ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 18/2018

 

Πρόεδρος: Ά. Μαντζιάρας (Πρόεδρος Πρωτοδικών)

Εισηγήτρια: Ι. Χανιαλάκη (Πρωτοδίκης)

Δικηγόρος: Μ. Ντούμα

Δικηγόρος: Σ. Κούρτη

 

[…III. Το άρθρο 214Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 19 του ν. 3994/2011, ενόψει του ότι κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού η δίκη αυτή ήταν εκκρεμής στο Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 2 του ν. 3994/2011, εισήγαγε στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης R (86) 12 της 16.12.1986, το δικονομικό θεσμό της απόπειρας εξώδικης επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, η οποία αποβλέπει στην ενθάρρυνση και διευκόλυνση των διαδίκων να επιλύουν πολλές από τις σοβαρότερες και δυσχερέστερες ιδιωτικές διαφορές, αρμοδιότητας Πολυμελούς Πρωτοδικείου, με τρόπο αμεσότερο, συντομότερο, ασφαλέστερο και με λιγότερες δαπάνες, αφού αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον την αλήθεια, καθώς και τις ασθενείς πλευρές της άποψης του καθενός. Ορίζει, συγκεκριμένα, το πιο πάνω άρθρο: «Αγωγές που έχουν ως αντικείμενό τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, δεν μπορεί να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων» (παρ. 1). «Κατά τη συνάντηση των διαδίκων, που γίνεται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού, οι διάδικοι με τους δικηγόρους τους ή εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, επικουρούμενοι, εφόσον το επιθυμούν, και από τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά καθώς και την τυχόν ανταγωγή του εναγομένου, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Χρησιμοποιούν όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβωθούν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει» (παρ. 4). «Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και οι τυχόν όροι υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί. Η συμφωνία περιορίζεται στα όρια της ένδικης διαφοράς. Καθορίζονται επίσης και επιβάλλονται τα έξοδα κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. Το πρακτικό χρονολογείται και υπογράφεται από τους διαδίκους ή από τους δικηγόρους τους, αν έχουν την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότητα, σε τόσα αντίτυπα όσοι οι αντιδικούντες διάδικοι ή ομάδες διαδίκων» (παρ. 5). «Κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό σε πρωτότυπο, να ζητήσει από τον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή, την επικύρωσή του. Ο πρόεδρος αφού διαπιστώσει: α) ότι η διαφορά είναι δεκτική εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το τυχόν ποσόν της οφειλόμενης παροχής, επικυρώνει το πρακτικό. Αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό από την επικύρωσή του αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ο πρόεδρος το περιάπτει ταυτόχρονα με τον εκτελεστήριο τύπο. Αν η διαφορά έχει χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό αποδεικνύει το δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση με την επικύρωση του πρακτικού επέρχεται κατάργηση της δίκης. Αν η επικυρούμενη συμφωνία καλύπτει μέρος της διαφοράς, η κατάργηση της δίκης επέρχεται μόνο κατά τούτο» (παρ. 6). «Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας ή για ακύρωση της δήλωσης βούλησης που περιέχεται στο κατά την παράγραφο 5 πρακτικό ασκείται ενώπιον του Εφετείου στην περιφέρεια του οποίου συντάχθηκε το πρακτικό, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της κατά την παράγραφο 6 επικυρωτικής πράξης του προέδρου. Αν η συμφωνία ακυρωθεί, η εκκρεμοδικία λογίζεται ότι δεν καταργήθηκε ποτέ. Σε περίπτωση μερικής ακύρωσης, η εκκρεμοδικία αναβιώνει μόνο κατά τούτο. Νέα απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς δεν απαιτείται. Η διάταξη του άρθρου 184 ΑΚ εφαρμόζεται αναλόγως» (παρ. 11).