Αριθμός 1891/2019

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Νικ. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Ε. Σάρπ, Ι. Γράβαρης, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Χριστοφορίδου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Ελ. Παπαδημητρίου, Β. Πλαπούτα, Μ. Σωτηροπούλου, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Σύμβουλοι, Ι. Μιχαλακόπουλος, Α. Σκούφαλος, Σ. Παπακωνσταντίνου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Π. Χαμάκος και Β. Πλαπούτα, καθώς και ο Πάρεδρος Ι. Μιχαλακόπουλος μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα.

Για να δικάσει την από 19 Οκτωβρίου 2016 αίτηση:

των: 1. Σωματείου με την επωνυμία «Σωματείο Ιπταμένων Καμπίνας (Ιπτάμενοι Υποχρεωτικά Αποχωρήσαντες με το νόμο 3185/2003 από Ο.Α.)», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφόρος Συγγρού 88), 2. ... και 5. ... οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Φώτη Χατζηφώτη (Α.Μ. ...), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

κατά των: 1. Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο οποίος παρέστη με τους: α) Γεώργιο Ανδρέου και β) Χαράλαμπο Μπρισκόλα, Νομικούς Συμβούλους του Κράτους και 2. Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Βασίλειο Καραγεώργο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,

και κατά των παρεμβαινόντων: 1. Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), που εδρεύει στην Αθήνα (Φιλελλήνων 13-15), το οποίο παρέστη με τις δικηγόρους: α) Βασιλική Πυργάκη (Α.Μ. ...) και β) Ειρήνη – Ελευθερία Γαληνού (Α.Μ. ...), που τις διόρισε με πληρεξούσιο και 2. Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αμερικής 12), ο οποίος παρέστη με τους δικηγόρους: α) Ιωάννη Διονυσόπουλο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και β) Σοφία Αναγνώστου – Παναχράντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν των από 14ης Δεκεμβρίου 2016 και 7ης Απριλίου 2017 πράξεων του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2, εδ. α΄ και γ΄, 20 και 21 του π.δ. 18/1989 και το άρθρο 8 παρ. 4 και 5 του ν. 4205/2013.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: 1) η υπʼ αριθμ. οικ. 26083/887/7.6.2016 (ΦΕΚ Β/1605/7.6.2016) κοινή απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, 2) η υπʼ αριθμ. οικ. 25909/470/7.6.2016 (ΦΕΚ Β/1605/7.6.2016) απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, 3) η υπʼ αριθμ. οικ. 23123/785/7.6.2016 (ΦΕΚ Β/1604/7.6.2016) απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Γ. Τσιμέκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους του παρεμβαίνοντος Ταμείου και τους αντιπροσώπους του παρεμβαίνοντος Ε.Φ.Κ.Α., καθώς και τους αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (..../2016 ειδικά έντυπα παραβόλου, σειράς Α΄).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση: α) της 26083/887/7.6.2016 κοινής αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Αναπροσαρμογή κύριων συντάξεων - Προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων» (Β΄ 1605/7.6.2016 και διορθώσεις σφαλμάτων Β΄ 1623/8.6.2016 και Β΄ 1988/1.7.2016), β) της 25909/470/7.6.2016 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο «Αναπροσαρμογή καταβαλλόμενων συντάξεων του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης» (Β΄ 1605/7.6.2016 και διορθώσεις σφαλμάτων Β΄ 1623/ 8.6.2016), και γ) της 23123/785/7.6.2016 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο «Καθορισμός των τεχνικών παραμέτρων σχετικά με τις παροχές του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης» (Β΄ 1604/7.6.2016).

3. Επειδή, η αίτηση εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου σε μείζονα σύνθεση, λόγω σπουδαιότητας, με τις από 14.12.2016 και 7.4.2017 πράξεις του Προέδρου αυτού (άρθρο 14 παρ. 2 εδ. γ΄ π.δ. 18/1989 - Α΄ 8, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε τελικώς με το άρθρο 8 παρ. 5 του ν. 4205/2013 - Α΄ 242).

4. Επειδή, με τις υπʼ αριθ. 1889/2019 και υπʼ αριθ. 1890/2019 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας οι οποίες δημοσιεύθηκαν μετά την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως, επί αιτήσεων ακυρώσεως άλλων αιτούντων κατά των αυτών πράξεων, ακυρώθηκαν, αντιστοίχως, στο σύνολό τους, οι ανωτέρω 23123/785/7.6.2016 (γ΄ προσβαλλόμενη) και 25909/470/7.6.2016 (β΄ προσβαλλόμενη) αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Συνεπώς, ως προς τις πράξεις αυτές η παρούσα δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του π.δ. 18/1989, η δε υπό κρίση αίτηση πρέπει να εξετασθεί εν συνεχεία μόνο κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης. Ενόψει τούτου, δεν έχει αντικείμενο η παρέμβαση που άσκησε υπέρ των δύο ανωτέρω αποφάσεων, οι οποίες αφορούν στις επικουρικές συντάξεις, το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών» (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), όπως μετονομάστηκε (με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, Α΄ 85), το συσταθέν με την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 4052/2012 Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.).

5. Επειδή, η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 7.6.2016. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21.10.2016, εμπροθέσμως ασκήθηκε την 59η μέρα της νόμιμης (άρθρο 46 του π.δ. 18/1989) προθεσμίας, ενόψει της αναστολής αυτής, λόγω δικαστικών διακοπών, από 1.7.2016 έως 15.9.2016 (ΣτΕ 2807-8/2002 Ολομ.).

6. Επειδή, το αιτούν Σωματείο, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 του καταστατικού του, το οποίο έχει προσκομίσει προαποδεικτικώς, αποτελεί σύλλογο συνταξιούχων (πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό φορέα) της πρώην Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε., οι οποίοι αποχώρησαν υποχρεωτικά από αυτήν με τον ν. 3185/2003 (Α΄ 229) και είχαν την ιδιότητα του ιπταμένου καμπίνας. Μεταξύ των καταστατικών σκοπών του Σωματείου, όπως αυτοί αποτυπώνονται στο άρθρο 2 του ως άνω καταστατικού, περιλαμβάνεται η επαγγελματική, οικονομική, ασφαλιστική και συνταξιοδοτική αποκατάσταση των μελών του. Οι λοιποί αιτούντες, όπως προκύπτει από το προσκομισθέν .../1.6.2016 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) του ανωτέρω Σωματείου, είναι συνταξιούχοι, πρώην υπάλληλοι (ιπτάμενοι καμπίνας) της Ολυμπιακής Αεροπορίας Α.Ε. και μέλη του Δ.Σ. αυτού (Πρόεδρος ο δεύτερος, Γενικός Γραμματέας ο τρίτος, Ταμίας ο τέταρτος και Αντιπρόεδρος η πέμπτη). Εξ άλλου, η πρώτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση αφορά τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 συντάξεων, αφορά, δηλαδή, τον επανυπολογισμό συντάξεων προσώπων τα οποία ήταν ήδη συνταξιούχοι κατά το χρόνο που ασκήθηκε η υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως, όπως κατά τα ανωτέρω τα αιτούντα φυσικά πρόσωπα και τα μέλη του αιτούντος Σωματείου. Με το δεδομένα αυτά, με έννομο συμφέρον ασκείται η υπό κρίση αίτηση από τους αιτούντες, οι οποίοι προβάλλουν ότι θίγονται από τον θεσπιζόμενο με την πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση επανυπολογισμό των συντάξεών τους.

7. Επειδή, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στη δίκη, υπέρ του κύρους της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, η οποία αφορά στις κύριες συντάξεις, το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κύριας Ασφάλισης» (Ε.Φ.Κ.Α.), ο οποίος έχει συσταθεί με το άρθρο 51 του ν. 4387/2016 και στην ασφάλιση του οποίου υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 παρ. 1 του ίδιου νόμου, οι συνταξιούχοι των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, οι οποίοι καθίστανται συνταξιούχοι του Ε.Φ.Κ.Α. και των οποίων οι κύριες συντάξεις επανυπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 33 του ως άνω ν. 4387/2016.

8. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 1 ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας»∙ στο άρθρο 4 ότι: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» (παρ. 1) και ότι: «συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» (παρ. 5)∙στο άρθρο 22 παρ. 5 ότι: «Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει»∙ στο δε άρθρο 25 ότι: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει … να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας …» (παρ. 1) και ότι: «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης» (παρ. 4). Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος: «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα εξής: Το Σύνταγμα, με το άρθρο 22 παρ. 5, κατοχυρώνει το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως των εργαζομένων και ανάγει τη μέριμνα για την προαγωγή του σε σκοπό του Κράτους. Βασικό περιεχόμενο της εν λόγω ασφαλίσεως αποτελεί η, έναντι καταβολής εισφοράς, προστασία του ασφαλισμένου από την επέλευση κινδύνων (γήρατος, ασθένειας, αναπηρίας, κ.λπ.), οι οποίοι αναιρούν την ικανότητά του να εργάζεται (ασφαλιστικοί κίνδυνοι) και, συνακόλουθα, τείνουν να υποβαθμίσουν τις συνθήκες διαβιώσεώς του. Εφʼ όσον επέλθει ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ο ασφαλισμένος παύει να καταβάλλει εισφορές, οι οποίες συνιστούν κεφάλαιο που είναι αποκλειστικά αφιερωμένο για την καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, και αποκτά, κατʼ αρχήν, αξίωση έναντι του ασφαλιστικού φορέα να του χορηγήσει την ασφαλιστική παροχή. Η παροχή αυτή πρέπει να είναι ικανή να του εξασφαλίσει ικανοποιητικό επίπεδο διαβιώσεως, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχε κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Πέραν του ανωτέρω δημοσίου σκοπού, μέσω του θεσμού της κοινωνικής ασφαλίσεως, εκδηλώνεται - όπως και μέσω της κοινωνικής πρόνοιας - η κοινωνική αλληλεγγύη και ασκείται κοινωνική πολιτική, ειδικότερα δε, αναδιανομή εισοδήματος με σκοπό την άμβλυνση κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, δεν κατοχυρώνεται συνταγματικώς στην κοινωνική ασφάλιση η ευθεία αναλογία (αμιγής ανταποδοτικότητα) μεταξύ εισφορών και παροχών (ΣτΕ 2287, 2288/2015 Ολομ., 3487/2008 Ολομ. κ.ά.), επιτρέπονται δε η θέσπιση ανωτάτου ορίου παροχών, η απονομή συντάξεως επί εργατικού ατυχήματος ανεξαρτήτως καταβολής εισφορών ή η μη χορήγηση συντάξεως, παρά την καταβολή εισφορών, σε περίπτωση μη θεμελιώσεως του ασφαλιστικού δικαιώματος. Και ναι μεν η χορηγούμενη από τον ασφαλιστικό φορέα παροχή δεν απαιτείται να αντιστοιχεί ευθέως σε καταβληθείσες εισφορές του ασφαλισμένου ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματός του, δεν πρέπει, όμως, ο υπολογισμός της παροχής να οδηγεί σε ανατροπή των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας, να απολήγει δηλαδή σε χορήγηση ασφαλιστικής παροχής, το ύψος της οποίας, ενόψει των καταβληθεισών από τον ασφαλισμένο εισφορών και του συνολικού χρόνου ασφαλίσεώς του, υπολείπεται του ανεκτού κατά το Σύνταγμα κατωτάτου ορίου πέραν του οποίου συντρέχει προφανής παραβίαση των ανωτέρω συνταγματικών αρχών και της αρχής της ανταποδοτικότητας. Εν όψει των ανωτέρω και, ιδιαιτέρως, του προπεριγραφέντος δημοσίου σκοπού (διασφάλιση στους εργαζομένους ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως εγγύς εκείνου που είχαν κατά τον εργασιακό τους βίο), δικαιολογείται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η κατοχύρωση από το νομοθέτη της κοινωνικής ασφαλίσεως ως υποχρεωτικής και, εντεύθεν, η παροχή αυτής αποκλειστικώς από το κράτος ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 87/1997, ΣτΕ 2287/2015 Ολομ., 3096-3101/2001 Ολομ., 2690, 2692/1993 Ολομ., 5024/1987 Ολομ.). Η ανάθεση, με την ως άνω συνταγματική διάταξη, της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, τόσο της κύριας όσο και της επικουρικής, σε δημόσιους φορείς (κράτος ή ν.π.δ.δ.) έγινε για λόγους δημοσίου συμφέροντος και, ειδικότερα, ως εγγύηση προς όσους υποχρεωτικώς ασφαλίζονται ή καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές έναντι των επιχειρηματικών κινδύνων που συνδέονται με την άσκηση της ασφαλιστικής λειτουργίας από ιδιωτικούς φορείς (ΑΕΔ 87/1997, ΣτΕ 5024/1987 Ολ.). Εξ άλλου, η κρατική μέριμνα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση (κύρια και επικουρική) δεν εξαντλείται στην ίδρυση από το Κράτος των οικείων δημοσίων φορέων, στον ορισμό των διοικούντων αυτούς οργάνων, στην άσκηση εποπτείας της δραστηριότητάς τους και της διαχειρίσεως της περιουσίας τους και στη θέσπιση των σχετικών κανόνων, αλλά περιλαμβάνει και τη μέριμνα για την προστασία του ασφαλιστικού τους κεφαλαίου, δηλαδή για τη βιωσιμότητά τους χάριν και των επομένων γενεών, μέριμνα η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση ρυθμίσεων για την προστασία και την αξιοποίηση της περιουσίας τους και την επωφελή διαχείριση των αποθεματικών τους, με τον καθορισμό εκάστοτε των οικείων συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων και την παροχή των προβλεπόμενων ασφαλιστικών παροχών υπό την εγγύηση του Κράτους. Και τούτο διότι, εφʼ όσον καθιερώνει υποχρέωση των εργαζομένων και των εργοδοτών τους να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές, το κράτος, ως εγγυητής, οφείλει να διασφαλίζει την επάρκεια των παροχών και τη βιωσιμότητα των οικείων ασφαλιστικών οργανισμών, ευθύνεται δε για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Σε περιπτώσεις δε εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, όταν προκύπτει δικαιολογημένως ότι το Κράτος δεν μπορεί να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα των λειτουργούντων ασφαλιστικών φορέων με άλλα μέσα (τροποποίηση συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων, αποτελεσματικότερη διαχείριση αποθεματικών και περιουσίας, αύξηση ασφαλιστικών εισφορών), επιβάλλεται συνταγματικώς, στο πλαίσιο της κατοχυρωμένης από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η επέμβαση του νομοθέτη προκειμένου να εξακολουθήσει να λειτουργεί το ασφαλιστικό σύστημα χάριν τόσο των ήδη συνταξιούχων όσο και των ασφαλισμένων και μελλοντικών συνταξιούχων. Σε τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις ο νομοθέτης μπορεί, κατʼ αρχήν, να επέμβει θεσπίζοντας για την περιστολή των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δαπάνες χρηματοδοτήσεως των φορέων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, μέτρα που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, όπως είναι η μείωση των συντάξεων όσων συνταξιοδοτούνται από το δημόσιο ή από χρηματοδοτούμενους από αυτό ασφαλιστικούς οργανισμούς, λόγω της δυνατότητας άμεσης εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η επέμβαση αυτή είναι δυνατόν να λάβει και την μορφή νέου ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο μπορεί να καταλαμβάνει τόσο τους ήδη συνταξιούχους, προβλέποντας, στο πλαίσιο της αρχής της διαγενεακής αλληλεγγύης, τον επανυπολογισμό των καταβαλλόμενων σε αυτούς συντάξεων, όσο και τους μελλοντικούς συνταξιούχους, με τη θέσπιση νέου τρόπου υπολογισμού των συντάξεων που πρόκειται να απονεμηθούν σʼ αυτούς στο μέλλον. Η εφαρμογή δε του νέου αυτού συστήματος δύναται να οδηγεί σε μείωση τόσο των ήδη καταβαλλόμενων συνταξιοδοτικών παροχών όσο και των παροχών που θα απονέμονται στο μέλλον σε σχέση με τις ήδη καταβαλλόμενες ή σε σχέση με αυτές που θα καταβάλλονταν επί τη βάσει του προϊσχύοντος συστήματος. Και στις εξαιρετικές, όμως, αυτές περιπτώσεις, η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές είτε ευθέως είτε με τη θέσπιση νέου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η εφαρμογή του οποίου να οδηγεί στην απονομή μικρότερων συνταξιοδοτικών παροχών σε σχέση με το προϊσχύον σύστημα, δεν είναι απεριόριστη, αλλά οριοθετείται κατά πρώτον από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος (πρβλ. ΣτΕ 2192-2196/2014 Ολομ.). Σε κάθε δε περίπτωση, ο νομοθέτης κατά τη θέσπιση του νέου αυτού συστήματος, το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα, μπορεί να οδηγεί και σε περικοπή των ήδη απονεμόμενων συντάξεων αλλά και σε μείωση των μελλοντικών συντάξεων σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, τελεί υπό τους περιορισμούς που απορρέουν από ειδικές συνταγματικές διατάξεις και τις εγγυήσεις που αυτές καθιερώνουν (βλ. 1-4/2018 αποφάσεις Ειδικού Δικαστηρίου άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος) και δεν μπορεί να παραβιάζει αυτό που αποτελεί, κατά τα ανωτέρω, τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση, δηλαδή, στον συνταξιούχο παροχών ανάλογων προς τις καταβληθείσες από αυτόν εισφορές βάσει των συνολικών αποδοχών του και τον συνολικό χρόνο ασφαλίσεώς του και ικανών να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως (διατροφή, ένδυση, στέγαση, βασικά οικιακά αγαθά, θέρμανση, υγιεινή και ιατρική περίθαλψη όλων των βαθμίδων), αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου (βλ. ΣτΕ 2287, 2288/2015 Ολομ., πρβλ. απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 9.2.2010, -1 BvL 1/09-, -1 BvL 3/09-, -1 BvL 4/09-, ιδίως Rn. 135), οι παροχές δε αυτές τελούν πάντοτε υπό την εγγύηση του Κράτους. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Κ. Κουσούλη, από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος συνάγεται ότι για τη, με βάση τις πιο πάνω συνταγματικές αρχές, συνολική διαμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης ο νομοθέτης διαθέτει ευρύτατα περιθώρια εκτίμησης. Δεδομένου δε ότι οι σχετικές επιλογές γίνονται με βάση πολύπλοκες εκτιμήσεις, προβλέψεις και υποθέσεις, στο πλαίσιο των οποίων λαμβάνονται υπόψη πλείστες τεχνικές παράμετροι, ο δικαστικός έλεγχος των σχετικών νομoθετικών επιλογών περιορίζεται στη διαπίστωση της χρήσης προδήλως ακατάλληλων ή αυθαίρετων παραμέτρων (βλ. απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 11.11.2008 (1 ΒvL 3/05), σκέψη 84, με αντικείμενο τη συνταγματικότητα νομοθετικών μεταβολών ως προς το ειδικό ποσοστό αναπλήρωσης με βάση την ηλικία που επέφεραν μειώσεις έως και 18% σε θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, πρβλ. ανωτέρω απόφαση του Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου της Γερμανίας της 9.2.2010, με αντικείμενο τη συνταγματικότητα προσδιορισμού επιδόματος πρόνοιας). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα δέσμευε υπέρμετρα και θα παρακώλυε τον νομοθέτη κατά την άσκηση του νομοθετικού έργου, εγείροντας ζήτημα παραβίασης της κατοχυρούμενης στο άρθρο 26 του Συντάγματος αρχής της διάκρισης των λειτουργιών, καθώς και της δημοκρατικής αρχής (άρθρο 1 του Συντάγματος), καθόσον η απαίτηση, μέσω ενός εντατικού ελέγχου συνταγματικότητας, ο οποίος λαμβάνει τη μορφή νομολογιακής αναγνώρισης ουσιωδών τύπων της νομοθετικής διαδικασίας μη προβλεπόμενων ευθέως στο Σύνταγμα, για πλήρη τεκμηρίωση των νομοθετικών επιλογών, προϋποθέτει ότι ο νομοθέτης υποχρεούται, κατά την ενάσκηση της σχετικής συνταγματικής του ευρύτατης αρμοδιότητας, να υιοθετεί μόνο πολιτικές με εξαρχής μετρήσιμα και προδιαγεγραμμένα αποτελέσματα και μη επηρεαζόμενες από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Σύμφωνα εξάλλου με την ίδια γνώμη, η επάρκεια των χορηγούμενων συντάξεων κρίνεται, πλέον των ανωτέρω μνημονευομένων κριτηρίων, και σε αναφορά με σειρά άλλων προσφόρων κριτηρίων, όπως το επίπεδο διαβίωσης του ενεργού πληθυσμού, τις επικρατούσες συνθήκες απασχόλησης, το μέσο όρο ύψους συντάξεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

9. Επειδή, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του 2010, ο νομοθέτης, εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστηρίξεως αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτουμένων από το Δημόσιο και από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του Δημοσίου και των οργανισμών κύριας ασφαλίσεως [άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3833/2010 (Α΄ 140), άρθρο τρίτο παρ. 6, 10-14 του ν. 3845/2010 - Α΄ 65, άρθρο μόνο του ν. 3847/2010 (Α΄ 67), αντιστοίχως], συνεχίσθηκαν δε με τη θέσπιση της εισφοράς αλληλεγγύης των συνταξιούχων του Δημοσίου και των λοιπών συνταξιούχων οργανισμών κύριας ασφαλίσεως (άρθρο 11 του ν. 3865/2010 – Α΄ 120 και άρθρο 38 του ν. 3863/2010 - Α΄ 115, αντιστοίχως), την αναπροσαρμογή και τη συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της και στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ. 10-13 του ν. 3986/2011- Α΄ 152, άρθρο 2 παρ. 13 του ν. 4002/2011 - Α΄ 180), καθώς και με τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων κατά 40%, για το πέραν των 1000 ευρώ ποσό αυτών, περαιτέρω δε με μειώσεις στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερέβαιναν, αντιστοίχως, τα 1200 και τα 150 ευρώ (άρθρο 1 παρ. 10 και άρθρο 2 παρ. 1-5 και 14 του ν. 4024/2011 – Α΄ 226). Ακολούθως, ο ν. 4051/2012 με τίτλο «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχομένου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν. 4046/2012» (Α΄ 40) προέβλεψε νέες περικοπές για τις συντάξεις του Δημοσίου και για τις κύριες συντάξεις των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως που υπερέβαιναν τα 1300 ευρώ (άρθρα 1 παρ. 1 και 6 παρ. 1, αντιστοίχως), καθώς και για τις επικουρικές συντάξεις που υπερέβαιναν τα 250 ευρώ (άρθρο 6 παρ. 2). Περαιτέρω, με το άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ περ. 5 και 6 εδαφ. 3 και παρ. Β περ. 3 και 4 του ν. 4093/2012, «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016- Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222) προβλέφθηκαν περαιτέρω μειώσεις σε ποσοστά από 5% έως και 20%, για τις από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερέβαιναν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, για το πέραν των 1000 ευρώ ποσό, καθώς και κατάργηση των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας όλων των συνταξιούχων.

10. Επειδή, οι τελευταίες περικοπές των συντάξεων, που επήλθαν, κατʼ εφαρμογή του δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (ν. 4046/2012), με τους ανωτέρω ν. 4051/2012 και ν. 4093/2012, κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας για το λόγο ότι δεν προηγήθηκε των εν λόγω περικοπών, οι οποίες θεσπίσθηκαν σε συνέχεια των περιγραφόμενων ανωτέρω προηγούμενων περικοπών των συντάξεων - οι οποίες κρίθηκαν συνταγματικές - και ενώ είχε παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης, η ειδική μελέτη που περιγράφεται στις ως άνω αποφάσεις. Ειδικότερα, με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε ότι σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων εφεξής, σε κάθε περίπτωση, όμως, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση, δηλαδή, στον συνταξιούχο τέτοιων παροχών που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια. Προκειμένου δε, να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος των οικείων νομοθετικών μέτρων από τις ανωτέρω συνταγματικές απόψεις, κρίθηκε ότι ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, εν όψει και της γενικότερης υποχρεώσεώς του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει αφʼ ενός μεν ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, εν όψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφʼ ετέρου δε ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττομένων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε με τις ανωτέρω αποφάσεις ότι οι επίδικες διατάξεις των ν. 4051/2012 και 4093/2012 αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, όπως και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό, με τις διατάξεις αυτές επιχειρήθηκε, νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, χωρίς να έχει προηγηθεί εμπεριστατωμένη μελέτη, με την οποία να διαπιστώνεται και να αναδεικνύεται τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν σύμφωνη με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις που απέρρεαν, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου.

11. Επειδή, ακολούθησε ο ν. 4334/2015 «Επείγουσες ρυθμίσεις για τη διαπραγμάτευση και σύναψη συμφωνίας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (Ε.Μ.Σ.)» (Α΄ 80), στον οποίο παρατίθεται, εν είδει προοιμίου, η Ανακοίνωση του Συμβουλίου Κορυφής («Eurosummit»), που έλαβε χώρα στις Βρυξέλλες στις 12.7.2015, σχετικά με τις δεσμεύσεις της Ελλάδας ενόψει μελλοντικής συμφωνίας με τον Ε.Μ.Σ., μεταξύ δε των δεσμεύσεων αυτών αναφέρεται και η λήψη εμπροσθοβαρών μέτρων για τη βελτίωση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος ως μέρος ενός προγράμματος συνολικής αναμόρφωσης του συνταξιοδοτικού συστήματος. Ειδικότερα, στην εν λόγω ανακοίνωση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «Η Ελληνική Κυβέρνηση πρέπει, ιδίως, σε συμφωνία με τους Θεσμούς: να πραγματοποιήσει φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα και να καθορίσει πολιτικές προκειμένου να αντισταθμίσει πλήρως τη δημοσιονομική επίπτωση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικράτειας για την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση του 2012 και να εφαρμόσει τη ρήτρα μηδενικού ελλείμματος ή αμοιβαία συμφωνηθέντων εναλλακτικών μέτρων μέχρι τον Οκτώβριο του 2015». Περαιτέρω, με την παρ. 28 του άρθρου 1 του νόμου αυτού εντάχθηκαν στο Ε.Τ.Ε.Α. διάφοροι φορείς, κλάδοι και τομείς επικουρικής ασφαλίσεως που έως τότε απολάμβαναν οργανική και λειτουργική αυτοτέλεια και με την παρ. 29 του ίδιου άρθρου 1 διατηρήθηκαν στα επίπεδα της 31.7.2015 και μέχρι την 31.12.2021 τα προβλεπόμενα στις οικείες καταστατικές και γενικές διατάξεις κατώτατα όρια σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου των οργανισμών κύριας ή επικουρικής ασφαλίσεως (όπως η πρώτη από τις διατάξεις αυτές αντικαταστάθηκε και η δεύτερη αναριθμήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 2 υποπαρ. Ε.2 του ν. 4336/2015, Α΄ 94).

12. Επειδή, περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 4336/2015 «Συνταξιοδοτικές διατάξεις - Κύρωση του Σχεδίου Σύμβασης Οικονομικής Ενίσχυσης από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και ρυθμίσεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας Χρηματοδότησης» (Α΄ 94) θεσπίστηκε σειρά ρυθμίσεων που αφορούν προεχόντως το συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών, με κυριότερη την αύξηση των ορίων ηλικίας για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος (67ο έτος της ηλικίας), ενώ αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέχονται στην υποπαρ. Ε3 της παρ. Ε του άρθρου 2 του ίδιου νόμου για τους ασφαλισμένους των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως. Εξάλλου, στην παρ. Γ του άρθρου 3 του ανωτέρω ν. 4336/2015, η οποία έχει τον τίτλο «Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων», παρατίθεται το «Μνημόνιο Συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ» για την Ελλάδα (τρίτο «Μνημόνιο Συνεννόησης»), στο οποίο αναφέρονται, μεταξύ άλλων, οι δεσμεύσεις της Χώρας για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος. Στις δεσμεύσεις αυτές περιλαμβάνονται η αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, η δημιουργία αντικινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση, η καθιέρωση στενότερης σύνδεσης μεταξύ εισφορών και παροχών, η καθιέρωση του πραγματικού εισοδήματος ως βάσης υπολογισμού των εισφορών για τους αυτοαπασχολουμένους, η ενοποίηση όλων των ταμείων κοινωνικής ασφαλίσεως σε μία ενιαία οντότητα, η εναρμόνιση των κανόνων επιβολής εισφορών και χορήγησης συντάξεων κ.λ.π. Ειδικότερα, στην ανωτέρω παρ. Γ του άρθρου 3 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Στη στρατηγική ανάκαμψης λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη, μεταξύ και εντός των γενεών. Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί έχουν επιβάλει δύσκολες επιλογές και συνεπώς είναι σημαντικό το βάρος της προσαρμογής να μοιραστεί σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, λαμβανομένης υπόψη της ικανότητας πληρωμής. ... Οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις έχουν επικεντρωθεί σε μέτρα για την κατάργηση των εξαιρέσεων και τον τερματισμό των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων. ... Η εφαρμογή του προγράμματος μεταρρυθμίσεων θα αποτελέσει τη βάση για βιώσιμη ανάκαμψη. Οι σχετικές πολιτικές είναι δομημένες γύρω από τέσσερις πυλώνες:

• Αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας (ενότητα 2): Η Ελλάδα θα θέσει ως στόχο την επίτευξη μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού πλεονάσματος ύψους 3,5% του ΑΕΠ, μέσω ενός συνδυασμού εμπροσθοβαρών παραμετρικών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένων του συστήματος ΦΠΑ και του συνταξιοδοτικού συστήματός της, υποστηριζόμενου από ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, καθώς και για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, ενώ παράλληλα θα διασφαλίζεται η επαρκής προστασία των ευπαθών ομάδων. ... Προκειμένου να αποδείξει τη δέσμευσή της για την εφαρμογή αξιόπιστων δημοσιονομικών πολιτικών, η κυβέρνηση θα εγκρίνει (Βασικό παραδοτέο), τον Οκτώβριο του 2015, συμπληρωματικό προϋπολογισμό για το 2015 εφόσον κριθεί αναγκαίο, το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2016 και μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική για την περίοδο 2016-19, η οποία θα υποστηρίζεται από μεγάλη και αξιόπιστη δέσμη παραμετρικών μέτρων και διαρθρωτικών δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένων: α) δεύτερης φάσης μεταρρυθμίσεων του συνταξιοδοτικού συστήματος, βλ. ενότητα 2.5.1 ..... 2.5 Βιώσιμο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας. 2.5.1 Συντάξεις: Οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις του 2010 και του 2012, εάν εφαρμοστούν πλήρως, θα βελτιώσουν σημαντικά τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα του συνολικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Ωστόσο, το συνταξιοδοτικό σύστημα παραμένει κατακερματισμένο και δαπανηρό και απαιτεί σημαντικές ετήσιες μεταβιβάσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Ως εκ τούτου, απαιτούνται πολύ πιο φιλόδοξα μέτρα για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων διαρθρωτικών προκλήσεων, καθώς και των πρόσθετων πιέσεων στο σύστημα λόγω της οικονομικής κρίσης. Οι εισφορές έχουν μειωθεί λόγω των υψηλών επιπέδων ανεργίας καθʼ ην στιγμήν οι πιέσεις στις δαπάνες κορυφώθηκαν, καθώς πολλοί επέλεξαν να συνταξιοδοτηθούν πρόωρα. Για να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις, οι αρχές δεσμεύονται να εφαρμόσουν πλήρως τις υφιστάμενες μεταρρυθμίσεις και επίσης θα προβούν σε περαιτέρω μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας με στόχο την επίτευξη εξοικονόμησης της τάξης του 1/4% του ΑΕΠ το 2015 και της τάξης του 1% του ΑΕΠ έως το 2016. Μεταξύ άλλων, η δέσμη αποσκοπεί στη δημιουργία ισχυρών αντικινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση αυξάνοντας τις κυρώσεις για την πρόωρη συνταξιοδότηση και καταργώντας σταδιακά τα κεκτημένα δικαιώματα συνταξιοδότησης πριν από τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης. ... i. … ii. Έως τον Οκτώβριο του 2015 (βασικό παραδοτέο) οι αρχές θα θεσπίσουν νομοθετικά περαιτέρω μεταρρυθμίσεις που θα αρχίσουν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 2016: α) το συγκεκριμένο σχεδιασμό και τις παραμετρικές βελτιώσεις για την καθιέρωση στενότερης σύνδεσης μεταξύ εισφορών και παροχών• β) τη διεύρυνση και τον εκσυγχρονισμό της βάσης εισφορών και συντάξεων για όλα τα αυτοαπασχολούμενα άτομα, μεταξύ άλλων με μετάβαση από το ονομαστικό στο πραγματικό εισόδημα, υπό τον όρο της τήρησης των κανόνων για τις ελάχιστες απαιτούμενες εισφορές• γ) την αναθεώρηση και τον εξορθολογισμό όλων των διαφορετικών συστημάτων των βασικών συνιστωσών των συντάξεων που είναι εγγυημένες με βάση τις εισφορές και βάσει ελέγχου των πόρων, λαμβάνοντας υπόψη τα κίνητρα για εργασία και για καταβολή εισφορών• δ) τα βασικά στοιχεία της καθολικής ενοποίησης των ταμείων κοινωνικών ασφαλίσεων, μεταξύ άλλων μέσω της εναπομένουσας εναρμόνισης των διαδικασιών για την καταβολή των εισφορών και των παροχών σε όλο το φάσμα των ταμείων• ε) την κατάργηση εντός τριών ετών όλων των εξαιρέσεων που χρηματοδοτούνται με κρατικούς πόρους και την εναρμόνιση των κανόνων σχετικά με τις εισφορές σε όλα τα ταμεία συντάξεων προς τη δομή των εισφορών στο κύριο ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων υπαλλήλων (ΙΚΑ)• στ) την κατάργηση, από την 31η Οκτωβρίου 2015, όλων των περιττών επιβαρύνσεων κατά τη χρηματοδότηση των συντάξεων και την αντιστάθμισή τους με μείωση των παροχών ή αύξηση των εισφορών υπέρ των συγκεκριμένων ταμείων• ζ) τη σταδιακή εναρμόνιση των κανόνων για τις συνταξιοδοτικές παροχές που καταβάλλει ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) προς το υπόλοιπο συνταξιοδοτικό σύστημα κατʼ αναλογία («pro rata»)• η) οι πρόωρες συνταξιοδοτήσεις θα επιβαρύνονται με ποινή για όσους θίγονται από την παράταση της ηλικίας συνταξιοδότησης, που ισοδυναμεί με 10% επιπλέον της τρέχουσας ετήσιας ποινής του 6%• θ) τη βελτίωση της στόχευσης των κοινωνικών συντάξεων αυξάνοντας τις συντάξεις του ΟΓΑ για τους ανασφάλιστους ι) τη σταδιακή κατάργηση του επιδόματος αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ) για όλους τους συνταξιούχους έως τα τέλη Δεκεμβρίου του 2019, αρχίζοντας με το ανώτερο 20% των δικαιούχων το Μάρτιο του 2016• ια) αποκατάσταση του παράγοντα διατηρησιμότητας της μεταρρύθμισης του 2012 ή εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών εναλλακτικών μέτρων στο συνταξιοδοτικό σύστημα• ιβ) η ελληνική κυβέρνηση θα προσδιορίσει και θα θεσπίσει νομοθετικά έως τον Οκτώβριο του 2015 ισοδύναμα μέτρα για την πλήρη αντιστάθμιση των επιπτώσεων της εφαρμογής της δικαστικής απόφασης σχετικά με τα συνταξιοδοτικά μέτρα του 2012 και θα καταργήσει τις τροποποιήσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα που εισήγαγαν οι νόμοι 4325/2015 και 4331/2015, σε συμφωνία με τους θεσμούς. iii. Έως το Δεκέμβριο του 2015, (βασικό παραδοτέο) η κυβέρνηση θα ενοποιήσει όλα τα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης σε μια ενιαία οντότητα, θα προβεί σε κατάργηση όλων των υφιστάμενων ρυθμίσεων για τη διακυβέρνηση και τη διαχείριση, θα συγκροτήσει νέο διοικητικό συμβούλιο και ομάδα διαχείρισης χρησιμοποιώντας την υποδομή και οργάνωση του ΙΚΑ, θα εφαρμόσει κεντρικό μητρώο συνεισφερόντων και θα δημιουργήσει κοινές υπηρεσίες. Θα εγκρίνει επίσης πρόγραμμα για τη δημιουργία κοινού συνόλου κεφαλαίων που θα τεθεί σε πλήρη λειτουργία μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου 2016. Οι αρχές θα κινηθούν προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης της δήλωσης, της πληρωμής και της είσπραξης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης στη φορολογική διοίκηση πριν από τα τέλη του 2017. ...».

13. Επειδή, σε συνέχεια των ανωτέρω δεσμεύσεων, τις οποίες ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία στο πλαίσιο της συμφωνίας με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, θεσπίσθηκε ο ν. 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού συστήματος - Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 85), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 122 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (12.5.2016). Το πρώτο μέρος του νόμου αυτού (άρθρα 1-111) φέρει τον τίτλο «Μεταρρύθμιση Ασφαλιστικού -Συνταξιοδοτικού Συστήματος». Με τον ανωτέρω νόμο συστήθηκε ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.) ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την εποπτεία του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Η σύσταση του Ε.Φ.Κ.Α. προβλέπεται στο Κεφάλαιο Ε΄ του ν. 4387/2016, (άρθρα 51-73Α), με τίτλο «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης», με το οποίο ρυθμίζονται τα ζητήματα οργάνωσης και λειτουργίας του. Ειδικότερα, στο άρθρο 51 (Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης - Σύσταση - Σκοπός) ορίζονται τα εξής: «1. Συνιστάται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης», αποκαλούμενο στο εξής «Ε.Φ.Κ.Α.», το οποίο τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έχει την έδρα του στην Αθήνα. Από 1.1.2017, οπότε και αρχίζει η λειτουργία του ως φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. αυτοδίκαια οι υφιστάμενοι φορείς κύριας κοινωνικής ασφάλισης, σύμφωνα με τα άρθρα 53 επ. και ο Ε.Φ.Κ.Α. καθίσταται οιονεί καθολικός διάδοχος αυτών. . . . Ειδικά ως προς το Δημόσιο, περιέρχονται στον Ε.Φ.Κ.Α. οι εν γένει αρμοδιότητες που αφορούν στις συντάξεις του Δημοσίου, . . . 2. Σκοπός του Ε.Φ.Κ.Α. είναι η κάλυψη των υπακτέων στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. προσώπων για τους ασφαλιστικούς κινδύνους που προβλέπονται από την οικεία νομοθεσία με την προβλεπόμενη στο νόμο αυτόν χορήγηση: α. μηνιαίας κύριας σύνταξης, λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους ασφαλισμένους ή/και στα μέλη της οικογενείας τους, β. η χορήγηση προσυνταξιοδοτικών και άλλων παροχών στους συνταξιούχους . . . γ. ... δ. ...ε. ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 53 ρυθμίζονται τα των εντασσόμενων στον Ε.Φ.Κ.Α. φορέων, κλάδων, τομέων και λογαριασμών ως εξής: «1. Ο Ε.Φ.Κ.Α. αποτελείται από ένα (1) κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών, στον οποίο εντάσσονται, σύμφωνα με τα ειδικώς οριζόμενα στο άρθρο 51 του παρόντος, οι παρακάτω φορείς, με τους κλάδους, τομείς και λογαριασμούς τους, πλην των αναφερόμενων στο Κεφάλαιο Στ΄, ως εξής: .... 2. Στον κλάδο κύριας ασφάλισης και λοιπών παροχών περιέρχονται και οι εν γένει συνταξιοδοτικές αρμοδιότητες, οι οποίες ασκούνται κατά την έναρξη ισχύος του νόμου από τη Γενική Διεύθυνση Χορήγησης Συντάξεων Δημοσίου Τομέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών, . . . 3. ... ». Εξ άλλου, στο άρθρο 55 παρ. 1, με τίτλο «Ασφαλιστέα πρόσωπα», ορίζεται ότι: «Στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. υπάγονται υποχρεωτικά: α. Οι μέχρι την ένταξη ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών αυτών των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών, καθώς και οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Δημοσίου και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών αυτών, οι οποίοι καθίστανται αντιστοίχως ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι του Ε.Φ.Κ.Α.. β. Όσοι για πρώτη φορά από την κατά τα ανωτέρω ένταξη των φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών αναλαμβάνουν ασφαλιστέα εργασία ή αποκτούν ασφαλιστέα ιδιότητα βάσει των γενικών ή ειδικών καταστατικών διατάξεων αυτών καθώς και τα προστατευόμενα μέλη των οικογενειών αυτών» και στο άρθρο 56, με τίτλο «Πόροι», ορίζονται τα εξής: «1. Πόρους του Ε.Φ.Κ.Α. αποτελούν: α. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και εργοδοτών, οι πρόσοδοι περιουσίας, η απόδοση των κεφαλαίων και των αποθεματικών, καθώς και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που θεσμοθετείται υπέρ αυτού. β. Τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εισφορές υπέρ των φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με το άρθρο 53 του παρόντος, οι πρόσοδοι περιουσίας, καθώς και η απόδοση των κεφαλαίων και των αποθεματικών αυτών και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που προβλέπεται από διάταξη νόμου. γ. Η επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου 2 (όπως η περίπτωση γ΄ προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 4455/2017, Α΄ 22/23.2.2017, με ισχύ από 1.1.2017). 2. Εισφορές και πάσης φύσεως πόροι που εισπράττονταν από τους εντασσόμενους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς του άρθρου 53 του παρόντος και αποδίδονταν σε τρίτους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, εξακολουθούν να εισπράττονται από τον Ε.Φ.Κ.Α. και να αποδίδονται από αυτόν στους δικαιούχους φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία». Ακολούθως, στο άρθρο 57 ρυθμίζονται τα της Διοίκησης του ΕΦΚΑ, στο δε άρθρο 70 παρ. 1 ορίζεται ότι «1. Το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού που προέρχεται από τους εντασσόμενους στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς, τομείς, κλάδους και λογαριασμούς, οι πόροι που προβλέπονται υπέρ αυτών από τις ισχύουσες διατάξεις, καθώς και η κινητή και ακίνητη περιουσία τους, περιέρχονται αυτοδίκαια στον Ε.Φ.Κ.Α. ως καθολικό διάδοχό τους. Ο Ε.Φ.Κ.Α. υπεισέρχεται στα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις των εντασσόμενων φορέων, τομέων, κλάδων και λογαριασμών». Περαιτέρω, με το Κεφάλαιο Α΄ του εν λόγω νόμου (άρθρα 1-3), με τίτλο «Αρχές και όργανα του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας», θεσπίσθηκαν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες ρυθμίσεις: Στο άρθρο 1, με τίτλο «Θεμελιώδεις αρχές του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας», προβλέπεται ότι οι κοινωνικές παροχές παρέχονται από Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας ως εξής: «1. Οι κοινωνικές παροχές της Πολιτείας χορηγούνται στο πλαίσιο Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας, με σκοπό την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας, με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών. Το Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας περιλαμβάνει το Εθνικό σύστημα Υγείας για τις παροχές υγείας, το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τις προνοιακές παροχές και το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης για τις ασφαλιστικές παροχές, όπως ρυθμίζεται στο νόμο αυτόν. 2. Η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία και η κοινωνική πρόνοια αποτελούν δικαίωμα όλων των Ελλήνων Πολιτών και όσων διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα. Το Κράτος έχει υποχρέωση για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας και για την απονομή των σχετικών παροχών σε όλους όσοι πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις. 3. Το Εθνικό Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης λειτουργεί με ενιαίους κανόνες για όλους τους ασφαλισμένους του Ε.Φ.Κ.Α.». Στο άρθρο 2, με τίτλο «Εννοιολογικοί προσδιορισμοί», ορίζεται ότι η κύρια σύνταξη υπολογίζεται εφεξής ως άθροισμα δύο τμημάτων, της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης. Στο εν λόγω άρθρο προβλέπεται, ειδικότερα, ότι: «1. Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, η κύρια σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας και εκ μεταβιβάσεως υπολογίζεται ως το άθροισμα δύο τμημάτων: της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 και της ανταποδοτικής σύνταξης του άρθρου 8 του παρόντος. 2. Η Εθνική Σύνταξη δεν χρηματοδοτείται από ασφαλιστικές εισφορές, αλλά απευθείας από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. 3. Το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης υπολογίζεται βάσει των αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές και του ποσοστού αναπλήρωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος. Το άθροισμα της εθνικής και της ανταποδοτικής σύνταξης αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατό εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου. 4. Το ποσό της κατά τα ανωτέρω παραγράφου 1 σύνταξης καταβάλλεται ανά μήνα. 5. Το κράτος έχει πλήρη εγγυητική υποχρέωση για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών. Ειδικές διατάξεις σχετικές με την κρατική χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης καταργούνται». Ακολουθεί το Κεφάλαιο Β΄ του ανωτέρω νόμου, με τίτλο «Συντάξεις Δημοσίων Υπαλλήλων και Στρατιωτικών», στο οποίο εντάσσονται τα άρθρα 4 έως 26 αυτού. Ειδικότερα, στο άρθρο 4 του ν. 4387/2016 ρυθμίζονται τα ζητήματα υπαγωγής στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) των τακτικών υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου, της Βουλής, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ν.π.δ.δ.), των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμίδας, των ιερέων και υπαλλήλων των εκκλησιαστικών ν.π.δ.δ. και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς επίσης και η μεταφορά των καταβαλλόμενων από το Δημόσιο, κατά την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Ε.Φ.Κ.Α., συντάξεων στον Ε.Φ.Κ.Α. Περαιτέρω, στο άρθρο 7 του νόμου προβλέπονται τα της εθνικής σύνταξης. Η εθνική σύνταξη, σύμφωνα με την προεκτεθείσα παρ. 2 του άρθρου 2 του νόμου, δεν χρηματοδοτείται από ασφαλιστικές εισφορές αλλά απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, προσδιορίζεται δε, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 7 του νόμου, για την πρώτη εφαρμογή του, σε 384 ευρώ μηνιαίως, στο ύψος, δηλαδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου, του 60% του διάμεσου εισοδήματος, σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και καταβάλλεται ακέραια, εφόσον έχουν συμπληρωθεί τουλάχιστον 20 έτη ασφαλίσεως, μειούμενη κατά 2% για κάθε έτος ασφαλίσεως που υπολείπεται των 20 ετών και μέχρι τα 15 έτη, εφόσον θεμελιώνεται δικαίωμα σε κύρια σύνταξη με χρόνο ασφαλίσεως κατώτερο των 20 ετών (βλ. την παρ. 7 του άρθρου 6 του ν. 4387/2016, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4488/2017 -Α΄ 137/13.9.2017). Η ανταποδοτική σύνταξη ( άρθρα 2 παρ. 3 και 8 του ν. 4387/2016) υπολογίζεται επί τη βάσει των αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές, του χρόνου ασφαλίσεως και των ποσοστών αναπλήρωσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του νόμου. Eιδικότερα, στο άρθρο 8, με τίτλο «Ανταποδοτική σύνταξη», ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Οι υπάλληλοι - λειτουργοί του Δημοσίου και οι στρατιωτικοί, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, το χρόνο ασφαλίσεως, όπως ορίζεται στο άρθρο 15 του παρόντος, και τα κατʼ έτος ποσοστά αναπλήρωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τον πίνακα ο οποίος ενσωματώνεται στην παράγραφο 4, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων. 2. α. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης εξ ιδίου δικαιώματος, ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. ... β. ... 3. (όπως η παράγραφος αυτή συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 4488/2017) Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης των προσώπων των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6 [προσώπων, δηλαδή, τα οποία είτε έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία μέχρι τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 και δεν πληρούν, κατά το χρόνο αυτό, τις προϋποθέσεις άμεσης καταβολής της σύνταξής τους είτε θα αποχωρήσουν από την υπηρεσία από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου και εφεξής], ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνεται υπόψη ο, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2, μέσος όρος των μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές ισχύουν κατά περίπτωση με βάση τις διατάξεις της ίδιας παραγράφου, που προκύπτει από το ασφαλιστικό έτος 2002 και έως την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου - λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού. … 4. … 5. (όπως αναριθμήθηκε η παράγραφος 4 με το άρθρο 94 παρ. 2 του ν. 4461/2017, Α΄ 38/28.3.2017). Το τελικό ποσό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης υπολογίζεται για το σύνολο του χρόνου ασφάλισης, με βάση το ποσοστό αναπλήρωσης του κατωτέρω πίνακα, που προσαρτάται στο τέλος της παρούσας και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της. Το ποσοστό αναπλήρωσης για κάθε έτος ασφάλισης εντός εκάστης κλίμακας ετών, αντιστοιχεί στο ποσοστό που αναγράφεται στην τρίτη στήλη του πίνακα. Ειδικότερα, τα ποσοστά αναπλήρωσης για κάθε επιμέρους περίοδο ασφάλισης αποτυπώνονται στον ακόλουθο πίνακα:

 

 

ΚΛΙΜΑΚΕΣ ΕΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ        ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΝΑΠΛΗΡΩΣΗΣ

 

ΑΠΟ    ΕΩΣ

 

0         15                                            0,77%

 

15,01   18                                            0,84%

 

18,01   21                                            0,90%

 

21,01   24                                            0,96%

 

24,01   27                                            1,03%

 

27,01   30                                            1,21%

 

30,01   33                                            1,42%

 

33,01   36                                            1,59%

 

36,01   39                                            1,80%

 

39,01   42 και περισσότερα                       2,00%

 

Το συνολικό ακαθάριστο ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης, όπως αυτό προκύπτει σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ακαθάριστο ποσό των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3. [Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5 προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 4488/2017, Α΄ 137/13.9.2017.]. 6 . . . 7. . . ». Το ανταποδοτικό, δηλαδή, μέρος της σύνταξης προκύπτει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, με βάση τις συντάξιμες αποδοχές, δηλαδή το μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου, οι οποίες υπόκεινται σε εισφορές, καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου, του χρόνου ασφαλίσεως και των κατʼ έτος ποσοστών αναπλήρωσης, όπως αυτά προκύπτουν από τον ανωτέρω πίνακα. Περαιτέρω, με το άρθρο 13 θεσπίσθηκε προσωρινό ανώτατο όριο στο ύψος των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου και των στρατιωτικών, ως εξής: «1. Μέχρι 31.12.2018 αναστέλλεται η καταβολή κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης των προσώπων που είχαν ήδη καταστεί συνταξιούχοι μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, κατά το μέρος που υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. . . . 2. Κατά την ίδια περίοδο, το άθροισμα του καθαρού ποσού των συντάξεων των παραπάνω προσώπων, που δικαιούται κάθε συνταξιούχος από οποιαδήποτε αιτία από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. . . 3. Από 1.1.2019 καταβάλλεται το τυχόν υπερβάλλον ποσό που προκύπτει σε σχέση με ανώτατο όριο των παραγράφων 1 και 2 και το νέο ύψος των συντάξεων όπως θα προκύψει, σύμφωνα με την κατά το άρθρο 14 αναπροσαρμογή τους». Εξ άλλου, στο άρθρο 27 του ν. 4387/2016, με τίτλο «Εφαρμογή κοινών κανόνων ασφαλισμένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα», το οποίο είναι ενταγμένο στο Κεφάλαιο Γ΄ του νόμου (με τίτλο «Ρυθμίσεις Ασφαλισμένων του Ιδιωτικού Τομέα», άρθρα 27- 37), προβλέπεται ότι στους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα εφαρμόζονται κατʼ αρχήν οι διατάξεις του Κεφαλαίου Β, που αφορά τις συντάξεις των δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών, με συνέπεια με τον ανωτέρω νόμο να θεσπίζονται ενιαίοι κανόνες υπολογισμού των παροχών (κύριων συντάξεων) για τους ασφαλισμένους τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, για το σύνολο, δηλαδή, των ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ. Ειδικότερα, στο εν λόγω άρθρο 27 ορίζονται τα εξής: «1. Σε εφαρμογή των ενιαίων κανόνων του Ε.Φ.Κ.Α. και των θεμελιωδών αρχών των άρθρων 1 και 2, οι ρυθμίσεις των άρθρων 4 - 20 του Κεφαλαίου Β΄ εφαρμόζονται και στους ασφαλισμένους των φορέων, τομέων κλάδων και λογαριασμών που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. του άρθρου 53, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, ειδικών ρυθμίσεων των άρθρων που ακολουθούν και με εξαίρεση των διατάξεων του Κεφαλαίου Β΄ που, από τη φύση τους, ρυθμίζουν αποκλειστικά τη σχέση των δημοσίων ή στρατιωτικών υπαλλήλων με την υπηρεσία τους. 2. ... 3. ... », στο δε άρθρο 28, με τίτλο «Ανταποδοτική σύνταξη», ορίζονται τα εξής: «1. Οι ασφαλισμένοι κύριας ασφάλισης του Κεφαλαίου αυτού, οι οποίοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις, δικαιούνται ανταποδοτικό μέρος σύνταξης, που προκύπτει με βάση τις συντάξιμες αποδοχές, όπως ορίζονται στο άρθρο αυτό, το χρόνο ασφάλισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 34, και τα κατʼ έτος ποσοστά αναπλήρωσης υπολογιζόμενα επί των συντάξιμων αποδοχών του πίνακα της παρ. 4 του άρθρου 8, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις των επόμενων παραγράφων. 2. Ως συντάξιμες αποδοχές για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους σύνταξης κύριας ασφάλισης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου λαμβάνονται υπόψη: α. Για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου δια του συνολικού χρόνου ασφάλισής του. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, προσαυξαυνόμενες κατά την ετήσια μεταβολή μισθών, όπως προσδιορίζεται από την Ελληνική Στατιστική Αρχή. β. Για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους ασφαλισμένους του άρθρου 40, το εισόδημα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές, σύμφωνα με τα άρθρα 39 και 40, καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου. . . . 3. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης των αιτήσεων συνταξιοδότησης που θα κατατεθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και εντός του έτους 2016 ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνονται υπόψη ο μέσος μηνιαίος μισθός- εισόδημα κατά τις ειδικότερες λοιπές προβλέψεις του παρόντος άρθρου που προκύπτει από το έτος 2002 και έως την υποβολή της αίτησης. Εφεξής ετησίως η περίοδος αυτή αναφοράς αυξάνεται κατά ένα έτος. 4. . . . ».

14. Επειδή, περαιτέρω, στο πλαίσιο εφαρμογής των ενιαίων κανόνων του Ε.Φ.Κ.Α., προβλέπεται στο ν. 4387/2016 ότι οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις κατά την έναρξη ισχύος του επανυπολογίζονται και διαμορφώνονται και αυτές σε άθροισμα εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης από 1.1.2019. Ειδικότερα, στο άρθρο 14 του νόμου, με τίτλο «Αναπροσαρμογή συντάξεων - προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων», που περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο Β΄ αυτού («Συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων και στρατιωτικών»), ορίζονται τα εξής: «1. α. Σε εφαρμογή των ενιαίων κανόνων του Ε.Φ.Κ.Α. και των θεμελιωδών αρχών του άρθρου 1, οι ήδη καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, κύριες συντάξεις αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8, 13 και 14, βάσει των διατάξεων των επόμενων παραγράφων. β. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των καταβαλλόμενων, έως την έναρξη ισχύος του παρόντος, συντάξεων, για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου κανονίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος, με βάση τους κανόνες αναπροσαρμογής των συντάξιμων αποδοχών του Δημοσίου, που ίσχυαν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε άλλο σχετικό θέμα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής. 2. α. Μέχρι την 31.12.2018, οι συντάξεις της προηγούμενης παραγράφου συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την 31.12.2014, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις. .... β. Από 1.1.2019, εφόσον το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατʼ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του, με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει σε εφαρμογή της παραγράφου 3. Εάν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μικρότερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, τότε αυτό προσαυξάνεται κατά το ένα πέμπτο της διαφοράς σταδιακά και ισόποσα εντός πέντε ετών από την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Τα ανωτέρω στοιχεία αποτυπώνονται από 1.1.2018 για κάθε ασφαλισμένο στο οικείο πληροφοριακό σύστημα. 3. α. Το συνολικό ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος, αυξάνεται από την 1.1.2017 (ήδη από την 1.1.2023, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 4472/2017-Α΄ 74 και του άρθρου τρίτου του ν. 4475/2017-Α΄ 83, οι οποίες αντικατέστησαν διαδοχικώς τη διάταξη του εδαφ. α΄ της παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 4387/2016) κατʼ έτος με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με βάση συντελεστή που διαμορφώνεται κατά 50% από τη μεταβολή του ΑΕΠ και κατά 50% από τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του προηγούμενου έτους και δεν υπερβαίνει την ετήσια μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. β. Οι διατάξεις της συνταξιοδοτικής νομοθεσίας του Δημοσίου με τις οποίες προβλέπεται αναπροσαρμογή ή αύξηση των συντάξεων που καταβάλλονται από αυτό, κατά τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στην περίπτωση α΄ ή με βάση τις ισχύουσες κάθε φορά μισθολογικές διατάξεις, καταργούνται. 4. Από την 1.1.2017 και ανά τριετία, η Εθνική Αναλογιστική Αρχή εκπονεί υποχρεωτικά αναλογιστικές μελέτες, οι οποίες επικυρώνονται από την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αντικείμενο τη συνεχή παρακολούθηση της εξέλιξης της εθνικής συνταξιοδοτικής δαπάνης. Με ειδικό νόμο ανακαθορίζονται οι συντάξεις με στόχο τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Το ύψος των ανωτέρω δαπανών για την εθνική, την ανταποδοτική και την επικουρική σύνταξη, προβαλλόμενο έως το έτος 2060, δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο αύξησης των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με έτος αναφοράς το 2009». Εξ άλλου, με το άρθρο 33 του ίδιου νόμου, με τίτλο «Αναπροσαρμογή συντάξεων - προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων», που περιλαμβάνεται στο Κεφάλαιο Γ΄ αυτού («Ρυθμίσεις ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα»), θεσπίζεται ο επανυπολογισμός των ήδη καταβαλλομένων κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, κύριων συντάξεων των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα κατʼ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν τον επανυπολογισμό των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων και παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να καθορίσει με απόφασή του κάθε αναγκαίο θέμα εφαρμογής της διάταξης αυτής. Στην τελευταία αυτή διάταξη προβλέπεται, ειδικότερα, ότι: «1. Οι ήδη καταβαλλόμενες, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, κύριες συντάξεις, πλην όσων χορηγούνται από τον ΟΓΑ, αναπροσαρμόζονται, σύμφωνα με την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 14, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 8, 27, 28, 30 και 12, βάσει των ειδικότερων ρυθμίσεων της επόμενης παραγράφου (όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 25 ν. 4445/2016). 2. Για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των καταβαλλόμενων, έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, συντάξεων, ως συντάξιμες αποδοχές λαμβάνεται υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου υπολογίστηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη. Αν ο συντάξιμος μισθός συνδέεται με ασφαλιστικές κατηγορίες ή ασφαλιστικές κλάσεις ή με τεκμαρτά ποσά, αυτός υπολογίζεται αφού ληφθεί υπόψη η τρέχουσα τιμή τους κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ο συντάξιμος μισθός υπολογίζεται σε τρέχουσες τιμές με τη χρήση των ποσοστών αναπροσαρμογής των συντάξεων όλων των ετών που έχουν μεσολαβήσει από την ημερομηνία συνταξιοδότησης ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα εφαρμογής της διάταξης αυτής». Κατʼ επίκληση της τελευταίας αυτής εξουσιοδοτικής διατάξεως αλλά και της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 14 του ν. 4387/1986 εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, η οποία επαναλαμβάνει τις διατάξεις των άρθρων 14 και 33 του ως άνω νόμου που αναφέρονται στον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων (άρθρα 1 και 3 της εν λόγω αποφάσεως), ρυθμίζει δε και περαιτέρω ζητήματα σχετικά με την επιβεβαίωση των απαιτούμενων για τον επανυπολογισμό των συντάξεων στοιχείων των συνταξιούχων (άρθρο 2), το χρονοδιάγραμμα ολοκληρώσεως της διαδικασίας επανυπολογισμού (άρθρο 4) και τον επανυπολογισμό των συντάξεων για τις οποίες οι συνταξιοδοτικές πράξεις εκδίδονται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 αλλά κατʼ επίκληση και εφαρμογή των προγενέστερων αυτού διατάξεων (άρθρο 5 παρ. 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως).

15. Επειδή, με τον ν. 4472/2017, «Συνταξιοδοτικές διατάξεις Δημοσίου και τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016, μέτρα εφαρμογής των δημοσιονομικών στόχων και μεταρρυθμίσεων, μέτρα κοινωνικής στήριξης και εργασιακές ρυθμίσεις, Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2018-2021 και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 74/ 19.5.2017), προβλέφθηκε σειρά ρυθμίσεων που, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, συναρτώνται άμεσα με την εφαρμογή του τρέχοντος προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και την ολοκλήρωση της β΄ αξιολόγησης αυτού. Μεταξύ των ρυθμίσεων αυτών περιλαμβάνεται και η τροποποίηση του ν. 4387/2016. Ειδικότερα, στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 1 του ανωτέρω νόμου ορίζονται τα εξής: «2. Η περίπτωση β΄ της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «β. Από την 1.1.2019, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το υπερβάλλον ποσό περικόπτεται. Το ποσό που περικόπτεται κατά τα ανωτέρω δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) της καταβαλλόμενης κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κύριας σύνταξης του δικαιούχου. Αν, μετά την εφαρμογή της ρύθμισης του ανωτέρω εδαφίου, το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, το επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατ` έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του με την εκάστοτε αναπροσαρμογή των συντάξεων, όπως αυτή προκύπτει κατ` εφαρμογή της παραγράφου 3.». 3. Στην παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4387/2016 προστίθενται περιπτώσεις γ΄ και δ΄ ως εξής: «γ. Αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων είναι μικρότερο από αυτό που προκύπτει από τον υπολογισμό τους βάσει της παραγράφου 1, τότε αυτό προσαυξάνεται, από την 1.1.2019, κατά 1/5 της διαφοράς σταδιακά και ισόποσα εντός πέντε (5) ετών. δ. Τα στοιχεία που προκύπτουν από τις περιπτώσεις β΄ και γ΄ αποτυπώνονται από την 1.1.2018 για κάθε ασφαλισμένο στο οικείο πληροφοριακό σύστημα.».

