ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 177/2020

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αντώνιο Πλακίδα, Πρόεδρο Εφετών,   Ιωάννη Αποστολόπουλο, Εφέτη και Σοφία Καλούδη, Εφέτη-Εισηγήτρια   και από τη Γραμματέα Τ.Λ..

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά μεν το άρθρο 579 § 1 του ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται, μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση, για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά δε το άρθρο 581 §§ 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 336/2013, ΕφΠειρ 294/2015 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Η έκταση της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής (ΑΠ 336/2013, ό.π., ΑΠ 738/2012 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν ως ολικής (ΑΠ 251/2016, ΕφΠειρ 339/2015 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), θεωρείται δε ότι αναιρείται στο σύνολό της, όταν η αναιρετική απόφαση, κατά το διατακτικό της, δεν περιορίζει με σχετική διάταξη αυτού την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς μόνον από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007, ΝοΒ 2007.1830). Αν αναιρεθεί στο σύνολο της, αποβάλλει την ισχύ της και οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από αυτήν κατάσταση (ΑΠ 1123/2017 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ό.π., ΕφΑθ 3428/2015 ΔΙΜΕΕ 2015.397) και αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή) (ΑΠ 1150/2017, ΑΠ 336/2013, ΕφΠειρ 294/2015, ό.π.).

ΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος – εκκαλών, με την από 27-3-2006 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …../2006)   αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι από τις 14-6-1977 εργάζεται ως λιμενεργάτης δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισε με την εναγομένη, ότι η τελευταία, αν και υπολόγιζε όλα τα καταβαλλόμενα σε αυτόν επιδόματα επί του διαμορφούμενου βασικού ημερομίσθιου επί τη βάσει της αποδόσεως, εσφαλμένως υπολόγιζε τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του μόνο επί του ημερομισθίου βάσης των ΕΣΣΕ, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, αλλά και των διατάξεων της κείμενης εργατικής νομοθεσίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, και για τον λόγο αυτό ζητούσε, κατά τις διατάξεις της συμβάσεως εργασίας του, αλλά και επικουρικά εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει, ως μισθολογικές διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας ετών 2001-2005, το συνολικό ποσό των 41.877,41  ευρώ, όπως αυτό ειδικότερα αναλύεται, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα, που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και επικουρικά από την επομένη της επίδοσης όμοιας προγενέστερης αγωγής του και ακόμη επικουρικότερα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 441/2008 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση εξοφλήσεως για τις άνω διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας του έτους 2003, αυτή (αγωγή) έγινε μερικώς δεκτή κατά την κύρια βάση της ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 32.446,49 ευρώ, για αποδοχές και επιδόματα αδείας των ετών 2001, 2002, 2004 και 2005, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής: Α)Ο ενάγων με την από 4-6-2008 (με αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. …../2008) έφεσή του και Β) η εναγομένη με την από 9-7-2008 (με αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. …./2008) έφεσή της παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν ο μεν πρώτος τη μεταρρύθμισή της, ώστε να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή του, η δε δεύτερη την εξαφάνισή της, με σκοπό να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν και συζητήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 8-10-2009, εκδόθηκε αρχικά η υπ’ αριθμ. 119/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία έγιναν αυτές τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτές και, ακολούθως, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 34.858,63 ευρώ, για διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, καθώς και τους νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων κονδυλίων του έτους 2003 από τη δήλη ημέρα που έκαστο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση. Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε την από 8-10-2010 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1268/2018 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή και αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο  Δικαστήριο τούτο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, επειδή κρίθηκε ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 περ. 1 του ΚΠολΔ, διότι, ενώ αυτό εφάρμοσε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προέβη ανεπίτρεπτα κατά τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας σε επιλεκτική εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 35 του Κανονισμού Εργασίας Λιμένος Πειραιώς και των αντίστοιχων διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με τον α.ν. 539/1945). Ήδη, με την από 16-11-2018 (αύξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ../…./2018) κλήση της εναγομένης, επαναφέρονται προς συζήτηση αμφότερες οι προαναφερθείσες εφέσεις. Επομένως, σύμφωνα και με τη σχετική σκέψη που προεκτέθηκε, παρ’ ότι η αναίρεση ασκήθηκε μόνον από την εναγομένη, με την παραδοχή της, αναβιώνουν αμφότερες οι, δια των εκατέρωθεν εφέσεων των διαδίκων πλευρών, αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας, ως προς ολόκληρο το κεφάλαιο της διαφοράς των αποδοχών και επιδόματος αδείας του ενάγοντος. Όπως δε, περαιτέρω, προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ……./29-11-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, …….., αντίγραφο αυτής, με πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου, την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εκκαλούντα – εφεσίβλητο. Ο τελευταίος, όμως, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε προτάσεις με έγγραφη δήλωση, κατ’ άρθρο 242 § 2 του ΚΠολΔ, ότι επιθυμεί να συζητηθεί η υπόθεση χωρίς την εμφάνισή του στο ακροατήριο και, συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην και η έφεσή του να απορριφθεί. Ωστόσο, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της αντίθετης, συνεκδικαζόμενης, έφεσης της εναγομένης εταιρείας σαν να ήταν και ο ίδιος (απολιπόμενος εφεσίβλητος) παρών  (άρθρα 524 § 1 εδ.α΄, σε συνδυασμό με 271 § § 1 και 2 του ΚΠολΔ), αφού σημειωθεί ότι η μη προσκόμιση των πρωτόδικων προτάσεών του  εκ μέρους της εκκαλούσας δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της συζήτησης, κατά τα προεκτεθέντα, καθώς σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. …./7-10-2019 βεβαίωση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Πειραιώς, οι προτάσεις και τα σχετικά των δικογραφιών για το έτος 2008, με ειδική μάλιστα αναφορά σε εκείνα που αφορούν την εκκαλουμένη, πολτοποιήθηκαν με το από 21-9-2016 πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 13 του ν. 4290/1963 και 1 του βδ/τος 120 της 28-1-1996 «περί τρόπου καταστροφής άχρηστων αρχείων Δικαστικών Υπηρεσιών», με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η χορήγηση αντιγράφων των προτάσεων, που κατατέθηκαν στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω πρωτόδικη και ήδη εκκαλουμένη απόφαση.

