ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1845/2019

 

Δικαστής : Ειρήνη Κατινιώτη, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Δικηγόροι : Δημήτριος Βασιλείου - Μιχαήλ Αρτεμης, Στέφανος Μουζουράκης

 

Με το ν. 4238/2014 «Πρωτοβάθμιο Εθνι­κό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις» (Α 38) καθ­ιερώθηκε ο θεσμός του Οικογενειακού Ια­τρού για την παροχή υπηρεσιών Πρωτο­βάθμιας Φροντίδας Υγείας (Π.Φ.Υ.). Ειδικό­τερα, στο άρθρο 5 του νόμου αυτού ορί­ζονται τα ακόλουθα: «Οικογενειακός Ιατρός -1. Καθιερώνεται ο θεσμός του Οικογενειακού Ιατρού για την παροχή των υπηρεσιών Π.Φ.Υ. στο πλαίσιο των Τοπικών Δικτύων Υπηρεσι­ών Π.Φ.Υ. που συνιστούν τους Το.Π.Φ.Υ. 2. Οι Οικογενειακοί Ιατροί παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις δομές Π.Φ.Υ. των Τοπικών Δικτύων Π.Φ.Υ., στα ιδιωτικά τους ιατρεία και κατ οί­κον. 3. Οι Οικογενειακοί Ιατροί παρέχουν δέ­σμη υπηρεσιών υγείας η οποία περιλαμβάνει: α) Τη διαχείριση των πλέον συχνών χρόνιων νοσημάτων και καταστάσεων στην κοινότητα, των μειζόνων παραγόντων κινδύνου και των υπηρεσιών φροντίδας υγείας και αποκατάστασης, και εξασφαλίζει το συντονισμό και τη διασύνδεση με άλλους ειδικούς ιατρούς του Τοπικού Δικτύου κατά περίπτωση, καθώς και με τα Νοσοκομεία Αναφοράς, β) Την υποστή­ριξη, τον προσανατολισμό και την υπεύθυνη καθοδήγηση των ασθενών και της οικογένειάς τους μέσα στο σύστημα υγείας, γ) Την εφαρμογή προγραμμάτων προληπτικού και προσυμπτωματικού ελέγχου, καθώς και την εφαρμογή και παρακολούθηση των προγραμ­μάτων εμβολιασμού, δ) Την παραπομπή των χρηστών των υπηρεσιών υγείας σε άλλους ειδικούς ιατρούς και σε άλλα επίπεδα περίθαλψης, καθώς και σε διαγνωστικές εξετάσεις, συμπεριλαμβανομένων των προληπτικών και προσυμπτωματικών ελέγχων, όπως ορίζουν συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές και πρωτόκολλα, τα οποία ορίζονται είτε από το Υπουργείο Υγείας είτε από την οικεία Δ. Υ.Πε. [Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας] στη βάση των διεθνών προτύπων, ε) Την επιμέλεια της δημιουργίας και της τήρησης του ατομικού ηλεκτρονικού φακέλου υγείας για κάθε πολίτη που είναι εγγεγραμμένος στον κατάλογο του, διασφαλίζοντας τη συνέχεια και το συντονι­σμό της φροντίδας, καθώς και την αποτελεσματικότητά της ...4..6...7. Με αποφάσεις του Υπουργού Υγείας καθορίζονται ο αριθμός των δικαιούχων που μπορούν να επιλέξουν τον ίδιο Οικογενειακό Ιατρό, ο αναγκαίος αριθμός των Οικογενειακών Ιατρών ανά Το­πικό Δίκτυο Υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του Το.Π.Φ.Υ. της οικείας Δ.Υ.Πε., ο τρόπος και η διαδικασία επιλογής τους, η διαδικασία ανάθεσης καθη­κόντων Οικογενειακού Ιατρού σε ιατρούς των Κέντρων Υγείας ο τρόπος παροχής υπηρεσιών και το περιεχόμενο τους, η συνεχιζόμενη εκ­παίδευση των Οικογενειακών Ιατρών καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια...».