16. Επειδή, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4387/2016, σκοπός του νόμου είναι «η πλήρης ανα΅όρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, στο πλαίσιο ενός ενιαίου συστήματος κοινωνικής ασφάλειας, του οποίου οι γενικές αρχές ορίζονται στο νόμο ως εξής: εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών». Στην αιτιολογική αυτή έκθεση αναφέρεται ότι: «το υφιστά΅ενο σύστη΅α κοινωνικής προστασίας είναι άναρχο, κοινωνικά άδικο, αναποτελεσματικό και ΅η βιώσι΅ο... χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερ΅ατισ΅ό, που αντανακλά την εν γένει πελατειακή λειτουργία του πολιτικού συστήματος πριν από την κρίση ...εκτετα΅ένη πολυνο΅ία, η οποία δη΅ιουργεί έντονες κοινωνικές ανισότητες, αφού αντι΅ετωπίζει ό΅οιες περιπτώσεις πολιτών ΅ε διαφορετικό τρόπο. Οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (χρόνος ασφάλισης και όρια ηλικίας), τα ποσοστά αναπλήρωσης, οι κατώτατες συντάξεις, οι ασφαλιστικές και εργοδοτικές εισφορές, οι κοινωνικοί πόροι (καταργηθέντες ή υπό κατάργηση) και η κρατική χρη΅ατοδότηση διαφέρουν τόσο ΅εταξύ των τα΅είων όσο και ΅εταξύ ασφαλισ΅ένων στο ίδιο τα΅είο ... Αυτό δεν σημαίνει ότι το ελληνικό σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι πιο γενναιόδωρο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Πρίν από το 2010, σύμφωνα με σύστημα στατιστικών κοινωνικής προστασίας ESSPROSS, το σύνολο του κοινωνικού προϋπολογισμού αντιστοιχούσε μόνο στο 81% του μέσου όρου του προυπολογισμού της Ευρώπης των 15 και από τότε, λόγω της κρίσης και των μέτρων λιτότητας, καταποντίστηκε σε πολύ κατώτερα επίπεδα. Όπως προκύπτει, πάντως, από τις ίδιες στατιστικές υφίσταται ΅ια ανισορροπία των κοινωνικών δαπανών ΅ε υπερδιόγκωση των δαπανών για τις συντάξεις σε βάρος των άλλων κατηγοριών κοινωνικών δαπανών, ΅ε ση΅αντικότερη την πολύ ΅ικρή προστασία σε αδύνα΅ες κοινωνικές ο΅άδες ΅ε χαρακτηριστικότερο παράδειγ΅α τους ανέργους. Ενόψει όλων αυτών, το σύστη΅α κοινωνικής προστασίας έχει ιδιαίτερα ΅ειω΅ένη αποτελεσ΅ατικότητα και λειτουργεί αναδιανε΅ητικά σε βάρος των ασθενέστερων κοινωνικών ο΅άδων. ... Το σύστημα επίσης δεν είναι βιώσιμο. Εξαρχής οι παροχές δεν υπολογίζονταν βάσει αναλογιστικών μελετών, αλλά με τον άναρχο και πελατειακό τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω. Τα αποθεματικά των ταμείων διασπαθίσθηκαν αρχικά με την υποχρέωση κατάθεσης τους στην Τράπεζα της Ελλάδος με μηδενικά ή ελάχιστα επιτόκια, στη συνέχεια εξανεμίσθηκαν από το PSI. Η κρίση επιδείνωσε έτι περαιτέρω την κατάσταση, γιατί δεν υπάρχει ασφαλιστικό σύστημα που να μπορεί να αντέξει οικονομικές συνθήκες στις οποίες το 1/4 του πληθυσμού να είναι άνεργο και το 50% των αυτοπασχολουμένων να αδυνατούν να πληρώσουν τις εισφορές τους. Τα συνολικά έσοδα των ασφαλιστικών φορέων κατέγραψαν σημαντική μείωση την περίοδο της κρίσης από 12% στο Ν.Α.Τ. (το οποίο όμως χρηματοδοτείται κατά 92% από τον κρατικό προϋπολογισμό) έως και 48,9% στο Ε.Τ.Α.Π.-Μ.Μ.Ε. Επίσης, κατά την διάρκεια της κρίσης ο αριθμός των ασφαλισμένων μειώθηκε, ενώ ο αριθμός των συνταξιούχων αυξήθηκε σημαντικά. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τις χαμηλότερες αμοιβές των μισθωτών, επί των οποίων υπολογίζονται οι εισφορές υπονομεύει περισσότερο την οικονομική βιωσιμότητα του συστήματος. Ενόψει της κατάστασης αυτής, το κράτος επεμβαίνει, όπως έχει συνταγματική υποχρέωση, για να καλύψει τα εκρηκτικά ελλείμματα που αναπόφευκτα προκύπτουν, επιπλέον της συμμετοχής του στο πλαίσιο της ισχύουσας σήμερα τριμερούς κρατικής χρηματοδότησης. Ενδεικτικά, στο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. η κρατική επιχορήγηση αποτελεί το 39% των εσόδων του ταμείου, στον Ο.Γ.Α. το 90% και στο Ν.Α.Τ. το 92% . . . Τα μέτρα που ελήφθησαν μέχρι σήμερα κατά τη διάρκεια της κρίσης επιδείνωσαν αντί να θεραπεύσουν τις δομικές αυτές αδυναμίες. Οι σημαντικές περικοπές των συντάξεων αλλοίωσαν σημαντικά την αναλογική (ανταποδοτική) τους πλευρά. Οι περικοπές, περαιτέρω, υπονόμευσαν την αξιοπιστία των υποσχέσεων του συστήματος. Το μέσο εισόδημα από συντάξεις μειώθηκε από 1200 ευρώ περίπου το 2010 σε 833 ευρώ περίπου σήμερα. Στην ουσία έχει τεθεί σε λειτουργία μια διαδικασία συνεχούς απαξίωσης, όπου δημοσιονομικά θέματα οδηγούν σε προσαρμογές συντάξεων που υποτιμούν ακόμη περισσότερο το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών, οδηγώντας σε τάσεις απεμπλοκής, κυρίως εκ μέρους των νεότερων ...». Κατά την ίδια αιτιολογική έκθεση η προτεινόμενη μεταρρύθμιση «επιχειρεί για πρώτη φορά την αντιμετώπιση όλων των δομικών αυτών παθογενειών του συστήματος, σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης και πρόσθετων μνημονιακών υποχρεώσεων. Το νομοσχέδιο ενσωματώνει όλες τις προβλέψεις του νόμου 4336/2015 (Μνημονίου) εντάσσοντας τις όμως στο πλαίσιο ενός εντελώς νέου θεσμικού πλαισίου που εξασφαλίζει κανόνες ισονομίας και κοινωνικής δικαιοσύνης». Όπως αναφέρεται στην εν λόγω έκθεση «Οι δύο θεμελιώδεις αρχές της μεταρρύθμισης είναι η ισονομία και η κοινωνική δικαιοσύνη. Ισονομία, γιατί για πρώτη φορά θεσπίζονται όμοιοι κανόνες για όλους, παλαιούς και νέους συνταξιούχους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους. Κοινωνική δικαιοσύνη, γιατί με το νέο θεσμό της εθνικής σύνταξης επιτυγχάνεται αναδιανομή, αμβλύνονται οι κοινωνικές ανισότητες και εξασφαλίζεται επαρκής σύνταξη και για τις επισφαλείς κοινωνικά ομάδες». Ειδικότερα, κατά την αιτιολογική έκθεση, «η μεταρρύθμιση • επιτυγχάνει τη διοικητική αποτελεσ΅ατικότητα του συστή΅ατος, για τον σκοπό δε αυτό θεσπίζεται ένας, εθνικός φορέας κοινωνικής ασφάλισης ΅ε ένταξη σε αυτόν όλων των φορέων κύριας ασφάλισης, χωρίς εξαίρεση, .... • καθιερώνει πλήρη ισονο΅ία, ΅έσω της ουσιαστικής ενοποίησης του υπάρχοντος καθεστώτος κοινωνικής ασφάλισης ΅ε θέσπιση ενιαίων κανόνων για παλαιούς και νέους ασφαλισ΅ένους και ανακαθορισ΅ό των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων. Οι ενιαίοι κανόνες είναι αναγκαίοι, γιατί απέναντι στους βασικούς κινδύνους της ζωής πρέπει όλοι οι ασφαλισ΅ένοι να απολα΅βάνουν τον ίδιο βαθ΅ό εθνικής/κοινωνικής αλληλεγγύης.... Όσον αφορά στις εισφορές προβλέπονται ενιαία ποσοστά εισφορών με βάση υπολογισμού τους το πραγματικό εισόδημα. Όσον αφορά στις παροχές, καθιερώνεται ενιαίος τρόπου υπολογισμού της σύνταξης, κύριας και επικουρικής, για παλιούς και νέους ασφαλισμένους, με βάση το μέσο εργασιακό εισόδημα και ίδια ποσοστά αναπλήρωσης για όλους. Η συμμετοχή του συνταξιοδοτικού συστήματος στη δημοσιονομική εξυγίανση της χώρας οριοθετείται από το σεβασμό της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 Συντάγματος). Δεν πρέπει οι συνταξιούχοι να αναλάβουν ένα δυσανάλογο μέρος του κόστους της δημοσιονομικής προσαρμογής .... • Θεσπίζει την εθνική σύνταξη, ώστε να εξασφαλισθεί επαρκής αναπλήρωση εισοδήματος και για τους μακροχρόνια ανέργους, όσους εργάζονται με ατυπικές μορφές εργασίας ή αμείβονται με χαμηλούς μισθούς. Η πρόληψη της φτώχειας με την εξασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για τον κάθε ηλικιωμένο είναι ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους της κοινωνικής ασφάλισης. Κατά τη διάρκεια της κρίσης δημοσίου χρέους η προστασία κατά της φτώχειας των ηλικιωμένων αποκτά διάσταση απόλυτης προτεραιότητας, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη Eurostat ( SILC 2014 ), το 23,1% των ατόμων άνω των 65 ετών ζουν στο όριο της φτώχειας. Ο προσδιορισμός του επιπέδου της Εθνικής σύνταξης σε 384 ευρώ έγινε με βάση το 60% του διάμεσου εισοδήματος, σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. • Διασφαλίζει τη βιωσιμότητα, τη διαγενεακή ισότητα, καθώς και την ίση κατανομή των θυσιών. .... Η αποκατάσταση της βιωσιμότητας, δηλαδή η διατήρηση της ικανότητας του συστήματος να χορηγεί συντάξεις στους τωρινούς και μελλοντικούς συνταξιούχους ... υπηρετεί το συμβόλαιο ανάμεσα στις γενεές που βρίσκεται στη βάση κάθε διανεμητικού συστήματος. Με το ισχύον σύστημα η σημερινή γενεά εργαζομένων θα πλήρωνε περισσότερα απʼ όσα θα λάβει. Με τη μεταρρύθμιση η αναλογικότητα αποκαθίσταται πλήρως. Μόνον οι πιο αδύναμοι θα λάβουν περισσότερα από όσα έχουν δώσει μέσω των εισφορών τους στο σύστημα, λόγω της ύπαρξης της εθνικής σύνταξης και άλλων ειδικών προβλέψεων για αυτούς. Για τον προσδιορισμό των ποσοστών αναπλήρωσης εισοδήματος της αναλογικής/ανταποδοτικής σύνταξης, επί του πραγματικού εισοδήματος, όπως και εν γένει για τον προσδιορισμό της οικονομικής ισορροπίας και βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος ελήφθησαν υπόψη, πέραν των υφιστάμενων κανονιστικών ρυθμίσεων, αναλογιστικές μελέτες-προβολές της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, οι οποίες συντάχθηκαν με επιστημονική βοήθεια από την Διεθνή Οργάνωση Εργασίας και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. ... • Εγγυάται τη διαβίωση των συνταξιούχων με αξιοπρέπεια και διατηρεί, στο βαθμό του δυνατού, την εγγύτητα με το κεκτημένο κατά τον εργασιακό βίο επίπεδο ζωής. Το Σύνταγμα (άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος) όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία (ΣτΕ 2287-2290/2015 Ολομ.), εγγυάται τη διαβίωση του συνταξιούχου με αξιοπρέπεια, ανεξάρτητα από δημοσιονομικές προτεραιότητες και σκοπιμότητες. Βάσει των ειδικών μελετών που έχουν ήδη καταρτισθεί, σύμφωνα με τα κριτήρια της νομολογίας και θα κατατεθούν στη Βουλή κατά τη ψήφιση του νόμου, ορίζονται τα ποσοστά αναπλήρωσης των συντάξεων που επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της χώρας, χωρίς οριζόντιες περικοπές, που υποσκάπτουν την ασφαλιστική συνείδηση, δημιουργούν κίνητρο για εισφοροδιαφυγή και για πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στο ασφαλιστικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό γίνεται ανακαθορισμός, κατʼ επιταγή των αρχών της συμμετοχικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης των γενεών, των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων με αναφορά στο νέο, ενιαίο τρόπο υπολογισμού της κύριας και επικουρικής σύνταξης για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους. Παράλληλα όμως εξασφαλίζεται πλήρης προστασία των κυρίων συντάξεων, με πρόβλεψη προσωπικής διαφοράς, και προστασία του συντριπτικά μεγαλύτερου πληθυσμού των επικουρικών συνταξιούχων...». Σε σχέση, εξ άλλου, με τα κατʼ ιδίαν άρθρα του νόμου στην αιτιολογική έκθεση αναφέρονται τα εξής: Ως προς το άρθρο 2 « ..... το μεν τμήμα της Εθνικής Σύνταξης αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς εγγυάται ένα κατώτατο ποσό σύνταξης που δεν εξαρτάται από την καταβολή εισφορών ούτε από το ύψος των αποδοχών ή του εισοδήματος του ασφαλισμένου. ... Από την άλλη, η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται βάσει των αποδοχών επί των οποίων καταβλήθηκαν εισφορές και των ποσοστών αναπλήρωσης που προβλέπονται στον παρόντα νόμο. Η ανταποδοτική σύνταξη στηρίζεται στην αρχή της ανταποδοτικότητας και αποτελεί το σύνδεσμο μεταξύ συνταξιοδοτικής παροχής, εισφορών και εισοδήματος. Παράλληλα, σύμφωνα με την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, το αναλογικό μέρος της σύνταξης χρηματοδοτείται από τις τρέχουσες εισφορές των ασφαλισμένων..... το κράτος, πέραν της υποχρέωσης κάλυψης της δαπάνης της εθνικής σύνταξης από τη φορολογία, έχει πλήρη εγγυητική υποχρέωση για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών και για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των ταμείων, κατά τα οριζόμενα και στο άρθρο 22 παράγραφος 5 του Συντάγματος. Η εγγυητική ευθύνη του κράτους δεν περιορίζεται στη ρυθμιστική υποχρέωση του για την κανονιστική ρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος με τρόπο τέτοιο που να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του, αλλά και για την κάλυψη τυχόν ελλειμμάτων που παρόλα αυτά θα προκύψουν στον ΕΦΚΑ.». Ως προς το άρθρο 7 «Με τις διατάξεις του άρθρου 7 καθιερώνεται η Εθνική Σύνταξη, η οποία αποτελεί νέο θεσμό, η λειτουργία του οποίου είναι αφενός αναδιανεμητική, εξασφαλίζοντας υψηλότερες συντάξιμες αποδοχές από όσες θα δικαιολογούσε η αυστηρή ανταποδοτικότητα σε όσους έχουν χαμηλότερα εισοδήματα ή λίγα χρόνια ασφάλισης και αφετέρου εγγυητική, εξασφαλίζοντας για όλους προστασία από την φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Η Εθνική Σύνταξη καταβάλλεται, υπό την προϋπόθεση θεμελίωσης δικαιώματος σύνταξης εξ ιδίου δικαιώματος ή ανικανότητας ή κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. ... Για την πρώτη εφαρμογή του νόμου, το ποσό της εθνικής σύνταξης ορίζεται στα τριακόσια ογδόντα τέσσερα (384) ευρώ μηνιαίως και καταβάλλεται εις ολόκληρον εφόσον έχουν συμπληρωθεί είκοσι (20) έτη ασφάλισης. Το ως άνω ποσό δεν υπολείπεται του ορίου της φτώχειας, ήτοι του 60% του διάμεσου εισοδήματος. ...». Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 8 η αιτιολογική έκθεση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι « ... Το ποσό του αναλογικού μέρους της σύνταξης υπολογίζεται βάσει των συντάξιμων αποδοχών και του χρόνου ασφάλισης του ασφαλισμένου, ....., καθώς και βάσει των ποσοστών αναπλήρωσης του πίνακα της παραγράφου 4. .... Η προοδευτική αύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης ανά κλίμακα ετών ασφάλισης ανταμείβει τους ασφαλισμένους με μεγαλύτερο εργασιακό βίο και αντίστοιχη συνεισφορά στα ασφαλιστικά ταμεία και, συνακόλουθα, παρέχει κίνητρα για παραμονή στην εργασία. Ταυτόχρονα, λαμβάνοντας υπόψη και περιπτώσεις ασφαλισμένων, οι οποίοι, λόγω της υψηλής ανεργίας, έχουν διακοπτόμενο εργασιακό βίο, η διαφορά στα ποσοστά αναπλήρωσης ανά κλίμακα ετών ασφάλισης δεν είναι δυσανάλογα μεγάλη. .... Τα ποσοστά αναπλήρωσης του άρθρου ορίσθηκαν στο ανώτατο επιτρεπόμενο όριο που επιτρέπει η κατάσταση της εθνικής οικονομίας, βάσει των αναλογιστικών μελετών-προβολών της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και των προαναφερθεισών ειδικών οικονομικών μελετών. Εξασφαλίζουν μεγαλύτερη αναπλήρωση εισοδήματος στις χαμηλότερες οικονομικά κατηγορίες εργαζομένων, κατʼ εφαρμογή της ρήτρας κοινωνικής αλληλεγγύης του άρθρου 25 του Συντάγματος. ’λλωστε, κατά την πάγια εθνική και ευρωπαϊκή νομολογία, κρίνεται σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας η αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των συνταξιοδοτικών παροχών, με συντελεστές που καταλήγουν σε μικρότερες συντάξεις, ιδίως για κατηγορίες συνταξιούχων που είχαν πολύ υψηλά ποσοστά αναπλήρωσης, όταν τείνουν στον εν γένει εξορθολογισμό της κοινωνικής ασφάλισης. ...». Τέλος, ως προς το άρθρο 14 αναφέρονται τα εξής «Με βάση το άρθρο 14, επανυπολογίζονται οι συντάξεις που ήδη καταβάλλονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Περαιτέρω, ρητώς προστατεύονται οι ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις. Ειδικότερα, η επέμβαση στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις αποτελεί θεσμό διαχρονικού δικαίου. Εντούτοις, ο νομοθέτης επιλέγει να εισάγει μία ευνοϊκή μεταχείριση για τους ήδη συνταξιούχους προβλέποντας ρητά ότι μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής οι συντάξεις συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την 31.12.2014, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις, ... Με τον τρόπο αυτό, επιλέγεται να διατηρηθούν τα ποσά των καταβαλλόμενων συντάξεων στα όρια που προδιαγράφονται με βάση τον ως άνω τρόπο υπολογισμού. Ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη πρόβλεψη στοχεύει στο σεβασμό της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως αυτή προστατεύεται, τόσο σε εθνικό επίπεδο, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην περίπτωση που το ποσό της σύνταξης, όπως επανυπολογίζεται, είναι μεγαλύτερο από το ήδη καταβαλλόμενο, η διαφορά καταβάλλεται σταδιακά, σε βάθος πενταετίας. Τέλος, ο προβλεπόμενος ειδικός νόμος αποσκοπεί στον ανακαθορισμό συντάξεων, με στόχο τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Για το λόγο αυτό, ορίζεται ότι το ύψος των ανωτέρω δαπανών για την εθνική, την αναλογική και την επικουρική σύνταξη, προβαλλόμενο έως το έτος 2060, δεν πρέπει να υπερβαίνει το περιθώριο αύξησης των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, με έτος αναφοράς το 2009».

17. Επειδή, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 4387/2016, την αιτιολογική έκθεση που τον συνοδεύει και τις λοιπές προπαρασκευαστικές εργασίες θεσπίσεώς του (βλ. και Πρακτ. Συζητ. Βουλής και Πρακτ. Συνεδρ. των Διαρκών Επιτροπών Οικονομικών Υποθέσεων και Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής) προκύπτουν τα εξής: Με το σύστημα ρυθμίσεων του νόμου αυτού επιχειρείται μείζων μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στο πλαίσιο των δεσμεύσεων που ανέλαβε η Ελληνική Κυβέρνηση με την υπογραφή της συμφωνίας χρηματοδότησης του Ελληνικού Κράτους από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (άρθρο 3Γ του ν. 4336/2015) προς αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας της χώρας και, ειδικότερα, προς αντιμετώπιση της αδυναμίας περιορισμού των συσσωρευμένων υψηλών ελλειμμάτων των ασφαλιστικών ταμείων. Η μεταρρύθμιση συνίσταται στη λήψη μέτρων για την, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, η οποία απειλείται εξαιτίας της ανάγκης συνεχούς κάλυψης από τον κρατικό προϋπολογισμό των διαρκώς παραγόμενων ελλειμμάτων των ασφαλιστικών φορέων, με όλες τις εντεύθεν δυσμενείς επιπτώσεις στην ισόρροπη κατανομή των περιορισμένων, λόγω της διόγκωσης του δημοσίου χρέους, κρατικών πόρων και στην προσπάθεια ανάκαμψης της εθνικής οικονομίας. Ειδικότερα, με την θέσπιση του νέου ασφαλιστικού συστήματος του ν. 4387/2016, το οποίο αποτελεί πυλώνα του νέου εθνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλειας που καθιερώνεται με το άρθρο 1 του νόμου αυτού, ο νομοθέτης αποβλέπει, αφʼ ενός μεν, στον περιορισμό της καταβαλλόμενης από το κράτος συνταξιοδοτικής δαπάνης (ανερχομένης σε ποσοστό άνω του 9% του ΑΕΠ, το οποίο υπερβαίνει το 35% των ετησίως εισπραττομένων φορολογικών εσόδων σύμφωνα με το οικ. .../4.5.2016 ενημερωτικό σημείωμα της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, σελ. 16,17) και την, μέσω αυτού, προοδευτική αποκατάσταση της ισορροπίας του κρατικού προϋπολογισμού (αποδέσμευση πόρων προς πραγματοποίηση και των λοιπών κρατικών σκοπών και δημιουργία αναπτυξιακών προϋποθέσεων προς αντιμετώπιση της κρίσεως) και, αφʼ ετέρου, στη δίκαιη κατανομή των πεπερασμένων κρατικών πόρων με σκοπό την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την εξασφάλιση επαρκούς σύνταξης για τις επισφαλείς κοινωνικά ομάδες. Οι σκοποί αυτοί, οι οποίοι συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και ανάγονται σε ανέλεγκτες δικαστικά πολιτικές εκτιμήσεις και επιλογές, επιτυγχάνονται, κατά την κρίση του νομοθέτη, μέσω των διατάξεων που συνθέτουν τον πυρήνα της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, ο οποίος συνίσταται στην εγκατάλειψη του μέχρι σήμερα κρατούντος στην Ελλάδα συστήματος κοινωνικής ασφάλισης σε περισσότερους του ενός φορείς, για τους οποίους ίσχυαν διαφορετικές προϋποθέσεις υπαγωγής στην ασφάλιση και θεμελίωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, και στην υιοθέτηση ενιαίων κανόνων για όλους τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους. Οι ενιαίοι αυτοί κανόνες που εφαρμόζονται για όλους, παλαιούς και νέους συνταξιούχους, εργαζόμενους στον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα, μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους, αφορούν σε ζητήματα τόσο οργανωτικά, με κυριότερο τη δημιουργία ενός φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης για όλους τους ασφαλισμένους (Ε.Φ.Κ.Α.), στον οποίο εντάσσονται όλοι οι υφιστάμενοι αντίστοιχοι φορείς κοινωνικής ασφάλισης, όσο και ουσιαστικά, με κυριότερο τον ενιαίο τρόπο υπολογισμού των εισφορών και των παροχών, μέσω της θέσπισης του ανταποδοτικού μέρους της σύνταξης, το οποίο είναι ανεξάρτητο από την εθνική σύνταξη, αθροίζεται με αυτήν και συνδέεται με τις καταβληθείσες εισφορές, καθόσον, ως ενιαία βάση υπολογισμού του, καθιερώνεται το εισόδημα των ασφαλισμένων από την ασφαλιστέα δραστηριότητα καθʼ όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Με τις ανωτέρω διαρθρωτικές και τις λοιπές δημοσιονομικές ρυθμίσεις του ν. 4387/2016 ο νομοθέτης επιδιώκει τη διατήρηση σταθερής, έως το έτος 2060, της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης, σε εναρμόνιση με τον μακροπρόθεσμο κοινό ευρωπαϊκό στόχο της εξασφάλισης της βιωσιμότητας των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, και, συγκεκριμένα, την παγίωσή της σε ποσοστό του ΑΕΠ του έτους 2009 και, περαιτέρω, τη δυνατότητα αύξησής της έως το έτος 2060 μόλις κατά 2,5% του ΑΕΠ του ίδιου έτους (άρθρο 14 παρ. 4 ν. 4387/2016).

