκες. Βασική επομένως προϋπόθεση για το χαρακτηρισμό της κατοικίας ως "κύριας" είναι αυτή να πληροί στεγαστικές ανάγκες του αιτούντος, να χρησιμεύει δηλαδή για την κάλυψη αυτών των αναγκών, όπως κατά περίπτωση προσδιορίζονται ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού του οφειλέτη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις διαβίωσής του, και για το λόγο αυτό εν τέλει να χρησιμοποιείται πράγματι από τον αιτούντα. Με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι, σε σχέση με τον ορισμό της κύριας κατοικίας στο ν. 4605/2019, προκρίνεται απλώς από το νομοθέτη η επιλογή, για λόγους αποτροπής καταχρήσεων και ευχέρειας επιβεβαίωσης, να προκύπτει αυτή (κύρια κατοικία) από τη σχετική δήλωση του αιτούντος προς την φορολογική αρχή, χωρίς ωστόσο να αναιρούνται τα προαναφερόμενα εννοιολογικά γνωρίσματα για τον ορισμό της κύριας κατοικίας ως προσδιοριστικά στοιχεία για το χαρακτηρισμό του αιτούμενου να προστατευτεί ακινήτου, ως "κύρια κατοικία", σε περίπτωση διάστασης μεταξύ της δηλωθείσας προς την φορολογική αρχή κατοικίας ως κύριας και της κατοικίας που πραγματικά χρησιμεύει ως κύρια κατοικία. Αλλά και αντιθέτως, η δηλωθείσα προς την φορολογική αρχή ως "κύρια κατοικία" θα πρέπει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδεικνύεται ότι πράγματι φέρει τα προαναφερόμενα εννοιολογικά γνωρίσματα "κύριας κατοικίας" για αυτό και χρησιμοποιείται ως τέτοια. Οι δικαιούχοι υπαγωγής στο προστατευτικό πλαίσιο του νόμου, ήτοι όσοι πληρούν σωρευτικά τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του αρ. 68, με πρωταρχική προϋπόθεση αυτή του εμπράγματου δικαιώματος σε κύρια κατοικία, μπορούν να ρυθμίσουν μόνο οφειλές που είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία, υπό την παραπάνω έννοια, και βρίσκονταν σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα ημερών κατά την 31η Δεκεμβρίου 2018. Επομένως, η επιδεκτικότητα ρύθμισης μιας οφειλής εξαρτάται πρωτίστως από τη σωρευτική συνδρομή των κριτηρίων επιλεξιμότητας στο πρόσωπο του αιτούντος κατ αρ. 68 παρ. 1 (περιπτώσεις α έως η), αφού η μη πλήρωση ενός εξ αυτών συνεπάγεται αυτοδικαίως και τη μη επιδεκτικότητα ρύθμισης της οφειλής. Για το λόγο αυτό και ο προέλεγχος από τη πλατφόρμα ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας (αρ. 68 παρ. 1 περιπτώσεις α έως η) προηγείται αυτού της επιδεκτικότητας ρύθμισης της οφειλής και διενεργείται διαδοχικά, για ένα προς ένα εκ των απαιτούμενων κριτηρίων επιλεξιμότητας, με πρωταρχικό αυτό του εμπράγματου δικαιώματος στην κύρια κατοικία. Συνεπώς η εσφαλμένη εκτίμηση ως προς την πλήρωση του συγκεκριμένου κριτηρίου, συνεπάγεται αυτοδικαίως και την εσφαλμένη εκτίμηση ως προς τη μη επιδεκτικότητα ρύθμισης της οφειλής, όπως και κάθε άλλου κριτηρίου επιλεξιμότητας που είναι συναφές με το συγκεκριμένο κριτήριο, η πλήρωση του οποίου προαπαιτείται όλων των άλλων για να υπαχθεί ο αιτών στο προστατευτικό πλαίσιο του νόμου.