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτουν τα ακόλουθα: 1) Δύο είναι οι προϋποθέσεις που καθιστούν υποχρεωτική την προδικασία της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης, ήτοι α) να πρόκειται για αγωγή υπαγόμενη στην υλική αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία και β) η διαφορά να είναι δεκτική συμβιβασμού κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου (871 επ. ΑΚ). Έτσι, στην κατηγορία των αγωγών αυτών υπάγονται, μεταξύ άλλων, και οι εμπράγματες αγωγές που αφορούν ακίνητα, αγωγές για εκπλήρωση ενοχικών υποχρεώσεων, είτε από σύμβαση είτε από το νόμο, ή για ευθύνη εξαιτίας μη εκπλήρωσης ενοχών εν γένει, καθώς και αγωγές αποζημίωσης από αδικοπραξία. 2) Οι διάδικοι, κατά τη συνάντησή τους, η διαδικασία της οποίας διαγράφεται στις παραγράφους 3 και 4 του πιο πάνω άρθρου, χρησιμοποιώντας όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβώσουν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Δεν απαιτείται επομένως νομικός χαρακτηρισμός (υπαγωγή). Αρκεί να επιτευχθεί «αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς». 3) Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό, στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και οι τυχόν όροι υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί. 4) Η συμφωνία περιορίζεται στο ένδικο αντικείμενο, στη “διαφορά”, όπως αυτή οριοθετείται από την αγωγή και την τυχόν ανταγωγή. Αν η συμφωνία εκταθεί και πέραν του ένδικου αντικειμένου, αυτή αποτελεί, ως προς το πέραν της επίδικης διαφοράς μέρος της, εξώδικο συμβιβασμό ή άλλη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου, δεν επιδρά επομένως στη δίκη και δεν υποβάλλεται κατά τούτο στην κατά τα πιο κάτω εκτιθέμενα επικύρωση. Στην έκταση δε που αναφέρεται στο ένδικο αντικείμενο, η “συμφωνία” αποτελεί είδος συμβιβασμού, υπό την έννοια των άρθρων 871 ΑΚ και 293 ΚΠολΔ, ισχύουν όμως ειδικότερα ως προς αυτήν οι διατάξεις της παραγράφου 6. 5) Το συντασσόμενο πρακτικό επικυρώνει ο πρόεδρος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 6, ήτοι εφόσον αυτός «διαπιστώσει» α) ότι η διαφορά είναι δεκτική εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό είναι χρονολογημένο και υπογεγραμμένο από τους διαδίκους ή από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, εφόσον αυτοί έχουν την ειδική, κατά το άρθρο 98 ΚΠολΔ, πληρεξουσιότητα, σε αντίτυπα ισάριθμα προς τους αντιδικούντες διαδίκους ή ομάδες διαδίκων, και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το ποσό της τυχόν οφειλόμενης οφειλής. 6) Μετά την επικύρωση αυτή, η συμφωνία των διαδίκων καθίσταται δεσμευτική από άποψη ουσιαστικού δικαίου και έκτοτε παράγει τα δικονομικά της αποτελέσματα, επιφέρει δηλαδή κατάργηση της δίκης και «αποδεικνύει» το δικαίωμα που αναγνωρίστηκε, αν δε το πρακτικό περιέχει καταψήφιση, αποτελεί τίτλο “εκτελεστό”, οπότε περιάπτεται τον εκτελεστήριο τύπο κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ (ΑΠ 1768/2006, ΕφΔωδ 158/2012 ΤΝΠ Νόμος).

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι οι ιδιωτικές διαφορές, για τις οποίες απαιτείται η τήρηση της άνω διαδικασίας, πρέπει να είναι δεκτικές συμβιβασμού κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου (871 επ. ΑΚ). Επομένως, οποιαδήποτε έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου με αντικείμενο απαλλοτριωτό που ανήκει στην ελεύθερη διάθεση των μερών, η οποία είναι δεκτική συμβιβασμού κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, υπόκειται στην προαναφερόμενη ρύθμιση. Στην εισηγητική έκθεση ρητώς αναφέρεται ότι η ρύθμιση αυτή καλύπτει τις περιουσιακού χαρακτήρα διαφορές. Επομένως, δεν υπόκεινται στη ρύθμιση αυτή έννομες σχέσεις που εντάσσονται στο