18. Επειδή, ειδικότερα, όσον αφορά τις συντάξεις, με τον ν. 4387/2016 μεταβλήθηκε εκ βάθρων το σύστημα υπολογισμού και αναπροσαρμογής των συντάξεων των ασφαλισμένων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, μισθωτών και αυτοαπασχολουμένων, περιλαμβανομένων και όσων ελάμβαναν ήδη σύνταξη πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου. Σύμφωνα με το νέο σύστημα, η ασφαλιστική παροχή (κύρια σύνταξη) για όλους τους ασφαλισμένους του νέου φορέα, μισθωτούς και μη, προκύπτει από το άθροισμα εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης, η πρώτη των οποίων χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό και η δεύτερη, κατʼ αρχήν, από τις ασφαλιστικές εισφορές. Ειδικότερα, η εθνική σύνταξη καθορίζεται, κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου, στο ποσό των 384 ευρώ υπό την προϋπόθεση της πραγματοποιήσεως χρόνου ασφάλισης τουλάχιστον 20 ετών (ή ακόμη και 15 ετών, οπότε παρέχεται μειούμενη κατά 2% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των 20 ετών) και καταβάλλεται χωρίς εισοδηματικά κριτήρια, για την καταβολή της δε απαιτείται η θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η ανταποδοτική σύνταξη προκύπτει από τις συντάξιμες αποδοχές, το χρόνο ασφάλισης και τα οριζόμενα στο νόμο κατʼ έτος ποσοστά αναπλήρωσης, κοινά για κάθε κατηγορία ασφαλισμένων. Για τους μισθωτούς ασφαλισμένους, συντάξιμες αποδοχές είναι ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου, δηλαδή το πηλίκον της διαιρέσεως του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών δια του συνολικού χρόνου ασφαλίσεώς του, ως σύνολο δε μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές, καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Για τους αυτοαπασχολούμενους, τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αγρότες, ως συντάξιμες αποδοχές νοείται το εισόδημα το οποίο υπόκειται σε εισφορές καθʼ όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού βίου. Υπό το καθεστώς του νέου νόμου, η αναπροσαρμογή των συντάξεων καθορίζεται ανάλογα με την εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και των ετήσιων μεταβολών του δείκτη τιμών καταναλωτή. Εκτός από τη μεταβολή του συστήματος αυτού, που αφορά τον υπολογισμό των μελλοντικών συντάξεων και οδηγεί σε μείωση των εφεξής καταβαλλομένων συντάξεων σε σχέση με το προϊσχύον σύστημα, προβλέφθηκε επανυπολογισμός των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων, των συντάξεων, δηλαδή, που καταβάλλονταν σε συνταξιούχους που είχαν αποχωρήσει από την υπηρεσία τους πριν από τη δημοσίευση του ν. 4387/2016. Οι χορηγούμενες στους παλαιούς αυτούς συνταξιούχους συντάξεις διαμορφώνονται υπό την ισχύ του ν. 4387/2016 και αποτελούνται πλέον και αυτές από το τμήμα της εθνικής και το τμήμα της ανταποδοτικής σύνταξης. Η τελευταία υπολογίζεται επί τη βάσει του συντάξιμου μισθού επί του οποίου κανονίσθηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη και επί του οποίου εφαρμόζονται τα ποσοστά αναπλήρωσης του άρθρου 8 του ν. 4387/2016 αναλόγως των ετών ασφάλισης βάσει των οποίων κανονίσθηκε η επανυπολογισθείσα σύνταξη. Για την αντιμετώπιση, εξάλλου, των αυξομειώσεων που ανακύπτουν, λόγω του ανακαθορισμού των συντάξεων σε σχέση με τις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, προβλέπεται για μεν την περίπτωση της αυξήσεως η τμηματική καταβολή της στο μέλλον (εντός πέντε ετών από την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής αναπροσαρμογής), για δε την περίπτωση της μειώσεως η διατήρηση, υπό μορφή προσωπικής διαφοράς, της παλαιάς συντάξεως μέχρι 31.12.2018 (οπότε ολοκληρώνεται, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής). [Εξάλλου, για το μεταγενέστερο της μεταβατικής αυτής περιόδου χρονικό διάστημα - από 1.1.2019 και εφεξής - ο νομοθέτης προέβλεψε τη δυνατότητα διατηρήσεως, ως προσωπικής διαφοράς, τμήματος της παλαιάς συντάξεως. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι, αν το καταβαλλόμενο, από 1.1.2019, ποσό συντάξεως είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον επανυπολογισμό του, το υπερβάλλον ποσό περικόπτεται, η περικοπή, εντούτοις, αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 18% της καταβαλλόμενης, κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016, κύριας σύνταξης του δικαιούχου. Στην περίπτωση, εξάλλου, αυτή, το τυχόν επιπλέον ποσό εξακολουθεί να καταβάλλεται στον δικαιούχο, ως προσωπική διαφορά, συμψηφιζόμενο κατʼ έτος και μέχρι την πλήρη εξάλειψή του, με την μελλοντική αναπροσαρμογή των συντάξεων βάσει των πάγιων ρυθμίσεων του νέου νόμου (άρθρα 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 του ν. 4472/2017)]. Με τις ανωτέρω ρυθμίσεις, ο νομοθέτης, προκειμένου να επιτύχει, εν μέσω της παρατεινόμενης οικονομικής κρίσης και υπό συνθήκες έντονων δημοσιονομικών πιέσεων, τον στόχο της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος - βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα - αλλά και να διασφαλίσει την ευχερή παρακολούθηση του στόχου αύξησης της συνταξιοδοτικής δαπάνης το πολύ κατά 2,5% του ΑΕΠ του έτους 2009 μέχρι το έτος 2060, προκρίνει, κατʼ εφαρμογή των αρχών της διαγενεακής ισότητας και αλληλεγγύης, την άμεση εφαρμογή των νέων, ενιαίων κανόνων υπολογισμού των συντάξεων τόσο στους εξερχόμενους από την αγορά εργασίας μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 όσο και στους ήδη συνταξιούχους μέσω του επανυπολογισμού των συντάξεών τους. Σε σχέση με τους τελευταίους, με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016 και της ήδη προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής αποφάσεως, ως βάση για τον επανυπολογισμό των κύριων συντάξεων, λαμβάνεται το ύψος των συντάξεων όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί κατά την 31.12.2014, με τις επελθούσες δηλαδή περικοπές των ν. 4051/2012 και 4093/2012. Ο επανυπολογισμός, επομένως, των κύριων συντάξεων των παλαιών συνταξιούχων δεν αποβλέπει σε άμεσα δημοσιονομικά οφέλη, καθόσον διατηρείται, κατʼ αρχήν, ως προσωπική διαφορά, το ποσό της καταβαλλόμενης κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 σύνταξης που υπερβαίνει το συνολικό ποσό της επανυπολογισθείσας, αλλά μόνο σε έμμεσα, μέσω της κατʼ ουσίαν διατήρησης των περικοπών των ανωτέρω ν. 4051/2012 και 4093/2012, οι οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τις ρυθμίσεις αυτές ο νομοθέτης επιρρίπτει το βάρος του στόχου εξασφάλισης της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος όχι μόνον στους ασφαλισμένους και στους νέους συνταξιούχους, αλλά και στους παλαιούς συνταξιούχους, μειώνοντας την προσωπική διαφορά, μέσω της κατά τα ανωτέρω επιλογής, ως βάσης επανυπολογισμού, της σύνταξης όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στις 31.12.2014, και επιφέροντας με τον τρόπο αυτό - ουσιαστικά - νέες περικοπές στις συγκεκριμένες συντάξεις, αντίστοιχες σε ύψος προς εκείνες που είχαν επέλθει με τους ν. 4051/2012 και 4093/2012 και είχαν κριθεί, κατά τα ανωτέρω, αντισυνταγματικές, υλοποιώντας παράλληλα τη δέσμευση που η Ελληνική Κυβέρνηση ανέλαβε στο πλαίσιο του Μνημονίου του ΕΜΣ για υιοθέτηση πολιτικών -και όχι απλώς μέτρων- που αντισταθμίζουν τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των ως άνω αποφάσεων. Ενόψει των ανωτέρω, αλλά και των αιτίων που αναφέρονται, κατά τα προεκτιθέμενα, στην αιτιολογική έκθεση του νόμου και θέτουν σε διακινδύνευση τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος (σοβαρή και διαρκής επιδείνωση της αναλογίας εργαζομένων / συνταξιούχων λόγω του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της χώρας, διαρκής μείωση των θέσεων απασχόλησης και αύξηση των θέσεων μερικής απασχόλησης λόγω της υψηλής ανεργίας, δραστική μείωση των αποδοχών, υφιστάμενες παθογένειες του συστήματος κλπ), αιτιολογείται κατʼ αρχήν εν προκειμένω, τόσο, γενικώς, η ανάγκη μεταρρυθμίσεως του υφισταμένου ασφαλιστικού συστήματος, η οποία δεν κωλύεται από την υποχρέωση συμμόρφωσης στις προαναφερόμενες 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όσο και, ειδικώς, ο επανυπολογισμός των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων, ώστε να επωμισθούν και αυτοί και όχι μόνον οι νέοι συνταξιούχοι και οι νυν ασφαλισμένοι (με την αύξηση των εισφορών και την μείωση των μελλοντικών συντάξεων, λόγω τροποποίησης των συνταξιοδοτικών προϋποθέσεων) το βάρος της επιχειρούμενης μεταρρύθμισης, για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και διαγενεακής ισότητας και αλληλεγγύης∙ δεδομένου ότι και αυτοί ωφελούνται εξ ίσου από την επιδιωκόμενη, με την επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση, διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, τη διατήρηση δηλαδή της ικανότητάς του να χορηγεί συντάξεις στους υφιστάμενους και στους μελλοντικούς συνταξιούχους. Εξάλλου, όπως έχει εκτεθεί (σκέψη 10), με τις ανωτέρω αποφάσεις της Ολομελείας του, το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση περί αντισυνταγματικότητας των περικοπών των ν. 4052/2012 και 4093/2012 για το λόγο ότι, ελλείψει εμπεριστατωμένης μελέτης με το ειδικότερο περιεχόμενο που αναλυτικώς εκτίθεται στις αποφάσεις αυτές, δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθεί από το Δικαστήριο αν οι μειώσεις που επιβλήθηκαν με τις περικοπές αυτές στις συντάξεις ήταν σύμφωνες με τις συνταγματικές αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης, της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας. Δεν κρίθηκε, επομένως, με τις αποφάσεις αυτές ότι οι επιβληθείσες μειώσεις υπερέβαιναν τα όρια που θέτουν οι εν λόγω συνταγματικές αρχές. Συνεπώς, δεν εκωλύετο ο νομοθέτης από τις εν λόγω αποφάσεις να προβεί σε νέες ρυθμίσεις ως προς το ύψος των συντάξεων ή ακόμη και να επαναθεσπίσει τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές, εφόσον ελάμβανε υπόψη τα κριτήρια και ικανοποιούσε τις απαιτήσεις που έθεσε με τις ανωτέρω αποφάσεις του το Δικαστήριο κατόπιν ερμηνείας των μνημονευθεισών συνταγματικών διατάξεων, είτε, ακόμη, διατηρώντας τη σχετική προς τούτο ευχέρειά του, να προβεί στη θέσπιση νέου ασφαλιστικού συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου, εφόσον επέλεγε να υιοθετήσει εκ νέου τις ανωτέρω κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξεων κατά τον επανυπολογισμό των συντάξεων των παλαιών συνταξιούχων, όπως και έπραξε, υπεχρεούτο να αιτιολογήσει ειδικώς τον λόγο για τον οποίο ήταν τούτο αναγκαίο ενόψει της επιχειρούμενης συνολικής μεταρρύθμισης του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως. Εν προκειμένω δε, η επίμαχη ρύθμιση - η επιλογή δηλαδή από το νομοθέτη, ως βάσης επανυπολογισμού των συντάξεων των παλαιών συνταξιούχων όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί με τις κατά τα ανωτέρω κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές - η οποία δεν παρίσταται μεμονωμένη, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλέγμα μέτρων του νέου ριζικώς αναμορφωμένου ασφαλιστικού συστήματος του ν. 4387/2016, με τα οποία δεν επέρχονται απλώς οριζόντιες περικοπές προς εξυπηρέτηση αμιγώς δημοσιονομικών στόχων, όπως με τους προηγούμενους νόμους (βλ. σκέψη 9), αλλά θεσπίζονται διαρθρωτικές αλλαγές του συστήματος [ενιαίος φορέας κοινωνικής ασφάλισης, ενιαίοι κανόνες εισφορών και παροχών, επανυπολογισμός των ήδη απονεμηθεισών συντάξεων βάσει ενιαίων κανόνων για το σύνολο των συνταξιούχων, ειδική πρόνοια για την προστασία των ήδη συνταξιούχων μέσω του θεσμού της διατήρησης της προσωπικής διαφοράς κλπ] προς επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού διασφάλισης της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, αιτιολογείται επαρκώς λόγω της συμβολής της εν λόγω ρύθμισης στην πραγματοποίηση του σκοπού αυτού και ενόψει των ανωτέρω δημοσιονομικών και νομικών συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκε. Καθόσον, πέραν των όσων εκτέθηκαν σχετικώς με την αιτιολόγηση της ρύθμισης αυτής από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης των γενεών, η εν λόγω ρύθμιση συμβάλλει σημαντικά στη βελτίωση -βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα- των οικονομικών του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και στην επίτευξη του μακροπρόθεσμου στόχου διατήρησης σταθερής της συνταξιοδοτικής δαπάνης, όπως τούτο προκύπτει από το οικ. .../4.5.2016 ενημερωτικό σημείωμα της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης προς τον αρμόδιο Υπουργό Εργασίας, (με θέμα «Αποτίμηση επιπτώσεων της προτεινόμενης ασφαλιστικής μεταρρύθμισης»), στο οποίο, υπό τον τίτλο «Εξέλιξη συνταξιοδοτικής δαπάνης (κύριων και επικουρικών συντάξεων)», αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Σύμφωνα με τα στοιχεία εξέλιξης της συνταξιοδοτικής δαπάνης, διαπιστώνεται σημαντική μείωση σε απόλυτα μεγέθη, τα έτη 2010 και 2013, λόγω της εφαρμογής των διαδοχικών νόμων περιορισμού της (Ν. 4024/11, Ν. 4051/12, Ν. 4093/2012), ενώ ως % του ΑΕΠ παρατηρείται αύξηση, η οποία οφείλεται στη σημαντική μείωση του ΑΕΠ την ίδια περίοδο. Οι προβολές του βασικού σεναρίου έως το 2019 (πριν δηλαδή τη σύνταξη του σχεδίου νόμου για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση), παρουσιάζουν τη σταδιακή αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης σε απόλυτα μεγέθη (32,06 δις το 2019) για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων, αύξηση της μέσης σύνταξης των νέων συνταξιούχων). Στο βασικό αυτό σενάριο το ύψος της συνταξιοδοτικής δαπάνης το έτος 2019 αντιστοιχεί στο 16,3% του ΑΕΠ (το υψηλό ποσοστό οφείλεται στο μειωμένο κατά 17% ΑΕΠ 2019 έναντι του ΑΕΠ 2009). Επισημαίνεται ότι στις προβολές αυτές έχει συμπεριληφθεί η δημοσιονομική επίπτωση των νόμων 4051/2012 και 4093/2012, η οποία αντιστοιχεί σε εξοικονόμηση της τάξης του 2% του ΑΕΠ. Αν εξαιρεθεί η δημοσιονομική επίπτωση των προαναφερθέντων νόμων, η συνταξιοδοτική δαπάνη το έτος 2019 θα φθάσει το 18,5% του ΑΕΠ (ποσοστό εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με τους αντίστοιχους μέσους Ευρωπαϊκούς Δείκτες)». Ενόψει δε του ότι, αναγκαίως, χωρίς τη θέσπιση της επίμαχης ρύθμισης, η εν λόγω δαπάνη, θα επιβαρυνθεί αναλόγως και κατά τα επόμενα έτη, η δημοσιονομική επίπτωση της ρύθμισης αυτής στο ύψος της συνταξιοδοτικής δαπάνης είναι σημαντική. Επομένως, εκτιμωμένου και του συνολικού δημοσιονομικού οφέλους της και της ουσιαστικής συνεισφοράς της στη συγκράτηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και, κατʼ επέκταση, στην επίτευξη - βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα - του επιδιωκόμενου στόχου της διατήρησης της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, η εν λόγω ρύθμιση, τελούσα σε άμεση συνάφεια προς τον σκοπό του νομοθέτη και ενόψει του γενικότερου κανονιστικού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, παρίσταται επαρκώς δικαιολογημένη∙ δεδομένου, μάλιστα, ότι ο διακηρυσσόμενος από τον νομοθέτη σκοπός της περιστολής των δημοσιονομικών, εν γένει, και των συνταξιοδοτικών, ειδικότερα, δαπανών προς το σκοπό της διασφαλίσεως της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος και της συνεχίσεως της καταβολής ασφαλιστικών παροχών, προς όφελος όλων των συνταξιούχων, παλαιών και νέων, δεν εξυπηρετεί απλώς το δημοσιονομικό συμφέρον του Δημοσίου, αλλά αποτελεί πράγματι σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ο οποίος μπορεί να δικαιολογήσει, κατʼ αρχήν, τη λήψη των ανωτέρω μέτρων περικοπής των καταβαλλόμενων συντάξεων των παλαιών συνταξιούχων, τα οποία αποβλέπουν στον εξορθολογισμό των συνταξιοδοτικών παροχών προς όλους τους συνταξιούχους, παλαιούς και νέους, κατʼ εφαρμογή της αρχής της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αξίωσης του νομοθέτη για την εκπλήρωση από όλους του χρέους εθνικής και κοινωνικής αλληλεγγύης. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα τα προβαλλόμενα ότι, κατά τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016 και της πρώτης προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο νομοθέτης διατήρησε τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξεων που επιβλήθηκαν με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012 (με τις 2287, 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας), χωρίς να αιτιολογήσει τη σχετική επιλογή του, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η εν λόγω επιλογή αιτιολογείται επαρκώς στο πλαίσιο της επιχειρούμενης από αυτόν ασφαλιστικής μεταρρύθμισης. Τέλος, τα προβαλλόμενα ότι οι διατάξεις των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016, κατʼ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 26083/887/7.6.2016 κοινή υπουργική απόφαση «Αναπροσαρμογή κύριων συντάξεων – Προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων», έχουν θεσπιστεί κατά παράβαση του δεδικασμένου που απορρέει από τις 2287-2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενόψει του ότι με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες επαναλαμβάνονται στο άρθρο 3 της προσβαλλόμενης κ.υ.α, ως βάση για τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων λαμβάνεται υπόψη το ύψος αυτών, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τις εισαχθείσες με τις διατάξεις των ν. 4051/ 2012 και 4093/2012 περικοπές, οι οποίες κρίθηκαν, όμως, με τις ως άνω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αντισυνταγματικές, είναι εν πάση περιπτώσει, απορριπτέα ως αβάσιμα. Και τούτο διότι, η ύπαρξη δεδικασμένου προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ταυτότητα διαδίκων (βλ. άρθρο 197 παρ. 3 Κ.Δ.Δ., πρβλ. άρθρο 50 παρ. 5 π.δ. 18/1989), προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ούτε, άλλωστε, ισχυρίζονται οι αιτούντες ότι είχαν την ιδιότητα του διαδίκου στις δίκες επί των οποίων εκδόθηκαν οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις.

19. Επειδή, μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Ν. Σακελλαρίου, οι Αντιπρόεδροι Ειρ. Σάρπ, Ι. Γράβαρης και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου (ήδη Αντιπρόεδρος κατά το χρόνο των διασκέψεων), Αικ. Χριστοφορίδου, Γ. Ποταμιάς, Ε. Αντωνόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Ε. Παπαδημητρίου και Μ. Σωτηροπούλου με την άποψη των οποίων συνετάχθησαν και οι Πάρεδροι Α. Σκούφαλος και Σ. Παπακωνσταντίνου. Σύμφωνα με την άποψη της μειοψηφίας, ναι μεν στο πλαίσιο νέου ασφαλιστικού συστήματος ο νομοθέτης μπορεί να προβεί και σε επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων συντάξεων προκειμένου να επιτύχει θέσπιση ενιαίων κανόνων για παλαιούς και νέους συνταξιούχους στο όνομα των αρχών της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης των γενεών, του εξορθολογισμού και της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Όταν όμως το νέο ασφαλιστικό σύστημα, προκειμένου να καθορίσει τις καταβλητέες στο μέλλον συντάξεις στους ήδη κατά την έναρξη, της ισχύος του συνταξιούχους, λαμβάνει, στο πλαίσιο επανυπολογισμού τους, ως αφετηρία, στο πλαίσιο επανυπολογισμού τους, το ύψος των συντάξεων, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά από τις περικοπές, οι οποίες είχαν θεσπισθεί με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012 και είχαν κριθεί ως αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, για το λόγο ότι, καίτοι είχαν επιβληθεί σε συνέχεια αλλεπάλληλων διαδοχικών προηγούμενων περικοπών, οι οποίες είχαν κριθεί συνταγματικώς ανεκτές για την αντιμετώπιση της εξαιρετικής οικονομικής συγκυρίας, και είχε παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως, οι σχετικές διατάξεις που τις προέβλεπαν δεν συνοδεύονταν από την ειδική επιστημονική μελέτη που περιγράφεται στις εν λόγω αποφάσεις που να δικαιολογεί την αναγκαιότητά τους, ο νομοθέτης οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική επιλογή του, παραθέτοντας τα ειδικότερα εκείνα δεδομένα από τα οποία να προκύπτει ότι χωρίς τη διατήρηση των ως άνω αντισυνταγματικών περικοπών το ασφαλιστικό σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Η αιτιολογία αυτή είναι κατά μείζονα λόγο αναγκαία ενόψει του ότι, ανεξαρτήτως των κριθέντων με τις ανωτέρω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην αιτιολογική έκθεση του ίδιου του ν. 4387/2016 επισημαίνονται οι δυσμενείς συνέπειες που επέφεραν στο ασφαλιστικό σύστημα τα μέτρα που είχαν ληφθεί με βάση τους προγενέστερους νόμους, μεταξύ των οποίων προφανώς περιλαμβάνονται και οι θεσπισθείσες με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012 περικοπές. Ειδικότερα, όπως εξετέθη ανωτέρω στη σκέψη 16, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4387/2016 αναφέρονται τα εξής: «Τα μέτρα που ελήφθησαν έως σήμερα κατά την διάρκεια της κρίσης επιδείνωσαν αντί να θεραπεύσουν τις δομικές … αδυναμίες [του ασφαλιστικού συστήματος]. Οι σημαντικές περικοπές των συντάξεων αλλοίωσαν σημαντικά την αναλογική (ανταποδοτική) τους πλευρά. Οι περικοπές, περαιτέρω, υπονόμευσαν την αξιοπιστία των υποσχέσεων του συστήματος. Το μέσο εισόδημα από συντάξεις μειώθηκε από 1200 Ευρώ περίπου το 2010 σε 833 ευρώ περίπου σήμερα. Στην ουσία, έχει τεθεί σε λειτουργία μια διαδικασία συνεχούς απαξίωσης, όπου δημοσιονομικά θέματα οδηγούν σε προσαρμογές συντάξεων που υποτιμούν ακόμη περισσότερο το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών, οδηγώντας σε τάσεις απεμπλοκής, κυρίως εκ μέρους των νεότερων». Εν προκειμένω, από τα κείμενα που επικαλείται η Διοίκηση για την τεκμηρίωση του ν. 4387/2016, η μόνη ειδική αναφορά στην ανάγκη υιοθετήσεως των κριθεισών ως αντισυνταγματικών περικοπών για να καθορισθεί το ύψος των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων κατά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 (παλαιών συνταξιούχων), που θα ληφθεί ως βάση για τον επανυπολογισμό αυτών με βάση τις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου, γίνεται στο ανωτέρω «ενημερωτικό σημείωμα» της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Συγκεκριμένα, στη σελίδα 9 του σημειώματος αυτού υπό τον τίτλο: “Εξέλιξη συνταξιοδοτικής δαπάνης (κύριων και επικουρικών συντάξεων)” αναφέρονται τα εξής: “Στο συνημμένο πίνακα 2, παρουσιάζεται η εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης κύριων και επικουρικών συντάξεων για την περίοδο 2009-2015 και οι αντίστοιχες προβολές του βασικού σεναρίου για την περίοδο 2016-2019, χωρίς τη δαπάνη για τις παροχές του ΕΚΑΣ. Σύμφωνα με τα στοιχεία εξέλιξης της συνταξιοδοτικής δαπάνης, διαπιστώνεται σημαντική μείωση σε απόλυτα μεγέθη, τα έτη 2010 και 2013, λόγω της εφαρμογής των διαδοχικών νόμων περιορισμού της (ν. 4024/2011, ν. 4051/2012, ν. 4093/2012), ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ παρατηρείται αύξηση, η οποία οφείλεται στη σημαντική μείωση του ΑΕΠ την ίδια περίοδο. Οι προβολές του βασικού σεναρίου έως το 2019 (πριν δηλαδή τη σύνταξη του σχεδίου νόμου για την ασφαλιστική μεταρρύθμιση), παρουσιάζουν τη σταδιακή αύξηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης σε απόλυτα μεγέθη (32,06 δις το 2019) για τους λόγους που προαναφέρθηκαν (αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων, αύξηση της μέσης σύνταξης των νέων συνταξιούχων). Στο βασικό αυτό σενάριο το ύψος της συνταξιοδοτικής δαπάνης το έτος 2019 αντιστοιχεί στο 16,3% του ΑΕΠ (το υψηλό ποσοστό οφείλεται στο μειωμένο κατά 17% ΑΕΠ 2019 έναντι του ΑΕΠ 2009). Επισημαίνεται ότι στις προβολές αυτές έχει συμπεριληφθεί η δημοσιονομική επίπτωση των ν. 4051/2012 και 4093/2012, η οποία αντιστοιχεί σε εξοικονόμηση της τάξης 2% του ΑΕΠ. Αν εξαιρεθεί η δημοσιονομική επίπτωση των προαναφερθέντων νόμων, η συνταξιοδοτική δαπάνη το έτος 2019 θα φθάσει το 18,5% του ΑΕΠ (ποσοστό εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με τους αντίστοιχους μέσους Ευρωπαϊκούς Δείκτες).” Ακολουθεί δε ο πίνακας 2 στη σελίδα 10 του ως άνω σημειώματος με την εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά τα έτη 2009-2019. Από το παρατεθέν ανωτέρω περιεχόμενο του προαναφερθέντος σημειώματος, το οποίο συνετάγη μετά την κατάθεση του σχεδίου του ν. 4387/2016 στη Βουλή, συνάγεται ότι μόνη αιτιολογία για την υιοθέτηση από το νέο ασφαλιστικό σύστημα ως αφετηρίας για τον υπολογισμό του ύψους των χορηγούμενων από αυτό παροχών στους ήδη συνταξιούχους των παροχών, κύριων και επικουρικών, όπως είχαν διαμορφωθεί ύστερα από την επιβολή των περικοπών που κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι ότι με τις εν λόγω περικοπές επέρχεται εξοικονόμηση της τάξεως του 2% του ΑΕΠ και ότι, αν δεν λαμβάνονταν υπόψη οι περικοπές αυτές, η συνταξιοδοτική δαπάνη θα έφθανε το έτος 2019 το 18,5% του ΑΕΠ. Από την αιτιολογία αυτή συνάγεται ότι η διατήρηση των επιβληθεισών με τους ν. 4051/2012 και 4093/2012 περικοπών αποσκοπούσε στην επίτευξη δημοσιονομικού και μόνον σκοπού - τη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστού του ΑΕΠ - και μάλιστα βραχυπροθέσμου έως και το έτος 2019 και δεν εντασσόταν στο πλαίσιο μέτρων προς εξασφάλιση της βιωσιμότητας του θεσπιζομένου με τον ν. 4387/2016 ασφαλιστικού συστήματος, η βιωσιμότητα του οποίου εξετάζεται ως προς τον φορέα κύριας ασφάλισης (ΕΦΚΑ) κατʼ αρχήν έως το έτος 2060, όπως προκύπτει από Απριλίου 2016 έγγραφο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κατά την μειοψηφούσα άποψη, ο προβαλλόμενος λόγος ότι εν προκειμένω, κατά τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλόμενων κύριων συντάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 33 του ν. 4387/2016 και της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο νομοθέτης διατήρησε τις κριθείσες ως αντισυνταγματικές (με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας) περικοπές των συντάξεων που επιβλήθηκαν με τους νόμους 4051/2012 και 4093/2012 χωρίς να αιτιολογήσει τη σχετική επιλογή του, θα έπρεπε να γίνει δεκτός.

20. Επειδή, μετά τη διάσκεψη της 11.5.2018, κατά την οποία λύθηκαν από την Ολομέλεια τα ανωτέρω νομικά ζητήματα και απερρίφθησαν οι ως άνω λόγοι ακυρώσεως, υπέβαλε παραίτηση από την υπηρεσία ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου που μετείχε στη σύνθεση. Κατόπιν της εν λόγω παραιτήσεως, η οποία συνιστά κώλυμα κατά την έννοια του άρθρου 26 του ν. 3719/2008 (Α΄ 214), την προεδρία της συνθέσεως, για τη συνέχιση της διασκέψεως, αναλαμβάνει η αρχαιότερη αντιπρόεδρος Ειρ. Σάρπ, επίσης μέλος της συνθέσεως, προς συμπλήρωση της οποίας λαμβάνει μέρος στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος ο Σύμβουλος Π. Χαμάκος, αναπληρωματικό μέχρι τότε μέλος αυτής (73Α/18.5.2018 πρακτικό διάσκεψης Ολομέλειας).

21. Επειδή, προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η κρατική χρηματοδότηση προς τον Ε.Φ.Κ.Α. περιορίζεται - με τις προπαρατεθείσες (σκέψη 13) διατάξεις των άρθρων 2, 1 παρ. 2 και 56 του ν. 4387/2016 μόνο στο τμήμα της εθνικής σύνταξης, η οποία αποτελεί μία προνοιακού τύπου παροχή μη συναρτώμενη ευθέως με την εργασία του ασφαλισμένου, και, περαιτέρω, ότι η χρηματοδότηση της ανταποδοτικής σύνταξης γίνεται μόνον από τις εισφορές των ασφαλισμένων και όχι και από κρατική χρηματοδότηση, κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει στο κράτος, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής καταβολής εισφορών για απονομή κύριας συντάξεως, την υποχρέωση να καλύπτει τα δημιουργούμενα ελλείμματα των ταμείων κύριας ασφάλισης. Ειδικότερα προβάλλεται ότι, όπως έχει κριθεί με τις 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η κρατική μέριμνα για την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση περιλαμβάνει και τη μέριμνα για την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου των ιδρυομένων από το κράτος οικείων δημοσίων ασφαλιστικών φορέων, δηλαδή τη μέριμνα για τη βιωσιμότητά τους χάριν και των επομένων γενεών, μέριμνα η οποία εκδηλώνεται, μεταξύ άλλων, και με την απʼ ευθείας συμμετοχή στην χρηματοδότηση των εν λόγω φορέων (εν προκειμένω του Ε.Φ.Κ.Α) μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και δεν μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο δεν αποδίδεται συγκεκριμένη πλημμέλεια στην πρώτη προσβαλλόμενη πράξη αλλά στις ανωτέρω διατάξεις του ν. 4387/2016, προβάλλεται παραδεκτώς, διότι τυχόν ανίσχυρο των θεσπιζομένων με τον εν λόγω νόμο ρυθμίσεων, στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, θα είχε ως συνέπεια την ακύρωση της πράξης αυτής, καθʼ όσον δεν νοείται ρύθμιση λεπτομερειών εφαρμογής νόμου που προσκρούει σε υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις (πρβλ. ΣτΕ 2151/2015 Ολομ., 1033/2015 επτ., 350/2011 επτ., 2470/2008 Ολομ. κ.α.). Περαιτέρω, όμως, ο λόγος αυτός ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι και υπό το καθεστώς ισχύος του ως άνω ν. 4387/2016 διατηρείται η υποχρέωση του κράτους για κάλυψη των ελλειμμάτων του Ε.Φ.Κ.Α. που ενδεχομένως θα προκύψουν από την καταβολή της ανταποδοτικής σύνταξης. Ειδικότερα, ο ν. 4387/2016 προβλέπει μεν την κατάργηση ειδικών διατάξεων σχετικών με την κρατική χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (άρθρο 2 παρ. 5 εδ. β), προβλέπει όμως ακόμη, πέραν της απευθείας χρηματοδότησης της εθνικής σύνταξης από τον κρατικό προϋπολογισμό (άρθρο 2 παρ. 2), και ότι το κράτος έχει «υποχρέωση για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλειας και για την απονομή των σχετικών παροχών σε όλους όσους πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις» (άρθρο 1 παρ. 2) καθώς και «πλήρη εγγυητική υποχρέωση για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών» (άρθρο 2 παρ. 5 εδ. α). Περαιτέρω, το άρθρο 56 του ν. 4387/2016, όπως, κατά τα ανωτέρω, ισχύει (σκέψη 13), μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 14 του ν. 4455/2017 (Α΄ 22), προβλέπει, μεταξύ των πόρων του Ε.Φ.Κ.Α., την «επιχορήγηση από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου 2» (βλ. περ. γ της παρ. 1 του άρθρου 56 του ν. 4387/2016, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 14 του ν. 4455/2017 και ισχύει από 1.1.2017). Η συμμετοχή, επομένως, του κράτους, πέραν από την κάλυψη της δαπάνης της εθνικής σύνταξης, και στην χρηματοδότηση του ανταποδοτικού τμήματος της κύριας σύνταξης για την κάλυψη των ελλειμμάτων του Ε.Φ.Κ.Α. υπό το καθεστώς ισχύος του νέου ν. 4387/ 2016, συνάγεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αλλά, επίσης, και από την αιτιολογική έκθεση επί του άρθρου 2 του ίδιου ν. 4387/2016, στην οποία αναφέρονται σχετικώς τα εξής: «...Τέλος ορίζεται ότι το κράτος, πέραν της υποχρέωσης κάλυψης της δαπάνης της εθνικής σύνταξης από τη φορολογία, έχει πλήρη εγγυητική υποχρέωση για το σύνολο των ασφαλιστικών παροχών και για τη διασφάλιση της βιωσι΅ότητας των τα΅είων, κατά τα οριζό΅ενα και στο άρθρο 22 παράγραφος 5 του Συντάγ΅ατος. Η εγγυητική ευθύνη του κράτους δεν περιορίζεται στη ρυθ΅ιστική υποχρέωση του για την κανονιστική ρύθ΅ιση του ασφαλιστικού συστή΅ατος ΅ε τρόπο τέτοιο που να εξασφαλίζει τη βιωσι΅ότητα του, αλλά και για την κάλυψη τυχόν ελλει΅΅άτων που παρόλα αυτά θα προκύψουν στον Ε.Φ.Κ.Α.». Εξ άλλου, η εθνική σύνταξη δεν αποσυνδέεται από την εργασία, όπως αβασίμως προβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση. Τούτο δε, διότι για την χορήγησή της δεν αρκεί, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, η μόνιμη και νόμιμη διαμονή στη χώρα για τουλάχιστον 15 έτη (υπό τις ειδικότερες προϋποθέσεις της παρ. 2 του άρθρου 7 ν. 4387/2016), αλλά απαιτείται επί πλέον η θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης (παρ. 1 του ίδιου άρθρου) με τη συμπλήρωση τουλάχιστον 15 ετών ασφάλισης (βλ. και παρ. 6 του ίδιου άρθρου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4488/2017), καταβάλλεται δε ακέραια εφόσον ο συνταξιούχος έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 20 έτη ασφαλίσεως. Τέλος, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι με την κατάργηση της χρηματοδοτήσεως του ταμείου των αιτούντων από το κράτος απόλλυται η «ενσωματωμένη περιουσία αυτών», πέραν του ότι στηρίζεται και αυτός στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με το ν. 4387/2016 καταργείται η χρηματοδότηση του Ε.Φ.Κ.Α. από τον κρατικό προϋπολογισμό, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος.

22. Επειδή, περαιτέρω, όπως εκτέθηκε ήδη (σκέψη 8), σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών, η δυνατότητα του νομοθέτη να περικόπτει τις ασφαλιστικές παροχές, είτε ευθέως είτε με τη θέσπιση νέου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν είναι απεριόριστη, αλλά, εκτός του ότι τελεί υπό τους περιορισμούς που απορρέουν από ειδικές συνταγματικές διατάξεις, οριοθετείται από τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), οι οποίες επιτάσσουν να κατανέμεται εξ ίσου το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των πολιτών, καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να είναι πράγματι πρόσφορο και αναγκαίο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Σε κάθε δε περίπτωση, ο νομοθέτης με τη θέσπιση του νέου αυτού συστήματος, το οποίο μπορεί να οδηγεί σε περικοπή των ήδη απονεμόμενων συντάξεων αλλά και σε μείωση των μελλοντικών συντάξεων σε σχέση με το προϊσχύον καθεστώς, δεν μπορεί να παραβιάζει τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση, δηλαδή, στον συνταξιούχο παροχών τέτοιων που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια, εξασφαλίζοντας τους όρους όχι μόνο της φυσικής του υποστάσεως, αλλά και της συμμετοχής του στην κοινωνική ζωή με τρόπο που δεν αφίσταται, πάντως, ουσιωδώς από τις αντίστοιχες συνθήκες του εργασιακού του βίου. Προκειμένου, εξάλλου, να ανταποκριθεί στις ανωτέρω δεσμεύσεις του και να μην υπερβεί τα όρια που χαράσσει το Σύνταγμα, ο νομοθέτης, όταν θεσπίζει νέο ασφαλιστικό σύστημα όπως είναι το σύστημα του ν. 4387/2016, στο πλαίσιο του οποίου αφενός μεν ιδρύεται νέος, ενιαίος ασφαλιστικός φορέας παροχής κύριας συντάξεως, ύστερα από συγχώνευση σε αυτόν όλων των υπαρχόντων φορέων κύριας ασφαλίσεως, αφετέρου δε προβλέπεται: α) νέος τρόπος υπολογισμού των εφεξής απονεμόμενων από το νέο αυτό φορέα κύριων συνταξιοδοτικών παροχών αλλά και των εφεξής απονεμόμενων επικουρικών παροχών από υπάρχοντα φορέα επικουρικής ασφαλίσεως, με συνέπεια τη μείωση αυτών σε σχέση με το προϊσχύον σύστημα και β) επανυπολογισμός των ήδη καταβαλλόμενων κύριων και επικουρικών συντάξεων που μπορεί να οδηγεί και στη μείωσή τους, οφείλει, εν όψει και της γενικότερης υποχρεώσεώς του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), πριν από την ψήφιση του σχετικού νόμου, να τεκμηριώσει αφενός μεν τη βιωσιμότητα του φορέα ή των φορέων που θα απονέμουν τις συνταξιοδοτικές παροχές (κύριες και επικουρικές ), αφετέρου δε την επάρκεια των απονεμόμενων από το εν λόγω σύστημα παροχών υπό την ανωτέρω έννοια της μη παραβιάσεως του συνταγματικού πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος (ως προς την δεύτερη αυτή υποχρέωση του νομοθέτη βλ. κατωτέρω σκέψη 27). Προκειμένου, ειδικότερα, ο νομοθέτης να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή του να τεκμηριώσει τη βιωσιμότητα των φορέων που συνιστώνται και λειτουργούν στο πλαίσιο νέου ασφαλιστικού συστήματος και χορηγούν τις συνταξιοδοτικές παροχές (κύριες και επικουρικές)-υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος (ερμηνευομένου ενόψει και του άρθρου 106 παρ. 1 του Συντάγματος), με το οποίο ο νομοθέτης περιέβαλε με συνταγματικό κύρος την αρχή της κοινωνικής ασφαλίσεως με σκοπό την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας και την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου (ΣτΕ Ολομ. 2200/2010, 2180/2004)- οφείλει, πριν από την ψήφιση του σχετικού νόμου, να έχει προκαλέσει τη σύνταξη αναλογιστικών μελετών προερχόμενων από αρμόδια προς τούτο αρχή [πρβλ. ΠΕ 148, 157, 200, 240/2007, 184/2006, 130/2005, 566/2002 κ.ά· ως προς την αναγκαιότητα των αναλογιστικών μελετών βλ. ανωτέρω στη σκέψη 16 την επισήμανση στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4387/2016 ότι το μη βιώσιμο του προϊσχύσαντος ασφαλιστικού συστήματος οφειλόταν, μεταξύ άλλων, και στο ότι «εξαρχής οι παροχές δεν υπολογίζονταν βάσει αναλογιστικών μελετών»], η οποία να διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις, όπως είναι η Εθνική Αναλογιστική Αρχή, που θεσπίσθηκε με το άρθρο 9 του ν. 3029/2002 (Α΄ 160). Είναι δε απολύτως αναγκαίο να προκύπτει η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών φορέων οι οποίοι θα λειτουργούν στο νέο ασφαλιστικό σύστημα και θα χορηγούν τις ασφαλιστικές παροχές, ιδίως στην περίπτωση της εκ βάθρων μεταβολής του ισχύοντος μη βιώσιμου, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ασφαλιστικού συστήματος, ώστε να προκύπτει ότι η επιχειρούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση που θα αντικαταστήσει το ισχύον σύστημα είναι πράγματι λυσιτελής, υπό την έννοια ότι είναι ικανή να εξασφαλίσει, πράγματι, την ασφαλιστική κάλυψη ολόκληρου του εργαζόμενου πληθυσμού της χώρας όχι μόνον βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα. Εξάλλου, το γεγονός ότι η υπάρχουσα Εθνική Αναλογιστική Αρχή έχει, κατά νόμον, αρμοδιότητες προσαρμοσμένες στο ισχύον, κατά το χρόνο ιδρύσεώς της, ασφαλιστικό σύστημα και ότι δεν ρυθμίζεται ειδικώς από την υφιστάμενη νομοθεσία το περιεχόμενο της αναλογιστικής μελέτης που πρέπει να εκπονείται σε περίπτωση θεσπίσεως νέου ασφαλιστικού συστήματος, δεν αίρει την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, πριν από την αντικατάσταση του υπάρχοντος ασφαλιστικού συστήματος με νέο, να συντάσσεται αναλογιστική μελέτη από όργανο το οποίο να διαθέτει εξειδικευμένες προς τούτο γνώσεις είτε αυτό είναι η ανωτέρω Εθνική Αναλογιστική Αρχή είτε άλλο όργανο με τις ανωτέρω εξειδικευμένες γνώσεις.