Οι ανωτέρω παρατιθέμενες διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 6 και 7 του άρ­θρου 5 του ν. 4238/2014 διατηρήθηκαν με τον ν. 4486/2017 «Μεταρρύθμιση της Πρω­τοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, επείγουσες ρυθμίσεις αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας και άλλες διατάξεις» (Α 115), ο οποίος, σε σχέση με τον θεσμό του Οικογενειακού Ια­τρού, όρισε, περαιτέρω, τα εξής: «Άρθρο 6 - Οικογενειακός Ιατρός -1. Ο οικογενειακός ια­τρός παρέχει ολοκληρωμένη και συνεχή φρο­ντίδα στο άτομο με σκοπό την πρόληψη των ασθενειών και την προαγωγή της υγείας. 2. Η παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 4238/2014, αντι­καθίσταται ως εξής: "4. Ο οικογενειακός ια­τρός μπορεί να είναι: α) ιατρός κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ. που υπηρετεί και παρέχει τις υπηρεσίες του στις Το. Μ. Υ. [Τοπικές Ομάδες Υγείας], στα Κέντρα Υγείας και σε λοιπές δημόσιες μονάδες Π.Φ.Υ., β) ιατρός που παρέχει τις υπηρεσίες του στο πλαίσιο λειτουργίας της Τοπικής Ομάδας Υγείας του άρθρου 106 του ν. 4461/2017, γ) ιατρός συμβεβλημένος με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και με εγγεγραμμένο πληθυσμό ευθύνης". 3. Η παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 4238/2014 αντικαθί­σταται ως εξής: "5. Ως οικογενειακοί ιατροί ορίζονται ιατροί ειδικότητας γενικής ιατρικής ή παθολογίας για τον ενήλικο πληθυσμό και παιδίατροι για τον παιδικό πληθυσμό". 4. Ο ανώτατος πληθυσμός ευθύνης (εγγεγραμμέ­νος) για τους οικογενειακούς ιατρούς είναι: α) ιατροί ειδικότητας γενικής ιατρικής ή παθο­λογίας, με αρμοδιότητα οικογενειακού ιατρού, σε αναλογία ένας (1) ιατρός ανά δύο χιλιάδες διακόσιους πενήντα (2.250) εγγεγραμμένους ενήλικες β) παιδίατροι, με αρμοδιότητα οικο­γενειακού ιατρού, σε αναλογία ένας (1) παι­δίατρος ανά χίλια πεντακόσια (1.500) παιδιά. 5. Εκτός αν στον παρόντα νόμο ορίζεται δια­φορετικά, με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται ο αναγκαίος αριθμός των οικο­γενειακών ιατρών ανά Τοπικό Δίκτυο Υπηρε­σιών Π.Φ.Υ. του Το.Π.Φ.Υ. της οικείας Δ.Υ.Πε., ο τρόπος και η διαδικασία επιλογής τους, η δια­δικασία ανάθεσης καθηκόντων οικογενειακού ιατρού σε ιατρούς των Κέντρων Υγείας ο τρό­πος παροχής υπηρεσιών και το περιεχόμενο τους, η συνεχιζόμενη εκπαίδευση των οικογε­νειακών ιατρών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα. Άρθρο 7 - Ομάδα Υγείας 1. Η Ομάδα Υγείας στελεχώνεται με ανθρώπινο δυναμι­κό όπως η Τοπική Ομάδα Υγείας, σύμφωνα με το άρθρο 106 του ν. 4461/2017.... Άρθρο 11 - Συμβεβλημένοι με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. πάροχοι Π.Φ.Υ. 1. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μπορεί να συμβάλλεται με ιατρούς που κατέχουν τίτλο αναγνωρισμέ­νης ειδικότητας και είναι εγγεγραμμένοι στους οικείους ιατρικούς συλλόγους. 2. Σε Το.Π.Φ.Υ. όπου οι δημόσιες μονάδες παροχής υπηρεσι­ών Π.Φ.Υ. δεν καλύπτουν πλήρως τον πληθυ­σμό ευθύνης τους, καθήκοντα οικογενειακού ασκούν ιδιώτες ιατροί της παραγράφου 1 που κατέχουν τους σχετικούς τίτλους ειδικο­τήτων. Η σύναψη και η ανανέωση των συμ­βάσεων με ιδιώτες οικογενειακούς ιατρούς αναπροσαρμόζεται με βάση τη δυνατότητα κάλυψης του πληθυσμού από τις δημόσιες μο­νάδες παροχής υπηρεσιών Π.Φ.Υ. του Το.Π.Φ.Υ. Η δυνατότητα αυτή διαπιστώνεται με από­φαση του Διοικητή της οικείας Υ.Πε., η οποία λαμβάνεται με κριτήριο ιδίως τον πληθυσμό των εγγεγραμμένων ληπτών υπηρεσιών υγείας ανά Το.Μ.Υ. στον οικείο Το.Μ.Φ.Υ. 3. Οι συμβεβλημένοι με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. οικογενειακοί ιατροί παρέχουν υπηρεσίες Π.Φ.Υ. στα ιατρεία τους ή κατ οίκον, με άμεση διασύνδεση με τις υπηρεσίες του Τοπικού Δικτύου του οικείου Το.Π.Φ.Υ. Οι οικογενειακοί ιατροί σύμφωνα με τη σύμβαση που συνάπτουν με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. καλύπτουν συγκεκριμένο πληθυσμό ευθύνης και έχουν ελάχιστο ωράριο απασχόλησης ανά ημέρα και ανά εβδομάδα... Οι οικογενει­ακοί ιατροί αμείβονται κατά κεφαλή για το σύνολο του πληθυσμού ευθύνης τους βάσει συντελεστή ηλικιακής ομάδας. Κάθε σχετικό θέμα αποτελεί περιεχόμενο της σύμβασης με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. 4. Για τους ιατρούς λοιπών ει­δικοτήτων συνάπτεται συλλογική σύμβαση μεταξύ του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., του Πανελλήνιου Ια­τρικού Συλλόγου (Π.Ι.Σ.) και των κατά τόπους ιατρικών συλλόγων. Σε περίπτωση διαπιστω­μένης αδυναμίας από το Δ.Σ. του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. για σύναψη σύμβασης με τους κατά τόπους ιατρικούς συλλόγους και τον Π.Ι.Σ., ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. δύναται να συνάπτει ατομικές συμβάσεις. Οι ιατροί λοιπών ειδικοτήτων που συμβάλλονται με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αμείβονται με συγκεκριμένο ημερήσιο και εβδομαδιαίο χρόνο απασχόλη­σης ... 5.... ».