χώρο του δημοσίου δικαίου ή σε θέματα προσωπικής ή οικογενειακής κατάστασης ή σε γαμικές σχέσεις. Κατά συνέπεια, δεν εφαρμόζεται η διάταξη για τις προσωπικού δικαίου διαφορές, για τα πράγματα εκτός συναλλαγής και –κατά την ορθότερη άποψη– και για το κληρονομικό δικαίωμα από το νόμο ή από διαθήκη (Βαθρακοκοίλης Β., Οι Τροποποιήσεις Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 1997, ΕρμΚΠολΔ άρθρο 214Α, αρ. 6, ΠΠρΑθ 7814/2009, ΠΠρΑθ 409/2011 ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προδιαληφθέντα, για την έγκυρη κατάρτιση του συμβιβασμού πρέπει να εκλείπουν οι λεγόμενες αρνητικές προϋποθέσεις, ήτοι να μην επιχειρείται με τον συμβιβασμό η καταστρατήγηση διατάξεων αναγκαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ. Ειδικότερα, πρέπει ο συμβιβασμός να μην αφορά διαφορές από την τέλεση αξιόποινης πράξης, και τούτο διότι οι ποινικής φύσεως συνέπειες μιας πράξης αφορούν την δημόσια τάξη (Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος ΙΙ, 2007, σελ. 561, 562). Σε περίπτωση δε που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, η σχετική ανατρεπτική ένσταση –που έχει ως αποτέλεσμα την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής λόγω ύπαρξης συμβιβασμού– απορρίπτεται, προβαλλομένης σχετικής αντένστασης περί ακυρότητας του συμβιβασμού (βλ. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική – Νομολογιακή ανάλυση, τ. Β΄, άρ. 293, αριθμ. 52, σελ. 329· βλ. επίσης Ε. Χριστιανοπούλου, σε: Ε. Καστρήσιου, Ενστάσεις κατά τον Αστικό Κώδικα, 2011, σελ. 818).

ΙV. Ο δικαστικός συμβιβασμός κατά βάση αποτελεί σύμβαση του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου οι συνέπειες είναι αποτέλεσμα της σύμπτωσης των δηλώσεων βούλησης των διαδίκων, δεν εξομοιώνεται δε με δικαστική απόφαση, η οποία περιέχει κρίση για τη ζητούμενη δικαστική προστασία και επιφέρει τις συνέπειές της από αυτή την κρίση. Για τελεσιδικία δεν μπορεί να γίνεται λόγος, αφού κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 321 ΚΠολΔ) τελεσιδικία σημαίνει το απρόσβλητο των δικαστικών αποφάσεων με τακτικά ένδικα μέσα, ενώ ο δικαστικός συμβιβασμός, καθώς δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν προσβάλλεται εξ ορισμού, όπως προσβάλλονται οι δικαστικές αποφάσεις, με ένδικο μέσο, άρα δεν είναι από τη νομική του φύση δυνατόν να δημιουργεί ουσιαστικό δεδικασμένο (ΕφΘεσ 2250/2012 ΤΝΠ Νόμος). Εντούτοις, ομοιάζει προς την δικαστική απόφαση, έχει τη δύναμή της και αναπτύσσει ενέργειες ανάλογες προς εκείνες του δεδικασμένου. Ειδικότερα, η σύναψη συμβιβασμού ομοιάζει με την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, κυρίως ως προς τις έννομες συνέπειες του ουσιαστικού δεδικασμένου που πηγάζουν από την τελευταία, υπό την έννοια ότι, εφόσον η διαφορά περατώθηκε διά της –έγκυρης σε κάθε περίπτωση– σύναψης συμβιβασμού, οι διάδικοι δεν μπορούν να την επανεισάγουν προς κρίση ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων (ΕφΙω 209/2014 ΤΝΠ Νόμος· ΑΠ 1220/1980 ΝοΒ 29, 584· βλ. και Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση, έκδ. 1994, τ. Β΄, άρ. 293, αριθμ. 36, σελ. 323). Περαιτέρω, η μετά την κατάρτιση του συμβιβασμού άσκηση νέας αγωγής, χωρίς να αμφισβητείται το κύρος του, για την ίδια υπόθεση που λύθηκε με το συμβιβασμό, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη αλλά ως αβάσιμη, λόγω της δεσμευτικότητας που απορρέει από τη διαπλαστική ενέργεια της σύμβασης που καταρτίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου (βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π.). Αντίθετα, εάν με την μεταγενέστερη αγωγή αμφισβητηθεί παράλληλα το κύρος του συμβιβασμού, η αγωγή δεν απορρίπτεται εάν δεν συντρέχει άλλος λόγος, δηλαδή δεν απορρίπτεται για μόνο το λόγο της δεσμευτικότητας του συμβιβασμού.

V. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι από αυτό της αγωγής που κρίθηκε, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή απομακρύνθηκε απ’ αυτό ή το υπερέβη, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2005 ΕλλΔνη 46, 377). Αν όμως η αγωγή απορρίφθηκε νόμιμα λόγω παραγραφής της επίδικης αξιώσεως κατόπιν ενστάσεως προβληθείσης από τον εναγόμενο, δεν δημιουργείται ουσιαστικό δεδικασμένο και ως προς τη γένεση και ουσιαστική ύπαρξη της αξιώσεως (έστω και αν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε περί τούτου), αφού στοιχεία της ενστάσεως παραγραφής είναι η διαδρομή του χρόνου και η προταθείσα δήλωση του εναγομένου, όχι δε και η ουσιαστική ύπαρξη της παραγραφείσης απαιτήσεως. Η ενδεχόμενη κρίση του δικαστηρίου και περί γενέσεως και υπάρξεως της αξιώσεως αυτής, σε κάθε περίπτωση, πλεοναστικώς και χωρίς ανάγκη διελήφθη στην απόφαση, της οποίας το απορριπτικό για την αγωγή διατακτικό στηρίζεται στην παραγραφή (ΑΠ 1459/2000 ΕλλΔνη 42, 741· ΑΠ 1012/2004 ΤΝΠ Νόμος· ΕφΑθ 6188/2009 ΕπΑΔ 2010, 565· ΕφΘεσ 2976/2005 Αρμ 2006, 1465· ΕφΑθ 2903/2002 Αρμ 2003, 1809· ΕφΑθ 2863/1986 Αρμ 1986, 903· Κονδύλης, Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 2007, σελ. 402 επ.). Η εν λόγω δογματική τοποθέτηση θεμελιώνεται δε προεχόντως στην παρατήρηση ότι για τη διάγνωση της παραλύσεως της αξιώσεως λόγω παραγραφής δεν απαιτείται να διέλθει προηγουμένως το δικαστήριο και από το στάδιο της διαγνώσεως αναφορικά με την ύπαρξη του per actionem ασκούμενου δικαιώματος, αφού το πραγματικό του ισχυρισμού για την παραγραφή συγκροτείται μόνο από τη διαδρομή του οριζόμενου στο νόμο χρόνου και από τη δήλωση του δικαιούχου ότι προτείνει την παραγραφή. Επομένως, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το δικαστήριο ρητώς εκφέρει ανάλογη κρίση, αποβαίνει αυτή άνευ σημασίας, εκλαμβανόμενη ως obiter dictum, και μη δυνάμενη, ως εκ τούτου, να αποτελέσει το αναγκαίο θεμέλιο για τη στήριξη του απορριπτικού λόγω της παραγραφής διατακτικού. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η προβολή της γνήσιας αυτοτελούς ενστάσεως παραγραφής δεν πλήττει, εν προκειμένω, το υφιστάμενο ήδη κύριο αντικείμενο του δικαστικού αγώνα ούτε και προκαλεί την κατά βάθος διεύρυνση αυτού. Προς επίρρωση δε της προμνησθείσης απόψεως, η κρατούσα γνώμη επισημαίνει την ανυπαρξία οιουδήποτε δεσμού προδικαστικότητας μεταξύ των δύο αυτών διαγνώσεων, καθώς η έννομη συνέπεια του αντενεργούντος δικαιοανασταλτικού κανόνα, που θεμελιώνει την ανατρεπτική ένσταση παραγραφής, ήτοι η παράλυση της παραγεγραμμένης αξιώσεως, δεν συνδέεται αναγκαία, λαμβανομένων υπ’ όψιν των ορισμών του ουσιαστικού δικαίου λόγω της τελολογικής διαπλοκής των περισσοτέρων εννόμων συνεπειών, με την κυρίως καταγόμενη στη δίκη δικονομική αξίωση (Κονδύλης, Το δεδικασμένο κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, 2007, σελ. 440· Νίκας, Η ένσταση εκκρεμοδικίας στην πολιτική δίκη, 1991, σελ. 47· Καλαβρός, Προδικαστικό ζήτημα κατ’ ένσταση, ΧρΙΔ 2007, 396). […]

