ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 188/2018

 

Πρόεδρος: Γ. Ασσυχίδου (Πρόεδρος Πρωτοδικών)

Εισηγητής: Γ. Τζιώτης (Πρωτοδίκης)

Δικηγόρος: Π.-Ευ. Χατζηαγγέλου

Δικηγόρος: Α. Ρήγας

Δικηγόρος: Α. Κωνσταντινίδου

 

[…Με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του το εναγόμενο αφενός αρνείται την αγωγή, ισχυριζόμενο ότι τα πωληθέντα προϊόντα παραδόθηκαν σε υπαλλήλους της αποθήκης του, οι οποίοι υπέγραφαν τα τιμολόγια και όχι σε πρόσωπα εξουσιοδοτημένα προς τούτο από το ίδιο. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι ένδικες συμβάσεις πώλησης είναι εν μέρει άκυρες κατά το μέρος που αντίκεινται στα χρηστά ήθη κατ’ άρθρα 178-179 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά το πρώτο σκέλος του ισχυρισμού αυτού το εναγόμενο εκθέτει ότι στο πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί από την κρίση που βιώνει η χώρα μας από το έτος 2010 και από την υπαγωγή της από το έτος 2010 στο Μηχανισμό Οικονομικής Διάσωσης και Ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, εισήχθη για την περιστολή των νοσηλίων που καταβάλλουν το Κράτος και τα δημόσια ταμεία ο θεσμός των Κλειστών Ελληνικών Νοσηλίων – Κ.Ε.Ν. (βλ. τις υπ’ αριθμούς Υ4α/οικ. 13740/12 και Υ4α/οικ. 18051/12 κοινές υπουργικές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης – Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης). Ότι η ως άνω τιμολόγηση υπολειπόταν σημαντικά του κόστους των διενεργούμενων από το ίδιο (Ω.Κ.Κ.) ιατρικών πράξεων, με συνέπεια τη σημαντική μείωση των εσόδων του κατά ποσοστό 26,5% για όλα τα περιστατικά. Ότι για το λόγο αυτό προσέβαλε τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ. Στο δεύτερο σκέλος του ίδιου ισχυρισμού, το εναγόμενο εκθέτει ότι από τα τέλη του έτους 2010, κατ’ εφαρμογή του Παρατηρητηρίου Τιμών της Επιτροπής Προμηθειών Υγείας, οι τιμές των ιατροτεχνολογικών κ.λπ. προϊόντων, που εντάχθηκαν σε αυτό, σημείωσαν μεγάλη μείωση και παραθέτει πίνακα των σημερινών τιμών των αντίστοιχων προϊόντων, στον οποίο φαίνεται ότι η τιμή αυτών μειώθηκε κατά μέσο όρο σε ποσοστό 57,79%. Με βάση τα ανωτέρω, ζητεί το εναγόμενο να κριθούν άκυρες ως αντίθετες στα χρηστά ήθη, την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, τουλάχιστον μερικώς λόγω υπερτιμολόγησης, και να απομειωθεί το αρχικώς οφειλόμενο ποσό (452.471,69 ευρώ) κατά ποσοστό 60%, ώστε να κριθεί ως πράγματι οφειλόμενο το εύλογο ποσό των 180.988,68 ευρώ. Ότι, ειδάλλως, η λόγω της υπερτιμολόγησης υπερχρέωσή του θα το οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή με ευρύτερες συνέπειες για το κοινωνικό σύνολο.

