ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 184/2020

 

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Ιωάννη Γερωνυμάκη, Εφέτη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και τη Γραμματέα T.Λ..

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3860/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετίας από την έκδοσή της (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1 β, 518 παρ. 1, 520 του ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν αποδεικνύεται από τη δικογραφία ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει επιδοθεί, δεν απαιτείται η καταβολή παράβολου λόγω της φύσης της διαφοράς κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδ. τελ. του ΚΠολΔ και αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρα 533 παρ. 1, 591 παρ. 7 του ΚΠολΔ).

Οι ενάγοντες με την από 19/1/2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ισχυρίστηκαν ότι προσελήφθησαν από το εναγόμενο με συμβάσεις ανάθεσης έργου, με τις αναφερόμενες στην αγωγή ειδικότητες και κατά τους αναφερόμενους στην αγωγή χρόνους (εντός του 2002), αντί των μηνιαίων αποδοχών που εκθέτουν σε αυτή, ότι οι συμβάσεις αυτές ανανεώθηκαν διαδοχικά, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, μέχρι και την 25/3/2005, οπότε το εναγόμενο έπαψε να αποδέχεται την προσφορά των υπηρεσιών τους, επικαλούμενο τη λήξη του χρόνου ισχύος των συμβάσεων τους, ότι επειδή οι ένδικες συμβάσεις τους είχαν όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τα ειδικότερα εκτεθέντα στην αγωγή τους, άσκησαν κατά του εναγόμενου την από 5/4/2005 και με αριθμό κατάθεση ……./7.4.2005 αγωγή, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με αυτό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, άλλως να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 25/3/2005 σιωπηρής, κατά τα ανωτέρω, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους αορίστου χρόνου, εφόσον δεν τηρήθηκαν οι προς τούτο νόμιμες διατυπώσεις, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως παρεχόμενες υπηρεσίες τους και να τους καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές τους, ότι επί της αγωγής εκείνης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3884/2006 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται την από τους ενάγοντες παρεχόμενη εργασία, ότι, αν και με την υπ’ αριθμ. .../29.11.2006 απόφαση της Προέδρου του Δημοτικού του Συμβουλίου, το εναγόμενο τους κατέταξε σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αντίστοιχες με τα καθήκοντα που ασκούν δυνάμει των αρχικών τους συμβάσεων την 30/4/2007 τους δήλωσε εκ νέου ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες τους διακόπτοντας και καταβολή των μηνιαίων αποδοχών τους, καταγγέλλοντας παράνομα τις συμβάσεις εργασίας τους ότι για την αιτία αυτή, άσκησαν, με άλλους εργαζομένους, την από 27/6/2007 αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα, από την 30/4.2007 έως την 31/1/2007, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4497/2008 ήδη τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή, και ότι ακολούθως άσκησαν την από 19/1/2013 με την οποία ζήτησαν μισθούς υπερημερίας για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δηλ. από την 1/1/2008 έως την 31/12/2012. Ζητούσαν όπως παραδεκτά περιόρισαν εν μέρει του καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους σε έντοκο αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε κάθε ένα το ποσό των 20.000 ευρώ για μισθούς υπερημερία από την 1/1/2013 έως το χρονικό σημείο συμπλήρωσης του ανωτέρω χρηματικού ποσού, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να τους καταβάλει, για την ίδια αιτία, για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, δηλ. μέχρι την 5/10/2015 για την πρώτη, την 17/9/2015 για τη δεύτερη, την 31/9/2015 για την τρίτη, την 31/12/2015 για τον τέταρτο, την 4/12/2015 για την πέμπτη, την 20/1/2016 για την έκτη και την 15/1/2016 για την έβδομη, τα χρηματικά ποσά των 20.872,80 ευρώ, 20.231,41 ευρώ, 20.675,6 ευρώ, 22.307,20 ευρώ, 16.073,50 ευρώ, 17.758,10 ευρώ και 17.552,66 ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, που έπρεπε να καταβληθούν έως την εξόφλησή τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας ως μη νόμιμο και ως παραγεγραμμένες τις αξιώσεις των εναγόντων που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από την 1/1/2013 έως την 31/1/2015, δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό 10.057,85 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 9.318,30 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 9.860,64 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 12.925,22 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 10.405,03 ευρώ, στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 11.966,30 ευρώ και στην έβδομη ενάγουσα το ποσό των 10.405,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Κατά της απόφασης αυτής οι εκκαλούντες παραπονούνται με την υπό κρίση έφεσή τους για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να γίνει αυτή δεκτή ώστε να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή τους στο σύνολό της.

