ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1880/2020

 

Πρόεδρος: Π. Τσουκαλά

Εισηγήτρια: Σ. Τασούλη, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Α. Αρτόπουλος, Ι. Δεληκωστόπουλος, Ε. Ρούσσου

 

Κατά το άρθρο 294 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και χωρίς τη συναίνεση του εναγομένου, πριν προχωρήσει στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον να περατωθεί η δίκη με έκδοση οριστικής απόφασης. Κατά δε το άρθρο 297 του ίδιου κώδικα, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν 4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, η παραίτηση γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Περαιτέρω, κατά μεν την παρ. 1 εδ. α΄ του άρθρου 295 του ΚΠολΔ, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, εάν ασκηθεί πάλι η ίδια αγωγή, ο εναγόμενος μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει, εμποδίζοντας έτσι την πρόοδο της δίκης, μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης δίκης, εκτός αν για την πρώτη δίκη είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα το ευεργέτημα της πενίας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 263 του ΚΠολΔ, κατά την πρώτη συζήτηση πρέπει να προτείνεται με ποινή απαραδέκτου ...δ) η μη καταβολή των εξόδων της προηγούμενης δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 192 του ΚΠολΔ, σε περίπτωση ανάκλησης διαδικαστικής πράξης ή παραίτησης από αυτήν ή από ολόκληρη τη δίκη, εφόσον εκδίδεται οριστική απόφαση, εφαρμόζονται όσα ορίζονται στο άρθρο 191, δηλαδή το δικαστήριο αποφαίνεται για τα έξοδα, άλλως αυτά εκκαθαρίζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ. από το μονομελές πρωτοδικείο ή το ειρηνοδικείο, αν η δίκη διεξάγεται ενώπιόν του.

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το δικαίωμα του εναγομένου να αρνηθεί να απαντήσει στη νέα αγωγή, μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της προηγούμενης δίκης, προϋποθέτει ότι ο εναγόμενος υποβλήθηκε σε έξοδα για την πρώτη αγωγή και ότι έγινε εκκαθάριση των εξόδων αυτών ή ότι ο ενάγων δεν αμφισβητεί τα έξοδα που τον βαρύνουν από την προηγούμενη δίκη, τα οποία ο εναγόμενος πρέπει ακριβώς να προσδιορίζει, ή να αναφέρει το είδος των διαδικαστικών πράξεων που επιχειρήθηκαν, διότι διαφορετικά η ένστασή του είναι αόριστη και δεν επιδέχεται δικαστική εκτίμηση (αρθρ. 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 654/1989 ΕλλΔνη 1990, 1442, ΕφΑθ 3323/1996 ΕλλΔνη 1996, 1405) ή πάντως ότι ο ενάγων δεν αμφισβητεί τις διαδικαστικές πράξεις της πρώτης δίκης και ο εναγόμενος αξιώνει γι’ αυτές τα προβλεπόμενα από τον κώδικα δικηγόρων όρια αμοιβών και εξόδων (βλ. ΕφΑθ 81/2000, ΠΠρΘεσ 8103/2013, δημοσιευμένες σεΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους, προβάλουν την ένσταση μη καταβολής των εξόδων προηγουμένης δίκης. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα είχε ασκήσει αρχικά κατά αυτών την από 2-6-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2008 αγωγή, η οποία είχε όμοιο περιεχόμενο με την υπό κρίση αγωγή, αφού είχε την ίδια με αυτή ιστορική και νομική αίτια, πλην όμως, κατά την ορισθείσα για τη συζήτησή της δικάσιμο της 20ης-2-2014, η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικόγραφο αυτής, πριν από την συζήτησή της, με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου στο ακροατήριο. Ότι είκοσι ημέρες πριν από την ως άνω δικάσιμο, δηλαδή στις 30-1-2014 η πληρεξούσια δικηγόρος τους κατέθεσε στο Δικαστήριο τις από 30-1-2014 έγγραφες προτάσεις τους, σύμφωνα με τη δικονομική υποχρέωση που είχαν, προσκομίζοντας ταυτοχρόνως, αφενός μεν το υπ’ αριθμ. ... Γραμμάτιο Προκαταβολής Εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών για το ποσό των 696,18 ευρώ, για την παράστασή της, αφετέρου δε πλήρη φάκελο με όλα τα έγγραφα που επικαλούνταν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους και αντίκρουση των ισχυρισμών της αντιδίκου τους, και ως εκ τούτου δικαιούνται την αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, ανερχομένης σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγής για την σύνταξη των προτάσεων και ειδικότερα η πρώτη εξ αυτών το ποσό των 10.660 ευρώ (1.066.000 ευρώ το αιτούμενο με την αγωγή για την εναγομένη αυτή ποσό x 1%) και η δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 60,00 ευρώ (3.000 ευρώ το αιτούμενο με την αγωγή για την εναγομένη αυτή ποσό χ 2%), δηλαδή συνολικά το ποσό των 10.720,00 ευρώ.

Με βάση τα ανωτέρω οι εναγόμενες δηλώνουν ότι αρνούνται να απαντήσουν στην υπό κρίση αγωγή, έως ότου καταβληθούν τα παραπάνω έξοδα της πρώτης δίκης. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων συνιστά διακωλυτική για την πρόοδο της παρούσης δίκης ένσταση, ήτοι την ένσταση μη καταβολής εξόδων προηγούμενης δίκης, η οποία παραδεκτώς προβάλλεται στην παρούσα δίκη (άρθρο 263 εδ. δ΄ του ΚΠολΔ), είναι δε πλήρως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις προεκτεθείσες διατάξεις. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, καθ’ όσον το παρόν Δικαστήριο δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 284 του ΚΠολΔ, να προβεί εν προκειμένω παρεπιπτόντως σε μη δεσμευτική με δεδικασμένο εκκαθάριση των εξόδων (άρθρο 331 ΚΠολΔ), καθόσον η εκκαθάριση αυτή αποτελεί παρεμπίπτον ζήτημα της ως άνω, κατά το άρθρο 295 § 2 του ΚΠολΔ, αναβλητικής ενστάσεως.