Το πρώτο σκέλος του προπαρατεθέντος ισχυρισμού αφορά όχι στην υπερτιμολόγηση των πωληθέντων προϊόντων αλλά στη μερική αδυναμία του εναγομένου να εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωσή του για καταβολή του τιμήματος αυτών λόγω του θεσμού των Κλειστών Ελληνικών Νοσηλίων, που εισήχθη με τις από 27.3.2012 Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις. Ωστόσο, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός κατά το σκέλος αυτό, διότι το εναγόμενο δεν εκθέτει αν τελικώς ακυρώθηκαν ή όχι οι προσβληθείσες με την από 25.5.2010 προσφυγή του υπ’ αριθμούς Υ4α/οικ. 13740/12 και Υ4α/οικ.18051/12 Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, ώστε να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν αν η αδυναμία είναι υπαρκτή ή αποφεύχθηκε, ούτε διατυπώνει με σαφήνεια κατά ποιο ποσοστό θα έπρεπε να απαλλαγεί για το λόγο αυτό από την ένδικη αξίωση, καθώς δεν φαίνεται το σκέλος αυτό να συνδέεται με το επόμενο αίτημά του για απομείωση της οφειλής κατά 60% λόγω υπερτιμολόγησης, και αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι α) η πλειονότητα των ένδικων πωλήσεων καταρτίσθηκαν μετά την έκδοση των προαναφερθεισών Υπουργικών Αποφάσεων, αφού το εναγόμενο είχε λάβει γνώση αυτών και, συνεπώς, δεν μπορεί να επικαλεστεί την οικονομική αδυναμία του για να απαλλαγεί της συμβατικής υποχρέωσής του, και β) αλυσιτελώς προβάλλεται για όσες από τις διαδοχικές πωλήσεις καταρτίσθηκαν προ της έκδοσης των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, διότι, ακόμη κι αν γινόταν δεκτή η απαλλαγή του από την καταβολή μέρους του τιμήματος, κατ’ ουσίαν θα εξακολουθούσε να οφείλει τα αντίστοιχα προϊόντα, τα οποία αναντιρρήτως έχουν περιέλθει σε αυτό (ή την ανάλογη αξία τους) επί τη βάσει των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού (βλ. άρθρο 380 AK), δεδομένου ότι τέτοια αξίωση προβάλλεται, έστω και με ενδοδιαδικαστική αίρεση, με την υπό κρίση αγωγή.

Επικουρικώς, με βάση όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα, ζητεί το εναγόμενο να αναπροσαρμοσθεί με την παρούσα δικαστική απόφαση το τίμημα στο προσήκον μέτρο, ήτοι στο ύψος των 180.988,68 ευρώ, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ λόγω απρόοπτης μεταβολής του δικαιοπρακτικού θεμελίου της αμφοτεροβαρούς σύμβασης των διαδοχικών πωλήσεων. Επίσης επικουρικώς ζητεί την αναπροσαρμογή του οφειλόμενου από τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης τιμήματος στο ύψος των 180.988,68 ευρώ κατ’ εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ κατ’ απόκλιση από τα συμφωνηθέντα και παρά την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης εκ μέρους της αντισυμβληθείσας προμηθεύτριας εταιρείας, διότι η καταβολή του αρχικώς συμφωνηθέντος τιμήματος θα ήταν υπέρμετρα επαχθής, σε σημείο που δεν μπορεί να γίνει ανεκτό από την έννομη τάξη.