[...] σύμφωνα με το αρ. 75 του ν. 4605/2019 «1. Για την προστασία της κύριας κατοικίας του, ο αιτών καταβάλλει το εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%) της αξίας αυτής σε μηνιαίες ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με επιτόκιο ίσο με το Euribor τριμήνου προσαυξημένο κατά δύο τοις εκατό (2%). Αν το εκατόν είκοσι τοις εκατό (120%) της αξίας της κύριας κατοικίας υπερβαίνει το σύνολο των οφειλών που περιλαμβάνονται στην αίτηση, τότε καταβάλλεται το σύνολο των οφειλών σε αντίστοιχες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. 2. Το ποσό της παραγράφου 1 καταβάλλεται σε χρονικό διάστημα εικοσιπέντε (25) ετών, το οποίο όμως δεν πρέπει να υπερβαίνει το 80ο έτος της ηλικίας του αιτούντος, εκτός εάν συμβληθεί εγγυητής, αποδοχής των πιστωτών, ευθυνόμενος ως αυτοφειλέτης», ενώ, σύμφωνα με το αρ. 70 παρ. 2 εδ. α του νόμου αυτού «2. Για τον προσδιορισμό του καταβλητέου ποσού κατά το αρ. 75, ως αξία της κύριας κατοικίας λογίζεται η εμπορική της αξία όπως είχε καταχωρισθεί στα βιβλία του πιστωτικού ιδρύματος κατά την 31 η Δεκεμβρίου του τελευταίου έτους, πριν την υποβολή της αίτησης του αρ. 72». Εξάλλου, για τις συνέπειες της δικαστικής ρύθμισης του χρέους ως προς την προστασία της κύριας κατοικίας στο αρ. 79 παρ. 1, 2, και 3 ορίζεται ότι: «Μετά την επίτευξη συναινετικής ή δικαστικής ρύθμισης με τουλάχιστον έναν πιστωτή, δεν επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πιστωτή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης στην κύρια κατοικία του αιτούντος, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επ αυτής, η εγγραφή υποθήκης ή η τροπή προσημείωσης υποθήκης σε υποθήκη. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου 1 δεν ισχύουν για τους πιστωτές, των οποίων οι απαιτήσεις ήταν επιδεκτικές ρύθμισης κατά τις παραγράφους 2 έως 6 του αρ. 68, τελικά όμως, για οποιοδήποτε λόγο, δεν ρυθμίστηκαν, συναινετικά ή δικαστικά ... Μη επιδεκτικοί ρύθμισης πιστωτές του ιδιωτικού τομέα μπορούν να επισπεύσουν αναγκαστική εκτέλεση μόνο μετά από άδεια, που χορηγείται από το Ειρηνοδικείο του τόπου της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η άδεια χορηγείται μόνο αν η υπόλοιπη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη δεν επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του συνόλου των πιστωτών, εκτός εάν ο πιστωτής έχει εμπράγματη ασφάλεια στην κύρια κατοικία, που εγγράφηκε πριν την υποβολή της αίτησης του αρ. 72 ...».

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η κύρια κατοικία του επιλέξιμου, κατά το αρ. 68 του νόμου, οφειλέτη, προστατεύεται υπό όρους, αυτούς που προβλέπει ο νόμος: α) της καταβολής από τον οφειλέτη του 120% της εμπορικής αξίας της προστατευόμενης κύριας κατοικίας, εκτός αν η οφειλή του είναι μικρότερη, οπότε καταβάλλεται το μικρότερο αυτό ποσό, ως το σύνολο της οφειλής και β) της καταβολής του ποσού αυτού, του 120% της αξίας της προστατευόμενης κύριας κατοικίας ή μικρότερου, ανάλογα με το σύνολο της οφειλής, εντόκως με επιτόκιο ίσο με το Euribor τριμήνου + 2% και σε χρονικό διάστημα 25 ετών, ήτοι σε 300 μηνιαίες ισόποσες τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Περιορισμός της 25ετούς διάρκειας της ρύθμισης προβλέπεται μόνο όταν αυτή υπερβαίνει το 80° έτος της ηλικίας του οφειλέτη και δεν έχει συμβληθεί εγγυητής, αποδοχής των πιστωτών, ευθυνόμενος για την τήρησή της ως αυτοφειλέτης. Με βάση τα παραπάνω, η προστασία της κύριας κατοικίας και η εν τέλει υπαγωγή του οφειλέτη στο προστατευτικό πλαίσιο του ν. 4605/2019 είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο εφόσον αυτός κρίθηκε επιλέξιμος, επειδή αποδείχθηκε ότι πληροί σωρευτικά τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του νόμου, η συνδρομή των οποίων αμφισβητήθηκε. Το δικαστήριο θέτει σε καθεστώς προστασίας την κύρια κατοικία του επιλέξιμου