Ένα, όμως, μέλος του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα ο Πρωτοδίκης Ιωάννης Ευαγγελάτος, είχε την εξής γνώμη: Το δεδικασμένο αφορά στη δικαιολογητική σχέση βάσει της οποίας επιδιώχθηκε το δικαίωμα που ασκήθηκε, συνεπώς, εκτός από την απόφαση για το συγκεκριμένο δικαίωμα για το οποίο διεξήχθη η δίκη, με δεσμευτικότητα περιβάλλεται και η κρίση για την έννομη σχέση από την οποία αυτό παρήχθη. Αυτό σημαίνει ότι σε μια μεταγενέστερη δίκη στην οποία ασκείται άλλη αξίωση από την ίδια βασική έννομη σχέση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πλέον η κρίση του πρώτου δικαστή ως προς την ύπαρξη ή το κύρος αυτής της έννομης σχέσης. Η ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης (για την έννομη σχέση και τη σημασία της βλ., αντί πολλών άλλων, Larenz, Allgemeiner Teil des deutschen bürgerlichen Rechtes, παρ. 12 Ι, σελ. 168 επ.· Rosenberg/Schwab, 13η έκδ., παρ. 94 ΙΙ, σελ. 526· Β. Μάγνη, Η έννοια της έννομης σχέσης στο αστικό και δικονομικό δίκαιο, Δ 13, 5 επ.), που καλύπτεται από το δεδικασμένο αποτελεί στοιχείο του πραγματικού του δικαιώματος που ασκείται με τη δεύτερη αγωγή, και συνεπώς το δικαστήριο οφείλει να συντονίσει την απόφασή του προς το δεδικασμένο, οφείλει να θέσει αυτό ως βάση κατά την έρευνα της δεύτερης αγωγής (βλ. Κονδύλη, Το δεδικασμένο, παρ. 12, σελ. 124· Rosenberg/Schwab, 13η έκδ., παρ. 152, σελ. 925, παρ. 155, σελ. 938, παρ. 154, σελ. 932). Εξάλλου, ο δικαστικός συμβιβασμός κατά βάση αποτελεί σύμβαση του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου οι συνέπειες είναι αποτέλεσμα της σύμπτωσης των δηλώσεων βούλησης των διαδίκων, δεν εξομοιώνεται δε με δικαστική απόφαση, η οποία περιέχει κρίση για τη ζητούμενη δικαστική προστασία και ακριβώς επιφέρει τις συνέπειές της από αυτή την κρίση. Για τελεσιδικία δεν μπορεί να γίνεται λόγος, αφού κατά την έννοια του νόμου (άρθρο 321 ΚΠολΔ) τελεσιδικία σημαίνει το απρόσβλητο των δικαστικών αποφάσεων με τακτικά ένδικα μέσα, ενώ ο δικαστικός συμβιβασμός είναι απρόσβλητος από ένδικα μέσα και δεν δημιουργεί ουσιαστικό δεδικασμένο. Όμως, μοιάζει προς την δικαστική απόφαση και έχει την δύναμή της και αναπτύσσει ενέργειες ανάλογες προς εκείνες του δεδικασμένου. Ειδικότερα, η σύναψη συμβιβασμού ομοιάζει με την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, κυρίως ως προς τις έννομες συνέπειες του ουσιαστικού δεδικασμένου που πηγάζουν από την τελευταία. Αυτό σημαίνει ότι μετά την κατάρτιση του συμβιβασμού τερματίζεται οριστικά η διαφορά και δεν μπορεί πια να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίστηκε με τον συμβιβασμό. Επομένως, τα μέρη που ήρθαν σε συμβιβασμό (δικαστικό ή εξώδικο) δεν μπορούν να επικαλεστούν νομικά ή πραγματικά γεγονότα που έρχονται σε προφανή αντίθεση με το περιεχόμενο του συμβιβασμού, ενώ, αν στηρίξουν πάνω σε αυτά νομικές αξιώσεις, τότε παρέχεται η δυνατότητα στο άλλο μέρος να αντιτάξει ανατρεπτική ένσταση. Ως εκ τούτου, η μετά την κατάρτιση και την επικύρωση του δικαστικού συμβιβασμού άσκηση νέας αγωγής, χωρίς να αμφισβητείται το κύρος του συμβιβασμού, για την ίδια υπόθεση που λύθηκε με αυτόν, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη αλλά ως αβάσιμη, εφόσον προβληθεί και κριθεί βάσιμη στην ουσία της η εν λόγω ανατρεπτική ένσταση, λόγω της δεσμευτικότητας που απορρέει από την διαπλαστική ενέργεια της σύμβασης που καταρτίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου (για τα παραπάνω βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση κατ’ άρθρο, έκδ. 1994, τόμος Β΄, υπ’ άρθρο 293, σελ. 323, με περαιτέρω παραπομπές στην θεωρία και την νομολογία, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο – Ειδικό Μέρος, τόμος ΙΙ, σελ. 564, αρ. 34).

