ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 19/2019

 

Πρόεδρος: Α. Αναστασίου

Δικηγόροι: Ν. Γερασίμου, Δ. Πλιάτσικας

 

[...] Στο πεδίο των ναυτικών εμπορικών συναλλαγών, ειδικότερα, περίπτωση άμεσης αντιπροσωπείας συνιστά η σύμβαση που συνάπτει με τρίτον ο διαχειριστής του πλοίου (συνηθέστατα κεφαλαιουχική εταιρία), ο οποίος έχει αναλάβει με συμφωνία με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή την επ’ αμοιβή διοίκηση της επιχείρησης του πλοίου, δηλαδή την παροχή υπηρεσιών σχετικών με τη διαχείριση της εκμετάλλευσής του από άποψη τεχνική (δηλαδή ως προς τη μέριμνα για τη συντήρηση, τον εξοπλισμό και την επάνδρωση του πλοίου) ή/και εμπορική (δηλαδή ως προς την επιμέλεια της εκναύλωσης, της είσπραξης των ναύλων, της πληρωμής των εξόδων, της συναγωγής των οικονομικών αποτελεσμάτων και της εν γένει διεκπεραίωσης όλων των υποθέσεων που σχετίζονται με το πλοίο). Ο διαχειριστής δεν μετέχει στον επιχειρηματικό κίνδυνο της πλοιοκτησίας ή του εφοπλισμού ούτε αποβλέπει σε άμεσο οικονομικό όφελος από την εκμετάλλευση του πλοίου (Π. Αβραμέας, Όρια της ελευθερίας των μερών στις συμβάσεις διαχείρισης πλοίων, σε εκμετάλλευση του πλοίου και συμβατική ελευθερία – Πρακτικά και Εισηγήσεις 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου 1995, έκδοση ΔΣΠ, 1995, σελ. 299 επ. [302]), αφού η έννομη σχέση που τον συνδέει με τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή αποτελεί μίσθωση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία εφαρμόζονται συμπληρωματικά και οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ (ΤρΕφΠειρ 497/2013 ΔΕΕ 2013, 824 = ΕΝΔ 2013, 110 = ΕΕμπΔ 2013, 950, ΜΕφΠειρ 195/2015 ΔΕΕ 2015, 718, ενώ για τη νομική φύση της σύμβασης διαχείρισης γενικότερα βλ. Λ. Αθανασίου, Η σύμβαση διαχείρισης εταιρίας, σε ΕλλΔνη 2004, 973 επ. [979], Στ. Γεωργιάδη, Η σύμβαση διοίκησης και διαχείρισης επιχείρησης [management agreement], σε ΧρΙΔ 2003, 603 επ. [606]). Για το λόγο αυτό ο διαχειριστής του πλοίου που συναλλάσσεται με τρίτους για υποθέσεις του πλοίου ενεργεί καταρχήν στο όνομα και για λογαριασμό του εκμεταλλευόμενου αυτό πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή, του οποίου είναι άμεσος αντιπρόσωπος, με συνέπεια τα έννομα αποτελέσματα κάθε Δικαιοπραξίας που επιχειρεί στα πλαίσια της συμβατικής προς αυτόν υποχρεώσεώς του και εντός των ορίων της εξουσίας που του παραχωρήθηκε με τη σύμβαση διαχείρισης να επέρχονται ευθέως και αμέσως στο πρόσωπο του πλοιοκτήτη ή του εφοπλιστή (ΜΕφΠειρ 360/2017 Nomos, ΜΕφΠειρ 63/2013 ΕΝΔ 2013, 114 = ΕλλΔνη 2014, 181, Α. Κιάντου – Παμπούκη, Ναυτικό Δίκαιο, τόμος Ι, 2003, παρ. 28 IV 1 Β, σελ. 137-138, παρ. 82 ΙΙ, σελ. 365 – 367, Αχ. Μπεχλιβάνης, παρατηρήσεις υπό της ΕφΠειρ. 