οφειλέτη και προβαίνει σε δικαστική ρύθμιση της οφειλής προκειμένου να επιβάλλει τους ειδικότερους όρους υπό τους οποίους αυτή προστατεύεται, προσδιορίζοντας, με βάση το συνολικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης για την προστασία της κύριας κατοικίας του και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου υποχρεούται να καταβάλλει το ποσό αυτό, το πλήθος και το ύψος των μηνιαίων τοκοχρεωλυτικών δόσεων. Η προστασία αυτή παρέχεται στον οφειλέτη που ρύθμισε τις οφειλές του και ισχύει κατ αρχήν τόσο έναντι των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις ρυθμίστηκαν όσο και έναντι των πιστωτών, των οποίων οι απαιτήσεις δεν είναι επιδεκτικές ρύθμισης κατά τις παρ. 2 έως 6 του αρ. 1. Η κατ αρχήν ισχύς της προστασίας έναντι των τελευταίων πιστωτών επιβάλλεται, διότι η ρύθμιση των ενυπόθηκων οφειλών προς τα πιστωτικά ιδρύματα δεν θα είχε καμία χρησιμότητα για τον οφειλέτη, αν η κατοικία του κινδύνευε να πλειστηριαστεί για οφειλές προς λοιπούς πιστωτές. Από την άλλη πλευρά, το δικαίωμα του οφειλέτη για προστασία της κύριας κατοικίας του πρέπει να σταθμιστεί με τα δικαιώματα των ιδιωτών πιστωτών. Στη στάθμιση αυτή προβαίνουν οι διατάξεις των παρ. 2 έως 4, οι οποίες ρυθμίζουν αποκλειστικά τα δικαιώματα των αρρύθμιστων ιδιωτών πιστωτών (πρβλ. αιτιολογική έκθεση νόμου επί του αρ. 12). Επομένως, επί αιτήσεως του αρ. 77 του ν. 4605/2019 για τη προστασία της κύριας κατοικίας με δικαστική ρύθμιση του χρέους σύμφωνα με τους όρους προστασίας της κύριας κατοικίας του νόμου αυτού, παθητικώς νομιμοποιούμενοι είναι οι πιστωτές με επιδεκτικές ρύθμισης οφειλές κατ αρ. 68 παρ. 2 έως 6, αφού μόνον αυτών οι απαιτήσεις μπορούν να ρυθμιστούν δικαστικά. Η κοινοποίηση της αίτησης στους λοιπούς πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις δεν είναι επιδεκτικές ρύθμισης αλλά έναντι των οποίων ισχύει η προστασία της κύριας κατοικίας, μόνο ως γνωστοποίηση του δικαστικού αγώνα που ανοίγει με την αίτηση του αρ. 77 του νόμου μπορεί να εκτιμηθεί, αφού δεν πρόκειται για διαδικαστική πράξη με την οποία εξαιρετικά επεκτείνονται τα υποκειμενικά όρια της έννομης σχέσης της δίκης έναντι αυτών, καταλείπεται δε στην απόλυτη κρίση τους αν θα συμμετέχουν στην ανοιγείσα δίκη ή όχι, καθόσον δεν υποχρεούνται προς τούτο από το νόμο. Συνεπώς η αίτηση του αρ. 77 του ν. 4605/2019 για τη προστασία της κύριας κατοικίας με δικαστική ρύθμιση του χρέους, στρέφεται κατά των πιστωτών οι απαιτήσεις των οποίων ήταν επιδεκτικές ρύθμισης όμως δεν ρυθμίστηκαν, κατά των υπολοίπων πιστωτών των οποίων οι απαιτήσεις δεν ρυθμίστηκαν ως ανεπίδεκτες ρύθμισης, η κοινοποίηση της αίτησης συνιστά ανακοίνωση της ανοιγείσας δίκης, η οποία δεν αποτελεί μορφή αίτησης παροχής ένδικης προστασίας, δεν δημιουργεί στο δικαστήριο υποχρέωση να αποφανθεί γι αυτήν, ούτε δημιουργεί σε αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται υποχρέωση να συμμετέχει στη δίκη και να απαντήσει στην ιστορική βάση της αίτησης (αρ. 91, 92 και 93 Κ.Πολ.Δ.).

Με την κρινόμενη αίτηση, κατ εκτίμηση του δικογράφου, ο αιτών, επικαλούμενος την, από τη ψηφιακή πλατφόρμα προστασίας κύριας κατοικίας της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., εσφαλμένη εκτίμηση κρίσιμων για την επιλεξιμότητά του στοιχείων αναφορικά με τα κριτήρια: α) του εμπράγματου δικαιώματος σε κύρια κατοικία, β) της εμπράγματης εξασφάλισης σε κύρια κατοικία και γ) της επιδεκτικότητας ρύθμισης οφειλής, την εξ αυτού του λόγου απόρριψη της ηλεκτρονικής αιτήσεως του, κατά την οριστική υποβολή της, ως μη επιλέξιμου οφειλέτη και την επακόλουθη, της απόρριψης αυτής, ολοκλήρωση της διαδικασίας για συναινετική ρύθμιση ανεπιτυχώς, χωρίς επίτευξη συμφωνίας, ζητεί από το δικαστήριο την προστασία της κύριας κατοικίας του με ρύθμιση του χρέους του, σύμφωνα με τους όρους προστασίας της κύριας κατοικίας του ν. 4605/2019.