Περαιτέρω, κατ εξουσιοδότηση, μετα­ξύ άλλων, των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 6, 7 και 11 του ν. 4486/2017 εκ­δόθηκε η ΕΜΕ/Γ.Π.96258/2018 απόφαση του Υπουργού Υγείας και του Αναπληρω­τή Υπουργού Υγείας (Β 39), με την οποία καθορίσθηκε ο τρόπος και η διαδικασία επιλογής οικογενειακών ιατρών προκει­μένου να συμβληθούν με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., καθώς και ορισμένα ζητήματα σχετικά με τον τρόπο και το περιεχόμενο των παρεχόμενων από τους οικογενειακούς ιατρούς υπηρεσιών. Στη συνέχεια, κατ επίκληση, μεταξύ άλλων, και της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, εκδόθηκε από τον Πρόεδρο του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. η από 17.1.2018 πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη σύναψη συμβάσεων από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. με οικογενειακούς ιατρούς ανά Τοπικό Δίκτυο Υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (Το.Π.Φ.Υ.). Ακολούθως, εκδόθηκε η ΕΑΛΕ/Γ.Π.οικ.45169/11.6.2018 απόφαση του Υπουργού Υγείας και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας, με την οποία αντικαταστάθηκε η ανωτέρω ΕΑ- ΛΕ/Γ.Π.96258/15.1.2018 απόφαση του Υπουργού Υγείας και του Αναπληρω­τή Υπουργού Υγείας και ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. εκδίδει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος προκειμένου να συνάπτει συμβάσεις, με διάρκεια ενός έτους και δυ­νατότητα παράτασης έως και δύο φορές, με οικογενειακούς ιατρούς, ο αριθμός των οποίων θα προκύπτει κάθε φορά με βάση τις επικαιροποιημένες καταστάσεις του προσωπικού του κάθε Τομέα Πρωτοβάθ­μιας Φροντίδας Υγείας (Το.Π.Φ.Υ.) εκάστης Υγειονομικής Περιφέρειας, ανά Δημοτική Ενότητα, Περιφερειακή Ενότητα και σύμ­φωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 11 του ν. 4486/2017. Με την εν λόγω από­φαση ορίσθηκαν τα προσόντα επιλογής των οικογενειακών ιατρών, καθώς και ο τρόπος υποβολής και ελέγχου από τα όρ­γανα του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. των αιτήσεων και των δικαιολογητικών. Στη συνέχεια ορίσθηκε ότι με την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής προκύπτει Ενιαίος Δυναμικός Πίνακας Επιλογής Οικογενειακών Ιατρών (Ε.Δυ.Π.Επ.Ο.Ι.), όπου περιλαμβάνεται το σύνολο των ενδιαφερομένων σύμφωνα με τον αύξοντα αριθμό της ηλεκτρονικής αίτησής τους, από τον οποίο προκύπτει κατάταξη των ενδιαφερομένων ιατρών ανά Δημοτική και Περιφερειακή Ενότητα. Ακόμα, στην εν λόγω απόφαση ορίσθηκε ο ανώτατος πληθυσμός ευθύνης για κάθε οικογενειακό ιατρό, καθώς και το ύψος της αμοιβής τους, τα καθήκοντα και οι γενικές τους υποχρεώσεις.

