ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ – ΤΜΗΜΑ 2ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 19157/2018

 

Πρόεδρος: Π. Βαζιντάρης, Πρωτοδίκης Δ.Δ.

Δικηγόρος: Γ. Φίνου

 

1. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, στο οποίο παραδεκτώς (κατ’ άρθρο 124 του ΚΔΔ) σωρεύονται προσφυγή και αγωγή, ζητείται: 1] Κατά μεν το μέρος που φέρεται ως προσφυγή, για την οποίαν καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. τα με αριθμούς ..., ... και ..., σειράς Α΄, ειδικά έντυπα παραβόλου), να ακυρωθούν τα συναφή (άρθρο 122 παρ. 2 εδ. α΄ του ΚΔΔ) εκκαθαριστικά σημειώματα συντάξεων, που έλαβε ο προσφεύγων –ενάγων από το καθού– εναγόμενο κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του έτους 2013 και με τα οποία μειώθηκε αναδρομικώς η σύνταξη λόγω γήρατος που λάμβανε, κατ’ εφαρμογή του Άρθρου Πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 παρ. 1 του Ν 4093/2012 και 2] Κατά δε το μέρος που φέρεται ως αγωγή, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή οποιουδήποτε τέλους δικαστικού ενσήμου, λόγω του αξιούμενου με αυτήν ποσού (άρθρο 274 παρ. 2 του ανωτέρω Κώδικα), να υποχρεωθεί το καθού – εναγόμενο να του καταβάλει:

α) Αφενός ποσό 726,00 ευρώ (145,20 ευρώ χ 5 μήνες), ως αποζημίωση (άρθρα 105–106 ΕισΝΑΚ), για την αποκατάσταση της ισόποσης ζημίας, που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ίδιος ένεκα της παραπάνω αντισυνταγματικής περικοπής, νομιμοτόκως από την ημερομηνία εκάστου ποσού που παρακρατήθηκε, άλλως από την επίδοση της προσφυγής–αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως και β) Αφετέρου ποσό 1.000,00 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που διατείνεται ότι υπέστη από την ίδια αιτία, συνολικά δε 1.726,00 ευρώ. Πλην όμως, το αίτημα της σωρευόμενης αγωγής, ήτοι να παύσει η περικοπή της σύνταξης του προσφεύγοντος–ενάγοντος απαραδέκτως υποβάλλεται, καθότι με την αγωγή είναι δυνατή μόνον η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής, ή η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης (άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΔΔ) και όχι η στο εφεξής παράλειψη της επίμαχης περικοπής.

2. Επειδή, νομίμως συνεχίζει τη διανοιγείσα δίκη, χωρίς διακοπή και για λογαριασμό του καθού–εναγόμενου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ο εν τω μεταξύ συσταθείς «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» (ΕΦΚΑ), στον οποίον εντάχθηκε αυτοδικαίως, μεταξύ άλλων, και ο κλάδος κύριας ασφάλισης του ΕΤΑΑ–ΤΣΜΕΔΕ [άρθρα 51 παρ. 1, 53 παρ. 1 περ. Γ΄ εδ. α΄, υποπερ. αα΄ και 70 παρ. 9 του Ν 4387/2016, ΦΕΚ Α΄ 85], δε προσφυγή–αγωγή, έχοντας ασκηθεί παραδεκτώς, δεδομένου ότι τα προσβαλλόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα φέρουν εκτελεστό χαρακτήρα (πρβλ. ΣτΕ 5060/1997, ΤρΔΕφΑθ 890/2012), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, απολειπομένου του προσφεύγοντος – ενάγοντος, ο οποίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να παρασταθεί κατά την παρούσα δικάσιμο [βλ. το από 14.12.2017 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα ..., σε συνδυασμό με τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου στις 21.11.2017].