[...] Για το παραδεκτό της αιτήσεως τηρήθηκε το στάδιο της συναινετικής ρύθμισης μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας των αρ. 71 και 72 του ν. 4605/2019 που ολοκληρώθηκε ανεπιτυχώς στις 03.10.2019 αφού προσκομίζεται η με ίδια ημερομηνία Βεβαίωση μη επιλεξιμότητας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους με ημερομηνία έναρξης σταδίου, καταχώρησης της με αριθ. ... αίτησης στο Δικαστήριο, την 03.10.2019. Επίσης, από την από 24.10.2019 έκθεση κατάθεσης δικογράφου προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση, με τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα που μεταφορτώθηκαν στην ηλεκτρονική πλατφόρμα, κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού και μεταφορτώθηκε μέσα σε 10 εργάσιμες μέρες από την κατάθεσή της στη ψηφιακή πλατφόρμα μέσω της οποίας κοινοποιήθηκε στη καθής (βλ Ηλεκτρονική Πλατφόρμα Προστασία Κύριας Κατοικίας πεδίο "Αίτηση Δικαστηρίου"). Περαιτέρω η αίτηση είναι επαρκώς ορισμένη καθόσον περιέχει τα απαραίτητα για τον έλεγχο της νομικής και ουσιαστικής της βασιμότητας στοιχεία κατά το αρ. 77 παρ. 1 του ν. 4605/2019 ήτοι ότι ο αιτών, φυσικό πρόσωπο, υπέβαλε στη ψηφιακή πλατφόρμα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών του με σκοπό την προστασία της κύριας κατοικίας του από την αναγκαστική ρευστοποίηση, ότι την αίτηση αυτή υπέβαλε οριστικά μετά τον προέλεγχο επιλεξιμότητας και την ενημέρωσή του από την πλατφόρμα με ειδική ένδειξη ως μη επιλέξιμου οφειλέτη, ότι με την οριστική υποβολή της αίτησης αυτός κρίθηκε μη επιλέξιμος και ότι ζητά την προστασία της κύριας κατοικίας του από την αναγκαστική ρευστοποίηση με δικαστική ρύθμιση του χρέους του σύμφωνα με τους όρους προστασίας της κύριας κατοικίας του νόμου. Πέραν των ανωτέρω στοιχείων, ουδέν άλλο στοιχείο απαιτείται για το ορισμένο της υπό κρίση αιτήσεως, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της καθής. Τα μη αναφερόμενα στοιχεία, είναι αντικείμενα απόδειξης και ανταπόδειξης κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης και ειδικότερα κατά την έρευνα της συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας και δη των συγκεκριμένων κριτηρίων που αμφισβητούνται, καθόσον, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρ. 744, 745, 751 Κ.Πολ.Δ., ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας της εκούσιας δικαιοδοσίας ως μέσου προστασίας, κυρίως δημοσίας εμβέλειας συμφερόντων, επιβάλλει την ενεργό συμμετοχή του δικαστή στη συλλογή, διερεύνηση και αξιολόγηση του πραγματικού υλικού της δίκης και επιτρέπει τη δυνατότητα συμπλήρωσης με τις προτάσεις, στο δε Ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (αρ. 115 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), εκείνων των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο αρ. 747 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Η αίτηση, κατά τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των αρ. 77, 72, 73 εδ. Β, 68, 75 του ν. 4605/2019 και 176 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, εφόσον το πρώτο στάδιο της συναινετικής ρύθμισης ολοκληρώθηκε ανεπιτυχώς χωρίς να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ του αιτούντος και της πιστώτριάς του, πρέπει η αίτηση να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Η καθής πιστώτρια πρόβαλε μεταξύ άλλων τον ισχυρισμό περί μη σωρευτικής συνδρομής στο πρόσωπο του αιτούντος των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας για την υπαγωγή του στο προστατευτικό πλαίσιο του νόμου καθόσον αυτός δεν πληροί τα συγκεκριμένα κριτήρια επιλεξιμότητας: α) εμπράγματο δικαίωμα σε κύρια κατοικία, β) εμπράγματη εξασφάλιση σε κύρια κατοικία και γ) οφειλή επιδεκτική ρύθμισης. Ο ισχυρισμός αυτός της καθής όπως ειδικότερα τον ανέπτυξε προφορικά στο ακροατήριο και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε συνιστά άρνηση, παραδεκτά προβάλλεται (αρ. 263 Κ.Πολ.Δ.) και είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις του αρ. 68 παρ. 1 περ. α, γ, ζ και παρ. 2 του ν. 4605/2019 και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω αν είναι και κατ ουσίαν βάσιμος.

