ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1800/2019

 

Δικαστής : Μ. Βλάχου

Δικηγόροι : Α. Τούλια, Ν. Γυλέκη, Α. Παπαδόπουλος, I. Γκιόκας

 

[…] Σύμφωνα με τη διάταξη του αρ. 1 παρ. 1 ν. 3869/2010, φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του αρ. 2 ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξι­πρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο Δι­καστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους. Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από το νομοθέτη αρνητικά. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα και, μάλιστα, πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου. Αντιθέτως, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 οι οφειλέτες που κατά τον χρόνο της παύσεως των πληρωμών εί­χαν την εμπορική ιδιότητα (βλ. Ειρ.Αθ. 43/2011, αδημ., Ειρ.Αθ. 55/2011, αδημ., Ειρ.Θεσ. 6372/2011, αδημ., ΕιρΧαν 333/2011, αδημ., Ειρ.Θεσ. 5106/2011, αδημ., Αθ. Κρητικό, Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2014, σ. 35). Έτσι, αν κάποιος απωλέσει την εμπορική ιδιότητα, αλλά, πριν την απωλέσει, βρεθεί σε αδυναμία πληρωμών, υπόκειται σης διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα και ικα­νοποιεί τους πιστωτές μέσω αυτής της διαδικασίας (Ειρ.Αθ. 43/2011, αδημ., Ειρ.Αθ. 55/2011, αδημ., Ειρ.Θεσ. 6372/2011, αδημ.). Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη είτε αναγόμενη στο παρελθόν, κατά το χρονικό, όμως, σημείο κατά το οποίο έπαυ­σαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου (Ειρ.Αθ. 43/2011, αδημ., Ειρ.Αθ. 55/2011, αδημ., Ειρ.Θεσ. 6372/2011, αδημ., απορρί­πτονται σε αυτές τις περιπτώσεις οι αιτήσεις υπαγωγής στο ν. 3869/2010). Κατά τη διάταξη του αρ. 2 παρ. 1 ΠτΚ (ν. 3588/2007), πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμπο­ροι. Σύμφωνα με το αρ. 1 ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις (βλ. ΓνωμΝΣΚ 200/2010, Νόμος, που παραπέμπει σε βιβλιογραφία για την ορθή επισήμανση ότι σημασία έχει το σύνηθες και όχι το κύριο επάγγελμα) ενώ στο αρ. 2 του β.δ. 2/1835 απαριθ­μούνται οι αντικειμενικές εμπορικές πράξεις στις οποίες περιλαμβάνονται, πλην άλλων, η αγορά κινητών πραγμάτων με σκοπό την μεταπώληση τους. Οι έμποροι, επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του αρ. 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνο­νται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του νόμου (ΟλΑΠ 488/1968, ΝοΒ 16, 1159, ΑΠ 1261/1979, ΕΕμπΔ ΛΑ, 580,1. Βενιέρης/Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, Αθ. Κρητικός, Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, έκδ. 2014). Η απόδειξη της πτωχευτικής ικανότητας του αιτούντα έχει ως συνέπεια την απόρ­ριψη της αίτησης, όχι, λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης, αλλά κατ ουσίαν λόγω μη συνδρομής ουσιαστικής προϋπόθεσης (Ε. Κιουπτσίδου, Αρμενόπου­λος 64, Ανάτυπο). Περαιτέρω, δεν έχουν την εμπορική ικανότητα ή δεν υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες (πτωχευτική ικανότητα) της εμπορικής ιδιότητας, αυτοί που ασκούν μικρεμπόρια και συνεπώς υπάγονται στη διαδικασία του ν. 3869/2010 παρά το γεγονός ότι ασκούν εμπορικές πράξεις. Τον χαρακτηρι­σμό του μικρεμπόρου μπορεί να τον επικαλεστεί και να τον αποδείξει ο ίδιος ο οφειλέτης. Μικρεμπόρια ασκούν τα πρόσωπα που διενεργούν εμπορικές πράξεις κατά το παραπάνω β.δ. του 1835 αλλά όχι με τέτοια ένταση και χωρίς ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση, ενώ κατ ουσίαν παρέχουν προσωπική εργασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή. Ή με διαφορετική διατύπωση, είναι πρόσωπα που ασκούν εμπορικές πράξεις και αποκομίζουν από αυτές κέρδος, το οποίο, όμως, αποτελεί πε­ρισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερ­δοσκοπικών συνδυασμών. Θεωρείται ότι στην έννοια της καταπόνησης εμπίπτει όχι μόνο η σωματική, αλλά και η πνευματική καταπόνηση και ο τρόπος επιδίωξης ει­σοδήματος «τους εξομοιώνει προς ημερομίσθιους εργάτες». Αυτά τα πρόσωπα δεν έχουν ανάληψη κινδύνου, σημαντικό επενδυμένο κεφάλαιο, τέτοια έκταση δραστη­ριότητας και δομή λειτουργίας, που να παραπέμπουν σε εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος. Στοιχεία υπέρ της μη εμπορικής ιδιότητας αυτών των προσώ­πων παρά τη διενέργεια εμπορικών πράξεων είναι και το γεγονός, ότι δεν διαμεσο­λαβούν στην διάθεση αγαθών κατά τρόπο που να φέρει τα. στοιχεία της αβεβαιότη­τας και του κινδύνου, δεν αναλαμβάνουν δηλαδή κερδοσκοπική εκμετάλλευση των αγαθών και εργασία άλλων προσώπων. Κατά συνέπεια, προκύπτει ότι για τις εμπορικές πράξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, η νομολογία συχνά δεν αποδίδει το χα­ρακτηρισμό του εμπόρου σε αυτόν που διενεργεί τις εμπορικές πράξεις, αλλά το κάνει εντός μη οργανωμένης επιχείρησης, χωρίς ιδιαίτερες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, χωρίς πρόσληψη προσωπικού (Βενιέρης/Κατσάς, Εφαρμογή του ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, γ έκδ., αριθ. 231-235).