Στην κρινόμενη περίπτωση, τα όσα επικαλείται ο εναγόμενος στοιχειοθετούν την βάση της ανατρεπτικής ένστασης που απορρέει από τον δικαστικό συμβιβασμό που επικαλείται ότι πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της δίκης που διεξήχθη επί της με αριθμό καταθέσεως […]/203 αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Δικαστηρίου Λασιθίου και προκύπτει από το με αριθμό […]/2003 Πρακτικό Συμβιβαστικής Επίλυσης της Διαφοράς που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε σύμφωνα με την § 5 του άρθρου 214Α ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι, με βάση τον ως άνω δικαστικό συμβιβασμό, αναγνωρίσθηκε από τους διαδίκους η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης, και δη ότι η επίμαχη διαθήκη δεν έχει γραφεί ούτε έχει υπογραφεί από την φερόμενη ως διαθέτιδα αδελφή των διαδίκων, Α.Π., και για τον λόγο αυτό η διαθήκη είναι άκυρη. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ζητεί την απόρριψη της αγωγής για τον παραπάνω λόγο, ήτοι επειδή με τον ως άνω δικαστικό συμβιβασμό αναγνωρίσθηκε από τους διαδίκους η ακυρότητα της επίμαχης διαθήκης (και δη επειδή αναγνωρίσθηκε ότι δεν έχει γραφεί ούτε έχει υπογραφεί από την φερόμενη ως διαθέτιδα αδελφή των διαδίκων). Πράγματι, η ενάγουσα επιχειρεί με άλλη νομική βάση, αλλά με την ίδια ιστορική αιτία, να επαναφέρει την ως άνω υπόθεση, που έχει περατωθεί αμετάκλητα, να ασκήσει δηλαδή άλλη αξίωση από την ίδια έννομη σχέση, καταλύοντας κάθε ασφάλεια δικαίου. Άλλωστε, η ίδια η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή της ισχυρίζεται εκ νέου ότι ωθήθηκε στον ως άνω δικαστικό συμβιβασμό από πλάνη, απάτη και απειλή του εναγομένου, ισχυρισμοί, όμως, που κρίθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι μετά την έκδοση της υπ’ αριθμόν […]/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, η οποία κατέστη αμετάκλητη. Συνεπώς, δεδομένου ότι ο παραπάνω δικαστικός συμβιβασμός αποδεικνύεται από το ως άνω με αριθμό […]/2003 Πρακτικό Συμβιβαστικής Επίλυσης της Διαφοράς, που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε σύμφωνα με την § 5 του άρθρου 214Α ΚΠολΔ στο πλαίσιο της ως άνω άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων, έχει δε καταστεί απρόσβλητος κατόπιν της έκδοσης της υπ’ αριθμόν […]/2006 απόφασης του Εφετείου Κρήτης, διά της οποίας απορρίφθηκε η αγωγή της ενάγουσας περί ακυρώσεως-διαρρήξεώς του, και της υπ’ αριθμόν 786/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, διά της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης του Εφετείου Κρήτης, η ανωτέρω «ανατρεπτική» ένσταση του εναγομένου θα έπρεπε να γίνει δεκτή, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ως βάσιμη και στην ουσία της και να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή.