Ο επικουρικός ισχυρισμός του εναγόμενου κατά το σκέλος που ερείδεται στο άρθρο 388 ΑΚ είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι η αναπροσαρμογή της οφειλόμενης παροχής με βάση το άρθρο 388 ΑΚ, λόγω του διαπλαστικού χαρακτήρα του σχετικού δικαιώματος, μπορεί να ασκηθεί μόνο με επιθετική πράξη, δηλαδή με αγωγή ή ανταγωγή και όχι με αμυντική πράξη όπως η ένσταση (βλ. Απ. Χελιδόνη, σε: Απ. Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία ΑΚ, 2010, άρθρο 388 αρ. 32, σελ. 795). Επιπροσθέτως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το δικαίωμα που απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 388 ΑΚ είναι διαπλαστικό και ενεργοποιείται μόνο για το μέλλον υπό την προϋπόθεση ότι η σύμβαση είναι ενεργή (πρβ. ΕφΠειρ 87/2014, ΕφΑθ 6578/2000, ΠΠρΑθ 763/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στην υπό κρίση περίπτωση, όμως, οι ένδικες συμβάσεις είναι διαδοχικές στιγμιαίες συμβάσεις πώλησης που καταρτίσθηκαν το έτος 2012 και το τίμημα για άπασες αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμο, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, εντός του ίδιου έτους (2012). Επιπλέον, ο ισχυρισμός κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέος ως αόριστος και με την επιπρόσθετη αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζεται για ποιο λόγο η οφειλόμενη από το εναγόμενο παροχή έγινε υπέρμετρα επαχθής ενόψει της αντιπαροχής της προμηθεύτριας εταιρείας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν αναφέρει συγκριτικά στοιχεία της αξίας, την οποία θα είχαν τα πωληθέντα προϊόντα, βάσει του Παρατηρητηρίου Τιμών της Επιτροπής Προμηθειών Υγείας, κατά το χρόνο σύναψης των συμβάσεων (2012), αλλά αναφέρει την αξία αυτών, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα. Ούτε, όμως, μεταγενέστερη ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου προκύπτει από τους ισχυρισμούς του εναγομένου, καθώς η μείωση των τιμών του ιατροτεχνολογικού υλικού με βάση όσα όριζε το Παρατηρητήριο Τιμών της Επιτροπής Προμηθειών Υγείας είχε καθιερωθεί ήδη από το έτος 2010, ήτοι προ της σύναψης των ένδικων συμβάσεων πώλησης, και επίσης, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι τελικώς επιβλήθηκαν τα Κλειστά Ελληνικά Νοσήλια και ότι δεν ακυρώθηκαν οι Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις κατόπιν της από 25.5.2010 προσφυγής του εναγομένου ενώπιον του ΣτΕ, εντούτοις η πλειονότητα των συνολικά 74 ένδικων πωλήσεων καταρτίσθηκαν μετά την έκδοση των Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων αυτών, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για εκ των υστέρων ανατροπή του κοινού δικαιοπρακτικού θεμελίου για τους συγκεκριμένους λόγους που το εναγόμενο αναφέρει στο δικόγραφο των προτάσεών του. Αντιθέτως, ο ισχυρισμός και το αίτημα να τροποποιηθεί η συμβατική σχέση με διαπλαστική επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 288 ΑΚ και να προσδιορισθεί η εκπληρωτέα παροχή εκ μέρους του εναγομένου με βάση την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη, κατ’ απόκλιση των συμφωνηθέντων, ήτοι, αν γίνει δεκτή η αγωγή, να υποχρεωθεί αυτό να πληρώσει μόνο το ποσό των 180.988,68 ευρώ, απομειωθείσας της αξίωσης του τιμήματος για έκαστη των ένδικων πωλήσεων κατά ποσοστό 60%, είναι ορισμένα και νόμιμα και, ως εκ τούτου, πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους.

Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συνέχεια, μολονότι δεν παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, αποδεικνύονται τα κάτωθι: Η ενάγουσα τράπεζα κατήρτισε με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «[…] Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Ιατρικών Μηχανημάτων» και το διακριτικό τίτλο «[…] Α.Ε.Β.Ε.», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη ([…]), την υπ’ αριθμόν […]/18.5.1999 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με την οποία χορηγήθηκε πίστωση από την πρώτη στη δεύτερη μέχρι του ποσού των 400.000.000 δρχ., διεπομένη από τους όρους που περιέχονται στο κείμενο της ως άνω σύμβασης και των πρόσθετων πράξεων αυτής. Η ως άνω πίστωση αυξήθηκε διαδοχικά, και δη α) […]. Δηλαδή, διαδοχικά ανήλθε η χορηγηθείσα πίστωση στο ποσό των 29.000.000 ευρώ. Η πιστούχος έκανε χρήση της ως άνω συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανάληψη χρηματικών ποσών από την Τράπεζα. Για την παρακολούθηση των πιστώσεων που χορηγήθηκαν, ανοίχθηκαν και τηρούνται, μεταξύ άλλων, οι με αριθμούς […] και […] ανοικτοί αλληλόχρεοι λογαριασμοί. Η ως άνω πιστούχος («[…] Α.Ε.Β.Ε.»), με την από 1.10.2013 επιστολή της προς την ενάγουσα τράπεζα, γνωστοποίησε ότι συμφωνεί με τις χρεωπιστώσεις του ως άνω υπ’ αριθμόν […] λογαριασμού της, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα κινήσεώς του, που η ενάγουσα τράπεζα της απέστειλε και συνομολογεί, και αναγνωρίζει ότι το υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού ανέρχεται κατά την 1.10.2013 σε 658.829,60 ευρώ, ενώ σύμφωνα με την κίνηση λογαριασμού από την 1.10.2013 έως και την 2.7.2014 ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο 720.963,05 ευρώ. Επιπλέον, η ως άνω πιστούχος, με την από 1.10.2013 επιστολή της προς την ενάγουσα τράπεζα, γνωστοποίησε ότι συμφωνεί απόλυτα με τις χρεωπιστώσεις του ως άνω υπ’ αριθμόν […] λογαριασμού της, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα κινήσεώς του, που η ίδια η ενάγουσα τράπεζα της απέστειλε και συνομολογεί, και αναγνωρίζει ότι το υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού ανέρχεται κατά την 1.10.2013 σε 183.819,42 ευρώ, ενώ σύμφωνα με την κίνηση λογαριασμού από την 1.10.2013 και την 2.7.2014 ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο 15.400,24 ευρώ. Κατόπιν των ως άνω, προκύπτει ότι η οφειλή της ανωτέρω πιστούχου εταιρείας προς την ενάγουσα τράπεζα, απορρέουσα από την παραπάνω Σύμβαση Πιστώσεως και τις Αυξητικές σ’ αυτήν Πράξεις, ανέρχεται στο ύψος των 736.363,29 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Ταυτόχρονα, έχουν χορηγηθεί υπέρ της πιστούχου εταιρείας («[…] Α.Ε.Β.Ε.») και παραμένουν σε ισχύ οι κάτωθι εγγυητικές επιστολές, συνολικού ποσού 388.414,30 ευρώ. Η ενάγουσα τράπεζα στο πλαίσιο χρηματοδότησης της ως ανώνυμης εταιρείας κατήρτισε ποικίλες συμβάσεις εκχώρησης απαιτήσεων της πιστούχου από πώληση ιατρικοφαρμακευτικών υλικών προς ιδιωτικά και δημόσια νοσοκομεία. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της ως άνω επιχειρηματικής δραστηριότητάς της και προς επίτευξη του εταιρικού της σκοπού, η παραπάνω πιστούχος εταιρεία προέβαινε σε πωλήσεις κάθε είδους αναλώσιμου υγειονομικού υλικού, μηχανημάτων και εξοπλισμού ιατρικής, νοσηλευτικής και θεραπευτικής χρήσης, περιλαμβανομένων των φαρμάκων, καθώς και φαρμακευτικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, καθώς και σε θεραπευτικά κέντρα, κλινικές και εν γένει σε νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παροχής ιατρικών υπηρεσιών. Η ως άνω πιστούχος εταιρεία, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και του εναγόμενου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), πώλησε στο τελευταίο ιατρικά-φαρμακευτικά εμπορεύματα. Τα ως άνω εμπορεύματα η πιστούχος εταιρεία τα παρέδωσε στην έδρα του εναγομένου και αυτό με τη σειρά του τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα διά μέσου των προστηθέντων προς τούτο υπαλλήλων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθούν, προς απάντηση του αντίστοιχου αρνητικού ισχυρισμού του εναγομένου, τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 221 και 224 ΑΚ προκύπτει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, μολονότι δεν υπάρχει πληρεξουσιότητα, εν τούτοις κρίνεται άξια προστασίας η εμπιστοσύνη του τρίτου στην ύπαρξή της. Με βάση τις διατάξεις αυτές και την αρχή της εμπιστοσύνης, διαπλάστηκε η έννοια της «φαινόμενης πληρεξουσιότητας». Πρόκειται για την περίπτωση που ο αντιπροσωπευόμενος δεν παρέσχε πληρεξουσιότητα ή την είχε παράσχει μεν κατά το παρελθόν, στην συνέχεια, όμως, την ανακάλεσε και ούτε ανέχθηκε ούτε γνώριζε τη συμπεριφορά του φερομένου «αντιπροσώπου» του, αλλά θα μπορούσε να τη γνωρίζει και να την είχε εμποδίσει, αν επιδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, ενώ, από την άλλη πλευρά, ο συναλλαχθείς τρίτος δικαιούται, με βάση την καλή πίστη και τις αντιλήψεις των συναλλαγών, να πιστέψει ευλόγως ότι στον εμφανιζόμενο, ως αντιπρόσωπο, έχει παρασχεθεί πληρεξουσιότητα. Γι’ αυτό, όμως, απαιτείται διαρκής επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του φερομένου «αντιπροσώπου» και καλή πίστη στο πρόσωπο του τρίτου που συναλλάχθηκε. Ο τελευταίος δεν προστατεύεται, αν γνώριζε την έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή την αγνοούσε από αμέλειά του. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, καταλογίζεται στον «αντιπροσωπευόμενο» ότι με τη συμπεριφορά του δημιούργησε στους τρίτους την εύλογη πεποίθηση για την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, και αν πρόκειται για σύμβαση, αυτή θεωρείται καταρτισμένη, διά μέσου του «κατά φαινόμενο πληρεξουσίου». Ο τρίτος που συναλλάχθηκε έχει στην περίπτωση αυτή κατά του αντιπροσωπευομένου τις αξιώσεις που πηγάζουν από τέτοια σύμβαση (βλ. ΑΠ 683/2015, ΑΠ 274/2013, ΑΠ 1659/2005, ΑΠ 939/2004, ΑΠ 1187/2000). Ως εκ τούτου, λοιπόν, ακόμη κι αν οι υπάλληλοι της αποθήκης του εναγόμενου δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι προς τούτο από το εναγόμενο, εύλογα πίστευε η προμηθεύτρια του εναγόμενου εταιρεία, «[…] Α.Ε.Β.Ε.» ότι υπάρχει η εν λόγω πληρεξουσιότητα των υπαλλήλων της αποθήκης, που σε μόνιμη βάση παραλάμβαναν τα προϊόντα και υπέγραφαν τα αντίστοιχα τιμολόγια – δελτία αποστολής, ενώ δεν όφειλε να ελέγξει επισταμένως και ενδελεχώς την ύπαρξη αυτής, ρωτώντας άλλους υπαλλήλους του νοσοκομείου γι’ αυτό, με συνέπεια λόγω του προκληθέντος αυτού «φαινομένου πληρεξουσιότητας» να δεσμεύεται το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. από τις καταρτισθείσες συμβάσεις πώλησης και να οφείλει το αντίστοιχο τίμημα για τα προϊόντα που παρέλαβε και χρησιμοποίησε, γεγονός το οποίο, άλλωστε, δεν αρνείται ειδικώς.