23. Επειδή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες: Α) Κατά τη γνώμη των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, Ευαγγ. Νίκα, Γ. Τσιμέκα, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλου, Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή και Π. Μπραΐμη, με την οποία συντάχθηκε ο Πάρεδρος Ανδρ. Σκούφαλος, για την τεκμηρίωση της βιωσιμότητας του φορέα ή των φορέων που συνιστώνται και λειτουργούν στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος, με το οποίο επέρχονται εκ βάθρων μεταβολές στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και στους όρους και προϋποθέσεις για τη χορήγηση συντάξεων, δεν απαιτείται αποκλειστικά η σύνταξη αναλογιστικής μελέτης από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, αλλά αρκεί η σύνταξη ειδικής οικονομικής μελέτης ή μελετών οικονομικού περιεχομένου στις οποίες να απεικονίζονται αναλυτικά και με πληρότητα όλα τα δεδομένα της συνολικής οικονομικής κατάστασης των ανωτέρω φορέων και η εξ αυτής συναγόμενη εξέλιξη της πορείας των εσόδων έναντι των δαπανών τους, από την οποία να προκύπτει η δυνατότητά τους να ανταποκρίνονται στην κατά το Σύνταγμα αποστολή τους. Β) Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Κ. Κουσούλη, από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος μπορεί να συναχθεί ότι επιβάλλεται να υφίσταται τεκμηρίωση της αναγκαιότητας και της προσφορότητας των νομοθετικών μέτρων που συνεπάγονται μείζονα μεταβολή στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η μεταβολή αυτή συνίσταται σε μετάβαση από ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης σε άλλο. Ωστόσο, από την ίδια συνταγματική διάταξη ουδόλως μπορεί να συναχθεί ότι επιβάλλεται στον νομοθέτη η τεκμηρίωση αυτή να περιβάλλεται τον τύπο της αναλογιστικής μελέτης, της οποίας το περιεχόμενο και οι προδιαγραφές δεν έχουν συνταγματική αναγωγή, αλλά καθορίζονται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ. 15 του ν. 3029/2002, από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή και αποτελούν περιεχόμενο υπουργικής απόφασης (ήδη ισχύει η οικ. 21533/293/12.9.2006 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, «Προδιαγραφές εκπόνησης αναλογιστικών μελετών», Β΄ 1432/28.9.2006). Ο ίδιος, μάλιστα, ν. 3029/ 2002 διακρίνει, αφενός, μεταξύ αναλογιστικής μελέτης, με τις περιλαμβανόμενες στην ως άνω υπουργική απόφαση προδιαγραφές, και, αφετέρου, αναλογιστικής έκθεσης, η οποία εκπονείται από την ίδια την Εθνική Αναλογιστική Αρχή «στα πλαίσια του μακροχρόνιου οικονομικού και χρηματοδοτικού σχεδιασμού για την εξασφάλιση της κοινωνικής ανταποδοτικότητας και της βιωσιμότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης». Στην ίδια δε παρ. 15 του άρθρου 9 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι «ο σχεδιασμός αυτός λαμβάνει υπόψη τα υπάρχοντα και τα πιθανολογούμενα δεδομένα που αφορούν στο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης, καθώς και τις εξελίξεις και τάσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και αποσκοπεί: i) στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, ii) στην εξασφάλιση της κοινωνικής ανταποδοτικότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο μακροχρόνιος αυτός σχεδιασμός αναφέρεται στις τάσεις και στις προϋποθέσεις βιωσιμότητας και κοινωνικής αποδοτικότητας του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης την επόμενη πενταετία και δεκαετία, και τροποποιείται ή αναθεωρείται κάθε έτος, ώστε να ενσωματωθούν τυχόν αναγκαίες μεταβολές». Από την ανωτέρω διάκριση προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις αναλογιστική μελέτη αποτελεί, πρωτίστως, μηχανισμό παρακολούθησης και πρόγνωσης της εξέλιξης των επιμέρους παραμέτρων που επιδρούν στην οικονομική πορεία και ισορροπία ενός φορέα κοινωνικής ασφάλισης και βασίζεται σε πραγματικά και αριθμητικά δεδομένα και όχι σε εκτιμήσεις, στο μέτρο που δεν διερευνά τις τάσεις, αλλά τις πραγματικές συνέπειες μιας πρότασης για αύξηση παροχών ή για άλλη μεταβολή των όρων χρηματοδότησης του συστήματος. Περιορίζεται, επομένως, στην παρακολούθηση των αναλογιστικών δεδομένων ενός συγκεκριμένου ασφαλιστικού φορέα και στην αναλογιστική αποτίμηση των συνεπειών που επέρχονται στα δεδομένα αυτά από σχεδιαζόμενες παραμετρικές ρυθμίσεις στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών του φορέα. Στην περίπτωση αυτή, η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης είναι αναγκαία αλλά και λυσιτελής, στο μέτρο που προσεγγίζει την πρόγνωση, διότι στηρίζεται σε περισσότερα και συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα. Για τους ανωτέρω λόγους, η σχετική επιταγή απευθύνεται προς τους ασφαλιστικούς φορείς και, διʼ αυτών, στον κανονιστικό νομοθέτη, όταν δρα εντός δεδομένου συστήματος, δυνάμενος να το τροποποιήσει μόνο σημειακά. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται, τόσο από το άρθρο 59 του α.ν. της 11 Νοεμβρίου 1935 «περί οργανισμού του υπουργείου Εργασίας» (Α΄ 543), όσο και από το άρθρο 71 του ν. 2084/1992 (Α΄ 65), διατάξεις με τις οποίες αναγνωρίστηκαν ως φορείς της γενικής υποχρέωσης εκπόνησης αναλογιστικών μελετών τα κατʼ ιδίαν ασφαλιστικά ταμεία κατά τον σχεδιασμό κανονιστικών ρυθμίσεων που επιδρούν στα οικονομικά τους μεγέθη, όπως η αυξομείωση των παροχών και των εισφορών, το πλήθος των ασφαλισμένων και συνταξιούχων, η ανακατανομή πόρων εντός του ασφαλιστικού φορέα κ.ο.κ. Εξ άλλου, το Συμβούλιο της Επικρατείας, γνωμοδοτώντας επί σχεδίων προεδρικών διαταγμάτων, έχει κρίνει παγίως ότι η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας θέσπισης κανονιστικών ρυθμίσεων με αντικείμενο μεταβολές στο ύψος των παροχών και των εισφορών μεμονωμένων και λειτουργούντων φορέων κοινωνικής ασφάλισης, με συνέπεια να τίθεται ζήτημα διατήρησης της αναλογιστικής ισορροπίας των συγκεκριμένων φορέων κοινωνικής ασφάλισης, η οποία μπορεί να διαγνωσθεί μόνο μέσω της μελέτης, η δε τήρησή του τύπου είναι υποχρεωτική για τη Διοίκηση (ΠΕ ΣτΕ 119/1996, 300/1999 κ.ά.). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα αναλογιστική μελέτη, όπως προβλέπεται στις ως άνω διατάξεις, δεν συνιστά εργαλείο εποπτείας και αξιολόγησης, πολλώ δε μάλλον συνολικού ανασχεδιασμού, του εν γένει συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η μεταρρύθμιση του οποίου χωρεί σε μεγάλη κλίμακα, με συνέπεια να μην είναι απαραίτητο, ούτε όμως και εφικτό, να συνοδεύεται από την προηγούμενη εκτίμηση όλων των δεδομένων και παραμέτρων που παρατίθενται στην απόφαση περί προδιαγραφών των αναλογιστικών μελετών. Και τούτο, διότι στην περίπτωση μετάβασης σε νέο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, οπότε και λαμβάνει χώρα ριζική και καθολική μεταβολή των δεδομένων και παραμέτρων, στις οποίες στηρίζεται το σύστημα (αλλαγή βάσης υπολογισμού εισφορών και παροχών, μεταβολή αντιλήψεων ως προς την ιδιότητα του ασφαλισμένου, ως προς τη χρηματοδότηση του συστήματος κ.ά.), η απόδειξη της βιωσιμότητας του τελευταίου δεν είναι δυνατή στη βάση της προβλεπόμενης από τις ως άνω διατάξεις αναλογιστικής μελέτης, ελλείψει συγκριτικών δεδομένων και άλλων κρίσιμων στοιχείων. Από όλα τα ανωτέρω παρέπεται ότι η κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος δέσμευση του νομοθέτη για καταρχήν τεκμηρίωση των μεταρρυθμιστικών του επιλογών στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης, εξαντλείται στην παράθεση, στην αιτιολογική έκθεση ή σε άλλα κείμενα, στα οποία αυτή ή προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου παραπέμπουν, των σκοπών της μεταρρύθμισης και των λόγων που την επιβάλλουν, καθώς και των βασικών εκείνων οικονομικών στοιχείων και αναλογιστικών δεδομένων, από τα οποία προκύπτει η βιωσιμότητα του νέου συστήματος (εκτιμώμενο πλήθος ασφαλισμένων και συνταξιούχων, εκτιμώμενα έσοδα και δαπάνες ανά κατηγορία παροχών). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα δέσμευε υπέρμετρα και θα παρακώλυε τον νομοθέτη κατά την άσκηση του νομοθετικού έργου, και μάλιστα επί αντικειμένου εγείροντος ζήτημα παραβίασης της κατοχυρούμενης στο άρθρο 26 του Συντάγματος αρχής της διάκρισης των λειτουργιών και της δημοκρατικής αρχής. Και τούτο, διότι η άμεση δημοκρατική νομιμοποίηση της Βουλής, αλλά και της Κυβέρνησης, στην οποία κατά πρώτο λόγο ανήκει το δικαίωμα πρότασης νόμων κατʼ άρθρο 73 παρ. 1 του Συντάγματος, καθιστούν την άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας καταρχήν αδέσμευτη και απεριόριστη, υποκείμενη ως προς μεν το περιεχόμενο των νομοθετικών ρυθμίσεων στις δεσμεύσεις που επιβάλλουν οι συνταγματικές διατάξεις, με κυριότερες εκείνες περί προστασίας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ως προς δε τη νομοπαραγωγική διαδικασία στους προβλεπόμενους και πάλι στο Σύνταγμα τύπους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, η κατʼ άρθρο 74 παρ. 1 του Συντάγματος υποχρέωση εκπόνησης αιτιολογικής έκθεσης για κάθε νομοσχέδιο και πρόταση νόμου, αλλά και η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κατʼ άρθρο 75 παρ. 1 του Συντάγματος, όταν από τις ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου προκαλούνται δαπάνες εις βάρος του προϋπολογισμού. Επομένως, η απορρέουσα από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος υποχρέωση τεκμηρίωσης των νομοθετικών επιλογών στην κοινωνική ασφάλιση εκπληρώνεται επαρκώς με την τήρηση των προαναφερθέντων συνταγματικών τύπων. Γ) Κατά τη γνώμη των Συμβούλων Δ. Μακρή, Μιχ. Πικραμένου και Αγ. Γαλενιανού - Χαλκιαδάκη, η μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων αναγνωρίζεται από το Σύνταγμα ως θεσμική εγγύηση, στο πλαίσιο της οποίας ο κοινός νομοθέτης διαθέτοντας ευρεία προς τούτο εξουσία και λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, θέτει τους κανόνες για την ασφαλιστική κάλυψη και προστασία του πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων κινδύνων (μεταξύ των οποίων γήρας, θάνατος) με γνώμονα αφενός την προστασία του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσης, στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων της κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή η προστασία της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών οργανισμών, χάριν και των μελλοντικών γενεών, και αφετέρου τη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης όσο το δυνατό εγγύτερα σε εκείνο που είχαν κατακτήσει στη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Η προστασία της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος αποτελεί υποχρέωση του νομοθέτη που επιβάλλει, όταν διαπιστώνεται μεταβολή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που εγκυμονεί κινδύνους για αυτή, την αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών παροχών και εισφορών και τον επανακαθορισμό των προϋποθέσεων θεμελίωσης του ασφαλιστικού δικαιώματος καθώς και τη διάθεση κρατικών οικονομικών πόρων για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος. Οι προς τούτο αναγκαίες, κατά την επιλογή του νομοθέτη, επεμβάσεις επιτρέπεται, σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσχερών οικονομικών συνθηκών, να έχουν ως αποτέλεσμα ακόμα και την περικοπή των ασφαλιστικών παροχών είτε ευθέως είτε με τη θέσπιση νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, όταν το ύψος της κρατικής χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος, το οποίο καθορίζεται, καταρχήν, από τις πολιτικές επιλογές για τη διάθεση των κρατικών πόρων προς εκπλήρωση των ποικίλων αποστολών του κράτους, δεν επαρκεί για τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο νομοθέτης θεσπίζει ένα νέο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την μείωση και ήδη απονεμηθεισών ασφαλιστικών παροχών προς χάριν της βιωσιμότητας, επιβάλλεται οι σχετικές ρυθμίσεις να αιτιολογούνται, από την άποψη της αναγκαιότητας και προσφορότητας για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος, πρέπει δε να σέβονται και τις λοιπές διατάξεις του Συντάγματος και ιδίως την αρχή της ισότητας των πολιτών κατά τη συμμετοχή τους στα δημόσια βάρη ώστε να αξιώνεται από τους ασφαλισμένους και συνταξιούχους η τήρηση της υποχρέωσης για κοινωνική αλληλεγγύη και πάντως όριο στην ελευθερία επιλογών του νομοθέτη αποτελεί η διασφάλιση στους συνταξιούχους παροχών που επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, δηλαδή εισοδήματος ικανού να διασφαλίσει όχι μόνο τους όρους της φυσικής τους υπόστασης αλλά και τη δυνατότητα συμμετοχής τους στην κοινωνική ζωή. Επομένως, πέραν των ως άνω υποχρεώσεων οι οποίες προκύπτουν από το Σύνταγμα και τις οποίες ο νομοθέτης οφείλει να τηρεί, όταν, υπό συνθήκες οξείας δημοσιονομικής κρίσης, επιλέγει θεμιτώς την άμεση μείωση του συνταξιοδοτικού κόστους του Δημοσίου, ουδείς άλλος όρος τίθεται από το Σύνταγμα για το κύρος των σχετικών ρυθμίσεων και δη προηγούμενη εκπόνηση αναλογιστικών μελετών προερχομένων από αρμόδια προς τούτο Αρχή. Και τούτο διότι όταν ο νομοθέτης, προκειμένου να αντιμετωπίσει οξεία δημοσιονομική κρίση και έχοντας διαγνώσει τα αίτια που την προκάλεσαν, επιλέγει ως σχέδιο κατάλληλο κατά την εκτίμησή του τη λήψη ταυτοχρόνως μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών (μείωση μισθών και συντάξεων κλπ.) και αύξηση των δημοσίων εσόδων (επιβολή νέων φόρων κλπ), η πτώση του προ της κρίσης βιοτικού επιπέδου είναι αυτονόητη και αναπόφευκτη. Όταν δε στο πλαίσιο τέτοιου σχεδίου αποφασίζεται νομοθετική παρέμβαση με τη θέσπιση νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, με αποτέλεσμα την περικοπή ήδη απονεμηθεισών ασφαλιστικών παροχών, ο νομοθέτης πρέπει να αιτιολογεί τις ρυθμίσεις με μελέτες, στοιχεία και δεδομένα που τεκμηριώνουν τα προβλήματα βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και ειδικότερα τη συνολική οικονομική κατάσταση του συστήματος με την εξέλιξη της πορείας των εσόδων έναντι των δαπανών από την οποία να προκύπτει η δυνατότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να ανταποκρίνονται στην κατά το Σύνταγμα αποστολή τους. Η τεκμηρίωση αφορά ιδίως κρίσιμες πτυχές της βιωσιμότητας του συστήματος, μεταξύ των οποίων: α) Η δημογραφική γήρανση και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής που έχουν συνέπεια να αυξάνει ο αριθμός των συνταξιούχων και να μειώνεται ο αριθμός των ασφαλισμένων που αποτελούν τον ενεργό πληθυσμό της χώρας επί του οποίου βασίζονται οι εισροές του ασφαλιστικού κεφαλαίου, β) Ο λόγος ασφαλισμένων προς συνταξιούχους ο οποίος επηρεάζεται όχι μόνο από την προεκτεθείσα δημογραφική γήρανση αλλά και από τις ήδη υφιστάμενες παθογένειες του ασφαλιστικού συστήματος που συνίστανται στη συνταξιοδότηση μεγάλου αριθμού ασφαλισμένων σε ηλικίες κάτω των πενήντα ετών, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι ασφαλιστικές εκροές, γ) Η οικονομική ύφεση και ανεργία που επιδρά αρνητικά στις ασφαλιστικές εισροές λόγω της μείωσης του αριθμού των ασφαλισμένων που συμβάλλουν στη δημιουργία του ασφαλιστικού κεφαλαίου. Επί τη βάσει των μελετών, των δεδομένων και των στοιχείων αυτών είναι εφικτός στη συνέχεια ο δικαστικός έλεγχος του σεβασμού της αρχής της αναλογικότητας και των λοιπών συνταγματικών διατάξεων, στο πλαίσιο του οποίου η Διοίκηση μπορεί να επικαλεσθεί, ενώπιον του Δικαστηρίου, και στοιχεία που είναι μεν μεταγενέστερα της ψήφισης του νόμου αλλά επιβεβαιώνουν τις επιλογές του νομοθέτη, καθότι οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες εξελίσσονται ραγδαία και τα δεδομένα μεταβάλλονται ιδίως εν μέσω περιόδου οικονομικής κρίσης. Με τα δεδομένα αυτά δεν απαιτείται η εκπόνηση αναλογιστικής μελέτης, η οποία, εκτός του ότι δεν επιβάλλεται από το Σύνταγμα κατά τα προαναφερθέντα, δεν θα είχε να προσφέρει στον δικαστικό έλεγχο που ασκείται επʼ ευκαιρία προσβολής κανονιστικών διοικητικών πράξεων με τις οποίες τίθενται γενικοί και αφηρημένοι κανόνες δικαίου, δεδομένου ότι ναι μεν η περικοπή των απονεμηθεισών ασφαλιστικών παροχών είναι αυτονόητο ότι έχει άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις στο βιοτικό επίπεδο εκάστου, πλην ο βαθμός των επιπτώσεων ποικίλλει αναλόγως της οικονομικής κατάστασης των θιγομένων και των προσωπικών τους αναγκών προ της κρίσης.

24. Επειδή, με το .../24.3.2017 έγγραφο της Γενικής Διευθύνσεως Κοινωνικής Ασφάλισης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης προς το Δικαστήριο, με θέμα: «Σχετικά με αιτήσεις ακύρωσης στο ΣτΕ κατά των υπουργικών αποφάσεων για την αναπροσαρμογή κύριων, επικουρικών συντάξεων και καθορισμού τεχνικών παραμέτρων σχετικά με τις παροχές του ΕΤΕΑ», το οποίο εστάλη στο Δικαστήριο ως έγγραφο των απόψεων της Διοικήσεως, διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο «σε ηλεκτρονική μορφή, το υλικό τεκμηρίωσης για την ψήφιση του ν. 4387/2016» και ειδικότερα, διαβιβάσθηκαν τα εξής στοιχεία: «1. Χρηματοοικονομική εξέλιξη του Συνταξιοδοτικού Συστήματος για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ΟΑΕΕ, ΟΓΑ και Δημόσιο (Προβολές 2015-2060) από την Εθνική Αναλογιστική Αρχή. 2. Οικονομική μελέτη του ασφαλιστικού συστήματος για την περίοδο 2016-2020 (από την ΓΔΟΥ του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) 3. Μελέτη του ΚΕΠΕ “Διοικητική Μεταρρύθμιση και λειτουργικός εκσυγχρονισμός των ασφαλιστικών δομών”, Αθήνα, 2014. 4. Μελέτη του ΚΕΠΕ “Επίκαιρα θέματα του ασφαλιστικού συστήματος”, Αθήνα, 2016. 5. Πόρισμα της Επιτροπής του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για την πρόταση ενός νέου ασφαλιστικού συστήματος, Οκτώβριος 2015 (ΥΑ 37564/Δ9. 10327/21.8.2015).” [Με το πόρισμα αυτό η ανωτέρω Επιτροπή είχε προτείνει διαφορετικό ασφαλιστικό σύστημα σε σχέση με το σύστημα που θεσπίσθηκε με το ν. 4387/2016]. 6. “Χρήση των ορίων για το ασφαλιστικό σύστημα”, Αθήνα, 2016 (Σώμα Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, Υπ. Οικονομικών). 7. Την έρευνα εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης της ΕΛΣΤΑΤ έτους 2014 (περίοδος αναφοράς εισοδήματος 2013)».