Στο άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 (για το Δημόσιο Λογιστικό και τον έλεγχο των δαπανών του Κράτους) ορίζεται ότι: «η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της». Εξάλλου, στο άρθρο 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου ορίζεται ότι «επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιοσδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής». Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων που εφαρμόζονται αναλόγως και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν. 31/1968, εφ’ όσον οι προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικά το ζήτημα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά του Δημοσίου, που αφορούν αποδοχές ή κάθε είδους άλλες απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν οι σχετικές αξιώσεις βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ορίζεται ως χρονική αφετηρία της παραγραφής η γέννηση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως σαφώς συνάγεται από την προαναφερόμενη ρητή επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 91 εδ. α του ν. 2362/1995 ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων. Τέτοια ειδική διάταξη είναι και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, γι’ αυτόν τον λόγο, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου (ΑΕΔ 32/2008 ΝΟΜΟΣ, Ο λ ΑΠ 29/2006 ΝΟΜΟΣ). Η βραχυπρόθεσμη παραγραφή που θεσπίζεται με τις παραπάνω διατάξεις, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 του ΑΚ δεν αντίκειται στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Δημοσίου (ΑΕΔ 1/2012 ΝΟΜΟΣ), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας και ακρόασης από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υποχρέων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 α’ της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεσή του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή του σεβασμού της περιουσίας, τάσσονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν με νόμο τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον), αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί ακόμη και ενοχικά δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής), αλλά όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη θέση τους σε ισχύ (ΑΕΔ 9/2009 ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 38/2005 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα,ενόψει της ευρείας ευχέρειας που παρέχει η επιφύλαξη νόμου του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ο κοινός εθνικός νομοθέτης μπορεί να προβλέπει διαφορετικούς κανόνες για τις δίκες στις οποίες διάδικος είναι και το Δημόσιο ή άλλος φορέας δημόσιας εξουσίας, εφόσον οι εισαγόμενες εξαιρέσεις από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, στο πεδίο των δικών του Δημοσίου, με βάση την ίδια επιφύλαξη νόμου, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να προβλέψει διαφορετική προθεσμία και αφετηρία παραγραφής διαφορετικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου, εφόσον η προβλεπόμενη εκάστοτε προθεσμία δεν είναι υπέρμετρα σύντομη, ώστε να αναιρεί ή να παρεμποδίζει ουσιωδώς την αποτελεσματική άσκηση του προστατευόμενου δικαιώματος. Εξάλλου, η τακτικότητα της καταβολής των κάθε είδους απολαβών των δημοσίων υπαλλήλων και η ευχερέστερη δικαστική διεκδίκησή τους διαφοροποιούν τις αξιώσεις κατά του Δημοσίου για καθυστερούμενες αποδοχές σε σύγκριση με αξιώσεις άλλων δικαιούχων κατά του Δημοσίου, που δεν έχουν βέβαιο χρόνο γέννησης και εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, που καθιστούν δυσχερέστερη τη δικαστική διεκδίκησή τους, ώστε να δικαιολογείται η διαφοροποίηση στον χρόνο της παραγραφής, καθώς η διαφορετική ρύθμιση αφορά ουσιωδώς διαφορετικές καταστάσεις και δεν δυσχεραίνει την άσκηση των σχετικών αξιώσεων. Συνεπώς, η προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετής παραγραφή από τη γέννηση της αξίωσης είναι επαρκής για τον μέσο επιμελή διάδικο, για τον οποίο είναι εξαρχής γνωστοί οι όροι παροχής των υπηρεσιών του στο Δημόσιο και δεν είναι επιβεβλημένη η προσφυγή σε εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες για την προστασία των συμφερόντων του, ενώ η εισαγόμενη απόκλιση από τις γενικές ρυθμίσεις υπηρετεί σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, η παραπάνω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 3 α’ (για πρόσφορη προσφυγή του ατόμου σε περιπτώσεις παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται σ’ αυτό), 5 παρ. 1 (για την κατάλυση ή τον περιορισμό δικαιωμάτων και των ελευθεριών του προσώπου), 14 παρ. 1 (για το δικαίωμα του προσώπου σε δίκαιη δίκη) και 26 (για την ισότητα των προσώπων ενώπιον του νόμου και την απαγόρευση διακρίσεων) του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2462/1997 και έχει, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ (ΟλΑΠ 9/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1233/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 511/2019 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με αυτή του άρθρου 92 του ανωτέρω ν. 2362/1995 σύμφωνα με το οποίο «Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου. Η παραγραφή απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση λόγω ανωτέρας βίας έχει εμποδισθεί να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής» συνάγεται ότι, κατά τη νομοθετική βούληση που εκφράσθηκε σαφώς, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου και Ο.Τ.