Κατ επίκληση, μεταξύ άλλων, και της εν λόγω Υπουργικής Απόφασης, εκδόθηκε η ΔΑ2/20/14.6.2018 απόφαση του Προέδρου του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., που συνιστά ανοιχτή πρόσ­κληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την πλήρωση θέσεων ιδιωτών οικογενειακών ιατρών συμβεβλημένων με τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στην απόφαση αυτή περιγράφονται γενικά τα καθήκοντα του οικογενειακού ιατρού, καθορίζονται οι προϋποθέσεις και τα προσ­όντα των ενδιαφερομένων προκειμένου να επιλεγούν ως οικογενειακοί ιατροί, ο τρό­πος υποβολής της αίτησης υποψηφιότητας και η διαδικασία επιλογής των υποψηφίων (ΣτΕ 233/2018 δημοσίευση Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Ακολούθως, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπι­κή και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση αυτής της ελευθερίας αποτελεί η επαγγελματική ελευ­θερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά και η ελευθερία των συμ­βάσεων. Η ελευθερία των συμβάσεων έχει την έννοια ότι κανείς δεν μπορεί να ανα­γκασθεί να συνάψει σύμβαση παράγουσα υποχρεώσεις σε βάρος του ή να ανανεώσει προϋπάρχουσα σύμβαση αντίθετα προς τη θέλησή του. Επομένως, μέσα στα όρια που προβλέπει το άρθρο 5 παρ. 1 Συντάγματος έκαστος δικαιούται να αρνηθεί να συνάψει μια σύμβαση γενικά ή με ορισμένο αντι­συμβαλλόμενο ή με ορισμένο περιεχόμε­νο. Ωστόσο, στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς για λό­γους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης δρα­στηριότητας, να είναι πρόσφοροι και ανα­γκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση προς αυτόν.