25. Επειδή, ελλείψει ειδικού νομοθετικού πλαισίου, διέποντος το περιεχόμενο των αναλογιστικών μελετών που πρέπει να εκπονούνται σε περίπτωση θέσπισης νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το ανωτέρω υπό στοιχείο 1 κείμενο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, το οποίο εκπονήθηκε επικαίρως, εφόσον συνετάγη μετά την κατάρτιση του αντιστοίχου νομοσχεδίου και με πλήρη γνώση των σχετικών ρυθμίσεων, αποτελεί μελέτη, η οποία περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία στοιχεία, ενδεδειγμένης εν όψει της επιχειρούμενης συνολικής μεταβολής του ασφαλιστικού συστήματος, αναλογιστικής μελέτης. Με την εν λόγω αναλογιστική μελέτη, καθώς και με τα λοιπά στοιχεία που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, τεκμηριώνεται επαρκώς η βιωσιμότητα του Ε.Φ.Κ.Α. Ειδικότερα η τεχνική-επιστημονική κρίση ότι πρόκειται για ενδεδειγμένη αναλογιστική μελέτη, εν αναφορά προς την επιχειρούμενη μεταρρύθμιση, προκύπτει αδιαμφισβητήτως από την προσκομιζόμενη έκθεση του Τομέα Δημόσιων Οικονομικών, Αναλογιστικής και Στατιστικών Υπηρεσιών του Τμήματος Κοινωνικής Προστασίας του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, με την οποία αξιολογήθηκε η ανωτέρω μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Η εν λόγω έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, η οποία απευθύνεται προς το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: «οι δημογραφικές και μακροοικονομικές προβλέψεις είναι κατάλληλες για μακροπρόθεσμες προβολές παρά τις όποιες πιθανές βραχυπρόθεσμες αποκλίσεις», ενώ στο Παράρτημα περιέχεται η ακόλουθη δήλωση εξωτερικής αξιολόγησης: «Η αναλογιστική μελέτη των κύριων σχημάτων συντάξεων κοινωνικής ασφάλισης κάνει χρήση επαρκών και συνεκτικών δεδομένων και εφαρμόζει κατάλληλες μεθόδους προβολής και υποθέσεων. Τα συνολικά αποτελέσματα προβολών της αναλογιστικής μελέτης είναι συνεκτικά και εύλογα». Περαιτέρω, η ανωτέρω κρίση της αρμόδιας για τις αναλογιστικές μελέτες υπηρεσίας του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας διατυπώθηκε εν επιγνώσει ότι κατά τη σύνταξη της μελέτης α) είχαν ληφθεί υπόψη ως εντασσόμενοι στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (δεν περιλαμβάνονται τα ενταγμένα ταμεία και το ΤΑΠ-ΔΕΗ), ο ΟΑΕΕ, ο ΟΓΑ και το Δημόσιο, οι οποίοι, αντιστοιχούν, για την κύρια ασφάλιση, περίπου στο 93% των ασφαλισμένων, στο 95% των συντάξεων και στο 92% της συνταξιοδοτικής δαπάνης, β) δεν είχε ληφθεί υπόψη το κόστος της διατήρησης της προσωπικής διαφοράς που προέκυπτε από τον επανυπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των καταβαλλόμενων έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 συντάξεων, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 33 του νόμου αυτού, γ) δεν είχαν ληφθεί υπόψη τα «λοιπά έσοδα και λειτουργικά έξοδα, καθώς και περιουσιακά στοιχεία», ούτε απεικονιζόταν με παράθεση σχετικών στοιχείων η οικονομική κατάσταση των φορέων κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίοι εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α., σύμφωνα με το άρθρο 53 του ν. 4387/2016, και των οποίων το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού περιέρχεται αυτοδίκαια στον Ε.Φ.Κ.Α. ως καθολικό διάδοχό τους. Εξ άλλου, δεν είναι δυνατό να συναχθεί άνευ ετέρου ανεπάρκεια της μελέτης ως εκ του ότι ο νομοθέτης έκρινε αναγκαίο να ληφθούν πρόσθετα μέτρα (μείωση προσωπικής διαφοράς) για τη θωράκιση της βιωσιμότητας του ΕΦΚΑ (τα οποία άλλωστε ο ίδιος ο νομοθέτης στη συνέχεια κατήργησε, βλ. άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 4583/ 2018, Α΄ 212), ούτε ως εκ του ότι με τις 1880/2019 και 1888/2019 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε αντισυνταγματικό το ύψος του ποσοστού ασφαλιστικών εισφορών για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. των μη μισθωτών ασφαλισμένων, τόσο διότι πρόκειται για δεδομένο μεταγενέστερο της εκπόνησης της μελέτης και της ψήφισης του ν. 4387/2016, όσο και διότι δεν είναι δυνατό να διατυπωθεί σχετική κρίση πριν επιληφθεί ο νομοθέτης για να εξετάσει και να επιλέξει τον τρόπο συμμόρφωσης προς τα κριθέντα. Συνεπώς, ο λόγος με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν υπάρχει αναλογιστική μελέτη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Δ. Μακρή, Μιχ. Πικραμένου και Α. Γαλενιανού - Χαλκιαδάκη, από το κείμενο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και τις λοιπές μελέτες που παρατίθενται στη σκέψη 24, προκύπτει ότι ο νομοθέτης, κατά τη θέσπιση του νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, έλαβε υπόψη κρίσιμες πτυχές βιωσιμότητας του συστήματος, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες με πλήθος παθογενειών, και επιχειρεί με τις ρυθμίσεις του να δημιουργήσει προϋποθέσεις μεταβολής της υφισταμένης κατάστασης για να διασφαλίσει τη βιωσιμότητά του. Ειδικότερα, στη μελέτη του ΚΕΠΕ “Επίκαιρα θέματα του ασφαλιστικού συστήματος” (2015), αναφέρεται ότι σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ το 1980 οι δαπάνες για κοινωνική ασφάλιση ήταν της τάξεως του 10,3% του ΑΕΠ (μέσος όρος ΟΟΣΑ 15,4) ενώ το 2012 έφθασαν το 26,1% (μέσος όρος ΟΟΣΑ 21,6%) και παρά τα υψηλά αυτά ποσοστά πόρων που διατίθενται για τις συντάξεις, από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ασφαλιστικό σύστημα παρουσιάζει διαρθρωτικά προβλήματα και δυσοίωνες προοπτικές. Επισημαίνεται ότι το ασφαλιστικό σύστημα της Ελλάδος είναι πλέον διανεμητικό, δηλαδή οι σημερινοί εργαζόμενοι με τις εισφορές τους πληρώνουν τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων προσδοκώντας ότι αύριο θα τύχουν τα παιδιά τους της ίδιας αλληλεγγύης. Σύμφωνα με την μελέτη ο πυρήνας του ασφαλιστικού προβλήματος είναι ότι ο αριθμός αυτών που πληρώνουν εισφορές θα περιορίζεται, ενώ ο αριθμός των συνταξιούχων θα αυξάνεται και στο πρόβλημα αυτό μπορεί να υπάρχουν τρεις αντιδράσεις: αύξηση εισφορών, μείωση της μέσης σύνταξης και περιορισμός του αριθμού των δικαιούχων που σημαίνει επιμήκυνση του εργασιακού βίου (βλ. και μελέτη Εθνικής Τράπεζας, Οικονομία και Συντάξεις 1997). Τονίζεται ότι το βασικό πρόβλημα της κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα είναι δημογραφικό και οικονομικό και ότι ειδικά προβλήματα, όπως η κατάτμηση του συστήματος, τα αδικαιολόγητα προνόμια συγκεκριμένων ομάδων και οι πολλαπλές και μη ανταποδοτικές συντάξεις είναι ζητήματα αποδοτικότητας και δικαιοσύνης που έχουν επιλυθεί σε άλλες χώρες ήδη προ πολλού. Σημειώνεται ότι μια από τις σοβαρότερες συνέπειες της οικονομικής κρίσης συνδέεται με την απασχόληση, το φαινόμενο δε αυτό έχει προφανείς επιπτώσεις στα έσοδα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης καθώς, όπως προκύπτει από τα σχετικά διαγράμματα, από το 2000 έως την έναρξη της κρίσης, η απασχόληση αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 1,8% ενώ από το 2009 η τάση αντιστρέφεται και ο μέσος ετήσιος ρυθμός μειώνεται κατά 4,1%. Τούτο πρακτικά σημαίνει ότι προ κρίσης κάθε χρόνο δημιουργούνταν 58,9 χιλ. θέσεις εργασίας ενώ στη διάρκεια της κρίσης χάνονταν 170,5 χιλ. θέσεις ετησίως. Έτσι, παρατηρείται μείωση του ποσοστού απασχόλησης (απασχολούμενοι/πληθυσμός) στα άτομα άνω των 15 ετών από περίπου 50% το 2008 σε κάτω του 40% το 2015, με αποτέλεσμα 4 στους 10 άνω των 15 ετών εργάζονται για να συντηρούν τους υπόλοιπους 6. Στην ίδια μελέτη αναλύεται και ο παράγων της δημογραφικής γήρανσης που οφείλεται στην μείωση των γεννήσεων και την μείωση της θνησιμότητας των ηλικιωμένων, με αποτέλεσμα οι συνταξιοδοτικές δαπάνες να αυξηθούν κατά 10% έως 20%. Από τη διαχρονική προβολή του Δείκτη Δημογραφικής Γήρανσης παρατηρείται ότι, ενώ το 2013 η αναλογία ήταν 0,3 ηλικιωμένοι για κάθε έναν ηλικίας 15-64 ετών, η αναλογία αυξάνεται δραματικά και το 2050 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 0,6 ηλικιωμένους για κάθε άτομο παραγωγικών ηλικιών. Από το διάγραμμα της ηλικιακής σύνθεσης του πληθυσμού της Ελλάδας προκύπτει μεγάλη μείωση των ατόμων σε παραγωγικές ηλικίες, δηλαδή από 15 έως 64 ετών, κατά 11%, μεγάλη αύξηση των ηλικιωμένων άνω των 65 ετών κατά 12,7% και άνω των 80 ετών κατά 9,5%, ενώ ο αριθμός των παιδιών εμφανίζει μικρή πτώση κατά 1,8%. Κατά την μελέτη, η συρρίκνωση του αριθμού των προσώπων που θα μπορούν να εργαστούν θα επιβραδύνει τους ρυθμούς ανάπτυξης και θα εντείνει το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας. Ακολούθως, στο κείμενο της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής “Χρηματοοικονομική εξέλιξη του Συνταξιοδοτικού Συστήματος για ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ΟΑΕΕ, ΟΓΑ και Δημόσιο Προβολές 2015-2060” (Απρίλιος 2016) αναφέρεται εν πρώτοις ότι το αυξανόμενο δημογραφικό πρόβλημα και η οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε η χώρα δημιούργησαν ασφυκτικές πιέσεις στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και ότι , σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ αποτελεί κριτήριο βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος και τα τελευταία έτη το προαναφερόμενο ποσοστό παρουσιάζεται αυξημένο λόγω της σημαντικής μείωσης του ΑΕΠ. Αναφέρεται επίσης ότι οι αναλογιστικές προβολές πραγματοποιήθηκαν με το μοντέλο του ILO προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες των ελληνικών σχημάτων, ενώ ακολουθήθηκε η μεθοδολογία που εφαρμόστηκε για την πραγματοποίηση των αναλογιστικών προβολών για το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα για το Ageing Working Group (AWG) της Economic Policy Committee (EPC). Έγινε επίσης χρήση των μακροοικονομικών και δημογραφικών υποθέσεων του AWG με έτος βάσης το 2013 με στόχο την απευθείας σύγκριση του ισχύοντος συστήματος και της μεταρρύθμισης. Οι βασικές συνιστώσες για την περιγραφή της συνολικής χρηματοοικονομικής εξέλιξης του ελληνικού συνταξιοδοτικού συστήματος που εξετάσθηκαν είναι: α) η δημογραφική εξέλιξη, β) η συνολική δαπάνη του συστήματος όσον αφορά τις παροχές ως ποσοστό του ΑΕΠ, γ) το ετήσιο αποτέλεσμα του συστήματος (παροχές μείον ασφαλιστικές εισφορές) ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ακολουθούν πίνακες που εμφανίζουν τα κύρια αποτελέσματα των εκτιμήσεων, συγκρίνοντας το σενάριο για το ισχύον σύστημα με το σενάριο της μεταρρύθμισης. Οι πίνακες αφορούν: “ΙΚΑ ΕΤΑΜ: Δημογραφική προβολή-πλήθος συντάξεων 2015-2060- Προβολή συνολικών παροχών 2015-2060 (Status Quo scenario-Reform scenario)”, “Δημόσιος τομέας: Δημογραφική προβολή-πλήθος συντάξεων 2015-2060- Προβολή συνολικών παροχών 2015-2060 (Status Quo scenario-Reform scenario)”, “ΟΑΕΕ Δημογραφική προβολή-Πλήθος συντάξεων 2015-2060-Προβολή συνολικών παροχών 2015-2060 (Status Quo scenario-Reform scenario)”,“ΟΓΑ Δημογραφική προβολή-Πλήθος συντάξεων 2015-2060-Προβολή συνολικών παροχών 2015-2060 (Status Quo scenario-Reform scenario)”, “Σύνολο τεσσάρων φορέων-Δημογραφική προβολή-Πλήθος συντάξεων 2015-2060-Προβολή συνολικών παροχών 2015-2060 (Status Quo scenario-Reform scenario)”. Στον πίνακα για το σύνολο των τεσσάρων φορέων “Προβολή εισφορών και συνολικών παροχών 2015-2060” στην ισχύουσα κατάσταση (status quo σενάριο) εμφανίζεται ετήσιο αποτέλεσμα σε ποσοστό του ΑΕΠ 5.42 ενώ σε ότι αφορά την εξέλιξη μετά την μεταρρύθμιση (reform σενάριο) 3.79. Στα συμπεράσματα της μελέτης, επί τη βάσει των ανωτέρω προβολών για τους εξετασθέντες φορείς, προκύπτει ως προς το δημογραφικό στο status quo σενάριο, όπως και στο reform σενάριο, ο λόγος συνταξιούχων προς εισφέροντες προβλέπεται ότι βαίνει αυξανόμενος και από 0.64 το 2015 καταλήγει στο 0.73 το 2060, όμως στο reform σενάριο σε σχέση με το status quo εμφανίζεται μικρότερος αριθμός συνταξιούχων κατά μέσο όρο 1,4% μεσοβραχυπρόθεσμα. Ως προς τις παροχές, υπό τις προϋποθέσεις του ισχύοντος καθεστώτος ασφάλισης, εκτιμάται ότι θα διαμορφωνόταν από 11,86% του ΑΕΠ το 2015, σε 10,67 κατά το 2060, αλλά σύμφωνα με την μεταρρύθμιση οι παροχές από 11,86% του ΑΕΠ το 2015 εκτιμάται ότι το 2060 θα φτάσουν το 9.21% του ΑΕΠ. Ακολούθως στο οικ. .../4.5.2016 ενημερωτικό σημείωμα της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης γίνεται, στο Μέρος Α, συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκαλούν προβλήματα στη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και ειδικότερα: α) οι επιπτώσεις της κρίσης στην απασχόληση με διαγράμματα ως προς τη διαχρονική εξέλιξη του αριθμού των απασχολουμένων και του ποσοστού απασχόλησης καθώς και ως προς το πλήθος απασχολούμενων και συνταξιούχων κύριας σύνταξης 2008-2014, β) η επίπτωση της κρίσης στις αποδοχές των εργαζομένων με διάγραμμα για την εξέλιξη του δείκτη μισθών με διόρθωση εργασίμων ημερών, γ) στοιχεία για την εξέλιξη των εσόδων των ταμείων από ασφαλιστικές εισφορές, δ) στοιχεία για τα αποθεματικά των ταμείων, ε) εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης κύριων και επικουρικών συντάξεων, στ) ελλείμματα φορέων κύριας ασφάλισης, ζ) παράγοντες που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, η) πολυπλοκότητα και αδιαφάνεια του ισχύοντος συστήματος. Ειδικότερα, στον Πίνακα 2 “Εξέλιξη συνταξιοδοτικής δαπάνης 2009-2019” καταγράφεται η αύξηση της δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ από 13,71% το 2009 σε 16,29% το 2019 και αναφέρεται ότι “η αύξηση της δαπάνης για συντάξεις την περίοδο 1980-2009 ήταν πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη αύξηση του ΑΕΠ. Αυτό ερμηνεύεται τόσο από την αύξηση του αριθμού των συνταξιούχων (δημογραφικοί λόγοι, μικρότερη ηλικία συνταξιοδότησης, ασφάλιση αγροτισσών, δικαίωμα σύνταξης χηρείας σε άνδρες), όσο και από το γεγονός ότι η μέση σύνταξη των νέων συνταξιούχων ήταν υψηλότερη από αυτή των υφισταμένων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι ο αριθμός των συνταξιούχων μέσα σε 30 χρόνια σχεδόν διπλασιάστηκε και συγκεκριμένα από 1,1 εκατ. που ήταν το 1980 ανήλθε σε 2,3 εκατ. το 2009, ενώ το 2015 ο αριθμός των συνταξιούχων ανέρχεται σε 2,65 εκατ.”. Περαιτέρω, στον Πίνακα 3 “Εξέλιξη ελλείμματος φορέων κοινωνικής ασφάλισης” παρουσιάζεται η αύξηση του ελλείμματος από 6,63% το 2009 σε 9,03% το 2019 και σημειώνεται ότι παρά την ενσωμάτωση των μέτρων περιορισμού της δαπάνης η εξέλιξη του ελλείμματος των φορέων κοινωνικής ασφάλισης σε απόλυτα μεγέθη είναι αυξητική. Στον Πίνακα 4 “Μεταφορές από τον κρατικό προϋπολογισμό προς Φορείς Κύριας Ασφάλισης 2000-2015” παρουσιάζεται αύξηση από 85.602,38 εκατ. ευρώ σε 154.438,92 εκατ. ευρώ και αναφέρεται ότι η αποτύπωση των στοιχείων “καταδεικνύει και τα μεγάλα ελλείμματα που υφίστανται σε όλους σχεδόν τους ΦΚΑ, τα οποία...τα τελευταία έτη έχουν επιδεινωθεί λόγω της αύξησης της ανεργίας, της μείωσης των μισθών, της κρίσης που πλήττει τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους. Από τον...πίνακα προκύπτει ότι ο ΟΓΑ έχει απορροφήσει σχεδόν το 44% της χρηματοδότησης, λόγω του ότι το μεγαλύτερο μέρος των παροχών του έχει προνοιακό χαρακτήρα. Ακολουθεί το ΙΚΑ ΤΕΑΜ με 27% και ο ΟΑΕΕ με 10%. Ουσιαστικά την περίοδο 2000-2015 ο κρατικός προϋπολογισμός χρηματοδότησε το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για την καταβολή κύριων συντάξεων (μη συμπεριλαμβανομένης της συνταξιοδοτικής δαπάνης του Δημοσίου) σε ποσό ίσο με το 88% του ΑΕΠ έτους 2015, της χώρας”. Στη συνέχεια στο εν λόγω ενημερωτικό σημείωμα αναφέρεται ότι η βιωσιμότητα ενός διανεμητικού συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης εξαρτάται από δημογραφικούς παράγοντες (γήρανση πληθυσμού), από τις παραγωγικές δομές, την απασχόληση, την παραγωγικότητα της οικονομίας (τεχνολογικό επίπεδο, επιχειρηματικότητα, διάρθρωση του παραγωγικού ιστού), το επίπεδο του πληθωρισμού. Προκειμένου ένα τέτοιο σύστημα να είναι βιώσιμο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι εκάστοτε δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις, η δε κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα στο υφιστάμενο ασφαλιστικό σύστημα οφείλεται στη συστηματικά πλημμελή εφαρμογή των κανόνων που καθιστούν ένα διανεμητικό σύστημα βιώσιμο. Στο ενημερωτικό σημείωμα παρατίθενται οι παθογένειες και τα διαχρονικά προβλήματα του υφιστάμενου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: α) ιδιαίτερα ευνοϊκές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης οι οποίες διαφοροποιούνταν μεταξύ ομάδων ασφαλισμένων, β) μη συμβατά ποσοστά αναπλήρωσης με τις διαμορφούμενες οικονομικές συνθήκες στη χώρα (μέσο συντάξιμο μισθό, αριθμό απασχολουμένων, δημοσιονομική στενότητα), γ) διαφοροποιήσεις στους κανόνες εισφορών και παροχών τόσο μεταξύ νέων και παλαιών ασφαλισμένων όσο και μεταξύ ασφαλισμένων των επιμέρους Ταμείων, δ) διατήρηση ισχυρών αντικινήτρων παραμονής στην εργασία πέραν των ελάχιστα απαιτούμενων προϋποθέσεων, συντηρώντας εντός του ασφαλιστικού συστήματος παροχές προνοιακού χαρακτήρα, ε) στρέβλωση των κανόνων ανταποδοτικότητας του συστήματος, μέσω των διαδοχικών οριζόντιων περικοπών που εφαρμόστηκαν τα τελευταία έτη, στ) συντήρηση κοινωνικών πόρων υπέρ ομάδων ασφαλισμένων, με μετακύλιση των υποχρεώσεων των ομάδων αυτών στους φορολογούμενους. Τα ανωτέρω είχαν ως αποτέλεσμα τη σώρευση και διατήρηση σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα υψηλών ελλειμμάτων στο ασφαλιστικό σύστημα που απαιτούν ετησίως ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό που υπερβαίνει το 9% του ΑΕΠ, το γεγονός δε ότι η χρηματοδότηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης απαιτεί ετησίως την απορρόφηση του 40% των φορολογικών εσόδων, καθιστά προφανείς τις περιορισμένες δυνατότητες άσκησης άλλων μορφών πολιτικής μέσω του τακτικού προϋπολογισμού. Στο ενημερωτικό σημείωμα επισημαίνεται ότι σε δημοσιονομικούς όρους η ασφαλιστική μεταρρύθμιση αποσκοπεί στη βιωσιμότητα του συστήματος μακροπρόθεσμα συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας και παρατίθενται πίνακες για την εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης μετά τη μεταρρύθμιση και για τις δύο κατηγορίες συντάξεων (κύριες και επικουρικές) καθώς και για την εξέλιξη του ελλείμματος φορέων κύριας ασφάλισης μετά την μεταρρύθμιση. Περαιτέρω αποτυπώνονται οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης και εκτιμάται ότι θα βελτιωθούν τα οικονομικά αποτελέσματα των φορέων κύριας ασφάλισης κατά 1.000 εκ. ευρώ ή 0,53 του ΑΕΠ. και επομένως θα μειωθεί η ανάγκη κρατικής χρηματοδότησης. Αναφέρεται επίσης ότι “η φτώχεια έχει πια αλλάξει υπόσταση και από τους ηλικιωμένους της επαρχίας “μετακόμισε” στους νέους και ανέργους των αστικών κέντρων” και στο σχετικό διάγραμμα “Εξέλιξη σχετικού δείκτη φτώχειας διαφόρων ηλικιακών ομάδων” απεικονίζεται η σχετική επιτυχία της χώρας να προστατεύσει, ακόμα και εν μέσω κρίσης, το εισόδημα των ηλικιωμένων, σε αντίθεση με το ανησυχητικό φαινόμενο της αύξησης της σχετικής φτώχειας παιδιών και ατόμων σε παραγωγικές ηλικίες οι οποίες πλήττονται εισοδηματικά από τα αυξημένα ποσοστά ανεργίας. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω στοιχεία ο νομοθέτης αιτιολογεί τις ρυθμίσεις με βάση τις κρίσιμες παραμέτρους βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος που καταδεικνύουν την εξαιρετικά δυσμενή κατάσταση που έχει περιέλθει το σύστημα από τη διαρκή χειροτέρευση θεμελιωδών μεταβλητών, όπως είναι η δημογραφική γήρανση, η ανεργία και η οικονομική ύφεση, η σχέση ασφαλισμένων προς συνταξιούχους, που επιδρούν αποφασιστικά στη βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, με συνέπεια να τίθεται επιτακτικά η ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που να εγγυάται τη διατήρησή του κατʼ επιταγήν του Συντάγματος. Ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

26. Επειδή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα μειοψήφησαν οι Αντιπρόεδροι Ειρ. Σαρπ, Ιωαν. Γράβαρης και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου (ήδη Αντιπρόεδρος κατά το χρόνο των διασκέψεων), Γ. Ποταμιάς, Ευθ. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Αν. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Π. Χαμάκος, Ελ. Παπαδημητρίου, και Μ. Σωτηροπούλου, προς τη γνώμη των οποίων συντάχθηκε η Πάρεδρος Σ. Παπακωνσταντίνου, οι οποίοι υποστήριξαν τα εξής: Αντικείμενο του μνημονευόμενου στη σκέψη 24, υπό στοιχ. 1 κειμένου της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, όπως αναφέρεται στο προοίμιο αυτού, ήταν να αποτυπώσει τις αναλογιστικές προβολές που διενήργησε η Εθνική Αναλογιστική Αρχή τον Απρίλιο του 2016 με σκοπό την εκτίμηση της χρηματοοικονομικής εξέλιξης του συνταξιοδοτικού συστήματος για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ, τον ΟΓΑ και το Δημόσιο, «υπό το πρίσμα της επικείμενης μεταρρύθμισης» (σελ. 1), τα αποτελέσματα δε των αναλογιστικών αυτών προβολών έτυχαν αξιολόγησης από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας (Ιnternational Labour Office, ILO). Ειδικότερα, στη μελέτη αυτή παρατίθενται πίνακες για καθέναν από τους ανωτέρω ασφαλιστικούς φορείς (με τίτλους «Δημογραφική Προβολή - Πλήθος Συντάξεων, 2015-2060» και «Προβολή Συνολικών Παροχών, 2015-2060»), καθώς και συγκεντρωτικοί πίνακες για το σύνολο των τεσσάρων φορέων (με τίτλους «Δημογραφική Προβολή 2015-2060» και «Προβολή Εισφορών και Συνολικών Παροχών, 2015-2060»), οι οποίοι ερευνούν τη δημογραφική εξέλιξη και την εξέλιξη της συνταξιοδοτικής δαπάνης για τις κύριες συντάξεις που θα απονέμει ο Ε.Φ.Κ.Α. υπό το ισχύον (τότε) ασφαλιστικό καθεστώς (status quo scenario) και υπό το καθεστώς της μεταρρύθμισης που επιχειρείται με το ν. 4387/2016 (reform scenario). Οι πίνακες αυτοί συντάχθηκαν βάσει των στατιστικών και οικονομικών στοιχείων καθώς και των αναλυτικών πληροφοριών που παρασχέθηκαν στην Εθνική Αναλογιστική Αρχή από τα εν λόγω ταμεία, οι δε εκτιμήσεις της Αρχής για το σενάριο της μεταρρύθμισης (reform scenario) «στηρίχθηκαν στο Ν. 4336/2015 και στα αναφερόμενα στο σχέδιο νόμου όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 22α Απριλίου 2016 και παραδόθηκε στην ΕΑΑ.» (σελ. 9). Οι εν λόγω πίνακες εμφανίζουν τα κύρια αποτελέσματα των εκτιμήσεων της Αρχής, συγκρίνοντας το σενάριο για το ισχύον σύστημα (status quo scenario) με το σενάριο της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης (reform scenario) και καταλήγουν σε συγκριτικά συμπεράσματα όσον αφορά τα προκύπτοντα δεδομένα των δύο σεναρίων (status quo και reform scenaria) σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη και τον λόγο συνταξιούχων/ασφαλισμένων, το ύψος της παροχής σε ποσοστό του Α.Ε.Π. και την πορεία της συνταξιοδοτικής δαπάνης. Σύμφωνα με το τελικό συμπέρασμα της μελέτης «Μακροπρόθεσμα εκτιμάται ότι το ανταποδοτικό/αναλογικό τμήμα των παροχών σχεδόν καλύπτεται από τα έσοδα από εισφορές». Από τα ανωτέρω προκύπτει, όμως, ότι η επίμαχη μελέτη δεν περιλαμβάνει όλα τα ταμεία κύριας ασφάλισης τα οποία εντάχθηκαν στον Ε.Φ.Κ.Α. και, ειδικότερα, δεν περιέχει καμία αναφορά στο Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων. Ειδικότερα, οι εντασσόμενοι στον Ε.Φ.Κ.Α. φορείς που μελετήθηκαν είναι το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (δεν περιλαμβάνονται τα ενταγμένα ταμεία και το ΤΑΠ-ΔΕΗ), ο ΟΑΕΕ, ο ΟΓΑ και το Δημόσιο, οι οποίοι, όπως αναφέρεται στη μελέτη (σελ. 10), αντιστοιχούν, για την κύρια ασφάλιση, περίπου στο 93% των ασφαλισμένων, στο 95% των συντάξεων και στο 92% της συνταξιοδοτικής δαπάνης. Επομένως, η απόκλιση, η οποία προκαλείται στα συμπεράσματα της μελέτης από την παράλειψη αυτή, αντιστοιχούσα, ενόψει των ανωτέρω διαλαμβανομένων στην ίδια μελέτη, στο 7% των ασφαλισμένων, στο 5% των συντάξεων και στο 8% της συνταξιοδοτικής δαπάνης, συνιστά μέγεθος ικανό - σε συνδυασμό και με το άγνωστο, ελλείψει στοιχείων σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού τους, μέγεθος των εσόδων του Ε.Φ.Κ.Α. που θα προέρχονται από τους ασφαλισμένους του ως άνω φορέα αλλά και γενικότερα - να μεταβάλει τα συμπεράσματα των προβολών, ενόψει της ουσιαστικής επίδρασης που ενδέχεται να έχει στη διαμόρφωση του ποσοστού της προσδοκώμενης από την ασφαλιστική μεταρρύθμιση μείωσης της συνταξιοδοτικής δαπάνης. Περαιτέρω, η επίμαχη μελέτη καταφάσκει τη βιωσιμότητα του Ε.Φ.Κ.Α. χωρίς να λαμβάνει υπόψη το κόστος της διατήρησης της προσωπικής διαφοράς που προκύπτει από τον επανυπολογισμό του ανταποδοτικού μέρους των καταβαλλόμενων έως την έναρξη ισχύος του ν. 4387/2016 συντάξεων, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 33 αυτού, η οποία επίσης επηρεάζει την προσδοκώμενη μείωση της συνολικής συνταξιοδοτικής δαπάνης. Η έλλειψη αυτή προκύπτει από την ίδια την μελέτη, στην οποία αναφέρεται (σελ. 10) ότι «Στην παρούσα άσκηση δεν έχουν ληφθεί υπόψη: ..... Οι προσωπικές διαφορές στις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις που θα προκύψουν, σύμφωνα με το άρθρο 14 του σχεδίου νόμου, από την αναπροσαρμογή/επανυπολογισμό τους, καθώς και [i] η καταβολή της διαφοράς σταδιακά και ισόποσα εντός πέντε ετών, στην περίπτωση που το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μικρότερο από αυτό που προκύπτει από τον επανυπολογισμό τους. [ii] ο συμψηφισμός της διαφοράς με μελλοντικές αυξήσεις των συντάξεων, στην περίπτωση που το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μεγαλύτερο από αυτό που προκύπτει από τον επανυπολογισμό τους». Τέλος, η μελέτη δεν έχει λάβει υπʼ όψη της, όπως ρητώς αναφέρεται σʼ αυτήν (σελ. 10), τα «λοιπά έσοδα και λειτουργικά έξοδα, καθώς και περιουσιακά στοιχεία», ούτε απεικονίζει με παράθεση σχετικών στοιχείων την οικονομική κατάσταση των φορέων κύριας κοινωνικής ασφαλίσεως, οι οποίοι εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. σύμφωνα με το άρθρο 53 του ν. 4387/2016 και των οποίων το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού περιέρχεται αυτοδίκαια στον Ε.Φ.Κ.Α. ως καθολικό διάδοχό τους σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 1 του ίδιου νόμου, και, κατʼ ακολουθία, δεν συνυπολογίζει στη συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη τις υποχρεώσεις και τα ελλείμματα των φορέων που συγχωνεύονται στον Ε.Φ.Κ.Α., τα οποία αποτελούν μεγέθη που επίσης επηρεάζουν τη συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη. Υπό τα ως άνω δεδομένα, όμως, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, ενόψει δηλαδή των ανωτέρω ελλείψεων, τις οποίες παρουσιάζει η επίμαχη μελέτη και οι οποίες επισημαίνονται σʼ αυτήν, προκύπτουσες ευθέως από το περιεχόμενό της, η εν λόγω μελέτη δεν τεκμηριώνει επαρκώς τη βιωσιμότητα του Ε.Φ.Κ.Α. και, κατʼ ακολουθία, τη δυνατότητα του εν λόγω ασφαλιστικού φορέα να χορηγεί τις προβλεπόμενες από το ν. 4387/2016 συνταξιοδοτικές παροχές και, συνεπώς, δεν αποτελεί την απαιτούμενη, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, αναλογιστική μελέτη. ’λλωστε, το γεγονός ότι η επίμαχη μελέτη ήταν ελλιπής συνάγεται και από το γεγονός ότι ένα περίπου έτος μετά τη δημοσίευση του ν. 4387/2016 ο νομοθέτης με το ν. 4472/2017 τροποποίησε την περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 4387/2016 και μείωσε το ποσό της προσωπικής διαφοράς που θα ελάμβαναν οι ήδη συνταξιούχοι αν το ποσό της συντάξεώς τους ήταν μεγαλύτερο από αυτό που προέκυπτε μετά τον επανυπολογισμό της με βάση τις διατάξεις του ν. 4387/2016. Για την τροποποίηση δε αυτή με το νεότερο νόμο γίνεται επίκληση στη σχετική αιτιολογική έκθεση της ανάγκης «περιχαράκωση[ς] της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος», με συνέπεια να εμφανίζεται ότι με το ν. 4387/2016 δεν είχε εξασφαλισθεί, ενόψει της υποχρεωτικής ασφαλίσεως σε ασφαλιστικούς οργανισμούς με την μορφή ν.π.δ.δ., η βιωσιμότητα του ΕΦΚΑ. Οι ελλείψεις δε αυτές της ανωτέρω μελέτης δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το Διεθνές Γραφείο Εργασίας θεώρησε ότι τα συνολικά αποτελέσματα αυτής, που στηρίζονται σε στοιχεία τα οποία αφορούσαν το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, τον ΟΑΕΕ, τον ΟΓΑ και το Δημόσιο, είναι συνεκτικά και εύλογα. Περαιτέρω, οι ανωτέρω ελλείψεις δεν αναπληρώνονται από τα λοιπά στοιχεία που προσκομίσθηκαν στο Δικαστήριο και παρατίθενται στη σκέψη 24, δεδομένου ότι στα στοιχεία αυτά επισημαίνονται απλώς και αναλύονται προβλήματα του ισχύοντος έως τον ν. 4387/2016 ασφαλιστικού συστήματος (στοιχεία υπʼ αριθ. 2-4), προτείνεται διαφορετικό ασφαλιστικό σύστημα σε σχέση με το σύστημα που θεσπίσθηκε με το ν. 4387/2016 (στοιχείο υπʼ αριθ. 5) και εξετάζεται το ζήτημα των εύλογων δαπανών για την εξασφάλιση αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης (στοιχεία υπʼ αριθ. 6-7). Εξάλλου, η ανωτέρω μελέτη της Αναλογιστικής Αρχής δεν προηγήθηκε της καταρτίσεως του σχεδίου νόμου, ώστε τα συμπεράσματα αυτής να ληφθούν υπόψη κατά την οργάνωση του νέου ασφαλιστικού συστήματος, αλλά καταρτίσθηκε ενόψει των ρυθμίσεων οι οποίες περιείχοντο ήδη στο τεθέν υπόψη της Αρχής σχέδιο νόμου και αποτελούν το περιεχόμενο του τελικώς ψηφισθέντος ν. 4387/2016. Συνεπώς, κατά τη γνώμη αυτή, ο αφορών την αναλογιστική μελέτη λόγος είναι βάσιμος. ’λλωστε, με τις 1880/2019 και 1888/2019 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες εκδόθηκαν επί υποθέσεως που συζητήθηκαν κατά την αυτή δικάσιμο με την παρούσα υπόθεση, κρίθηκε ότι αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος η δια των άρθρων 39, 40 και 41 του ν. 4387/2016 θέσπιση ασφαλιστικών εισφορών για την υπαγωγή στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. των μη μισθωτών ασφαλισμένων στο ίδιο ποσοστιαίο ύψος με εκείνο των ασφαλιστικών εισφορών που προβλέπει ο νόμος για την ασφάλιση των μισθωτών, ενόψει δε αυτού κλονίζεται έτι περαιτέρω η αξιοπιστία της ανωτέρω μελέτης της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, η οποία έχει λάβει υπόψη για τα συμπεράσματά της το ανωτέρω, κριθέν ως αντισυνταγματικό, ύψος των ασφαλιστικών εισφορών.