[...] αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης: Ο αιτών, ηλικίας 53 ετών, είναι άγαμος, δεν έχει τέκνα, κατοικεί μόνος του σε διαμέρισμα ιδιοκτησίας του και το ετήσιο καθαρό εισόδημά του ανήλθε κατά το φορολογικό έτος 2018 σε 3.196,08. Ο ανωτέρω είναι δικαιούχος εμπράγματου δικαιώματος πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 100%: α) ενός διαμερίσματος πρώτου ορόφου επιφάνειας κυρίων χώρων 77 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ... και β) ενός ισογείου καταστήματος επιφάνειας κυρίων χώρων 30,10 τ.μ., φορολογητέας αξίας 31.605 €, ευρισκόμενο στην ίδια ως άνω οικοδομή επί της οδού ... Η φορολογητέα αξία του υπό στοιχ. α διαμερίσματος στο πρώτο όροφο, το οποίο ο αιτών ζητεί να προστατέψει από την αναγκαστική ρευστοποίηση, επειδή πρόκειται για το ακίνητο περιουσιακό του στοιχείο το οποίο χρησιμοποιεί ως κύρια κατοικία του και ως τέτοια ζητεί να προστατευθεί, ανέρχεται σε 57.375 €, ενώ η εμπορική του αξία σε 70.425,83 €. Πιστωτές του αιτούντος είναι: [...]

Περαιτέρω από την από 03.10.2019 Βεβαίωση μη επιλεξιμότητας της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους αποδείχθηκε ότι την 10η.9.2019 ο αιτών, μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας ηλεκτρονικής υποβολής και διαχείρισης αιτήσεων, η οποία αναπτύσσεται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Γ.Π.Σ.) σε συνεργασία με την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.), προέβη στη δημιουργία της με αριθμό ηλεκτρονικής αίτησης, απευθυνόμενη προς τη καθής πιστώτρια τράπεζα «...», ζητώντας τη συναινετική ρύθμιση του ως άνω χρέους του προς αυτήν προκειμένου να προστατέψει την κύρια κατοικία του από την αναγκαστική ρευστοποίηση.

Στην αίτηση αυτή ο αιτών δήλωσε όλα τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να ελεγχθεί από την πλατφόρμα η συνδρομή στο πρόσωπο του των προϋποθέσεων επιλεξιμότητας και η επιδεκτικότητα ρύθμισης της οφειλής του. Συγκεκριμένα, ως προς την επίδικη προς ρύθμιση οφειλή, βάσει των εγγράφων που αυτόματα ανακτήθηκαν από τη βάση δεδομένων της Φορολογικής Διοίκησης και των στοιχείων που αυτόματα ανακτήθηκαν από το Αρχείο Δεδομένων Οικονομικής Συμπεριφοράς της Τειρεσίας ΑΕ, ο αιτών δήλωσε: α) Ότι η κύρια κατοικία του είναι το προαναφερόμενο υπό στοιχ. α ακίνητο, ήτοι το διαμέρισμα πρώτου ορόφου επιφάνειας κυρίων χώρων 77 τ.μ. επί της οδού ... στην Αθήνα (βλ. Δήλωση Φορολογίας Εισοδήματος ΕΙ φορολογικού έτους 2018, Πίνακας 5. Προσδιορισμός Ετήσιας Αντικειμενικής Δαπάνης, πεδίο: α) Κύρια Κατοικία και την σε αυτό περιγραφή του ακινήτου), β) Ότι του ακινήτου αυτού είναι δικαιούχος εμπράγματου δικαιώματος πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 100% και ότι η φορολογητέα αξία του ανέρχεται σε 57.375 € (βλ. Δήλωση στοιχείων ακινήτων Ε9 και Πράξη Διοικητικού Προσδιορισμού Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων ΕΝ.Φ.Ι.