468/2011, ό.π. [1292], Α. Αντάπασης, Εκμετάλλευση του πλοίου από τρίτο και προστασία των ναυτικών δανειστών, σε Η προστασία των ναυτικών δανειστών – Πρακτικά και Εισηγήσεις 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Ναυτικού Δικαίου 1992, έκδοση ΔΣΠ, 1994, σελ. 437 επ. [448]). Ενεχόμενος, επομένως, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που γεννώνται από τη συναλλακτική δραστηριότητα του διαχειριστή του πλοίου δεν είναι ο ίδιος αλλά ο εκμεταλλευόμενος το πλοίο (ΤρΕφΠειρ 262/2012 ΕΝΔ 2012, 269 = ΕΕμπΔ 2013, 411, ΜΕφΠειρ 110/2014 Nomos). Και μόνον όταν είτε δεν δηλώνει ρητώς ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή ούτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι επιχειρεί τη σχετική δικαιοπραξία για λογαριασμό τους είτε η δικαιοπραξία υπερβαίνει τα όρια της εξουσίας του υπέχει ατομική ευθύνη προς εκπλήρωση ο διαχειριστής, σύμφωνα με την αρχή του εμφανούς (ΑΠ 1988/2014 ΕΕμπΔ 2016, 139, ΑΠ 689/2013 ΕΝΔ 2013, 183 = ΧρΙΔ 2013, 688 = Ε7 2014/424 = ΕΕμπΔ 2013, 946 = ΔΕΕ 2014, 65, ΤρΕφΠειρ 762/2013 ΕΝΔ 2013, 190 = ΕΕμπΔ 2014, 173, ΜΕφΠειρ 660/2015, ΜΕφΠειρ 362/2013, αμφότερες σε Nomos). Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι δανειστές από τη δράση του διαχειριστή μπορούν να στραφούν κατά του εκμεταλλευόμενου το πλοίο, πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και να αξιώσουν από αυτόν την εκτέλεση της σχετικής συμβάσεως ή την καταβολή αποζημιώσεως για τη μη εκπλήρωσή της, δε δικαιούνται, όμως, να ζητήσουν ικανοποίηση της απαιτήσεώς τους από το διαχειριστή (Α. Αντάπασης, ό.π., σελ. 449), του οποίου, άλλωστε, παράλληλη και αλληλέγγυα ευθύνη ιδρύεται νομοθετικά μόνον κατ’ εξαίρεση, όταν η εξομοίωσή του προς τον εκμεταλλευόμενο το πλοίο επιβάλλεται από λόγους προστασίας του οικείου εννόμου αγαθού (όπως συμβαίνει με το άρθρο 12 παρ. 1 εδ. β’ του Ν 743/1977 «Περί προστασίας του θαλασσίου περιβάλλοντος και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων» [ΦΕΚ Α’ 319/17.10.1977], όπως ισχύει) ή πρόνοιας είτε υπέρ συγκεκριμένου ιδιώτη αντισυμβαλλομένου (όπως συμβαίνει με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 762/1978 «Περί αστικής ευθύνης του ως αντιπροσώπου του εργοδότου συνάπτοντος εν Ελλάδι σύμβασιν εργασίας μετά ναυτικού» [ΦΕΚ Α’ 45/30.3.1978]) είτε της δημόσιας περιουσίας (όπως συμβαίνει με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν 27/1975 «Περί φορολογίας πλοίων» [ΦΕΚ Α’ 77/22.4.1975 και άλλες παρεμφερείς εξαιρετικές διατάξεις, περί των οποίων βλ. Α. Αντάπαση, ό.π., σελ. 452).