3. Επειδή, προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (Ν 4046/2012), και σε συνέχεια προηγούμενων νόμων (3845/2010, 3863/2010, 3986/2011, 3996/2011 και 4024/2011), με τους οποίους είχαν ήδη κατά περίπτωση περικοπεί μισθοί και συντάξεις και είχαν επιβληθεί η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) και η Ειδική Εισφορά Συνταξιούχων Επικουρικής Ασφάλισης, ακολούθησαν την ίδια χρονιά, δύο ακόμη νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων, ήτοι αρχικά ο Ν 4051/2012 [«Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του Ν 4046/2012», ΦΕΚ Α΄ 40] στο άρθρο 6 του οποίου ορίσθηκαν τα παρακάτω: «1. Τα ποσά της μηνιαίας κύριας σύνταξης που υπερβαίνουν τα χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ και καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και τους λοιπούς φορείς κύριας Ασφάλισης αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μειώνονται κατά 12% από 1.1.2012. Η μείωση αυτή καταλαμβάνει και το 50% του συνολικού ποσού κύριας και επικουρικής σύνταξης που χορηγείται από το ΕΤΑΤ και το ΕΤΕΑΜ σε συνταξιούχους προσυνταξιοδοτικού καθεστώτος ...». Ακολούθησε ο Ν 4093/2012 [«Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 – 2016», ΦΕΚ Α΄ 222], στο Άρθρο Πρώτο παρ. ΙΑ του οποίου, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 παρ. 4 του Ν 4111/2013 (ΦΕΚ Α΄ 18, 25.1.2013) με έναρξη ισχύος, σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 4 του ίδιου νόμου, από 5.12.2012, ορίσθηκαν τα εξής: «ΙΑ.5. 1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής: α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ. β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ. γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ. δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ. Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα. Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων. Από τις ανωτέρω μειώσεις εξαιρούνται όσοι λαμβάνουν το μηνιαίο εξωϊδρυματικό επίδομα των παρ. 1 και 2 του άρθρου 42 του Ν 1140/1981 (Α΄ 68), όπως ισχύουν. 2. ...». Σχετικά με τις ρυθμίσεις αυτές, στην αιτιολογική έκθεση του τελευταίου τούτου νόμου, χωρίς κάποια μνεία των προηγουμένως επιβληθεισών μειώσεων, αναφέρεται ότι η ανωτέρω μείωση συντάξεων «προκειμένου να είναι σε δικαιότερη βάση, γίνεται στο σύνολο της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης ή κύριων συντάξεων ή κύριας και επικουρικής σύνταξης ή μερίσματος που υπερβαίνουν τα 1000,00 ευρώ κατά μήνα. Η μείωση βαίνει αυξανόμενη, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης ή των συντάξεων, προκειμένου τα βάρη να κατανέμονται ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των συνταξιούχων».

4. Επειδή, όπως έχει κριθεί, οι ανωτέρω διατάξεις ψηφίστηκαν, όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης και αφού, εν τω μεταξύ, είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδια ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν δικαιολογούνταν πλέον να προχωρήσει σε σχετικές ρυθμίσεις χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε κατ’ αρχάς ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα, το οποίο επικαλέσθηκε ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, και μάλιστα ενός εκάστου εξ αυτών, ενόψει της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας και ενόψει των παραγόντων αυτών, όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (Ν 4050/2012), των διαθέσιμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κυρίως δε η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, συνεπεία μέτρων αντίστοιχων με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων και μισθών) ή φορολογικών επιβαρύνσεων, να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων μέτρων. Τούτο δε ενόψει και της διαπίστωσης του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε και αν τα επίδικα μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, ο νομοθέτης έπρεπε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμίας για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατ’ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων). Τέλος, εφόσον κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, κατ’ αρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου [κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων], οδηγούσαν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου, που συνιστά τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προέκυψε ότι, ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προέκυψε ούτε ότι λήφθηκαν υπόψη κρίσιμες συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για τη θέσπιση των σχετικών μέτρων απετέλεσε η συμβολή τους στη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στη «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασική αιτία του προβλήματος, γινόταν αορίστως είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (ενόψει της οικονομικής αυτοτέλειας τους και των αναλόγως επιβαλλόμενων διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται αν και πως συνέβαλε το Κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το Κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση, χωρίς να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη προεχόντως (ή και αποκλειστικώς) με τη μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/2012 αντίκεινται σε συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων. Διότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, η οποία παρέχεται από συγκεκριμένους φορείς, και η, συνεπεία τούτου, λειτουργία αυτών υπό μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (βλ. ΑΕΔ 87/1997, ΣτΕ Ολ 5024/1987) δικαιολογούνται από το δημόσιο σκοπό, τον οποίο οι φορείς αυτοί υπηρετούν κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, συμβάλλοντας, δια της χορήγησης παροχών συμπληρωματικών εν σχέσει προς τις χορηγούμενες από τους φορείς υποχρεωτικής κύριας ασφάλισης, στη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης, κατά το δυνατόν εγγύς εκείνου το οποίο είχαν αυτοί κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ενόψει δε του εν λόγω δημοσίου σκοπού, το κράτος, ανεξαρτήτως αν μέχρι σήμερα δεν έχει προβλεφθεί τακτική χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής επικουρικής ασφάλισης, υποχρεούται πάντως, κατά την παραπάνω συνταγματική διάταξη, να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των φορέων τούτων, προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Υπό τα δεδομένα άλλωστε αυτά, με τις εν λόγω διατάξεις των ως άνω νόμων κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ γενικού συμφέροντος και περιουσιακών δικαιωμάτων των συνταξιούχων και, ως εκ τούτου, παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ Ολ 2287/2015, σκ. 24).

5. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ (ΠΔ 456/1984, ΦΕΚ Α΄164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος» και στο άρθρο 106 αυτού ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγουμένων άρθρων 104 και 105 εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων τους κατά την άσκηση της ανατεθείσας σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εξάλλου, από τη φύση των πραγμάτων και δεδομένου ότι ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη, που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει ο ίδιος τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να προκύψει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, σε εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα, ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτον, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (βλ. ΣτΕ 898/2014, 751/2011, 3625/2001 κ.ά.), όπως είναι οι συνταγματικές διατάξεις (ΣτΕ 3587/1997) και οι διατάξεις των διεθνών συμβάσεων, που κυρώνονται με νόμο και αποκτούν, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, ισχύ υπέρτερη του τυπικού νόμου (βλ. ΣτΕ Ολ 168/2010, ΣτΕ 909/2007). Εξάλλου, στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται, μόνον αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν δε και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (βλ. ΣτΕ Ολ 734/2016, ΣτΕ 1038/2006). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ, που εφαρμόζεται αναλόγως και επί ευθύνης του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, κατά τα άρθρα 105 – 106 του ΕισΝΑΚ (βλ. ΣτΕ 624/2016, 3312/2009, 1915/2007 κ.ά.), ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να επιδικάσει επί αδικοπραξίας εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (βλ. ΣτΕ 3329/2014, 1405/2013, 3218/2009, 330/2009 κ.ά.). Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης είναι, μεταξύ άλλων, το είδος της προσβολής και η έκταση της βλάβης, οι συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, η ηλικία του παθόντος, η κοινωνική και περιουσιακή κατάσταση των μερών, καθώς και οι συνέπειες της παράνομης πράξης στην οικογενειακή και επαγγελματική ζωή και στη σωματική και ψυχική υγεία του παθόντος (πρβλ. ΣτΕ 710/2016, 410/2016, 4022/2015, 2668/2015 κ.ά.).