27. Επειδή, περαιτέρω, ως προς την κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 22 υποχρέωση του νομοθέτη να τεκμηριώσει την επάρκεια των παροχών που χορηγεί ο ασφαλιστικός οργανισμός ή οι ασφαλιστικοί οργανισμοί που λειτουργούν στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος, υπό την έννοια της μη παραβίασης του συνταγματικού πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, και, ειδικότερα, ως προς το ζήτημα του τρόπου τεκμηρίωσης της εν λόγω επάρκειας, σχηματίσθηκαν κατά την πρώτη ψηφοφορία τρεις γνώμες. Κατά την πρώτη σχετικώς πλειοψηφήσασα γνώμη, την οποία υποστήριξαν οι Σύμβουλοι Μ. Γκορτζολίδου, Ευαγγ. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, Δ. Κυριλλόπουλος, Ολ. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλης, Δ. Μακρής, Μ. Πικραμένος, Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή, Π. Μπραΐμη, Μ. Σωτηροπούλου και Αγ. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, η προστασία της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος αποτελεί υποχρέωση του νομοθέτη που επιβάλλει, όταν διαπιστώνεται μεταβολή των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που εγκυμονεί κινδύνους για αυτή, την αναπροσαρμογή των ασφαλιστικών παροχών και εισφορών και τον επανακαθορισμό των προϋποθέσεων θεμελίωσης του ασφαλιστικού δικαιώματος καθώς και τη διάθεση κρατικών οικονομικών πόρων για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος. Όταν στο πλαίσιο τέτοιου σχεδίου αποφασίζεται νομοθετική παρέμβαση με τη θέσπιση νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, με αποτέλεσμα την αναδιαμόρφωση των παροχών που χορηγεί ο ασφαλιστικός οργανισμός ή οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος, ο νομοθέτης πρέπει: α) να αιτιολογεί τις ρυθμίσεις με μελέτες, στοιχεία και δεδομένα που τεκμηριώνουν τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και ειδικότερα τη συνολική οικονομική κατάσταση του συστήματος με την εξέλιξη της πορείας των εσόδων έναντι των δαπανών από την οποία να προκύπτει η δυνατότητα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να ανταποκρίνονται στην κατά το Σύνταγμα αποστολή τους, β) να καθορίζει παροχές στους συνταξιούχους που επιτρέπουν την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, δηλαδή εισοδήματος ικανού να διασφαλίσει όχι μόνο τους όρους της φυσικής τους υπόστασης αλλά και τη δυνατότητα συμμετοχής τους στην κοινωνική ζωή, με γνώμονα πάντοτε τα όρια που επιτρέπει η βιωσιμότητα του συστήματος και με σεβασμό στη διαγενεακή αλληλεγγύη που επιβάλλει οι ρυθμίσεις του συστήματος να εγγυώνται την καταβολή αξιοπρεπούς επιπέδου παροχών και για τις μελλοντικές γενιές. Η τεκμηρίωση αυτή μπορεί να προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του οικείου νομοσχεδίου ή της οικείας πρότασης νόμου, την κατʼ άρθρο 75 παρ. 2 του Συντάγματος έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, κάθε άλλο σχετικό κείμενο που ελήφθη υπόψη για τη σύνταξη των αντιστοίχων διατάξεων ή για την ψήφισή τους στη Βουλή, αλλά και από τις απόψεις της Διοίκησης στο Δικαστήριο (βλ. ΣτΕ Ολομ. 691/2013 σκέψη 13, 1901/2014 σκέψη 12, 2192/2014 σκέψη 21, 4003/2014 σκέψη 11, 15/2015 σκέψη 22, 425/2015 σκέψη 31), ακόμη δε και από άλλα σχετικά επίσημα στοιχεία που έχουν λάβει ευρεία δημοσιότητα (όπως οι στατιστικές αναφορές της ΕΛΣΤΑΤ, μελέτες εκπονηθείσες με επιμέλεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ.ά.). Κατά τη δεύτερη γνώμη, την οποία υποστήριξαν η προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Ειρ. Σάρπ και οι Σύμβουλοι Αικ. Χριστοφορίδου, Ευθ. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Μ. Παπαδοπούλου, Αν. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου και Π. Χαμάκος, με την οποία συντάχθηκαν οι Πάρεδροι της συνθέσεως, προκειμένου ο νομοθέτης να τεκμηριώσει την επάρκεια, υπό την ανωτέρω έννοια, των παροχών που χορηγεί ο ασφαλιστικός οργανισμός ή οι ασφαλιστικοί οργανισμοί που λειτουργούν στο πλαίσιο του νέου ασφαλιστικού συστήματος, οφείλει, πριν από την ψήφιση του νόμου που θεσπίζει το νέο ασφαλιστικό σύστημα και ρυθμίζει εκ νέου τους όρους και τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των ασφαλιστικών παροχών όλων των ασφαλιστικών φορέων, να έχει προκαλέσει, ενόψει και της πολυπλοκότητας και του τεχνικού εν πολλοίς χαρακτήρα των σχετικών εκτιμήσεων, την εκπόνηση επιστημονικά τεκμηριωμένης μελέτης ή μελετών από πρόσωπα που διαθέτουν τις κατάλληλες προς τούτο γνώσεις, από τις οποίες να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο η επάρκεια των χορηγούμενων παροχών και η εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερα προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου. Τέλος, κατά την τρίτη άποψη, την οποία υποστήριξαν ο Αντιπρόεδρος Ιωάν. Γράβαρης και οι Σύμβουλοι Γ. Παπαγεωργίου (ήδη Αντιπρόεδρος κατά το χρόνο των διασκέψεων), Γ. Ποταμιάς και Ελ. Παπαδημητρίου, ο νομοθέτης του ν. 4387/2016, θεσπίζοντας το επίδικο ασφαλιστικό σύστημα σε συνέχεια προς τις ανωτέρω 2287 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, όφειλε, προκειμένου να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους των προβλεπόμενων με αυτό ασφαλιστικών παροχών κατά τρόπο ώστε να επαρκούν, ενόψει της συγκεκριμένης κοινωνικοοικονομικής συγκυρίας, για τους σκοπούς που κατά το Σύνταγμα επιδιώκουν, να έχει στηριχθεί για τις ρυθμίσεις του, συμμορφούμενος, κατά την αρχή του Κράτους Δικαίου, προς τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη που κρίθηκε αναγκαία και περιγράφηκε αναλυτικά στις πιο πάνω αποφάσεις της Ολομελείας. Τούτο, άλλωστε, ρητώς εξαγγέλλεται, κατά τα προεκτεθέντα, στην ίδια την αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού. [«Βάσει των ειδικών μελετών που έχουν ήδη καταρτισθεί, σύμφωνα με τα κριτήρια της νομολογίας (μνημονεύονται οι εν λόγω αποφάσεις της Ολομέλειας) και θα κατατεθούν στη Βουλή κατά την ψήφιση του νόμου (....)]. Ερευνητέο, συνεπώς, εν προκειμένω είναι εάν πράγματι για τη θέσπιση των συγκεκριμένων ρυθμίσεων είχε συνταχθεί, σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, και έπειτα μάλιστα από τις κριθείσες με αυτήν ως αντισυνταγματικές μειώσεις των συντάξεων, η κατά τʼ ανωτέρω μελέτη, από την οποία να προκύπτει, μεταξύ άλλων, κατά τρόπο κατανοητό και δικαστικά ελέγξιμο στις βασικές της θέσεις, κατά πόσον το ύψος των παροχών που θεσπίζει το νέο ασφαλιστικό σύστημα, συνδυαζόμενο με το σύνολο των υφισταμένων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών, εξασφαλίζει για τους συνταξιούχους επίπεδο ζωής σύμφωνο με τον πυρήνα του συνταγματικού τους δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση, όπως το περιεχόμενό του προσδιορίσθηκε επίσης στις πιο πάνω αποφάσεις. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα καμία από τις ως άνω τρεις γνώμες δε σχημάτισε απόλυτη πλειοψηφία. Κατόπιν αυτού, και κατʼ εφαρμογή του άρθρου 34 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, τα τέσσερα μέλη που υποστήριξαν την ασθενέστερη (τρίτη) γνώμη προσχώρησαν στη δεύτερη γνώμη, η οποία έτσι έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία των μελών.

28. Επειδή, όπως εκτέθηκε ήδη (σκέψη 4) με τις υπʼ αριθμ. 1890/2019 και 1889/2019 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες εκδόθηκαν μετά την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως, επί αιτήσεων ακυρώσεως άλλων αιτούντων κατά των υπό στοιχ. β΄ και γ΄ προσβαλλομένων πράξεων, ακυρώθηκαν, αντιστοίχως, στο σύνολό τους, οι προσβαλλόμενες και με το υπό κρίση δικόγραφο αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης 25909/470/7.6.2016, με τίτλο «Αναπροσαρμογή καταβαλλόμενων συντάξεων του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης» (β΄ προσβαλλόμενη), και 23123/785/7.6.2016, με τίτλο «Καθορισμός των τεχνικών παραμέτρων σχετικά με τις παροχές του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης» (γ΄ προσβαλλόμενη). Η ακύρωση των ανωτέρω πράξεων έγινε, μεταξύ άλλων, με την αιτιολογία ότι δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο καμία αναλογιστική μελέτη, από την οποία να προκύπτει ότι εξετάσθηκε η βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφάλισης του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. και ότι ενόψει των συμπερασμάτων της μελέτης αυτής θεσπίσθηκαν οι ρυθμίσεις του ν. 4387/2016 που αφορούν το νέο τρόπο υπολογισμού των επικουρικών συντάξεων για τους μελλοντικούς συνταξιούχους και τον αυτόματο μηχανισμό εξισορρόπησης των ελλειμμάτων του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., τον επανυπολογισμό – αναπροσαρμογή των ήδη καταβαλλόμενων, κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού, επικουρικών συντάξεων και την μεταβατική αύξηση των εισφορών για την εξαετία 2016 έως 2022. Με το δεδομένο δε αυτό, της ελλείψεως, δηλαδή, οποιασδήποτε αναλογιστικής μελέτης, η οποία να προκύπτει ότι είχε εκπονηθεί πριν από την ψήφιση του νόμου και να τεκμηριώνει τη βιωσιμότητα του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., ενόψει των ανωτέρω ρυθμίσεων του ν. 4387/2016, οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 96 παρ. 1 και 4 του νόμου αυτού κρίθηκαν αντισυνταγματικές και οι προσβληθείσες υπουργικές αποφάσεις που εφαρμόζουν τις ανωτέρω διατάξεις ακυρώθηκαν στο σύνολό τους. Η διαπιστωθείσα, όμως, με τις ανωτέρω ακυρωτικές αποφάσεις έλλειψη τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας του κλάδου επικουρικής ασφαλίσεως του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. θέτει εν αμφιβόλω τη δυνατότητα του εν λόγω φορέα να παρέχει επικουρικές παροχές, στο ύψος μάλιστα που επικαλείται η Διοίκηση, και, κατʼ επέκταση, επηρεάζει το ύψος και, επομένως, την επάρκεια των παρεχομένων σύμφωνα με το ν. 4387/2016 συνολικών συνταξιοδοτικών παροχών [αθροίσματος δηλαδή, κύριας (εθνικής και ανταποδοτικής) και επικουρικής συντάξεως], τόσο στους μελλοντικούς, όσο και στους παλαιούς συνταξιούχους· καθόσον οι προβλεπόμενες συνολικές συνταξιοδοτικές παροχές πρέπει να διασφαλίζουν υπέρ των συνταξιούχων, κατά τα ήδη εκτιθέμενα, ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, κατά το δυνατόν εγγύτερο εκείνου το οποίο αυτοί είχαν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ειδικότερα, η δυνατότητα χορήγησης της παροχής που υπολογίζεται ότι θα παρέχει ο ως άνω επικουρικός φορέας (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.) και η οποία προστίθεται στην κύρια σύνταξη, προκειμένου να προκύψει η συνολική συνταξιοδοτική παροχή (άθροισμα κύριας και επικουρικής παροχής) που παρέχει το σύστημα του ν. 4387/2016 [βλ. πίνακα 9 (παραδείγματα υπολογισμού σύνταξης μισθωτού ασφαλισμένου) στη σελίδα 26 του οικ..../4.5.2016 ενημερωτικού σημειώματος της Προϊσταμένης Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης] και η οποία, σύμφωνα με το ανωτέρω σημείωμα, συγκρινόμενη με το μέσο όρο αποδοχών του ασφαλισμένου σε ολόκληρο τον ασφαλιστικό του βίο και τα χρόνια ασφαλίσεως αυτού, εξασφαλίζει αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχε ο ασφαλισμένος κατά τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου, κλονίζεται ως προς το ύψος της παροχής, εφόσον δεν αποδεικνύεται η βιωσιμότητα του επικουρικού φορέα και, επομένως, η δυνατότητά του να χορηγεί παροχές (επικουρικές συντάξεις) στο ύψος αυτό. Με τα δεδομένα όμως αυτά, κλονίζεται συγχρόνως το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής (κύριας και επικουρικής), στο οποίο, σύμφωνα με το ανωτέρω σημείωμα, θα ανέρχεται αυτή, υπό το θεσπιζόμενο με το ν. 4387/2016 ασφαλιστικό σύστημα. Συνεπώς, εφόσον το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016 δεν είναι βέβαιον, η έρευνα από το Δικαστήριο της τεκμηρίωσης της επάρκειας της συνολικής αυτής παροχής από τη Διοίκηση και, κατʼ ακολουθία, η εξέταση των κειμένων - μελετών που συνοδεύουν το ν. 4387/2016 και αναφέρονται στη σκέψη 24, κατά το μέρος που αποβλέπουν στην απόδειξη της επάρκειας αυτής, καθίσταται αλυσιτελής. Ενόψει, δε, των ανωτέρω και ανεξαρτήτως τυχόν πλημμελειών που φέρουν τα ανωτέρω κείμενα-μελέτες, εφόσον, κατά τα ήδη κατά τα ανωτέρω κριθέντα, δεν τεκμηριώνεται το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής την οποία χορηγεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα του ν. 4387/2016, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη ΚΥΑ είναι ακυρωτέα, διότι, κατά παράβαση του Συντάγματος (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 και 4 και 106 παρ. 1), θεσπίσθηκε ο επανυπολογισμός των καταβαλλομένων συντάξεων χωρίς, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, να υπάρχει επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη που να αποδεικνύει την επάρκεια των χορηγούμενων από το ν. 4387/2016 παροχών και την εξασφάλιση με αυτές αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερο προς εκείνο που είχαν τα μέλη του αιτούντος σωματείου και οι λοιποί αιτούντες κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου.

29. Επειδή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες: Α) Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Δ. Κυριλλόπουλου οι αιτούντες δεν έχουν έννομο συμφέρον για την προβολή του λόγου αυτού. Τούτο δε, διότι δεν αναφέρουν ειδικώς άπαντα τα στοιχεία τα οποία έπρεπε να ληφθούν υπʼ όψιν για τη σύνταξη της μελέτης. Στα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται ασφαλώς και οι αναληφθείσες υποχρεώσεις, οι οποίες, στην περίπτωση που αποτελούσαν παράγοντα της μελέτης, θα οδηγούσαν ενδεχομένως και σε μεγαλύτερη αναπροσαρμογή των συντάξεων. Β) Κατά η γνώμη της Συμβούλου Όλ. Ζύγουρα, εν όψει των προεκτεθέντων, ήτοι, εφʼ όσον κατά τα γενόμενα ανωτέρω δεκτά, μετά την ακύρωση των σχετικών με τον υπολογισμό των επικουρικών παροχών πράξεων (β΄ και γ΄ προσβαλλομένων με την κρινομένη αίτηση πράξεων) κλονίζεται το ύψος της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής -και, συνεπώς, αποβαίνει ακυρωτέα για τον λόγο αυτό η (α΄) προσβαλλομένη πράξη- παρέλκει, εν πάση περιπτώσει, η εξέταση των λόγων, με τους οποίους αμφισβητείται η επάρκεια της τεκμηριώσεως της πληττομένης εν προκειμένω ρυθμίσεως, αφορώσης στον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών παροχών, από της απόψεως εναρμονίσεως τούτων προς τις κατά τα άρθρα 2 παρ.1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος αρχές. Γ) Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Κ. Κουσούλη δεν καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα από το Δικαστήριο της τεκμηρίωσης της επάρκειας της συνολικής παροχής, διότι η διαγνωσθείσα με προηγούμενες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας αντίθεση στο Σύνταγμα, που συνεπάγεται η μη εκπόνηση αναλογιστικών μελετών για τον καθορισμό του ύψους των επικουρικών συντάξεων του ν. 4387/2016 και των κατʼ εξουσιοδότηση αυτού προσβαλλόμενων κανονιστικών πράξεων, δεν καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο της επάρκειας των συνταξιοδοτικών παροχών που καταβάλλονται δυνάμει του ως άνω νόμου. Και τούτο, διότι η βιωσιμότητα του ΕΤΕΑΕΠ, η οποία αποτελεί αντικείμενο αναλογιστικής μελέτης, αποτελεί ζήτημα διακριτό και αυτοτελές σε σχέση με εκείνο της επάρκειας του συνόλου των παροχών του νέου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο αναλογιστικής μελέτης, δεδομένου ότι η κρίση περί μη τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου ότι οι επιλεγείσες παροχές δεν εξασφαλίζουν, ως σύνολο, επίπεδο διαβίωσης εγγύς εκείνου που οι συνταξιούχοι είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ενόψει της αυτοτέλειας των δύο ζητημάτων, τυχόν κλονισμός της τεκμηρίωσης της βιωσιμότητας του ΕΤΕΑΕΠ δεν συνεπάγεται αναπόδραστα την αδυναμία εξέτασης της επάρκειας των συγκεκριμένων παροχών, τις οποίες αμφισβητούν οι αιτούντες με τον υπό εξέταση λόγο ακυρώσεως. Δ) Κατά τη γνώμη, τέλος, των Συμβούλων Δ. Μακρή και Μιχ. Πικραμένου ο λόγος ακυρώσεως, όπως προβάλλεται, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι κατά τα αναφερθέντα στην μειοψηφούσα γνώμη τους στις σκέψεις 23 και 27, δεν απαιτείται η σύνταξη αναλογιστικής μελέτης ή ειδικής επιστημονικής μελέτης για τον επανυπολογισμό των ήδη καταβαλλομένων συντάξεων, αλλά οι νέες ρυθμίσεις πρέπει να τεκμηριώνονται με βάση μελέτες, στοιχεία και δεδομένα που καταδεικνύουν τη βιωσιμότητα του συστήματος και τη διασφάλιση της διαγενεακής αλληλεγγύης, εντός δε αυτού του πλαισίου τη χορήγηση παροχών αξιοπρεπούς επιπέδου στους συνταξιούχους.

30. Επειδή, η κατοχυρωμένη κατά τα ανωτέρω, με το άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, αρχή της ισότητας των πολιτών ενώπιον του νόμου και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αποτελεί συνταγματικό κανόνα, ο οποίος δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη κατά την άσκηση του νομοθετικού έργου. Η δέσμευση αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κατʼ άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών με ίσους όρους στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφαλίσεως (Σ.τ.Ε. Ολομ. 1285/2012 Ολομ. 3231/2008, Ολομ. 3923/2010). Εξ άλλου, σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών ο νομοθέτης μπορεί, κατʼ αρχήν, όπως εκτέθηκε, να θεσπίζει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος, συνιστάμενα, μεταξύ άλλων, σε μείωση ή περικοπή των συνταξιοδοτικών παροχών, η δυνατότητά του όμως αυτή οριοθετείται, εκτός από τις ανωτέρω αρχές της ισότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος) και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), η οποία προϋποθέτει στάθμιση από τον ίδιο τον νομοθέτη, αφενός, του υπηρετούμενου από τα θεσπιζόμενα μέτρα σκοπού και, αφʼ ετέρου, των επιπτώσεων από την επέμβασή του στα δικαιώματα και τις νόμιμες προσδοκίες των συνταξιούχων και, γενικότερα, των θιγομένων από την μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος. Συνεπώς, οποιαδήποτε νομοθετική παρέμβαση συντελείται στο πλαίσιο μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος με στόχο τη διασφάλιση της βιωσιμότητάς του και τη συνέχιση της ομαλής λειτουργίας του, απαιτείται από το Σύνταγμα να μην παραβιάζει τις ανωτέρω αρχές. Ενόψει δε και της αρχής της αναλογικότητας, κατά τη λήψη νομοθετικών μέτρων, με τα οποία επέρχονται μειώσεις ή περικοπές συντάξεων στο πλαίσιο ήδη υφισταμένων συνταξιοδοτικών σχέσεων, επιβάλλεται να τηρείται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός των δικαιωμάτων και των νόμιμων προσδοκιών των συνταξιούχων, διαμορφωμένων ήδη ως εκ της προϋπάρχουσας νομικής και πραγματικής τους κατάστασης και αφετέρου του δημοσίου συμφέροντος το οποίο υπηρετείται με την επιβολή των μέτρων αυτών. Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε (σκέψη 8), στο πλαίσιο των εφαρμοζόμενων στο δίκαιο της κοινωνικής ασφαλίσεως αρχών της κοινωνικής αλληλεγγύης, η χορηγούμενη από τον ασφαλιστικό φορέα παροχή δεν απαιτείται να αντιστοιχεί ευθέως σε καταβληθείσες εισφορές του ασφαλισμένου ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματός του, η έλλειψη όμως αυτή αντιστοιχίας δεν πρέπει να υπερβαίνει το ανεκτό κατά το Σύνταγμα όριο, πέραν του οποίου απολήγει σε χορήγηση ασφαλιστικής παροχής το ύψος της οποίας, ενόψει των καταβληθεισών από τον ασφαλισμένο εισφορών βάσει των συνολικών αποδοχών του και του συνολικού χρόνου ασφαλίσεώς του, παραβιάζει τις ανωτέρω συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, έκφανση της οποίας είναι και η αρχή της ανταποδοτικότητας, οι οποίες επιβάλλουν την ύπαρξη μιας στοιχειώδους αναλογίας μεταξύ των καταβληθεισών από τον ασφαλισμένο εισφορών βάσει των συνολικών αποδοχών του και των καταβαλλομένων σʼ αυτόν παροχών. Εν προκειμένω, με τις ρυθμίσεις του άρθρου 14 του ν. 4387/2016, οι καταβαλλόμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού κύριες συντάξεις επανυπολογίζονται σε εφαρμογή των ενιαίων κανόνων του Ε.Φ.Κ.Α., αποτελούμενες πλέον και αυτές από δύο τμήματα - εθνικής και ανταποδοτικής σύνταξης - για τον υπολογισμό δε του ανταποδοτικού τμήματος λαμβάνεται υπόψη ο συντάξιμος μισθός επί του οποίου κανονίσθηκε η ήδη χορηγηθείσα σύνταξη, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί πριν την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου, και επί του μισθού αυτού εφαρμόζονται τα ποσοστά αναπληρώσεως που θεσπίζονται με το άρθρο 8 του εν λόγω νόμου, στο οποίο παραπέμπει ρητώς η περίπτωση α΄ της παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου 14, αναλόγως των ετών ασφαλίσεως βάσει των οποίων κανονίσθηκε η επανυπολογισθείσα σύνταξη. Τα ποσοστά αυτά κυμαίνονται από 11,5% για 15 έτη ασφάλισης έως και 46,80% για 42 έτη, ως βάση δε υπολογισμού του ανταποδοτικού μέρους των κύριων συντάξεων για τους μελλοντικούς συνταξιούχους λαμβάνεται υπόψη, υπό την ισχύ του νέου ν. 4387/2016, ο μέσος όρος των αποδοχών του συνολικού εργασιακού βίου και όχι ο μέσος όρος των αποδοχών των τελευταίων ετών ή του τελευταίου έτους πριν από την έξοδο του συνταξιούχου από την υπηρεσία. Περαιτέρω, για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης, τόσο στο πλαίσιο του επανυπολογισμού των ήδη καταβαλλόμενων, όσο και του υπολογισμού των μελλοντικών συντάξεων, λαμβάνονται υπόψη τα κατʼ έτος ποσοστά αναπληρώσεως που ισχύουν για κάθε επί μέρους κλίμακα ετών ασφαλίσεως και όχι ο συντελεστής που αντιστοιχεί στο τελευταίο πλήρες έτος ασφαλίσεως για το σύνολο του χρόνου ασφαλίσεως, όπως προέβλεπε το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3863/2010 για το αναλογικό ποσό της σύνταξης του νόμου αυτού. Συγκεκριμένα, το ποσοστό αναπληρώσεως της εκάστοτε κλίμακας ετών ασφαλίσεως καλύπτει μόνον τα έτη ασφαλίσεως της συγκεκριμένης κλίμακας, ενώ για τα έτη ασφαλίσεως της προηγούμενης ή της επόμενης κλίμακας εφαρμόζεται το ποσοστό αναπληρώσεως της κλίμακας αυτής. Και ναι μεν υπάρχει κλιμάκωση ως προς τα εν λόγω ποσοστά αναπληρώσεως βάσει των οποίων υπολογίζεται η ανταποδοτική σύνταξη, τα ποσοστά δηλαδή αυτά αυξάνονται προοδευτικά ανά κλίμακα ετών ασφάλισης (βλ. άρθρο 8 του ν. 4387/2016), τα νέα, όμως, αυτά ποσοστά αναπληρώσεως, αυτά καθʼ εαυτά, είναι ιδιαιτέρως χαμηλά, η δε εφαρμογή τους, ως εκ του ύψους και της ανά τριετία κλιμακώσεώς τους, τόσο στο μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών του συνολικού ασφαλιστικού βίου προκειμένου για τους μελλοντικούς συνταξιούχους, όσο και στον συντάξιμο μισθό επί του οποίου κανονίσθηκε η χορηγηθείσα σύνταξη προκειμένου για τους ήδη συνταξιούχους, οδηγεί, στη χορήγηση ανταποδοτικής συνταξιοδοτικής παροχής, η οποία τελεί σε προφανή δυσαναλογία προς τις ανωτέρω αποδοχές, ενόψει του ότι το υψηλότερο ποσοστό αναπληρώσεως των εν λόγω αποδοχών είναι κατώτερο του 50%, (ενδεικτικώς: το συνολικό ποσοστό αναπληρώσεως ανέρχεται σε 11,55% για 15 έτη ασφαλίσεως, σε 15,87% για 20 έτη ασφαλίσεως, σε 20,68% για 25 έτη ασφαλίσεως, σε 26,37% για 30 έτη ασφαλίσεως, σε 33,81% για 35 έτη ασφαλίσεως, σε 42,81% για 40 έτη ασφαλίσεως και σε 46, 80% για 42 έτη ασφαλίσεως), και, κατʼ ακολουθίαν, προς τις καταβληθείσες με βάση τις αποδοχές αυτές εισφορές. Υπό τα δεδομένα αυτά, τα συγκεκριμένα ποσοστά αναπληρώσεως παραβιάζουν την αρχή της ανταποδοτικότητας, η οποία αποτελεί έκφανση της αρχής της αναλογικότητας, υπό την έννοια της υπέρβασης του ανεκτού ορίου μέχρι του οποίου είναι επιτρεπτή, κατά το Σύνταγμα, η έλλειψη ανταποδοτικότητας εισφορών – παροχών. Η ανωτέρω παραβίαση της αρχής της ανταποδοτικότητας δεν αναιρείται, εξ άλλου, από τη χορηγούμενη από το σύστημα του ν. 4387/2016 εθνική σύνταξη, το ύψος της οποίας παραμένει σταθερό και δεν επηρεάζεται από τον αριθμό των (πέραν των 20) ετών ασφαλίσεως και το ύψος των αποδοχών, με αποτέλεσμα η συμμετοχή της εθνικής σύνταξης στον καθορισμό του τελικού ποσού της κύριας σύνταξης να είναι ιδιαιτέρως χαμηλή στους ασφαλισμένους εκείνους ή στους συνταξιούχους οι οποίοι έχουν μεσαίο ή υψηλό μέσο όρο αποδοχών ή, αντιστοίχως, μεσαίο ή υψηλό συντάξιμο μισθό Περαιτέρω δε, το σύστημα του ανωτέρω ν. 4387/2016, ως προς την χορηγούμενη από αυτό συνολική συνταξιοδοτική παροχή (εθνική, ανταποδοτική και επικουρική), οδηγεί σε παραβίαση της αρχής της ισότητας, διότι, όπως προκύπτει από τον πίνακα 9 του προαναφερθέντος οικ. ...4.5.2016 ενημερωτικού σημειώματος της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η χορηγούμενη από το σύστημα του νόμου συνολική συνταξιοδοτική παροχή εξασφαλίζει σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό αναπλήρωσης (σχέση συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής προς μέσο όρο αποδοχών του συνολικού ασφαλιστικού βίου ή συντάξιμο μισθό) σε πρόσωπα που υπάγονται στην ίδια κλίμακα από πλευράς χρόνου ασφαλίσεως και έχουν μικρότερες κατά μέσο όρο αποδοχές ή συντάξιμο μισθό σε σχέση με πρόσωπα που ανήκουν στην ίδια κλίμακα αλλά έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο αποδοχών ή συντάξιμο μισθό (ενδεικτικώς: στην κλίμακα χρόνου ασφαλίσεως 25 ετών, σε μισθό 700 ευρώ αντιστοιχεί ποσοστό αναπληρώσεως 87% και σε μισθό 1000 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 70%, στην κλίμακα χρόνου ασφαλίσεως 30 ετών, σε μισθό 800 ευρώ αντιστοιχεί ποσοστό αναπληρώσεως 88% και σε μισθό 1500 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 65% και στην κλίμακα χρόνου ασφαλίσεως 35 ετών, σε μισθό 1000 ευρώ αντιστοιχεί ποσοστό αναπληρώσεως 88% και σε μισθό 2000 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 69%). Για τους λόγους αυτούς, οι οποίοι προβάλλονται βασίμως, όπως και για τον, επίσης βάσιμο, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, λόγο ακυρώσεως περί ελλείψεως επιστημονικά τεκμηριωμένης μελέτης που να αποδεικνύει την επάρκεια των χορηγούμενων από το ν. 4387/2016 παροχών, πρέπει η υπό κρίση αίτηση να γίνει δεκτή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως και η απόφαση αυτή να ακυρωθεί, καθίσταται δε αλυσιτελής, κατόπιν αυτού, η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως.

