Αριθμός 188/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)", που εκπροσωπείται νόμιμα από το διάδοχό του - καθού η κλήση: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (1η Δ.Υ.Πε Αττικής)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Μουζουράκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Π. - ’. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεοκλή Γαλανόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1754/2003 μη οριστική, 431/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8785/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με την από 29/5/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2026/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να συμπληρωθεί από τον εισηγητή έκθεση αναφορικά με το παραδεκτό και τη βασιμότητα του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Με την από 31/5/2018 κλήση της καλούσας η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 27/8/2018 συμπληρωματική έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29.05.2007 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 431/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου , έγινε στη συνέχεια δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή κατά ένα μέρος και αναγνωρίσθηκε ότι το αναιρεσείον υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη αναψεσίβλητη εντόκως το ποσό των δύο χιλιάδων επτά ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (2.007,33) Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Α, Ν. 3918/2011 και άρθρα 2 και 21 παρ.9 του Ν. 4238/2014). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει, μετά την έκδοση της 2026/2017 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με njv οποία ερευνήθηκε μόνον ο πρώτος λόγος αναίρεσης, να ερευνηθεί αυτή ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του δευτέρου λόγου της (άρθρ. 577§3 Κ.ΠολΔ).

Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο ’ρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η αναιρεσίβλητη με την από 31.12.2001 αγωγή της (την οποία άσκησε μαζί με άλλους 23 συναδέλφους της, ιατρούς συνδεομένους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ιδιωτικού δικαίου) ισχυρίσθηκε ότι κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ δεν κατέβαλε σ' αυτήν τα οικογενειακά επιδόματα (γάμου και τέκνων) κατά το από 1.1.1998 μέχρι 31.12.2001 χρονικό διάστημα. Ενόψει αυτού, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτό οφείλει να της καταβάλει για την ανωτέρω αιτία τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, με το νόμιμο τόκο από τότε που αυτά έχουν καταστεί απαιτητά, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 431/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς αυτήν. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4° Τμήμα) με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την ως άνω ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, έγινε δεκτή η αγωγή της και αναγνωρίσθηκε ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτήν (ενάγουσα) το ποσό των 2.007,33 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους κάθε μήνα του αναφερομένου στο σκεπτικό χρονικού διαστήματος, που ήταν καταβλητέα κάθε επί μέρους παροχή. Επί της ως άνω ασκηθείσης αναιρέσεως, το Δικαστήριο αυτό με την 2026/2017 απόφασή του έκρινε ότι και επί αναγνωριστικής αγωγής οφείλονται τόκοι υπερημερίας και κατ' ακολουθία το Εφετείο Αθηνών, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, επιδίκασε τόκους επί του παραπάνω αναφερομένου ποσού, το οποίο αναγνώρισε ότι οφείλεται στην αναιρεσίβλητη και συνεπώς ο πρώτος λόγος της ένδικης αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ.Ια ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον παραπονέθηκε για την αναγνώριση σε βάρος του τόκων υπερημερίας, είναι αβάσιμος και απέρριψε αυτόν. Περαιτέρω, το Δικαστήριο αυτό με την ως άνω απόφασή του (2026/2017) για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτή, διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως αυτής, προκειμένου, κατά την επαναληπτική συζήτηση αυτής, που θα οριζόταν με επιμέλεια των διαδίκων, να έχει συμπληρωθεί από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη η έκθεσή του αναφορικά με το παραδεκτό και την βασιμότητα τον δευτέρου λόγου της ως άνω από 29 Μαίου 2017 αιτήσεως περί αναιρέσεως.

Ήδη, η υπόθεση εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου με την από 31.05.2018 κλήση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, μετά την υποβολή της από 27.08.2018 εκθέσεως του Εισηγητή Αρεοπαγίτη.

Με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν σε περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, δημόσιου ή κοινωνικού, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 23/2004, ΟλΑΠ 11/2003). Εξάλλου, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-11- 1950 (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει την αυξημένη τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία να θεσμοθετεί ειδικές ρυθμίσεις για ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση των νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου (ΝΠΔΔ), στην περιουσία και την οικονομική κατάσταση των οποίων συμβάλλει το σύνολο των πολιτών, με την καταβολή φόρων (ΑΠ 992/2017). Το συμφέρον αυτό, πρωτίστως, εξυπηρετεί και η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", που είναι ανάλογη προς το άρθρο 21 του δευτέρου κεφαλαίου του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (β.δ. της 26-6/10-7-1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία, επί υπερημερίας, αναγνωρίζεται στα ΝΠΔΔ το δικαίωμα να καταβάλλουν, με την ιδιότητα του οφειλέτη, ποσοστό τόκου 6% ετησίως, ήτοι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή εξαίρεση υπέρ των ΝΠΔΔ, η οποία υπαγορεύεται από το σκοπό που προαναφέρθηκε και δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε προς τις ως άνω, αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις ούτε προς αυτές του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία παντός προσώπου. Και τούτο, διότι η προστασία της περιουσίας του ΝΠΔΔ είναι αναγκαία προκειμένου αυτό να παραμένει σε θέση να εκπληρώνει, απρόσκοπτα, τους προέχοντες καταστατικούς σκοπούς του και να εξυπηρετεί το γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 992/2017, ΑΠ 2/2014, ΑΠ 1460/2012, ΑΠ 1228/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας δεν εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστική διάταξη και επιδίκασε το χρηματικό ποσό των 2.007,33 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη του τέλους κάθε μήνα του αναφερομένου στο σκεπτικό χρονικού διαστήματος, που ήταν καταβλητέα κάθε επί μέρους παροχή, ενώ έπρεπε να επιδικάσει τόκους από την επίδοση της αγωγής όχι με το συνήθη τόκο υπερημερίας αλλά προς 6% ετησίως (ΑΠ 1847/2013, ΑΠ 363/2006). Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, κατά τα ανωτέρω, ως προς τον δεύτερο λόγο της και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 8785/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος, ως προς την προαναφερθείσα διάταξη του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας και του περιορισμού του επιτοκίου της υπερημερίας σε ποσοστό 6% ετησίως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδ.α Κ.Πολ Δικ., "Αν ο ’ρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα και, μετά την εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά τους τόκους, πρέπει και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δύο χιλιάδων επτά ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (2.077,33) με τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.

Τέλος, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και του πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας, καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθ. 179 και 183 του ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 8785/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), κατά το κεφάλαιο του χρόνου έναρξης της τοκοφορίας και περιορισμού του επιτοκίου υπερημερίας.

Κρατεί και δικάζει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται κατ' ουσία την από 5 Δεκεμβρίου 2005 και με αριθ. Καταθ..../2016 έφεση.

Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα Π. Κ. το ποσό των δύο χιλιάδων επτά ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (2.077,33) με τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής

Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων για τη παρούσα δίκη, ως και τα δικαστικά έξοδα αυτών για τους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.

 

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