Α. φορολογικού έτους 2018), γ) Ότι επί του ακινήτου αυτού που σύμφωνα με τα στοιχεία της Τειρεσίας ΑΕ φέρει κωδικό αριθμό ..., υφίσταται εμπράγματο βάρος με κωδικό αριθμό ... για την εξασφάλιση της υπό στοιχ. ... απαιτήσεως της καθής πιστώτριας που απορρέει από την υπ αριθ. ... σύμβαση δανείου και με κωδικό αριθμό ... για την εξασφάλιση της υπό στοιχ. ... απαιτήσεως της καθής πιστώτριας που απορρέει από την υπ αριθ. ... σύμβαση δανείου. Ειδικότερα, η εμπράγματη εξασφάλιση σε βάρος του ως άνω ακινήτου, δηλώθηκε από τον αιτούντα αποκλειστικά με βάση τις πληροφορίες που η καθής πιστώτρια χορηγεί στην Τειρεσίας ΑΕ κατά τη συγκέντρωση πληροφοριών οικονομικής συμπεριφοράς για τη δημιουργία βάσης (αρχείου) Δεδομένων Οικονομικής Συμπεριφοράς με σκοπό ακριβώς την παροχή ορθών και επίκουρων πληροφοριών οικονομικής συμπεριφοράς των υποκειμένων για την εξασφάλιση γενικά της εμπορικής πίστης, της αξιοπιστίας και της ασφάλειας των συναλλαγών και τελικά της άσκησης του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας. Με βάση λοιπόν τις πληροφορίες αυτές που ανακτήθηκαν αυτομάτως από το ως άνω Αρχείο Δεδομένων, κατά την υποβολή της ηλεκτρονικής αίτησης και που αποδεικνύουν το υφιστάμενο βάρος επί του συγκεκριμένου ακινήτου, αφού προσδιορίζουν την εμπράγματη εξασφάλιση με συγκεκριμένους κωδικούς, ήτοι κωδικό αριθμό ταυτότητας της εμπραγμάτως εξασφαλισμένης οφειλής, κωδικό αριθμό εξασφάλισης που αυτή έλαβε και κωδικό αριθμό βεβαρημένου ακινήτου, ο αιτών δήλωσε ότι η κύρια κατοικία του είναι προσημειωμένη (βλ. την από 03.10.2019 Βεβαίωση της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. Πίνακας Οφειλές, εγγραφή 4 σε συνδυασμό με σελ. 16 Πίνακας Εξασφαλίσεις Ακίνητης Περιουσίας, εγγραφή 1 και 4). Την αίτηση αυτή ο αιτών υπέβαλλε οριστικά, ήτοι μετά τον προέλεγχο και την σχετική ένδειξη της πλατφόρμας, ότι αυτός (αιτών) είναι μη επιλέξιμος οφειλέτης, την 03.10.2019. Με την οριστική υποβολή της ως άνω με αριθμό ... ηλεκτρονικής αίτησης, ολοκληρώθηκε το πρώτο στάδιο της διαδικασίας για συναινετική ρύθμιση ανεπιτυχώς χωρίς επίτευξη συμφωνίας αφού η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε καθόσον βεβαιώθηκε πλέον ότι ο αιτών δεν πληροί τα εξής κριτήρια επιλεξιμότητας: α) εμπράγματο δικαίωμα σε κύρια κατοικία, β) προσημείωση σε κύρια κατοικία και γ) επιδεκτικότητα ρύθμισης οφειλής. Από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι το υπό στοιχ. α διαμέρισμα του πρώτου ορόφου που ο αιτών δήλωσε ως κύρια κατοικία στο ΕΙ φορολογικού έτους 2018, χρησιμοποιείται πράγματι από αυτόν ως τέτοια (κύρια κατοικία), αφού αποτελεί το μοναδικό ακίνητο περιουσιακό του στοιχείο που εξυπηρετεί στεγαστικές του ανάγκες, δεδομένου του ότι το ακίνητο επί του ισογείου, ήτοι το κατάστημα, εκμισθώνεται από τον αιτούντα και επομένως αξιοποιείται ως εισοδηματική πηγή και όχι ως εστία. Τις παραπάνω παραδοχές δεν αναιρεί το γεγονός ότι, λόγω της φύσεως του επαγγέλματος του, ο αιτών κατά τους θερινούς μήνες του χρόνου διαμένει προσωρινά στη Κρήτη και/ή στο Λουτράκι σε μισθωμένο ακίνητο που αποτελεί στη μεν Κρήτη την κύρια έδρα και στο δε Λουτράκι το υποκατάστημα της επιχείρησής του. Ειδικότερα, ο αιτών διατηρεί ατομική επιχείρηση εκμάθησης θαλασσίων σπορ με κύρια έδρα στην Ελούντα της Κρήτης, επί της οδού ... και υποκατάστημα στο Λουτράκι, στο ...ο χιλ. Λουτρακίου Περαχώρας, όπου διαμένει μόνο κατά τους θερινούς μήνες και για περιορισμένο χρονικό διάστημα, το αναγκαίο για την εξυπηρέτηση των επαγγελματικών του αναγκών δηλαδή την παροχή υπηρεσιών εκμάθησης θαλάσσιων σπορ.