Από την εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων […] απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 10 Μαΐου 2003 απεβίωσε στο Ηράκλειο Κρήτης η Α.Π., κάτοικος εν ζωή Δημοτικού Διαμερίσματος […] Δήμου Ιεράπετρας, αμφιθαλής αδελφή των διαδίκων, οι οποίοι, μαζί με τον Γ.Ξ., τέκνο της προαποβιωσάσης αδελφής τους, Μ., ήταν και οι πλησιέστεροι συγγενείς της κατά το χρόνο του θανάτου της. Στις 4.6.2003, ύστερα από αίτηση της ενάγουσας, δημοσιεύτηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου, δυνάμει του με αριθμό […]/2003 πρακτικού συνεδρίασής του, ως συνταχθείσα ιδιοχείρως από την αποβιώσασα Α.Π., η από 10.3.2003 ιδιόγραφη διαθήκη, σύμφωνα με την οποία όριζε κληρονόμους της την ενάγουσα και τον ανιψιό της Γ.Ξ. Η διαθήκη αυτή κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθμόν […]/2003 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, αφού εξετάσθηκαν ως μάρτυρες και βεβαίωσαν ενόρκως για τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής της διαθέτιδος τρεις μάρτυρες, και συγκεκριμένα οι Χ.Λ., Α. συζ. Ν.Π. και Σ.Κ. Στην τελετή του 40ήμερου μνημοσύνου προς την μνήμη της αποβιώσασας Α.Π., η ενάγουσα επέδειξε στον εναγόμενο αντίγραφο της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης. Η ως άνω διαθήκη έχει επί λέξει ως εξής: «Εγώ η Κ.Π. του Κ. επιθυμώ να πάρει την περιουσία μου και τα λεφτά μου η αδελφή μου η Ε. και ο ανηψιός μου ο Γ. και να ξεκαθαρίσει με το δικηγόρο ο Μ. ο αδελφούλης μου για ότι μου έχει κάνι είναι πληρωμένος με το παραπάνω, αυτί είνε η τελευταία μου επιθυμία και την υπογράφω 10.3.203. Εν αγιο Ιωάννη. Α.Π.». Ο εναγόμενος άσκησε στο παρόν Δικαστήριο κατά της ενάγουσας, του έτερου τιμώμενου συγκληρονόμου, Γ.Ξ., και των τριών ως άνω μαρτύρων, την από 14.10.2003 και με αριθμό κατάθεσης […]/2003 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη, ως προϊόν πλαστογραφίας, η ως άνω διαθήκη της Α.Π. και ότι ο ίδιος είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμος της. Ημερομηνία για την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς που ασκήθηκε με την αγωγή αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 214Α ΚΠολΔ, ορίστηκε η 12η Νοεμβρίου 2003 και τόπος τα γραφεία του δικηγορικού συλλόγου Λασιθίου. Κατά την ημέρα αυτή εμφανίστηκαν στον ως άνω τόπο οι εναγόμενοι της ως άνω αγωγής, με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θ.Σ., ενώ ο ενάγων της αγωγής αυτής (εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση) εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Μ.Π., δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου. Κατόπιν συμφωνίας τους, οι ως άνω διάδικοι συνέταξαν πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, με το οποίο συμφώνησαν μεταξύ άλλων: «… Οι εναγόμενοι μετά από έλεγχο της γραφής και υπογραφής της αποβιωσάσης Α.Π. διαπίστωσαν ότι ναι μεν ομοιάζει η γραφή και η υπογραφή αλλά δεν ανήκει στην αποβιώσασα, όπως πεπλανημένα νόμιζαν κατά το χρόνο που ζήτησαν τη δημοσίευση της διαθήκης και την κήρυξή της κυρίας. Κατόπιν τούτου, συμφωνούν να ακυρωθεί η από 10.3.2003 φερόμενη ως ιδιόγραφη διαθήκη της Α.Π. για το λόγο ότι αυτή (διαθήκη) δεν έχει γραφεί ούτε έχει υπογράφει από τη διαθέτιδα και στη συνέχεια να ακολουθήσει η εξ αδιαθέτου διαδοχή της αποβιωσάσης Α.Π. του Κ., στην κληρονομιά της οποίας θα κληθεί ο ενάγων σαν κληρονόμος στο ποσοστό του ενός τρίτου εξ αδιαιρέτου …». Το ως άνω πρακτικό επικυρώθηκε από τον Πρόεδρο του παρόντος Δικαστηρίου στις 14.11.2003 και έλαβε τον αριθμό […]/2003. Η ενάγουσα, με την κρινόμενη αγωγή της, ισχυριζόμενη παρεμπιπτόντως ότι το ως άνω υπ’ αριθμ. […]/2003 πρακτικό συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς αποτέλεσε προϊόν πλάνης, απάτης και απειλής από τον εναγόμενο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτή (αγωγή), αιτείται όπως αναγνωριστεί η γνησιότητα και η εγκυρότητα