Εξ όλων όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται ότι η έννοια του όρου της διαχειρίσεως πλοίου είναι νομική και υποδηλώνει ενέργεια του διαχειριστή υπό την ιδιότητα του αμέσου αντιπροσώπου του εκμεταλλευόμενου το πλοίο. Επομένως, αν αγωγή τρίτου με αίτημα την εκπλήρωση συμβατικού χρέους στραφεί εναντίον του συμβληθέντος με τον ενάγοντα, χωρίς μνεία της ιδιότητας του εναγομένου ως διαχειριστή του πλοίου, ο τελευταίος δύναται, αμυνόμενος κατά του αγωγικού ισχυρισμού ότι ανέλαβε ατομικά τη συμβατική υποχρέωση, να προβάλει ως ένσταση καταλυτική της αγωγής τον ισχυρισμό ότι δεν κατέστη ο ίδιος υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης, επειδή η παραγωγική της επίδικης απαιτήσεως δικαιοπραξία συνήφθη μεν από αυτόν, ενεργούντα όμως στο όνομα και για λογαριασμό του εκμεταλλευόμενου το πλοίο και, αν τον αποδείξει, να επιτύχει την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης (ΑΠ 57/2002 ΧρΙΔ 2002, 114). Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία με την αγωγή γίνεται ρητή επίκληση της ιδιότητας του εναγομένου ως διαχειριστή του πλοίου και επομένως της συμμετοχής του στη σύμβαση καταρχήν στο όνομα και για λογαριασμό άλλου, ο ενάγων υπέχει καταρχάς το βάρος επικλήσεως των περιστατικών που δικαιολογούν την άσκησή της προσωπικά εναντίον του (άρθρο 216 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ) και ταυτόχρονα θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση του εναγομένου (Φ. Δωρής, Ζητήματα νομιμοποίησης των διαδίκων, ιστορικής βάσης της αγωγής και κατανομής του «βάρους απόδειξης» επί διαφορών από συμβάσεις συναπτόμενες διά πληρεξουσίου, σε Τιμητικό Τόμο για τον Καθηγητή Ν. Κλαμαρή, 2016, σελ. 159 επ. [160]) και μόνον αν ανταποκριθεί σ’ αυτό ενεργοποιείται το βάρος αποδείξεως της ιστορικής βάσης της αγωγής του, εφόσον, βεβαίως, αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο. Οφείλει δηλαδή ο στρεφόμενος με αγωγή κατά του διαχειριστή του πλοίου να επικαλεστεί το λόγο για τον οποίο ο εναγόμενος κατέστη κατ’ εξαίρεση ο από τη σύμβαση ατομικά υπόχρεος, να διευκρινίσει δηλαδή ότι ο τελευταίος, αν και διαχειριστής του πλοίου είτε συμβλήθηκε χωρίς κατά την κατάρτιση της σύμβασης να δηλώσει ρητώς ότι ενεργεί για τον πλοιοκτήτη ή τον εφοπλιστή ούτε τούτο προέκυπτε από τις περιστάσεις είτε ότι συμβαλλόμενος υπερέβη τα όρια της αντιπροσωπευτικής του εξουσίας. Αν τέτοια αναφορά ελλείπει και το δικόγραφό της δεν συμπληρωθεί με τη μνεία των όρων παραγωγής ατομικής ευθύνης του διαχειριστή μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, δημιουργείται ασάφεια ως προς το πρόσωπο του υπόχρεου από τη σύμβαση και, επομένως, περί το υποκείμενο της επίδικης έννομης σχέσης και η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Αν πάλι ο ενάγων προσδώσει στον εναγόμενο, που συμβλήθηκε μαζί του, την ιδιότητα του διαχειριστή του πλοίου και συγχρόνως από το περιεχόμενο της αγωγής καθίσταται σαφές είτε ότι ο τελευταίος δήλωσε ρητώς ότι ενεργούσε επ’ ονόματι και για λογαριασμό τρίτου, όπως συμβαίνει όταν από τους αγωγικούς ισχυρισμούς προκύπτει η ταυτότητα του τρίτου αυτού είτε ότι η αντιπροσώπευση του τρίτου από τον εναγόμενο συναγόταν από τις διαγνωστές εκ μέρους του ενάγοντος περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν εκτίθεται η χρήση από τον εναγόμενο του εφαρμοζόμενου στη διεθνή ναυτιλιακή πρακτική και προσδιοριστικού της ιδιότητας του διαχειριστή όρου “as agent only” ή, όπερ το αυτό, “as manager only”, που αναφέρεται στην έννοια του αντιπροσώπου κατά το αγγλικό δίκαιο (ΕφΠειρ 832/2008 ΕΝΔ 2009, 13), η αγωγή θα απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως παθητικά ανομιμοποίητη, επειδή υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της ο εναγόμενος δεν υπέχει ατομική ευθύνη προς εκπλήρωση της υποχρέωσης από την επίδικη σύμβαση. [...]

 

(Δέχεται την έφεση.)