31. Επειδή, ως προς το ανωτέρω ζήτημα διατυπώθηκαν οι εξής μειοψηφούσες γνώμες: Α) Κατά τη γνώμη των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, Σπ. Μαρκάτη, Δ. Κυριλλόπουλου, Όλ. Ζύγουρα, Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή, Π. Μπραΐμη και Μ. Σωτηροπούλου, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, η ευρεία εξουσία, την οποία το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος αναγνωρίζει στον κοινό νομοθέτη για την θέσπιση των κανόνων της ασφαλιστικής καλύψεως του πληθυσμού έναντι συγκεκριμένων κινδύνων (γήρατος, θανάτου, αναπηρίας και ασθένειας), οριοθετείται από την υποχρέωση προστασίας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και την εξυπηρέτηση της αναλογιστικής βάσεως, στην οποία στηρίζεται η οικονομία των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως, χάριν και των μελλοντικών γενεών, με λήψη υπʼ όψη των κατʼ ιδίαν παραμέτρων της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος (λόγος ασφαλισμένων προς συνταξιούχους, δημογραφική γήρανση, αύξηση του προσδόκιμου ζωής, οικονομική ύφεση, ανεργία), συγχρόνως δε και από την υποχρέωση διασφαλίσεως υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως όσο το δυνατόν εγγύτερα σε εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά την διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Σε ένα διανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα καθορισμένων παροχών, όπως αυτό του ν. 4387/2016 (καθώς και εκείνα που προϋπήρξαν), η ασφαλιστική παροχή αποτελεί και αυτή παράγοντα βιωσιμότητας του ασφαλιστικού κεφαλαίου και, για τον λόγο αυτόν, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά, δεν απαιτείται να αντιστοιχεί ευθέως στις καταβληθείσες εισφορές του ασφαλισμένου ή να αντισταθμίζει πλήρως την απώλεια του εισοδήματός του μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου αρκεί να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της ανταποδοτικότητας, η οποία είναι εγγενής της κοινωνικής ασφαλίσεως και η οποία επιβάλλει την ύπαρξη μιας στοιχειώδους αναλογίας μεταξύ των καταβληθεισών από τον ασφαλισμένο εισφορών και των καταβαλλόμενων σʼ αυτόν παροχών. Συνεπώς, κατά την θέσπιση των κανόνων που διαμορφώνουν την ασφαλιστική παροχή και, ειδικότερα, κατά τον καθορισμό του ποσοστού αναπληρώσεως, οι επιλογές του κοινού νομοθέτη πρέπει να ισορροπούν στην εκπλήρωση αμφοτέρων των προαναφερθεισών υποχρεώσεων, όταν δε τούτο επιτυγχάνεται, η αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Σ.), εν όψει και της υποχρεώσεως κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ. 4 Σ.), δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει υψηλότερη ανταποδοτικότητα για ασφαλισμένους με λίγα έτη ασφαλίσεως και χαμηλές συντάξιμες αποδοχές προκειμένου αυτοί να λάβουν επαρκή για την διαβίωσή τους ασφαλιστική παροχή. Εν προκειμένω, όπως δέχεται και η πλειοψηφία, ο νόμος προβλέπει κλιμάκωση ως προς τα ποσοστά αναπληρώσεως, δηλαδή τα ποσοστά αναπληρώσεως αυξάνονται προοδευτικά ανά κλίμακα ετών ώστε να ανταμειφθούν όσοι συνεισέφεραν περισσότερα στο ασφαλιστικό σύστημα, τα δε ποσοστά αναπληρώσεως της συνολικής συνταξιοδοτικής παροχής που προβλέπονται για την ίδια κλίμακα χρόνου ασφαλίσεως και αντιστοιχούν στα ποσά αποδοχών (βλ. Πίνακα 9) δεν είναι ιδιαιτέρως χαμηλά (το χαμηλότερο είναι 65% στην κλίμακα χρόνου ασφαλίσεως 30 ετών) ούτε η μεταξύ τους διαφορά είναι δυσανάλογα μεγάλη (ενδεικτικώς, α) στην κλίμακα χρόνου ασφαλίσεως 30 ετών αντιστοιχεί σε μισθό 800 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 88%, σε μισθό 1000 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 78% και σε μισθό 1500 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 65%, β) στην κλίμακα χρόνου ασφαλίσεως 35 ετών αντιστοιχεί σε μισθό 1000 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 88%, σε μισθό 1500 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 75% και σε μισθό 2000 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 69% και γ) στην κλίμακα χρόνου ασφαλίσεως 42 ετών, που είναι και ο μεγαλύτερος χρόνος ασφαλίσεως, αντιστοιχεί σε μισθό 1500 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 91%, σε μισθό 2000 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 85% και, τέλος, σε μισθό 2500 ευρώ ποσοστό αναπληρώσεως 81%). Ενόψει των ανωτέρω, ο επανυπολογισμός των συντάξεων με εφαρμογή των ποσοστών αναπληρώσεως που προβλέπονται στο άρθρο 8 του ν. 4387/2016 και που, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου «ορίσθηκαν στο ανώτατο όριο που επιτρέπει η κατάσταση της εθνικής οικονομίας, βάσει των αναλογιστικών μελετών-προβολών της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και των [προαναφερθεισών] ειδικών οικονομικών μελετών» δεν παραβιάζει την αρχή της ανταποδοτικότητας, διότι προκύπτει, από τα ως άνω εκτεθέντα, ότι υπάρχει, και για όσους ελάμβαναν μεσαίες ή υψηλές αποδοχές, στοιχειώδης αναλογία μεταξύ καταβληθεισών εισφορών και καταβαλλόμενων παροχών, το ότι δε εξασφαλίζεται μεγαλύτερη αναπλήρωση εισοδήματος στις χαμηλότερες οικονομικά κατηγορίες ασφαλισμένων, που, όπως προκύπτει από την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση, αποτέλεσε επιλογή του νομοθέτη, δεν αντιβαίνει στην αρχή της ισότητας και, κατά την μειοψηφούσα αυτή γνώμη, ο περί του αντιθέτου λόγος ακυρώσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος. Β) Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Δ. Κυριλλόπουλου, ο λόγος ακυρώσεως θα έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους λόγους που εκθέτει στην επόμενη σκέψη. Γ) Κατά τη γνώμη του Συμβούλου Κ. Κουσούλη ο δικαστικός έλεγχος της ουσιαστικής ανταποδοτικότητας εισφορών-παροχών κοινωνικής ασφάλισης είναι ανέφικτος. Και τούτο, διότι η μέτρηση της ανταποδοτικότητας προϋποθέτει σύγκριση των ποσών, τόσο των καταβληθεισών εισφορών, όσο και μελλοντικών παροχών μέσω της κεφαλαιοποίησής τους σε παρούσα αξία (αυτή του χρόνου εξόδου από τον εργασιακό βίο). Η κεφαλαιοποίηση, όμως, πέραν του ότι προσιδιάζει σε κεφαλαιοποιητικά και όχι σε διανεμητικά συστήματα προκαθορισμένων παροχών, στα οποία οι κατʼ έτος εισπραττόμενες εισφορές καλύπτουν τις κατʼ έτος καταβαλλόμενες παροχές, επιτυγχάνεται με τη χρήση όχι μόνο μίας αλλά περισσότερων επιστημονικών μεθόδων, κάθε μία από τις οποίες χρησιμοποιεί εν μέρει διαφορετικά δεδομένα και παραμέτρους (τεχνικό επιτόκιο, με το οποίο πολλαπλασιάζονται κατʼ έτος οι εισφορές, εξέλιξη του πληθωρισμού σε μακροχρόνια βάση, προσδόκιμο ζωής συνταξιούχων κ.ά.), αποδίδοντας διαφορετική βαρύτητα σε αυτές, με συνέπεια να οδηγούν σε διαφορετικά αποτελέσματα ως προς τη σχέση εισφορών-παροχών. Ελλείψει, δε, νομοθετικής καθιέρωσης των γενικώς παραδεδεγμένων κανόνων υπολογισμού των παραμέτρων που επιτρέπουν την κεφαλαιοποίηση, δεν είναι δυνατή η διάγνωση της ανταποδοτικότητας εισφορών- παροχών ευθέως από τον δικαστή, διότι ο τελευταίος δεν διαθέτει ούτε την αναγκαία επιστημονική εξειδίκευση ούτε την απαιτούμενη πληροφόρηση για να επιλέξει εκείνος την κατάλληλη μέθοδο, ούτε για να συγκρίνει και να αξιολογήσει τα πορίσματα που προσκομίζουν οι διάδικοι στη βάση διαφορετικών επιστημονικών μεθόδων. Εξάλλου, όπως έχει παγίως κριθεί, α) η αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία ευρίσκει ευθεία κατοχύρωση στο άρθρο 22 παρ. 5 Σ., όχι μόνο δικαιολογεί τη μη ευθεία αναλογία εισφορών- παροχών, αλλά και δεν απαγορεύει τη μεγαλύτερη επιβάρυνση ορισμένων κατηγοριών ασφαλισμένων, το όριο δε θέτει η αρχή της ισότητας, η οποία απαγορεύει να λαμβάνουν όσοι κατέβαλαν μεγαλύτερες εισφορές μικρότερες παροχές έναντι εκείνων που κατέβαλαν μικρότερες εισφορές (ΣτΕ 241/1989, 4837/1997 κ.ά.) και β) η ανταποδοτικότητα στα διανεμητικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης δεν συνίσταται στην απλή επιστροφή των εισφορών στο πλαίσιο μιας αποταμιευτικής λογικής, αλλά στην ύπαρξη σχέσης- εύλογης και όχι ευθείας- αναλογίας μεταξύ εισφορών και παροχών, την οποία κατοχυρώνει το Σύνταγμα στο άρθρο 22 παρ. 5 Σ. και η οποία τηρείται όταν οι παροχές εξασφαλίζουν στους συνταξιούχους επίπεδο διαβίωσης, κατά το δυνατόν, εγγύς εκείνου που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, λαμβανομένων υπόψη του επιπέδου διαβίωσης του ενεργού πληθυσμού και των επικρατουσών συνθηκών απασχόλησης. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει το εύρος και την ένταση της ως άνω σχέσης, με συνέπεια να εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου εάν οι παροχές είναι περισσότερο ή λιγότερο ανταποδοτικές σε σχέση με τις καταβληθείσες εισφορές ή σε σχέση με εκείνες που απονέμονται σε άλλες κατηγορίες συνταξιούχων. Ο δικαστικός έλεγχος, στις περιπτώσεις αυτές, είναι οριακός και εξικνείται έως την εξέταση εάν οι καταβαλλόμενες παροχές δεν εξασφαλίζουν στους συνταξιούχους το προαναφερθέν επίπεδο διαβίωσης, καθώς και εάν η σχέση εισφορών- παροχών είναι προδήλως δυσανάλογη, είτε αυτοτελώς είτε ανά κατηγορία συνταξιούχων. Εν προκειμένω, και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση και τις λοιπές προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 4387/2016, στόχος του νομοθέτη ήταν, μεταξύ άλλων, ο εξορθολογισμός της συνταξιοδοτικής δαπάνης, η εκτίναξη της οποίας οφείλεται και στις υπερανταποδοτικές συντάξεις που προέβλεπαν οι προηγούμενοι νόμοι για πολλές κατηγορίες συνταξιούχων, παράλληλα όμως με τη διατήρηση συνταξιοδοτικών παροχών ικανών να διασφαλίσουν αξιοπρεπή διαβίωση των συνταξιούχων, και όχι τέτοιων που εξασφαλίζουν απλώς τη διαβίωσή τους πάνω από το όριο της φτώχειας. Για την επίτευξη των στόχων αυτών ο νομοθέτης εισήγαγε τα προβλεπόμενα στο άρθρο 8 του νόμου ποσοστά αναπλήρωσης, τα οποία και καθορίστηκαν, σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, στο ανώτατο όριο που επιτρέπει η κατάσταση της εθνικής οικονομίας, βάσει των αναλογιστικών μελετών- προβολών της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής και των ειδικών οικονο΅ικών μελετών που συνοδεύουν τον νόμο. Τα ποσοστά αυτά εξασφαλίζουν α) την προστασία των οικονομικά ασθενέστερων κατηγοριών ασφαλισμένων, δηλαδή εκείνων με χαμηλούς συντάξιμους μισθούς, για τους οποίους ο νόμος προβλέπει τα υψηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης, διασφαλίζοντας επίπεδο διαβίωσης καλύτερο και εκείνου που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, β) την ανταμοιβή, ως κίνητρο παραμονής στην αγορά εργασίας, των ασφαλισμένων με μεγαλύτερο εργασιακό βίο και αντίστοιχη συνεισφορά στα ασφαλιστικά ταμεία, εξαιτίας της προοδευτικής αύξησης του ποσοστού αναπλήρωσης ανά κλίμακα ετών ασφάλισης και γ) επαρκείς, κατά την προεκτεθείσα έννοια, παροχές για τις ενδιάμεσες εισοδηματικές κατηγορίες ασφαλισμένων, οι οποίες και απολάμβαναν, εν πολλοίς, τις υπερανταποδοτικές παροχές των προηγούμενων νόμων. Υπό τα δεδομένα αυτά, εφόσον οι παροχές του ν. 4387/2016 πληρούν τις συνταγματικές απαιτήσεις επάρκειας, οι δε εισφορές και παροχές υπολογίζονται στην ίδια, πλέον, βάση, αυτή του εισοδήματος, για το οποίο καταβλήθηκαν εισφορές, με συνέπεια να υφίσταται, καταρχήν, αναλογία μεταξύ των δύο μεγεθών, δεν τίθεται, κατά την ίδια γνώμη, ζήτημα πρόδηλης έλλειψης ανταποδοτικότητας εισφορών-παροχών σε κάποια από τις κατηγορίες συνταξιούχων, εξαιτίας των ποσοστών αναπλήρωσης που θεσπίζονται με το άρθρο 8 του ν. 4387/ 2016, το οποίο και δεν αντίκειται, για τον λόγο αυτό, στο άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, και υπό την εκδοχή της μεγαλύτερης επιβάρυνσης των συνταξιούχων με μεγαλύτερες αποδοχές κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, την οποία δέχεται η πλειοψηφία, κρίνοντας ότι αυτοί λαμβάνουν λιγότερο ανταποδοτική σύνταξη, και πάλι δεν υφίσταται παραβίαση των άρθρων 22 παρ. 5 και 4 παρ. 1 Σ. Και τούτο, διότι το Σύνταγμα ουδόλως επιβάλλει τη χρήση σταθερών ποσοστών αναπλήρωσης για όλες τις εισοδηματικές ομάδες, απαγορεύοντας ουσιαστικά την αντιστρόφως προοδευτική κλιμάκωσή τους εις βάρος των ανώτερων εισοδημάτων, εφόσον πάντως διατηρείται σχέση ουσιαστικής ανταποδοτικότητας μεταξύ παροχών και εισφορών, γεγονός που δεν αμφισβητείται εν προκειμένω. Τα ανωτέρω, άλλωστε, στοιχούν και προς την αρχή της κοινωνικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, αντίστοιχη προοδευτική κλίμακα ισχύει και στη φορολογία εισοδήματος και δεν έχει κριθεί αντισυνταγματική. Γ) Κατά τη γνώμη των Συμβούλων Δ. Μακρή, Μ. Πικραμένου και Αγ. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, με το άρθρο 7 του ν. 4387/2016 θεσπίζεται, κατʼ εφαρμογήν της αρχής της κοινωνικής αλληλεγγύης, η συμμετοχή ενιαίου, σταθερού ποσού εθνικής συντάξεως 384 ευρώ (χρηματοδοτούμενου από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από τις εισφορές των ασφαλισμένων) στη διαμόρφωση του ποσού της συνολικής απονεμόμενης συντάξεως για τους θεμελιώνοντες συνταξιοδοτικό δικαίωμα (εφόσον έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης), ανεξαρτήτως λοιπού χρόνου ασφαλίσεως και ασφαλιστέων παροχών αυτών. Περαιτέρω, προκειμένου υπολογισμού της ανταποδοτικής σύνταξης που χορηγείται στους θεμελιώνοντες σχετικό δικαίωμα, οι τιθέμενοι με τις διατάξεις των παρ. 1 έως και 4 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016, κανόνες α) λήψης ως βάσης υπολογισμού του μέσου όρου των αποδοχών του συνολικού εργασιακού βίου και όχι του μέσου όρου των αποδοχών των τελευταίων ετών ή του τελευταίου έτους προ της εξόδου του συνταξιούχου από την υπηρεσία και β) εφαρμογής ποσοστών αναπλήρωσης για κάθε επί μέρους κλίμακα ασφάλισης και όχι συντελεστή αντιστοιχούντος στο τελευταίο πλήρες ασφαλιστικό έτος ή ενιαίου συντελεστή για όλα τα έτη ασφάλισης, δεν αντίκεινται προς τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, διότι με τους κανόνες αυτούς τίθεται ως βάση για τον υπολογισμό της ανταποδοτικής σύνταξης όλων των ασφαλισμένων η συνολική εργασιακή πορεία τους και όχι περίοδοι μόνον αυτής. ’λλωστε, οι ως άνω συνταγματικές αρχές δεν παραβιάζονται δια της καθιερώσεως, με την παράγραφο 4 του ως άνω άρθρου 8, χαμηλότερων ποσοστών αναπλήρωσης εν σχέσει με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 4 του προγενέστερου ν. 3863/2010, λόγω της ανάγκης θεσπίσεως μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, προς αντιμετώπιση των δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών. Προκειμένης διαπιστώσεως όμως της συμβατότητας των ως άνω συντελεστών αναπλήρωσης, οι οποίοι εφαρμόζονται μόνον για τον υπολογισμό του ανταποδοτικού τμήματος της σύνταξης, προς τις συνταγματικώς καθιερούμενες αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας, καθώς και ως προς την τήρηση της αρχής της ανταποδοτικότητας, ελεγκτέο είναι το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτών (των συντελεστών) επί του ιδίου τμήματος της σύνταξης, ήτοι επί του ανταποδοτικού τμήματος αυτής, άνευ συνυπολογισμού επομένως του σταθερού ποσού των 384 ευρώ της εθνικής σύνταξης. Και τούτο, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση θα εδημιουργείτο εικονική δυσαναλογία, λόγω της φύσεως της εθνικής συντάξεως, προεχόντως ως ποσού χρηματοδοτούμενου από τον κρατικό προϋπολογισμό, σταθερού δε για όλους, καθόσον τα ποσοστά αναπλήρωσης που εμφαίνονται στη στήλη 8 του κατωτέρω πίνακα (σελ. 26 του οικ. .../4.5.2016 ενημερωτικού σημειώματος της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) και ισούνται προς το λόγο της συνολικής μικτής σύνταξης (στήλη 7) προς το μισθό (στήλη 2), ήτοι του ποσού (της συνολικής μικτής σύνταξης) που προκύπτει από τη συνάθροιση της εθνικής σύνταξης (στήλη 4) με την ανταποδοτική σύνταξη (στήλη 3) και αποτελούν μεγέθη που παράγουν τη μικτή κύρια σύνταξη (εθνική και ανταποδοτική, στήλη 5), στην οποία προστίθεται και η μικτή επικουρική σύνταξη (στήλη 6), δεν στοιχούν σε ποσοστά αναπλήρωσης καταβληθεισών εισφορών, δεδομένου ότι για τον υπολογισμό τους ελήφθη υπόψη και η εθνική σύνταξη, ήτοι ποσό για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές, δεδομένου ότι χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

 

Έτη ασφάλισης - Μισθός - Αναλογικό ποσό σύνταξης (Ν.4387/16)- Εθνική Σύνταξη Ν.4387/17 - Μικτή Κύρια Σύνταξη (εθνική + ανταποδοτική) - Μικτή Επικουρική Σύνταξη - Συνολική Μικτή Σύνταξη - Ποσοστά αναπλήρωσης Μικτής Σύνταξης (κύριας + επικουρικής)

 

(1) (2) (3) (4) (5=3+4) (6) (7=5+6) (8=7/2)

 

20 500 79 384   463      44   508       102%

 

20 600 95 384   479      53   532       89%

 

20 800 127 384 511       71  582       73%

 

25 700 145 384 529       78  606       87%

 

25 800 165 384 549       89  638       80%

 

25 1000 207 384 591     111 702       70%

 

30 800 211 384 595      106  701       88%

 

30 1000 264 384 648     133 781       78%

 

30 1500 396 384 780     199 979       65%

 

35 1000 338 384 722     155  877       88%

 

35 1500 507 384 891     233  1124     75%

 

35 2000 676 384 1060   310  1370     69%

 

42 1500 702 384 1086   279  1365     91%

 

42 2000 936 384 1320   372  1692     85%

 

42 2500 1170 384 1554 465  2019     81%

 

 

Υπολογιζομένου όμως του ποσοστού αναπλήρωσης μόνον επί της ανταποδοτικής σύνταξης, ήτοι ως λόγος του ποσού της ανταποδοτικής σύνταξης (στήλη 3 του ανωτέρω πίνακα) προς το μισθό (στήλη 2 αυτού), προκύπτουν τα κάτωθι ποσοστά αναπλήρωσης (στήλη 10) επί των αυτών παραδειγμάτων:

 

Έτη ασφάλισης – Μισθός - Ποσοστά αναπλήρωσης Ανταποδοτικής Σύνταξης

 

(1) (2) (10=3/2)

 

20 500 16%

 

20 600 16%

 

20 800 16%

 

25 700 21%

 

25 800 21%

 

25 1000 21%

 

30 800 26%

 

30 1000 26%

 

30 1500 26%

 

35 1000 34%

 

35 1500 34%

 

35 2000 34%

 

42 1500 47%

 

42 2000 47%

 

42 2500 47%

 

Από τα παραγόμενα αποτελέσματα βάσει του ως άνω πίνακα προκύπτει ότι το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης των ασφαλισμένων αυξάνεται αναλογικώς, εν σχέσει προς τον μισθό (άρα και προς τις καταβληθείσες εισφορές) των ασφαλισμένων (ποσοστό αναπλήρωσης 16% για 20 έτη ασφάλισης, 21% για 25 έτη ασφάλισης , 26% για 30 έτη ασφάλισης , 34% για 35 έτη ασφάλισης, 47% για 42 έτη ασφάλισης), άρα οι ασφαλισμένοι που κατέβαλαν υψηλότερες εισφορές θα λάβουν αναλογικά υψηλότερες ανταποδοτικές συντάξεις για συγκεκριμένα έτη ασφάλισης. Ομοίως, το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξης παρουσιάζει αυξητική πορεία αναλόγως και προς τα έτη ασφάλισης (ποσοστό αναπλήρωσης 16% για 20 έτη ασφάλισης, 21% για για 25 έτη, 26% για 30 έτη, 34% για 35 έτη, 47% για 42 έτη), επομένως οι ασφαλισμένοι που κατέβαλαν εισφορές επί περισσότερα έτη θα λάβουν αναλογικά υψηλότερες ανταποδοτικές συντάξεις. Ενόψει των ανωτέρω, δεν επιβεβαιώνεται ότι η ανταποδοτικότητα για όσους λαμβάνουν μεσαίου ύψους αποδοχές βαίνει φθίνουσα για όσους έχουν πολλά έτη ασφάλισης και υψηλό μέσο όρο αποδοχών. Περαιτέρω δε, η εμφανιζόμενη υψηλή έως πλήρης ανταποδοτικότητα της μικτής σύνταξης για τους ασφαλισμένους με λίγα έτη ασφάλισης και χαμηλό μέσο όρο αποδοχών (στήλη 8 του ανωτέρω πίνακα) οφείλεται, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στη συμμετοχή της κρατικώς χρηματοδοτούμενης, ενιαίας εθνικής σύνταξης (η αναγκαιότητα ύπαρξης της οποίας, καθώς και το σταθερό ύψος αυτής δεν αμφισβητήθηκαν άλλωστε στο πλαίσιο της παρούσας δίκης) στη διαμόρφωση του τελικού ποσού της σύνταξής τους. Με τα δεδομένα αυτά, οι ασφαλισμένοι, οι οποίοι, λόγω ύψους αποδοχών και χρόνου ασφάλισης, κατέβαλαν περισσότερες εισφορές, δεν θα λάβουν αναλογικώς χαμηλότερες συνταξιοδοτικές παροχές, όπως αβασίμως προβάλλεται από τους αιτούντες, αφενός διότι το συμμετέχον στη σύνταξή τους ποσό εθνικής σύνταξης δεν στοιχεί σε δικές τους εισφορές, ως κρατικώς χρηματοδοτούμενο, αφετέρου διότι, το ανταποδοτικό τμήμα της σύνταξής τους αυξάνεται, κατά τα ανωτέρω, σχετικά αναλογικώς προς τα έτη ασφάλισης και το μισθό τους. Είναι απορριπτέος επομένως ο σχετικός λόγος ακυρώσεως.

32. Επειδή, τέλος, εν σχέσει προς την εν γένει συνταγματικότητα του ν. 4387/2016, ο Σύμβουλος Δ. Κυριλλόπουλος υποστήριξε τα εξής: Με τον ν. 4336/2015, ο οποίος εψηφίσθη από τη Βουλή των Ελλήνων με πλειοψηφία μεγαλύτερη των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, κυρώθηκε η σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης της χώρας με τη μορφή δανείου για την περίοδο 2015-2018. Στα πλαίσια της διεθνούς αυτής συμφωνίας, συναφθείσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία υπέβαλε το σχετικό αίτημα στις 8.7.2015, και του Ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητος, η Ελλάδα ανέλαβε, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να μεταρρυθμίσει το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό της σύστημα, το οποίο εξακολουθούσε, παρά τα ληφθέντα ήδη μέτρα, να απαιτεί σημαντικές ετήσιες καταβολές από τον κρατικό προϋπολογισμό, εν μέσω οξείας δημοσιονομικής κρίσεως. Ωστόσο, αφενός μεν ο άμεσος και ορατός κίνδυνος να περιέλθει το ασφαλιστικό σύστημα σε πλήρη αδυναμία καταβολής των χορηγούμενων συντάξεων και λοιπών παροχών, αφετέρου δε η αδήριτος ανάγκη να καταστεί τούτο βιώσιμο εν μέσω της ως άνω διαρκούσης δημοσιονομικής κρίσεως, επέβαλαν τόσο τον περιορισμό της ενισχύσεως του ασφαλιστικού συστήματος από τον κρατικό προϋπολογισμό, όσο και την αναπροσαρμογή των συνταξιοδοτικών παροχών, ως μόνιμα μέτρα αμέσου αποτελέσματος. Πράγματι, με το εισαγόμενο δια του ν. 4387/2016 ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα επιχειρείται, στα πλαίσια συμμορφώσεως της χώρας προς την κατά τα ανωτέρω αναληφθείσα διεθνή υποχρέωσή της, η αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως με τον περιορισμό των βαρυνουσών αυτό δαπανών. Η αναπροσαρμογή των συνταξιοδοτικών παροχών, η οποία επέρχεται από την εφαρμογή του εν λόγω συστήματος, αποβλέπει, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, η οποία υπόκειται σε οριακό συνταγματικό έλεγχο, στη δημιουργία, εν μέσω της επιδεινούμενης καταστάσεως στην οποία τελεί η χώρα, ενός αποτελεσματικού και βιώσιμου ασφαλιστικού συστήματος δια του περιορισμού των δημοσίων δαπανών, με τις οποίες ενισχύεται το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό σύστημα, ώστε να επιτευχθεί η μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας και να βελτιωθεί η δημοσιονομική και οικονομική θέση της. Αποβλέπει, δηλαδή, σε σκοπούς που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, επί πλέον, σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πέραν τούτων, για την κρίση περί της συνταγματικότητας του ανωτέρω συστήματος, πρέπει να ληφθούν υπʼ όψιν και τα ακόλουθα: α) σε περιόδους παρατεταμένης δημοσιονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιορισμού των δημοσίων δαπανών, τα οποία συνεπάγονται επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, β) ότι στις διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. δεν προβλέπεται ούτε η απόλυτη κατοχύρωση του ύψους των χορηγουμένων συντάξεων, ούτε η πλήρης αναλογία μεταξύ εισφορών και παροχών, γ) το εισαγόμενο με τον ν. 4387/2016 (κύρια χαρακτηριστικά του οποίου είναι η χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό μόνο της εθνικής σύνταξης και η περαιτέρω εισαγωγή διανεμητικού συστήματος) έχει μεν ως αποτέλεσμα την αναπροσαρμογή των συντάξεων, η αναπροσαρμογή όμως αυτή, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν οδηγεί σε περαιτέρω διακινδύνευση της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των ήδη συνταξιούχων, λαμβανομένης υπʼ όψιν και της ρυθμίσεως σύμφωνα με την οποία μέχρι την ολοκλήρωση του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής, οι ήδη χορηγούμενες συντάξεις συνεχίζουν να καταβάλλονται στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί την 31.12.2014. δ) το γεγονός ότι η μέχρι τούδε αλληλεγγύη των γενεών (επιβάρυνση των ζώντων προς όφελος των μελλοντικών γενεών) δεν εξασφάλισε τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, με αποτέλεσμα να καταστεί αναγκαία η αναπροσαρμογή των συνταξιοδοτικών παροχών των κατά τεκμήριο ισχυροτέρων (βλ. την αναπροσαρμογή του αθροίσματος των κύριων και επικουρικών συντάξεων που υπερβαίνει ένα ορισμένο ποσό) προς όφελος των κατά τεκμήριο ασθενεστέρων και ε) ότι στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα εξαιτίας της οξείας δημοσιονομικής κρίσης, μεγάλο μέρος του ενεργού πληθυσμού της (περί το ¼) τελεί υπό καθεστώς ανεργίας, με συνέπεια τον περιορισμό της χρηματοδοτήσεως του ασφαλιστικού συστήματος από τις εισφορές των εργαζομένων και, επομένως, ανακύπτει αναπόδραστος ανάγκη να αναπροσαρμοσθούν οι συνταξιοδοτικές παροχές, προκειμένου να διατηρηθεί η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Εν όψει τούτων, οι ρυθμίσεις του εισαγόμενου με τον ν. 4387/2016 ασφαλιστικού συστήματος σε ουδεμία συνταγματική διάταξη αντίκεινται, τα δε προβλεπόμενα με τον νόμο αυτόν μέτρα δεν παρίστανται, κατʼ αρχήν απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτόν σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ούτε δύνανται να θεωρηθούν ως μη αναγκαία.

33. Επειδή, στο άρθρο 95 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών (παρ. 1 εδ. α΄) και ότι οι αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ρυθμίζονται και ασκούνται όπως νόμος ειδικότερα ορίζει (παρ. 4). Ειδικώς δε ως προς το ζήτημα των συνεπειών της ακυρωτικής αποφάσεως, η ισχύουσα διάταξη του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, ακολουθώντας προηγούμενες όμοιες νομοθετικές ρυθμίσεις [βλ. ταυτάριθμα άρθρα του αρχικού νόμου περί Συμβουλίου της Επικρατείας 3713/1928 (Α΄ 273) και του ν.δ. 170/1973 (Α΄ 229 )], ορίζει στην παρ. 1 ότι: «Η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργησή της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη». Την ανωτέρω διάταξη, την οποία (όπως και τις προγενέστερες) το Συμβούλιο της Επικρατείας παγίως εφάρμοζε με την έννοια ότι η ακύρωση της διοικητικής πράξεως ανατρέχει στον χρόνο εκδόσεώς της, τροποποίησε το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), το οποίο προσέθεσε παρ. 3β έχουσα ως εξής: «Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης...». Με τη νέα διάταξη δόθηκε η δυνατότητα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, υπό προϋποθέσεις τις οποίες το ίδιο σταθμίζει, να αποκλίνει, σε εξαιρετικές πάντως περιπτώσεις, από τον κανόνα της αναδρομικής ακύρωσης και να καθορίσει μεταγενέστερο χρόνο επέλευσης των συνεπειών της ακύρωσης. (ΣτΕ 431/2018 Ολομ., 481/2018 Ολομ., 2287-2288/2015 Ολομ κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας τους λόγους για τους οποίους εχώρησε η ακύρωση της προσβαλλομένης κανονιστικής αποφάσεως και τον μεγάλο αριθμό των καταβαλλομένων κύριων συντάξεων, των οποίων επανυπολογισμός θα τεθεί εν αμφιβόλω με την αναδρομική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, και των εκκρεμοτήτων που θα ανακύψουν, κρίνει ότι εν προκειμένω συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν, κατʼ εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως (άρθρου 50 παρ. 3β του π.δ. 18/1989), τα αποτελέσματα της ακυρώσεως να επέλθουν από την δημοσίευση της παρούσας αποφάσεως. Τούτο δε, κατʼ εξάντληση του απώτατου χρονικού ορίου περιορισμού του ακυρωτικού αποτελέσματος που επιτρέπει ο νόμος (χρόνος προγενέστερος εκείνου της δημοσιεύσεως της δικαστικής αποφάσεως), πέραν του οποίου τίθεται ζήτημα παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ. 4 του Συντάγματος∙ διότι, ορίζοντας το εν λόγω άρθρο ότι «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα», απαγορεύει την - σε συμμόρφωση μάλιστα με δικαστική απόφαση - εφαρμογή νόμου μετά την κρίση αυτού ως αντίθετου προς το Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Παπαδοπούλου, Ολ. Ζύγουρα, Κ. Κουσούλη, Δ. Μακρή, Μ. Πικραμένου, Β. Αναγνωστοπούλου-Σαρρή και Αγ. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, όπως έχει ήδη κριθεί (ΣτΕ Ολομ. 4003/2014, σκέψη 14), oι ρυθμίσεις των διατάξεων των παρ. 3 α, β και γ του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989 αποδίδουν, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητες που έχει το Δικαστήριο, κατʼ ορθή ερμηνεία, απευθείας από τις διατάξεις του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με την ίδια νομολογία, το Δικαστήριο έχει τη συνταγματική ευχέρεια να αποκλίνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από τις ειδικότερες ρυθμίσεις των ως άνω δικονομικών διατάξεων. Ειδικότερα το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, αφού εκτιμήσει τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίσει, αφενός τα έννομα συμφέροντα των λοιπών πλην της Διοίκησης διαδίκων, και αφετέρου το δημόσιο συμφέρον, να καθορίσει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, χρόνο επελεύσεως των συνεπειών της ακυρώσεως μεταγενέστερο και από την ημερομηνία δημοσιεύσεως της ακυρωτικής απόφασης, κατʼ απόκλιση των οριζομένων στην περίπτωση 3 β του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989. Στην προκειμένη περίπτωση, εν όψει του επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος να υφίσταται νόμιμο καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης, οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των διατάξεων του ν. 4387/2016 πρέπει να επέλθουν έξι μήνες μετά την δημοσίευση της παρούσας απόφασης, προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στο νομοθέτη, αφού λάβει γνώση του σκεπτικού της ακυρωτικής απόφασης, να προβεί σε νέα, σύμφωνη με το Σύνταγμα, ρύθμιση του ζητήματος που αφορούν οι κριθείσες ως αντισυνταγματικές διατάξεις.

34. Επειδή, κατʼ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να καταργηθεί η δίκη ως προς την δεύτερη και τρίτη προσβαλλόμενη πράξη και, αντιστοίχως, ως προς την ασκηθείσα παρέμβαση του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών. Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης προσβαλλόμενης υπουργικής αποφάσεως και να ακυρωθεί η απόφαση αυτή για τους ανωτέρω εκτεθέντες λόγους, καθισταμένης αλυσιτελούς της εξετάσεως των λοιπών προβαλλομένων λόγων, να ορισθεί ως χρόνος έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος η ημέρα δημοσίευσης της παρούσας αποφάσεως και να απορριφθεί η παρέμβαση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης.

35. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις (άρθρο 39 παρ. 1 π.δ. 18/1989), δεν επιβάλλει δικαστική δαπάνη.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Κηρύσσει τη δίκη εν μέρει κατηργημένη Α) ως προς την αίτηση ακυρώσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά α) της 25909/470/7.6.2016 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο «Αναπροσαρμογή καταβαλλόμενων συντάξεων του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης» (Β΄ 1605), β) της 23123/785/7.6.2016 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με τίτλο «Καθορισμός των τεχνικών παραμέτρων σχετικά με τις παροχές του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης» (Β΄ 1604) και, αντιστοίχως, Β) ως προς την παρέμβαση του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.

Δέχεται την αίτηση ακυρώσεως, κατά το μέρος κατά το οποίο αυτή στρέφεται κατά της 26083/887/7.6.2016 αποφάσεως του Υφυπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Αναπροσαρμογή κύριων συντάξεων - Προστασία καταβαλλόμενων συντάξεων» (Β΄ 1605) και ακυρώνει αυτήν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.

Ορίζει ως χρόνο έναρξης του ακυρωτικού αποτελέσματος της παρούσας αποφάσεως την ημέρα δημοσιεύσεως αυτής.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Απορρίπτει την παρέμβαση του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης.

Δεν επιβάλλει δικαστική δαπάνη.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 11, 18, 21, 22, 24 και 25 Μαΐου, 6 και 7 Ιουνίου 2018.

 

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος    Η Γραμματέας

        Ε. Σάρπ                            Ελ. Γκίκα

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Οκτωβρίου 2019.

 

        Η Πρόεδρος                     Η Γραμματέας

Αικ. Σακελλαροπούλου                 Ελ. Γκίκα