[...] Με την από 6.5.2011 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο αιτών και ήδη εκκαλών, επικα­λούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τις καθ ων και ήδη εφεσίβλητες, ζήτησε να επικυρωθεί το αναφερόμενο σε αυτήν σχέδιο διευ­θέτησης οφειλών, άλλως να διαταχθεί η ρύθμιση των χρεών του σύμφωνα με το αρ. 8 παρ. 1 και 2 ν. 3869/2010 για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών και να ορισθούν οι μηνιαίες καταβολές προς τις καθ ων και ήδη εφεσί­βλητες, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής του κατάστασης. Η εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την αίτηση επαρκώς ορισμένη, παραδεκτή και νόμιμη (αρ. 1, 4, 5, 6 παρ. 3, 8 και 9 ν. 3869/2010) πλην όμως την απέρριψε ως κατ ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενη ως βάσιμη κατ ουσίαν τον ισχυρισμό των καθ ων ότι τα χρέη του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος έγιναν χάριν της εμπορίας του, καθώς αυτά αναλήφθηκαν πριν απωλέσει την εμπορική του ιδιότητα. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο αιτών και ήδη εκκαλών με την υπό κρίση έφεση του και με τους προβαλλόμενους με αυτήν λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την διά­γνωση της εμπορικής του ιδιότητας, επικαλούμενος ότι είχε την ιδιότητα του μικρεμπόρου, ζητεί δε την εξαφάνι­ση της εκκαλουμένης απόφασης και την αποδοχή της αιτήσεως του στο σύνολο της.

[...] Αποδείχτηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών και ήδη εκκαλών είναι 56 ετών, παντρε­μένος με την ... από το 1985 και έχουν αποκτήσει δύο ήδη ενήλικα τέκνα, την ... και τον ..., 33 και 27 ετών αντι­στοίχως σήμερα. Διαμένει με τη σύζυγο και τα τέκνα του σε ιδιόκτητη οικία της συζύγου του στο Αιγάλεω Αττι­κής. Κατά το παρελθόν, ήτοι έως το 2010, διατηρούσε επιχείρηση με αντικείμενο εργασιών «λιανικό εμπόριο (πρατήριο) ψωμιού και άλλων ειδών αρτοποιίας» επί της οδού ... αριθ. ... στο Αιγάλεω από το 2003. Η επιχείρη­ση αυτή άρχισε να εμφανίζει οικονομικά προβλήματα ήδη από το 2008 και ο αιτών και ήδη εκκαλών έπαυσε τις πληρωμές του το έτος 2010, καθώς μολονότι εμφάνιζε τζίρους περί τις 30.000 και 27.000 αντιστοίχως τα έτη 2009 και 2010, δεν του απέφερε καθαρά κέρδη. Πριν την διακοπή των εργασιών, ο αιτών και ήδη εκκαλών είχε αναλάβει χρέη ύψους 119.081,70 ευρώ προς τις καθ ων και ήδη εφεσίβλητες. Αποδεικνύεται ότι ο αιτών και ήδη εκκαλών εργαζόταν προσωπικά στην επιχείρηση, δεν είχε επενδύσει σε αυτήν σημαντικό κεφάλαιο για την λει­τουργία της, ούτε επρόκειτο για οργανωμένη επιχείρηση με σκοπό το κέρδος που προδήλως δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει μόνο με την προσωπική του εργασία. Συνεπώς, διενεργούσε εμπορικές πράξεις κατά το παραπάνω β.δ. του 1835 αλλά χωρίς ριψοκίνδυνη κερδοσκοπική διαμεσολάβηση, ενώ κατ ουσίαν παρείχε προσωπική ερ­γασία με αντίτιμο κάποια αμοιβή και αποκόμιζε μεν κέρδος, το οποίο, όμως, αποτελούσε περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και μόχθου και όχι αποτέλεσμα κερδοσκοπικών συνδυασμών. Επομένως έφερε την ι­διότητα του «μικρεμπόρου» και τα όποια χρέη ανέλαβε με την ιδιότητα αυτή δεν τον αποτρέπουν από την υπα­γωγή στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010. Κατ ακολουθία, έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε την αί­τηση ως κατ ουσίαν βάσιμη λόγω εμπορικής ιδιότητας του αιτούντος και ήδη εκκαλούντος και συνεπώς ο σχε­τικός λόγος έφεσης περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ ουσίαν βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.