Εξάλλου, όσον αφορά τον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας ενός μέτρου, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περι­θώριο εκτίμησης για τον καθορισμό των ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες και συνεπώς ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της ανα­λογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο (βλ. Εφ.Θράκης 244/2016 δημοσίευση Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Π.Δ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατο­μικά Δικαιώματα, έκδοση 1991).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρι­νόμενη αίτηση οι αιτούντες εκθέτουν ότι είναι θεράποντες ιατροί προσληφθέντες από πολλών ετών από το Ι.Κ.Α. που στη συνέχεια μεταφέρθηκαν διαδοχικά στον Ε.Ο.Π.Υ και τελικά στο καθ ου, δυνάμει των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014, όπου απασχολούνται μέχρι σήμερα, έχο­ντας καταλάβει οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης κλάδου ια­τρών Ε.Σ.Υ. με σύμβαση εργασίας Ι.Δ.Α.Χ., και δη απασχολούνται στα Κ.Υ. που ειδικότερα αναφέρουν στην αίτηση με την ειδικότητα του παθολόγου, του γενικού ιατρού και του παιδιάτρου. Ακολούθως ισχυρίζονται ότι το καθ ου αντισυμβατικά και κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, το τελευταίο χρονικό διάστημα, επιχειρεί να τους υποχρεώσει παρά τη θέλησή τους να αναλάβουν παράλληλα με την συμφωνημέ­νη εργασία τους, ήτοι τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, και καθήκοντα οικογενειακού ιατρού, συμπεριφορά που προσβάλλει βά­ναυσα την προσωπικότητά τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλού­μενοι επείγουσα περίπτωση και άμεσο κίνδυνο, ζητούν να υποχρεωθεί το καθ ου Ν.Π.Δ.Δ. να αποδέχεται προσωρινά την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους ως θεραπόντων ιατρών της ειδικότητάς τους υπό τους ίδιους όρους που την παρείχανε μέχρι σήμερα, χωρίς καθήκοντα οικο­γενειακού ιατρού, επί ποινή 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και να καταδικασθεί στη δικαστική τους δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο, η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητη­θεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. Κ.Πολ.Δ.), ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο έχει δικαιοδοσία (άρθρο 94 του Συντάγματος 1, 2 και 4 Κ.Πολ.Δ.), διότι αφορά ιδιωτική διαφορά, η οποία αναφύεται από συμβά­σεις ιδιωτικού δικαίου, συναφθείσες μεταξύ ιδιωτών και νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον για τη σύναψή τους δεν διαγράφεται ειδική διοικητική διαδικασία, ούτε προβλέπονται στο νόμο ρήτρες οι οποίες θα εξασφάλιζαν υπέρ του καθ ου υπερέχουσα θέση έναντι των αιτούντων- αντισυμβαλλομένων ιατρών κατά τη λει­τουργία των εν λόγω συμβάσεων (ΣτΕ 804 και 805/2013 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), απορριπτό­μενου του σχετικού αντίθετου ισχυρισμού που προέβαλε το καθ ου η αίτηση. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις ως άνω αναφερό­μενες διατάξεις καθώς και σ αυτές των άρ­θρων 176, 731, 732 και 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύ­ρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξε­τάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και από όλα τα έγγρα­φο που οι διάδικοι προσκομίζουν και επι­καλούνται πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι αιτούντες είναι θεράποντες ιατροί, προσληφθέντες από πολλών ετών από το Ι.Κ.Α. που στη συνέχεια μεταφέρθηκαν δια­δοχικά στον Ε.Ο.Π.Υ και τελικά στο καθ ου, δυνάμει των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014, όπου απασχολούνται μέχρι σή­μερα, έχοντας καταλάβει οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ. με συμβάσεις εργασί­ας Ι.Δ.Α.Χ. και απασχολούνται σε διάφορα Κ.Υ. όπως του Μοσχάτου, της Καλλιθέας, του Ν. Κόσμου, της Αγ. Παρασκευής του Ζωγράφου, του Χολαργού, του Αμαρου­σίου, της Δάφνης του Αγ. Στεφάνου κ.ά. με την ειδικότητα του παθολόγου, του γε­νικού ιατρού και του παιδιάτρου. Από τις προσκομιζόμενες δε σχετικές αποφάσεις του Διοικητή της ΙΙ* Υγειονομικής Περιφέ­ρειας Αττικής προκύπτει ότι οι αιτούντες μεταφέρθηκαν στο καθ ου σε οργανικές θέσεις με την ίδια εργασιακή σχέση που είχαν μέχρι τότε, ως ειδικευμένοι ιατροί.