6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο προσφεύγων–ενάγων έλαβε σύνταξη λόγω γήρατος από 1.5.2003, μηνιαίου ποσού 591,88 ευρώ, από το (πρώην) Ταμείο Συντάξεων Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ), μετέπειτα Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (ΕΤΑΑ), με την .../3.7.2003 απόφαση της Διευθύντριας Διοικητικού, έχοντας συμπληρώσει συνολικό χρόνο ασφάλισης στο Ταμείο 37 έτη, 6 μήνες και 2 ημέρες. Η σύνταξη αυτή ήταν για τον ίδιο δεύτερη, καθότι από 2.2.2000 λάμβανε την πρώτη σύνταξη από το Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος [ΤΑΠ – ΕΤΕ, βλ. το .../26.2.2018 έγγραφο των απόψεων του Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Περιφερειακής Διεύθυνσης Συντάξεων και Ασφάλισης του ΕΦΚΑ]. Με την .../5.3.2013 αίτησή του προς το ΕΤΑΑ, ο προσφεύγων–ενάγων ζήτησε να ενημερωθεί σχετικά με το σύνολο των μειώσεων και περικοπών των συντάξιμων αποδοχών του από 1.1.2013 και το ύψος αυτών. Σε απάντηση της ανωτέρω αίτησης, το καθού – εναγόμενο Ταμείο, με το .../5.3.2013/8.4.2013 έγγραφο της Διευθύντριας Συντάξεων και Ασφάλισης, τον ενημέρωσε ότι η ΗΔΙΚΑ (Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης) Α.Ε. προβαίνει στον υπολογισμό των κρατήσεων και μειώσεων από 1.1.2013, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του Ν 4093/2012, ήτοι επί του συνόλου της καταβαλλόμενης κύριας σύνταξης, ή του αθροίσματος των κύριων συντάξεων, ή του αθροίσματος κύριας και επικουρικής σύνταξης ή μερίσματος, το άθροισμα των οποίων υπερβαίνει τα 1.000,00 ευρώ κατά μήνα, αφού ληφθεί υπόψη το ποσό της κύριας σύνταξης που απέμενε μετά την παρακράτηση της ΕΑΣ (άρθρο 38 του Ν 3863/2010, όπως είχε τροποποιηθεί και ίσχυε), καθώς και των μειώσεων των άρθρων 2 του Ν 4024/2011 και 1 του Ν 4051/2012, επισύναψε δε αναλυτική κατάσταση πληρωμών της σύνταξής του για το διάστημα από 1.1.2013 έως και 31.12.2013, σύμφωνα με την οποία το ποσό της σύνταξης του προσφεύγοντος–ενάγοντος, κύριας και ειδικής προσαύξησης, κατά τους μήνες Ιανουάριο – Μάιο του έτους αυτού (2013) υπέστη μείωση ποσού 145,20 ευρώ, από το Φεβρουάριο του ίδιου έτους, και επιβαρύνθηκε με αναδρομική κράτηση ποσού 36,30 ευρώ για το μήνα Ιανουάριο αυτού επί τέσσερις (4) δόσεις (36,30 ευρώ χ 4 = 145,20 ευρώ), δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου Πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 παρ. 1 του Ν 4093/2012. Ήδη, με την κρινόμενη προσφυγή – αγωγή, ο προσφεύγων–ενάγων ζητεί: 1] Με τη μεν σωρευόμενη προσφυγή, να ακυρωθούν τα συναφή εκκαθαριστικά σημειώματα συντάξεων, που έλαβε ο ίδιος από το καθού – εναγόμενο κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του έτους 2013 και με τα οποία μειώθηκε αναδρομικώς η σύνταξη λόγω γήρατος που λάμβανε, κατ’ εφαρμογή του παραπάνω άρθρου του Ν 4093/2012 και 2] Με τη δε σωρευόμενη αγωγή, να υποχρεωθεί το καθού – εναγόμενο να του καταβάλει: α) Αφενός ποσό 726,00 ευρώ (145,20 ευρώ χ 5 μήνες), ως αποζημίωση (άρθρα 105–106 ΕισΝΑΚ), για την αποκατάσταση της ισόποσης ζημίας, που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ίδιος ένεκα της προαναφερόμενης αντισυνταγματικής περικοπής, νομιμοτόκως από την ημερομηνία εκάστου ποσού που παρακρατήθηκε, άλλως από την επίδοση της προσφυγής–αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως και β) Αφετέρου ποσό 1.000,00 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που διατείνεται ότι υπέστη από την ίδια αιτία, συνολικά δε 1.726,00 ευρώ. Ειδικότερα, όπως αναπτύσσει ο προσφεύγων–ενάγων, οι επίμαχες διατάξεις του Ν 4093/2012 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι προσβάλλουν στον πυρήνα περιουσιακό του αγαθό, άνευ προσηκόντως αποδεικνυόμενου λόγου δημοσίου συμφέροντος, καθώς επίσης και τα άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, καθότι οι επίμαχες περικοπές κατατείνουν ουσιαστικά σε ισοπέδωση των συντάξεων, ανεξαρτήτως των εισφορών που έχει καταβάλει ο κάθε συνταξιούχος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Αντιθέτως, ο ΕΦΚΑ, με το κατατεθέν στις 20.4.2018 υπόμνημά του και την παραπάνω έκθεση των απόψεων, ζητεί την απόρριψη της προσφυγής – αγωγής, ως αβάσιμης, αφενός επικαλούμενος τις προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις και θεωρώντας ότι ενήργησε εντός του ορίου αυτών, αφετέρου τις 668/2012, 1283 – 86/2016, 2307/2014 και 734/2016 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