Για τις προαναφερθείσες ένδικες διαδοχικές συμβάσεις πώλησης εκδόθηκαν τα κατωτέρω, αναλυτικώς περιγραφόμενα, τιμολόγια, στα οποία αναγράφεται ο αριθμός παραγγελίας, το όνομα του ασθενούς, ο ασφαλιστικός φορέας του, ο αριθμός έγκρισης δαπάνης κατ’ είδος, ποσότητα, τιμή μονάδος, Φ.Π.Α. και συνολική αξία του πωληθέντος εμπορεύματος. Εν συνεχεία, η πιστούχος εταιρεία εκχώρησε προς την ενάγουσα τράπεζα, δυνάμει διαδοχικών Συμβάσεων Ενεχυράσεως Απαιτήσεων, που καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. της 17ης Ιουλίου / 13ης Αυγούστου 1923 «περί ειδικών διατάξεων περί ανωνύμων εταιρειών», τις απαιτήσεις της, από τα ένδικα τιμολόγια προς κάλυψη της οφειλής της από την ως άνω υπ’ αριθμόν […]/18.5.1999 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Συγκεκριμένα η ενάγουσα τράπεζα κατήρτισε με την παραπάνω «[…] Α.Ε.Β.Ε.», ως Ενεχυράζουσα, την από 14.7.2010 Σύμβαση Ενεχυράσεως Απαιτήσεων και Διαχείρισης Ενεχυραζόμενων Απαιτήσεων, δυνάμει της οποίας η ενεχυράζουσα – πιστούχος εταιρεία εκχώρησε στην πρώτη λόγω ενεχύρου τις απαιτήσεις της από τις διαδοχικές συμβάσεις πώλησης εμπορευμάτων (ιατροφαρμακευτικού υλικού), που έχουν καταρτισθεί μεταξύ αυτής και των αναφερόμενων σε αυτή και τα παραρτήματα αυτής πρόσωπα. Περαιτέρω, με την αυτή ως άνω από 14.7.2010 Σύμβαση Ενεχυράσεως Απαιτήσεων, και πιο συγκεκριμένα με το παράρτημα […]/9.10.2012, η οποία αναγγέλθηκε νομίμως στο εναγόμενο ([…]), εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα τράπεζα, λόγω ενεχύρου, απαιτήσεις της πιστούχου κατά του εναγομένου, συνολικού ποσού 196.997,88 ευρώ, το οποίο παραμένει ανεξόφλητο και αναφέρεται λεπτομερώς στον Πίνακα του προαναφερθέντος Παραρτήματος, που έχει προσαρτηθεί στη Σύμβαση Ενεχυράσεως, αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος της, και για το οποίο εκδόθηκαν τα εξής τιμολόγια: […] Περαιτέρω, με την αυτή ως άνω από 14.7.2010 Σύμβαση Ενεχυράσεως Απαιτήσεων, και πιο συγκεκριμένα με το παράρτημα […]/21.11.2012 αυτής, η οποία αναγγέλθηκε νομίμως στο εναγόμενο ([…]) εκχωρήθηκαν στην ενάγουσα τράπεζα, λόγω ενεχύρου απαιτήσεις της πιστούχου κατά του αντιδίκου, συνολικού ποσού 255.473,81 ευρώ, το οποίο παραμένει ανεξόφλητο και αναφέρεται λεπτομερώς αναφέρεται στον Πίνακα του άνω Παραρτήματος, που έχει προσαρτηθεί στην ως άνω σύμβαση και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, και για το οποίο εκδόθηκαν τα εξής τιμολόγια: […] Επομένως, η απαίτηση της ενάγουσας τράπεζας κατά του εναγομένου μετά τις ανωτέρω εκχωρήσεις από την πιστούχο εταιρεία με το διακριτικό τίτλο «[…] Α.Ε.Β.Ε.» ανέρχεται στο ποσό των 452.471,69 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να έχει καταβληθεί κάποιο ποσό προς, έστω μερική, εξόφληση της οφειλής. Εξάλλου, αναφορικά με το αίτημα του εναγόμενου περί αναπροσαρμογής της οφειλής του στο ύφος των 180.988,68 ευρώ, κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει να επισημανθεί κατ’ αρχάς ότι, παρ’ όλο που στη διάταξη αυτή τα συναλλακτικά ήθη αναφέρονται μαζί με την καλή πίστη, σε περίπτωση σύγκρουσης οι κανόνες της καλής πίστης υπερισχύουν έναντι των συναλλακτικών ηθών, τα οποία, τελικώς, λαμβάνονται υπ’ όψη μόνον εάν δεν προσκρούουν στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Επίσης, διευκρινίζεται ότι ως συναλλακτικά ήθη (ή συνήθειες των συναλλαγών) νοούνται οι συνήθειες που έχουν επικρατήσει στις συναλλαγές μέσα από τη συχνή επανάληψη μιας συμπεριφοράς σε ορισμένη κατηγορία συναλλαγών ή σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο συναλλασσομένων ή σε ορισμένη περιοχή.