Ακολούθως οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι το καθ ου η αίτηση, αντισυμβατικά και παράνομα, επιχειρεί να τους αναθέσει παράλληλα με την συμφωνημένη εργασία τους και καθήκοντα οικογενειακού ιατρού, παρότι οι ίδιοι δεν έχουν υποβάλει κάποια σχετική αίτηση ενδιαφέροντος ούτε όμως και επιθυμούν να γίνουν οικογενειακοί ια­τροί, γεγονός που προσβάλλει την αξιοπρέπειά τους ως ιατρών, αφού υποχρεώνονται παρά τη θέλησή τους στην εκτέλεση καθ­ηκόντων που δεν περιλαμβάνονται στη σύμβασή τους, και μάλιστα χωρίς προη­γουμένως το καθ ου να έχει εξασφαλίσει την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή και τη διάθεση του απαραίτητου διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού, ήτοι χωρίς να έχει διαμορφώσει στοιχειωδώς συνθήκες υπό τις οποίες θα μπορούσε να απαιτήσει από αυτούς την παροχή παρόμοιας εργα­σίας, ακόμα και αν οι ίδιοι είχαν συμφω­νήσει σ αυτό.

Ο ισχυρισμός αυτός πιθανολογήθηκε βάσιμος, καθόσον το καθ ου, επί της ουσί­ας, αποδέχεται ότι επιθυμεί και επιχειρεί να τους αναθέσει, παράλληλα με τις συμβάσεις τους, και πρόσθετα καθήκοντα οικογενεια­κού ιατρού, ισχυριζόμενο όμως περαιτέρω ότι αυτά τα καθήκοντα είναι συναφή και οι ίδιοι (αιτούντες) έχουν υποχρέωση να τα αναλάβουν.

Ειδικότερα, το καθ ου υποστηρίζει ότι οι αιτούντες κατόπιν σχετικής αιτήσεώς τους εκδήλωσαν την βούλησή τους να ενταχθούν στο νέο πρωτοβάθμιο σύστη­μα Υγείας καταλαμβάνοντας κατόπιν αξιολογήσεώς τους, οργανικές θέσεις κλάδου Υγείας Ε.Σ.Υ. πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με τα απορρέοντα εκ της ως άνω σχέσης καθήκοντα, και συνεπώς έχουν υποχρέωση να αναλάβουν τα καθή­κοντα αυτά, αφού βάσει του ν. 4238/2014 μέρος της Πρωτοβάθμιας Υγείας είναι ο οι­κογενειακός ιατρός τον οποίο μπορούν να ασκούν, υπό την έννοια ότι οι ειδικότητες των αιτούντων είναι οι μόνες κατάλληλες ειδικότητες που μπορούν να αναλάβουν τις εις το νόμο περιγραφόμενες υπηρεσίες. Εξάλλου, η μάρτυρας του καθ ου κατέθεσε ότι, επί της ουσίας, υπάρχει ταύτιση των καθηκόντων των οικογενειακών ιατρών με αυτά που είναι επιφορτισμένοι να εκτελούν οι αιτούντες με βάση τις συμβάσεις τους, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση (η ανωτέρω μάρτυρας) να δώσει μια πειστική εξήγηση για το λόγο που οι αιτούντες δεν επιθυ­μούν να γίνουν οικογενειακοί ιατροί, και χωρίς να αντικρούσει τις αιτιάσεις των αι­τούντων ότι οι ίδιοι θα πρέπει πλέον να παραπέμπουν τους ασθενείς σε άλλους ιατρούς, ακόμα και των δικών τους ειδι­κοτήτων, αφού δεν θα μπορούν να τους εξετάζουν, ότι θα πρέπει, ελλείψει και της κατάλληλης οργάνωσης και υποδομής, να εκτελούν και καθήκοντα γραμματειακής υποστήριξης, και ότι γενικά και τελικά θα είναι επιφορτισμένοι, καθ όλο το ημερήσιο ωράριο τους, με τα κατά νόμο οριζόμενα καθήκοντα του οικογενειακού ιατρού, τα οποία όμως δεν περιλαμβάνονται στις συμ­βάσεις τους, όπως είναι η εφαρμογή προ­γραμμάτων προληπτικού και προσυμπτωματικού ελέγχου, καθώς και η εφαρμογή και παρακολούθηση των προγραμμάτων εμβολιασμού, και τα οποία ουσιαστικά θα τους στερήσουν τη δυνατότητα να ασκή­σουν τα καθήκοντα της ειδικότητάς τους για τα οποία προσλήφθηκαν και μεταφέρ­θηκαν στο καθ ου.