Α. αξιώσεων και των λόγων διακοπής και αναστολής της παραγραφής αυτής ρυθμίζονται από τον Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα, παρά μόνον στις περιπτώσεις που το ίδιο το Δημόσιο Λογιστικό παραπέμπει σε αυτές, όπως συμβαίνει ως προς τις αφορώσες την αναστολή της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικα, οι οποίες είναι οι μοναδικές από τις περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις του Αστικού Κώδικα που εφαρμόζονται, όχι δε και η διάταξη του εδαφίου β’ του άρθρου 255 του Αστικού Κώδικα, κατά την οποία «Αναστέλλεται… η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση» (ΣτΕ 4024/2010 ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μη εκληθέν μέρος της, ότι οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί από το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΔΗΜΟΤΙΚΟΙ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ ΔΗΜΟΥ ….» στις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε το εναγόμενο και παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε αυτό με διαδοχικές συμβάσεις ανάθεσης έργου, ότι στη συνέχεια κατ’ εφαρμογή της υπ’ αριθμ. 3884/2006 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατατάχθηκαν σε προσωπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αντίστοιχες με τα καθήκοντα που ασκούσαν, ότι έκτοτε παρείχαν τις υπηρεσίες τους έως την 30/4/2007, οπότε το εναγόμενο τους δήλωσε ότι δεν θα αποδέχεται εφεξής τις υπηρεσίες τους, περιερχόμενο έτσι σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών των εναγόντων και ότι όφειλε να καταβάλει στους ενάγοντες αποδοχές υπερημερίας από την 1/1/2013 έως την 5/10/2015 για την πρώτη, έως την 17/9/2015 για τη δεύτερη, έως την 31/9/2015 για την τρίτη, έως την 31/12/2015 για τον τέταρτο, έως την 4/12/2015 για την πέμπτη, έως την 20/1/2016 για την έκτη και έως την 15/1/2016 για την έβδομη, οι οποίες (αποδοχές) ανέρχονται μηνιαίως, για την πρώτη (…….), δεύτερη (……..) και τρίτη (…….) στο ποσό των 1.232,58 ευρώ, τον τέταρτο (……..) στο ποσό των 1.175,02 ευρώ και για την πέμπτη, έκτη και έβδομη στο ποσό των 1.027,15 ευρώ. Αποδεικνύεται όμως από την υπ’ αριθμ. …./31.1.2017 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ……. ότι η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο εναγόμενο την 31/1/2017 με συνέπεια οι πιο πάνω αξιώσεις των εναγόντων που ανάγονται σε χρόνο πριν την 31/1/2015 να έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και αρχίζει από το χρόνο που οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και όχι από το τέλος του χρόνου κατά τον οποίο κατέστησαν απαιτητές, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα. Εξάλλου η διετής αυτή παραγραφή δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στην Ε.Σ.Δ.Α, διότι εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκε. Οι ενάγοντες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προέβαλαν ως αντένσταση, στην ένταση παραγραφής που το εναγόμενο προέβαλε (εκ του περισσού σε κάθε περίπτωση), ότι η παραγραφή των αξιώσεων τους έχει ανασταλεί κατ’ άρθρο 255 εδ. β του ΑΚ, υφιστάμενου του λόγου της αναστολής έως την άσκηση της αγωγής τους, διότι τα αρμόδια όργανα του εναγόμενου επέδειξαν δόλια συμπεριφορά για να τους αποτρέψουν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και να ασκήσουν τις νόμιμες αξιώσεις του. Η δόλια αυτή συμπεριφορά, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, εκδηλώθηκε με την εκ μέρους του εναγόμενου άσκηση έφεσης κατά της υπ’ αριθμ. 4497/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία τους επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για προγενέστερο, του επιδίκου, χρονικό διάστημα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 159/2010 απόφαση του Εφετείου αυτού, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε, με την από το εναγόμενο άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής, αλλά κυρίως με την άσκηση της από 2/2/2009 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2009 αγωγή του εναγόμενου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για την αναγνώριση της ανυπαρξίας της πιο πάνω υπ’ αριθμ. 3884/2006 απόφασης η οποία απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 3728/2015 απόφαση του, με όλες δε αυτές οι επανειλημμένες νομικές ενέργειές του είχε σκοπό να τους περιάγει σε καθεστώς αβεβαιότητας ως προς την εργασιακή σχέση τους με αυτό. Η αντένσταση αυτή όμως είναι πρωτίστως απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, ο λόγος αυτός αναστολής της παραγραφής δεν εφαρμόζεται στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των Ο.Τ.Α., αφού η ειδική διάταξη του άρθρου 92 του ν. 2362/1995 που την αποκλείει κατισχύει της αντίστοιχης γενικής του Αστικού Κώδικα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ίδια έκρινε έστω και με ελλιπή αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα δεν έσφαλε και πρέπει ο πρώτος λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν δέχθηκε τους ισχυρισμούς τους, ότι ο εναρκτήριος χρόνος της διετούς παραγραφής είναι το τέλος του χρόνου που οι αξιώσεις τους κατέστησαν απαιτητές και όχι ο χρόνος της γέννησή τους, ότι η διετής παραγραφή αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και ότι λόγο της δόλιας συμπεριφοράς του εναγόμενου παρεμποδίστηκαν να ασκήσουν νωρίτερα την αγωγή, είναι αβάσιμος. Κατόπιν τούτου ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες – ενάγοντες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν όσα ισχυρίστηκαν στον πρώτο λόγο της έφεσης και ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίο παραπονούνται για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το θέμα της παραγραφής των αξιώσεών τους, είναι ομοίως αβάσιμοι.

Κατόπιν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος των εκκαλούντων ελλείψει σχετικού αιτήματος του εφεσίβλητου (άρθρα 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 3860/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή κατ’ ουσίαν.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, την Φεβρουάριου 2020.

 

O   ΔΙΚΑΣΤΗΣ                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