Από τα έγγραφα που προσκομίζονται αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα άσκησε αρχικά κατά των εναγομένων την από 2-6-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2008 αγωγή, η οποία είχε όμοιο περιεχόμενο με την υπό κρίση αγωγή, αφού είχε την ίδια με αυτή ιστορική και νομική αίτια, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 14-1-2010. Κατά την δικάσιμο αυτή η συζήτηση της αγωγής ματαιώθηκε και η ενάγουσα επανέφερε αυτή προς συζήτηση με την από 21-1-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../2010 κλήση της, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 26-1-2012 και κατόπιν αναβολής η 20-2-2014.

Κατά την τελευταία δικάσιμο, κατά την οποία αυτές (εναγόμενες) παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους, η ενάγουσα πριν από την συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής με σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ενώ κατά δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της επιφυλάχθηκε να καταβάλει στις εναγόμενες τα δικαστικά τους έξοδα, αφού οι τελευταίες είχαν είκοσι ημέρες πριν από την ως άνω δικάσιμο, δηλαδή στις 30-1-2014, καταθέσει στο Δικαστήριο τις από 30-1-2014 έγγραφες προτάσεις τους και δεκαπέντε ημέρες πριν από τη συζήτηση της αγωγής, ήτοι στις 4-2-2014, την από 4-2-2014 προσθήκη των προτάσεών τους και αντίκρουση των προτάσεων της αντιδίκου τους, σύμφωνα με τη δικονομική υποχρέωση που είχαν, προσκομίζοντας πλήρη φάκελο με όλα τα έγγραφα που επικαλούνταν προς απόδειξη των ισχυρισμών τους και αντίκρουση των ισχυρισμών της αντιδίκου τους. Οι ως άνω διαδικαστικές πράξεις αποδεικνύονται και από τα προσκομιζόμενα από τις εναγόμενες έγγραφα: α) του αντιγράφου των κατατεθειμένων από αυτές από 30-1-2014 προτάσεων τους μετά της ενσωματωμένης σε αυτές κατάστασης σχετικών εγγράφων που κατέθεσε η πληρεξούσια δικηγόρος τους, στις 30-1-2014, όπως προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα της γραμματείας του Δικαστηρίου αυτού, έχοντας υποβάλει με αυτές και σχετικό αίτημα περί καταβολής δικαστικών εξόδων καθώς και του αντιγράφου της από 4-2-2014 προσθήκης - αντίκρουσής τους, που η πληρεξούσια δικηγόρος τους κατέθεσε εντός της νόμιμης προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αγωγής, όπως προκύπτει από τη σχετική σφραγίδα της γραμματείας του Δικαστηρίου αυτού και β) τα υπ’ αριθμ. 381/2014 πρακτικά παραίτησης από δικόγραφο του Δικαστηρίου τούτου.

Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε από το Δικαστήριο (αρθρ. 190 § 3 ΚΠολΔ), βάσει των ως άνω προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων, ότι η πληρεξούσια δικηγόρος των εναγομένων δικαιούται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, αμοιβής για τη σύνταξη των ως άνω προτάσεων ανερχομένης σε ποσοστό επί του αντικειμένου της αγωγής συνολικού ποσού 11.282,00 ευρώ. Ειδικότερα, η αμοιβή της πληρεξούσιας δικηγόρου των εναγομένων ανέρχεται για την πρώτη εναγομένη στο ποσό των 10.660,00 ευρώ, σύμφωνα με τα άρθρα 191 παρ. 2 και 63, 68 του Κώδικα περί Δικηγόρων (1.066.000 το αιτούμενο ποσό x 1%) και για τη δεύτερη εναγομένη στο ποσό των 60 ευρώ σύμφωνα με τα άρθρα 191 παρ. 2 και 63, 68 του Κώδικα περί Δικηγόρων (3.000 ευρώ το αιτούμενο ποσό χ 2%), ενώ η παράστασή της ενώπιον του Δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσό των 566,00 ευρώ, σύμφωνα με το παράρτημα I του Κώδικα Δικηγόρων. Ωστόσο, οι εναγόμενες με τις προτάσεις τους ζητούν μόνο το ποσό των 10.660,00 ευρώ. Επομένως καίτοι οφείλεται το συνολικό ποσό των 11.282,00 ευρώ, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον κώδικα δικηγόρων όρια αμοιβών και εξόδων (βλ. σχετ. ΑΠ 961/2017, δημοσιευμένη σε ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), εντούτοις πρέπει να καταβληθεί στις εναγόμενες, το αιτούμενο από αυτές ποσό, ήτοι το συνολικό ποσό των 10.720,00 ευρώ. Εφόσον, λοιπόν, ζητούνται με ακριβή προσδιορισμό τους τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των ως άνω άρθρων του Κώδικα περί Δικηγόρων έξοδα και η ενάγουσα δεν αμφισβητεί τις διαδικαστικές πράξεις της πρώτης δίκης, οι οποίες και αποδείχθηκαν κατά τα ανωτέρω, δεν απαιτείται καμία άλλη εκκαθάρισή τους.

Επομένως, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η εξεταζόμενη ένσταση να γίνει δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και να αναβληθεί η εκδίκαση της προκείμενης αγωγής, εωσότου η ενάγουσα καταβάλει στις εναγόμενες τα προαναφερθέντα έξοδα της προηγουμένης δίκης, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.