7. Επειδή, με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τις διατάξεις που παρατέθηκαν και ερμηνεύθηκαν στις σκέψεις 3 και 4 της παρούσας, σύμφωνα με τις οποίες είναι αντισυνταγματικές οι περικοπές συντάξεων των συνταξιούχων των φορέων υποχρεωτικής κύριας και επικουρικής ασφάλισης, οι οποίες έλαβαν χώρα κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του Άρθρου Πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 παρ. 1 του Ν 4093/2012, όπως οι επίμαχες, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρανόμως περικόπηκε η σύνταξη που έλαβε ο προσφεύγων–ενάγων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (1/2013–5/2013) από το ΕΤΑΑ, και πρέπει για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, να ακυρωθούν τα ένδικα εκκαθαριστικά σημειώματα συντάξεων (αναλυτική κατάσταση πληρωμών), ως προς το εν λόγω μέρος, κατά παραδοχή της σωρευόμενης προσφυγής. Περαιτέρω, όσον αφορά τη σωρευόμενη αγωγή, με βάση την παραπάνω παραδοχή, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να υποχρεωθεί το καθού–εναγόμενο να καταβάλει στον προσφεύγοντα – ενάγοντα ποσό 145,20 ευρώ χ 5 = 726,00 ευρώ, ως αποζημίωση για τον ίδιο λόγο, η οποία αντιστοιχεί στην κατά τους μήνες Ιανουάριο – Μάιο του έτους 2013 παράνομη περικοπή της σύνταξής του. Πλην όμως το αίτημα του ιδίου να του επιδικασθεί και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 1.000,00 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι οι επίμαχες περικοπές έλαβαν χώρα γενικώς και αδιακρίτως σε βάρος ευρύτατου κύκλου θιγόμενων από αυτές προσώπων, χωρίς να ενέχουν οποιαδήποτε απαξία ή μομφή ή προσβολή της προσωπικότητας ατομικά ενός εκάστου εξ αυτών, με τη δε παρούσα δικαστική απόφαση ο προσφεύγων–ενάγων αποκαθίσταται πλήρως από οικονομικής απόψεως, η οποία αποτελεί άλλωστε και το βασικό αντικείμενο της προκείμενης διαφοράς. Κατά συνέπεια, η σωρευόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά το προαναφερόμενο ποσό (726,00 ευρώ). Τέλος, όσον αφορά τις ενστάσεις του καθού–εναγομένου, αυτές πρέπει να απορριφθούν ως νόμω αβάσιμες, δεδομένης της ad hoc κρίσης της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία φορά τις επίμαχες περικοπές και παρατέθηκε αναλυτικά στην 4η σκέψη της παρούσας, οι δε έτερες αποφάσεις αυτής, που επικαλείται το ίδιο, αφορούν άλλες διατάξεις και όχι τις ένδικες.

8. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η σωρευόμενη προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη, και να ακυρωθούν τα προσβαλλόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα συντάξεων, ως προς το μέρος με το οποίο μειώθηκε αναδρομικώς η σύνταξη λόγω γήρατος που έλαβε ο προσφεύγων – ενάγων, σε εφαρμογή του Άρθρου Πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 παρ. 1 του Ν 4093/2012, κατά τους μήνες Ιανουάριο – Μάιο του έτους 2013. Περαιτέρω, η σωρευόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη, και να υποχρεωθεί το καθού – εναγόμενο να του καταβάλει ποσό 726,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της προσφυγής – αγωγής σε αυτό, η οποία έλαβε χώρα με επιμέλεια του προσφεύγοντος – ενάγοντος στις 18.7.2013 [βλ. Την .../18.7.2013 έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ...], ήτοι από 19.7.2013 και μέχρις εξοφλήσεως. Τέλος, το καταβληθέν παράβολο της σωρευόμενης προσφυγής πρέπει να αποδοθεί στον προσφεύγοντα – ενάγοντα (άρθρο 277 παρ. 9 εδ. α΄ του ΚΔΔ) και τα δικαστικά έξοδα να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ΄ του ίδιου Κώδικα).

 

[Δέχεται τη σωρευόμενη προσφυγή. Ακυρώνει τα εκκαθαριστικά σημειώματα συντάξεων, που έλαβε ο προσφεύγων–ενάγων από το ΕΤΑΑ–ΤΣΜΕΔΕ κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο του έτους 2013, ως προς το μέρος με το οποίο μειώθηκε αναδρομικώς η σύνταξη λόγω γήρατος που λάμβανε ο ίδιος, κατ’ εφαρμογή του Άρθρου Πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.5 παρ. 1 του Ν 4093/2012. Δέχεται εν μέρει τη σωρευόμενη αγωγή.]