της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης. Κρίσιμο, όντως, αποδεικτέο ζήτημα εν προκειμένω, και δη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ως παραπεμφθέν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών –ανεξαρτήτως του ότι ήδη με δύναμη δεδικασμένου έχει κριθεί ότι η κατάρτιση του εν λόγω πρακτικού συμβιβασμού δεν αποτέλεσε προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής και ότι, συνεπώς, δεν είναι άκυρο ως προϊόν ελαττωματικής βούλησης– δεν είναι εκείνο που ήδη κρίθηκε αλλά η γνησιότητα και, κατ’ ακολουθία, η εγκυρότητα της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης με φερόμενη διαθέτιδα την Α.Π., γεγονός που, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη δεύτερη (ΙΙ) και τρίτη (ΙΙΙ) μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν θα μπορούσε να καλυφθεί από το δεδικασμένο δικαστικής απόφασης, πολλώ δε μάλλον από το ιδιότυπο ουσιαστικό δεδικασμένο που απορρέει από την αμετάκλητη απόφαση που απέρριψε την ακύρωση του συμβιβασμού λόγω πλάνης, απάτης και απειλής, χωρίς δηλαδή να έχει με οποιονδήποτε τελικά τρόπο κριθεί δικαστικώς –ή καλυφθεί από οποιουδήποτε είδους δεδικασμένο– η γνησιότητα ή μη της ένδικης διαθήκης. Ακολούθως, κατόπιν διενέργειας της διαταχθείσας πραγματογνωμοσύνης και συνταχθείσας της από 28.11.2016 έκθεσης, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί εμπεριστατωμένη (επιστημονικά) και για την αξιοπιστία της οποίας δεν τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης, διαπιστώθηκε με ισχυρή πιθανολόγηση η γνησιότητα της γραφής της διαθέτιδος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή κατά το μέρος αυτής που παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, δηλαδή ως προς το αίτημά της να αναγνωριστεί ότι η από 10.3.2003 ιδιόγραφη διαθήκη της Α.Π. είναι γνήσια και έγκυρη, να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη –με την έννοια που ήδη αναφέρθηκε, ότι δηλαδή το ζήτημα του κύρους της διαθήκης αφορά αποκλειστικά τη γνησιότητά της– κατά το μέρος που παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο τούτο. Σημειώνεται, προς ενίσχυση των ανωτέρω, ότι –πέραν του ότι δεν αφορά το αντικείμενο της παρούσας δίκης, και δη το προς απόδειξη αντικείμενό της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ήτοι την γνησιότητα της ένδικης διαθήκης και συνεπώς είναι εν τέλει (όπως πιο πάνω διεξοδικά αναλύθηκε στις οικείες νομικές σκέψεις) νομικά αδιάφορο– το ζήτημα της (αμετάκλητα, κατά τα ανωτέρω, κριθείσας ως έγκυρης) βούλησης της ενάγουσας να προβεί στη σύναψη του […]/2003 πρακτικού συμβιβασμού, γενικά (η «επικύρωση» του οποίου, πάσχουσα νομικά σε κάθε περίπτωση κατά τα ανωτέρω, έτεινε σε κατά ορισμένο τρόπο οριστική διαμόρφωση της έννομης σχέσης των διαδίκων ως κληρονόμων της αποβιωσάσης αδελφής τους) και της μεταβολής της βούλησης αυτής εκ των υστέρων ασφαλώς δεν (μπορεί, κατά τη δομή του νομικού συλλογισμού, να ασκεί, νομίμως, οποιαδήποτε (περαιτέρω) επιρροή στην ουσιαστική κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, παρόλο που (και ανεξαρτήτως του ότι) κατατείνει, προδήλως, σε διαφορετική διαμόρφωση της έννομης αυτής σχέσης, λαμβανομένου άλλωστε υπ’ όψιν ότι η γνησιότητα της διαθήκης δεν είναι αντικείμενο δεκτικό διάθεσης και καθιστά άκυρο τον συμβιβασμό και την περιλαμβανόμενη σε αυτόν ομολογία, απορριπτομένων και των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του εναγομένου (βλ. σχετικά Βαθρακοκοίλη, ό.π., αριθμ. 51α, σελ. 329 – με άλλα λόγια: η βούληση της ενάγουσας δεν έπασχε μεν κατά την σύναψη του επίδικου συμβιβασμού, όμως αφορούσε αντικείμενο ανεπίδεκτο συμβιβασμού, γεγονός που καθιστά τον τελευταίο άκυρο, για λόγους δημόσιας τάξης, και τούτο, παρά την μη ελαττωματικότητα της τότε εκφρασθείσας βούλησής της, ευνοεί την ενάγουσα). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ, λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου…]