Με βάση τα παραπάνω, η διαμονή του αιτούντος στη Κρήτη και/ή στο Λουτράκι, ως αναγκαία κυρίως για την ενάσκηση του επαγγέλματος του και δευτερευόντως για τη στέγασή του καθώς και ως περιστασιακή ήτοι για περιορισμένο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να προσδώσει στα ακίνητα αυτά, σε Κρήτη και σε Λουτράκι, την ιδιότητα της κύριας κατοικίας, ούτε να προσδώσει στο διαμέρισμα επί της οδού ... την ιδιότητα της "δυνητικής" κύρια κατοικίας, αφού το εν λόγω διαμέρισμα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις στεγαστικές ανάγκες του αιτούντος στην Αθήνα κατά τους χειμερινούς μήνες. Επομένως, εσφαλμένα εκτιμήθηκε από τη ψηφιακή πλατφόρμα ότι ο αιτών δεν διαθέτει κύρια κατοικία, αφού, όπως αποδείχθηκε, το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επί της οδού ... στην Αθήνα, ιδιοκτησίας του αιτούντος, αφενός δηλώθηκε από αυτόν ως "κύρια κατοικία" στη δήλωση φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2018, αφετέρου χρησιμοποιείται πράγματι ως τέτοια. Το ως άνω σφάλμα, ως προς το πρώτο κριτήριο, αυτό του εμπράγματου δικαιώματος σε κύρια κατοικία, ακολούθησε περαιτέρω σφάλμα που συνδέεται με αυτό, ως προς το δεύτερο κριτήριο, αυτό της εμπράγματης εξασφάλισης σε κύρια κατοικία, το οποίο, λόγω της αυτοματοποιημένης διαδικασίας αξιολόγησης των κριτηρίων επιλεξιμότητας από τη πλατφόρμα, κρίθηκε ότι δεν πληρούται, επειδή ήδη είχε κριθεί εσφαλμένα ότι ο αιτών δεν διαθέτει καν κύρια κατοικία. Ειδικότερα, από τη συγκριτική επισκόπηση της από 2.3.2010 με αριθ. ... σύμβασης δανείου, της με ίδια ημερομηνία Πρόσθετης Πράξης της ανωτέρω σύμβασης, της από 9.3.2010 με αριθ. ... σύμβασης πίστωσης πρώτων εξόδων κατοικίας σε συνδυασμό με την από 3.10.2019 Βεβαίωση της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. προκύπτει ότι για την εξασφάλιση της υπό στοιχ. ... οφειλής απορρέουσας από την υπ αριθ. ... σύμβαση δανείου και την εξασφάλιση της υπό στοιχ. ... οφειλής απορρέουσας από την υπ αριθ. ... σύμβαση δανείου μεταξύ του αιτούντος και της καθής πιστώτριας Τράπεζας, η τελευταία προσημείωσε και τα δύο ακίνητα επί της οδού ... ιδιοκτησίας του αιτούντος.

Συγκεκριμένα οι ως άνω απαιτήσεις της καθής είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης σε βάρος: α) του διαμερίσματος πρώτου ορόφου επιφάνειας κυρίων χώρων 77 τ.μ. που φέρει κωδικό αριθμό ακινήτου ... και αντιστοιχεί στο κωδικό εξασφάλισης ... για ποσό 78.200 € και β) του ισογείου καταστήματος επιφάνειας κυρίων χώρων 30,10 τ.μ. που φέρει κωδικό αριθμό ακινήτου ... και αντιστοιχεί στο κωδικό εξασφάλισης... για ποσό 35.800 €.

Η καθής πιστώτρια ισχυρίζεται ότι ουδέν βάρος υφίσταται επί του ως άνω διαμερίσματος του πρώτου ορόφου, επικαλούμενη προς τούτο τη μη εγγραφή στα δημόσια βιβλία Υποθηκών και Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών οποιουδήποτε βάρους επί του συγκεκριμένου ακινήτου, γεγονός που βεβαιώνεται στο από 29.10.2019 υπ αριθ. ... Πιστοποιητικό Βαρών του Υποθηκοφυλακείου αυτού που προσκομίζει ο αιτών ως συνοδευτικό της ηλεκτρονικής αιτήσεώς του έγγραφο. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και τούτο διότι η επικαλούμενη από τη καθής δημόσια πίστη των βιβλίων του Υποθηκοφυλακείου είναι τυπική και μόνο, στα πλαίσια της αρχής της τυπικής δημοσιότητας που ικανοποιεί το σύστημα τήρησης βιβλίων μεταγραφών, υποθηκών, κατασχέσεων και διεκδικήσεων για την προστασία των συναλλαγών, οι δε εγγραφές σε αυτά (βιβλία) αποδεικνύουν μόνον τη μεταγραφή που έγινε με την καταχώριση της εγγραπτέας πράξης, χωρίς να παρέχεται τεκμήριο για την αποτύπωση της αληθινής εμπράγματης κατάστασης του ακινήτου αναφορικά με την κτήση ή απώλεια εμπράγματου δικαιώματος στο ακίνητο αυτό. Σε κάθε περίπτωση η όποια αμφισβήτηση σχετικά με την έννομη κατάσταση ενός ακινήτου από την άποψη των εμπραγμάτων σχέσεων επ αυτού, προκύπτουσα από τα δημόσια βιβλία του Υποθηκοφυλακείου, αντιτάσσεται έναντι του τρίτου, έστω και καλόπιστου, που συναλλάχθηκε στηριζόμενος στο δημιουργούμενο με τη τυπική δημοσιότητα φαινόμενο δικαίου και όχι μεταξύ των αρχικώς συμβαλλομένων για την σύσταση του επίδικου