Περαιτέρω, από τις σχετικές διατάξεις του ν. 4238/2014, όπως αυτές προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη της απόφασης, προ­κύπτει ότι ο οικογενειακός ιατρός αποτελεί έναν ιδιαίτερο αυτοτελή θεσμό με συγκεκριμένα καθήκοντα, τα οποία διαφοροποι­ούνται από αυτά που έχουν οι αιτούντες με βάση τις συμβάσεις τους. Από καμία δε διάταξη δεν προκύπτει ότι οι αιτούντες έχουν υποχρέωση να ασκούν καθήκοντα οικογενειακού ιατρού «εντασσόμενοι αυ­τοδικαίως» στο θεσμό αυτό, αφού ο νόμος ορίζει μόνο ποιοι «μπορούν» να είναι οικο­γενειακοί ιατροί, ενώ για την πλήρωση των θέσεων αυτών προβλέπεται συγκεκριμένη διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας απαι­τείται εκδήλωση ενδιαφέροντος εκ μέρους των ιατρών.

Ενόψει των ανωτέρω, η επιχειρού­μενη εκ μέρους του καθ ου ένταξη των αιτούντων στο θεσμό του οικογενειακού ιατρού, παρά τη θέλησή τους, είναι παρά­νομη, αφού δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, παραβιάζοντας το άρθρο 5 του Συντάγμα­τος, και δη την ελευθερία των συμβάσεων. Τονίζεται δε ότι το γεγονός αυτό δεν αμ­φισβήτησε το καθ ου με πειστικό τρόπο, υπό την έννοια ότι δεν επικαλέστηκε κά­ποια συγκεκριμένη διάταξη νόμου που του παρέχει το δικαίωμα αυτό, αρκούμενο σε μια, εν πολλοίς, συγκεχυμένη περιγραφή των συμβατικών υποχρεώσεων των αιτού­ντων, τους οποίους αβασίμως παρουσιάζει ως απασχολούμενους σ’ αυτό με συμβά­σεις δημοσίου δικαίου, εξάγοντας τελικά το, μη στηριζόμενο στο νόμο, συμπέρασμα ότι αφού κατόπιν σχετικής αιτήσεώς τους εντάχθηκαν σε οργανική θέση κλάδου υγείας του Ε.Σ.Υ. της πρωτοβάθμιας υγεί­ας, μέρος της οποίας είναι ο οικογενειακός ιατρός τον οποίο μπορούν να ασκούν, υπό την έννοια ότι είναι οι μόνες κατάλληλες ειδικότητες που μπορούν να αναλάβουν τις εις το νόμο περιγραφόμενες υπηρεσίες, έχουν και υποχρέωση ανάληψης συναφών καθηκόντων, ισχυρισμός όμως που επί της ουσίας ενισχύει τις αιτιάσεις των αιτού­ντων περί παράνομης και μη στηριζόμε­νης στο νόμο ακολουθούμενης πρακτικής του καθ ου, που σκοπό έχει να καλυφθούν, εκ των ενόντων, οι θέσεις οικογενειακών ιατρών. Τέλος, επισημαίνεται ότι ο ισχυρι­σμός του καθ ου ότι ο 33ος των αιτούντων ... απασχολείτο ως οικογενειακός ιατρός στον Ε.Ο.Π.Υ., δεν πιθανολογήθηκε βάσι­μος, καθόσον το καθ ου δεν προσκόμισε κανένα σχετικό προς τούτο έγγραφο.

Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω πιθανολογηθέντων πραγματικών περιστατικών, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ ουσίαν, να ρυθμιστεί προσ­ωρινά η εργασιακή σχέση των αιτούντων με το καθ ου και να υποχρεωθεί το τελευ­ταίο να αποδέχεται προσωρινά τις προση­κόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους ως θεραπόντων ιατρών της ειδικότητάς τους, υπό τους ίδιους όρους που την παρείχαν μέχρι σήμερα, χωρίς να τους αναθέτει κα­θήκοντα οικογενειακού ιατρού, ενώ το καθ ου πρέπει να καταδικασθεί στην καταβολή χρηματικής ποινής ποσού 300 ευρώ υπέρ των αιτούντων για κάθε ημέρα που δεν αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία αυτών. Τέλος, η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφι­στεί στο σύνολο της, διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδι­αίτερα δυσχερής (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).