Με τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε το εναγόμενο, φέρον το σχετικό βάρος απόδειξης (άρθρο 338 ΚΠολΔ), επιδιώκει να αποδείξει ότι η εμμονή εκ μέρους της ενάγουσας για εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσής του κατά το μέγεθος, που είχε αυτή λάβει σύμφωνα με τα αρχικώς συμφωνηθέντα, αντίκειται στην καλή πίστη. Σε αυτό το πλαίσιο, πέραν του ισχυρισμού του για τον καθορισμό ανώτατων τιμών στα ιατροτεχνολογικά κ.λπ. προϊόντα από το Παρατηρητήριο Τιμών της Επιτροπής Προμηθειών Υγείας και του ισχυρισμού περί επιβολής των Κλειστών Ελληνικών Νοσηλίων, που απορρίφθηκαν ανωτέρω με τις αντίστοιχες αιτιολογίες, το εναγόμενο προσκομίζει τους ισολογισμούς του των ετών 2011-2014 που καταδεικνύουν ότι έχει περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, που ενδεχόμενη κατάγνωση της υποχρέωσής του να καταβάλει στην ενάγουσα ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό των 452,471,69 ευρώ θα επέτεινε στο μέγιστο βαθμό τη δεινή θέση του και θα επηρέαζε αρνητικά τον κοινωνικό ρόλο του. Ειδικότερα, στον ισολογισμό της 31ης Δεκεμβρίου 2011 (διαχειριστική χρήση από 1.1.2011 έως 31.12.2011) το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. εμφάνιζε ζημίες εις νέον ύφους 33.269.322,21 ευρώ, στον ισολογισμό της 31ης Δεκεμβρίου 2012 (διαχειριστική χρήση από Ιανουάριο 2012 έως Δεκέμβριο 2012) εμφάνιζε ζημίες εις νέον ύψους 33.727.523,24 ευρώ, στον ισολογισμό της 31ης Δεκεμβρίου 2013 (διαχειριστική χρήση από Ιανουάριο 2013 έως Δεκέμβριο 2013) εμφάνιζε ζημίες εις νέον ύψους 61.174.050,27 ευρώ, ενώ στον ισολογισμό της 31ης Δεκεμβρίου 2014 (διαχειριστική χρήση από Ιανουάριο 2014 έως Δεκέμβριο 2014) εμφάνιζε ζημίες εις νέον ύψους 82.306.053,08 ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι λόγω της δημιουργηθείσας κατάστασης και έτεροι προμηθευτές του εναγομένου συμφώνησαν με αυτό μερική άφεση από το χρέος που είχε δημιουργήσει αυτό απέναντί τους ή εν γένει διακανονισμό των οφειλών. Συγκεκριμένα: α) με την εταιρεία […] συμφωνήθηκε η ρύθμιση του χρέους του Ω.Κ.Κ. μέχρι 31.12.2014, με απομείωση 60% και πληρωμή του υπολοίπου ποσού, και του χρέους για το έτος 2015, με απομείωση 40% στο υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό από 1.1.2015 έως 30.4.2015, που ανέρχεται σε 1.166.449,17 ευρώ και πληρωμή του υπολοίπου ποσού, ήτοι 699.869,51 ευρώ· β) ρυθμίστηκε το χρέος του εναγομένου έναντι της εταιρείας […] και συμφωνήθηκε αυτό να καταβάλει αυτό το 40% της οφειλής, ήτοι ποσό 1.053.828 ευρώ και το υπόλοιπο (1.580.743,20 ευρώ) διαγράφηκε με πιστωτικό σημείωμα· γ) η οφειλή του εναγομένου έναντι της εταιρείας […] απομειώθηκε κατά ποσοστό 60% με πιστωτικό τιμολόγιο· και δ) η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «[…]» δέχθηκε να παράσχει άφεση χρέους στο εναγόμενο κατά ποσοστό 50,09%, αν καταβάλει εφάπαξ το υπόλοιπο ποσό των 4.700.000 ευρώ μέχρι 12.12.2016.

Μπορεί οι προαναφερθείσες συμφωνίες να μην έχουν τόση ευρύτητα και τέτοια επαναληπτικότητα, ώστε να χαρακτηρισθούν «συναλλακτικά ήθη», ωστόσο, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, αποτελούν παραδείγματα καλόπιστης στάσης εκ μέρους συμβαλλομένων στον επαγγελματικό κύκλο συναλλασσομένων που αποτελεί αντικείμενο εξέτασης. Από αυτό το στοιχείο, σε συνδυασμό με τη δυσχερέστατη οικονομική κατάσταση αλλά και τον βαρύνοντα κοινωνικό ρόλο του εναγομένου, το Δικαστήριο πείθεται ότι θα πρέπει η ενοχή να διαπλασθεί κατ’ άρθρο 288 ΑΚ και να αναπροσαρμοσθεί η οφειλή του εναγομένου, απομειούμενη κατά ποσοστό 30% του τιμήματος εκάστης επιμέρους διαδοχικής πώλησης που αποτυπώνεται στα ένδικα τιμολόγια, ήτοι να γίνει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 316.730,18 ευρώ.…]