δικαιώματος επί του συγκεκριμένου ακινήτου, δεδομένου ότι η μεταξύ αυτών αμφισβήτηση ως προς το επίδικο δικαίωμα μόνο ουσιαστική μπορεί να είναι και να αφορά τη συνδρομή ή μη των νομίμων εκάστοτε προϋποθέσεων για τη σύσταση του επίδικου δικαιώματος, γεγονός που δεν αποδεικνύεται από μόνη τη μεταγραφή της εγγραπτέας πράξης στα βιβλία, έστω και αν η μεταγραφή συνιστά αναγκαίο όρο για τη σύσταση του δικαιώματος. Καταληκτικά, ως προς την έννομη κατάσταση της κύριας κατοικίας του αιτούντος από την άποψη των εμπραγμάτων σχέσεων επ αυτής μεταξύ της καθής πιστώτριας τράπεζας και του πιστούχου της, η μη εγγραφή στα βιβλία υποθηκών εμπράγματου βάρους αποδεικνύει μόνο ότι ελλείπει ο τελευταίος όρος που καθιστά ενεργή την εμπράγματη εξασφάλιση που πράγματι υφίσταται σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στοιχεία που η ίδια η πιστώτρια χορήγησε στην Τειρεσίας ΑΕ. Επομένως, ο αιτών πληροί σωρευτικά όλες τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας του αρ. 68 του ν. 4605/2019, εφόσον αποδείχθηκε ότι στο πρόσωπο του συντρέχουν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αμφισβητήθηκαν, ήτοι, ότι αυτός διαθέτει κύρια κατοικία της οποίας είναι δικαιούχος εμπράγματου δικαιώματος κυριότητας, ότι σε βάρος της κύριας κατοικίας του υφίσταται προσημείωση υποθήκης, και ότι η οφειλή του προς την καθής πιστώτρια είναι επιδεκτική ρύθμισης αφού για την εξασφάλισή της έχει εγγραφεί η ως άνω προσημείωση, η δε εσφαλμένη εκτίμηση από τη πλατφόρμα, ως προς τη μη επιδεκτικότητα ρύθμισης της εν λόγω οφειλής, υπήρξε επακόλουθο της αρχικώς εσφαλμένης εκτίμησης ότι ο αιτών δεν διαθέτει κύρια κατοικία (βλ. παραπάνω).

Σύμφωνα με τα παραπάνω ο αιτών, ως επιλέξιμος οφειλέτης, υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ν. 4605/2019, η δε προστασία της κύριας κατοικίας του είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο, το οποίο προβαίνει σε δικαστική ρύθμιση του χρέους του, προκειμένου να επιβάλλει τους ειδικότερους όρους της προστασίας αυτής κατά το αρ. 75 του νόμου αυτού.

Ειδικότερα, στα πλαίσια της ρύθμισης αυτής, θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές συνολικού ποσού 84.510,99 € που αντιστοιχεί στο 120% της εμπορικής αξίας της προστατευόμενης κατοικίας, ύψους 70.425,83 €. Η αποπληρωμή του ποσού αυτού (84.510,99 €) θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το νόμο εντόκως, χωρίς ανατοκισμό, με επιτόκιο ίσο με το Euribor τριμήνου προσαυξημένο κατά δύο τοις εκατό (2%), που θα ισχύει κατά το χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, ο χρόνος δε τοκοχρεολυτικής εξόφλησης του ποσού αυτού, πρέπει να οριστεί σε είκοσι πέντε έτη (300 μηνιαίες δόσεις), λαμβανομένου υπόψη της ηλικίας του αιτούντος, ο οποίος διανύει ήδη το 53ο έτος της ηλικίας του, γεγονός που επιτρέπει την εξάντληση του χρονικού διαστήματος της εκ του νόμου εικοσιπενταετίας για τη παρούσα ρύθμιση, αφού κατά την ολοκλήρωσή της ο αιτών θα διανύει το 78ο έτος της ηλικίας του. Έτσι το ποσό κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται σε 281,70 ευρώ, δηλαδή 84.510,99 ευρώ: 300 μήνες, οι δε μηνιαίες δόσεις για τη προστασία της κύριας κατοικίας θα καταβάλλονται από την 1 η έως την 15η ημερολογιακή ημέρα εκάστου μηνός, αρχής γεννώμενης την 15η ημερολογιακή ημέρα του πρώτου μετά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης μήνα. Το ποσό των 84.510,99 € αποτελεί το υποχρεωτικό αντάλλαγμα το οποίο πρέπει να καταβάλει ο αιτών κατά τη διάρκεια των 25 ετών του χρόνου της ρύθμισης, προκειμένου να εκπληρώσει τους παραπάνω ειδικότερους όρους υπό τους οποίους προστατεύεται η κύρια κατοικία του.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ ουσίαν και να προστατευτεί η κύρια κατοικία του αιτούντος ρυθμιζομένου του χρέους του, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό της παρούσας. Η απόσβεση του χρέους του αιτούντος και κάθε εμπράγματου βάρους στην κύρια κατοικία του για την εξασφάλιση της απαιτήσεως της καθής, θα επέλθει κατά νόμο (αρ. 81 του ν. 4605/2019) υπό τον όρο της πλήρους συμμόρφωσής του με τη ρύθμιση και της επιτυχούς ολοκλήρωσης αυτής.