ΙΙΙ.  Η από 9-7-2008 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. …./2008) έφεση της εναγομένης, το παραδεκτό της οποίας δεν συνιστά χωριστό αντικείμενο δίκης και συνέχεται αναγκαίως με το μέρος της αποφάσεως που αναιρέθηκε, μεταβιβάζεται δε η υπόθεση ως προς αυτό μετά την αναίρεση στο Εφετείο (ΕφΘεσ 1667/2015, ΕφΠειρ (Ναυτ) 85/2014, αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΛαρ 20/2013, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2013.57), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 9-7-2008, εντός δηλαδή της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ προθεσμίας, καθόσον δεν προέκυψε επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Πρέπει, επομένως, να γίνει  τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω με την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ).

IV. Με την παρ. 1 του άρθρου πρώτου του Ν. 2688/1999, το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς», που ιδρύθηκε με τον Ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον Α.Ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με τον Ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «.......................................... Α.Ε.» και τον διακριτικό τίτλο «............ Α.Ε.», η οποία είναι ανώνυμη εταιρία κοινής ωφέλειας με σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από το νόμο αυτό και τον Κ.Ν. 2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996, καθώς και του Α.Ν 1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν. Περαιτέρω, από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το άρθρο 680 ΑΚ και τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στη σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας. Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά τη συσχέτιση Σ.Σ.Ε. ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά τη συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, γιατί δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων Σ.Σ.Ε. αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1876/1990). Κατά τη συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και Σ.Σ.Ε.), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιότερων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (άρθρο 2 ΑΚ). Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για τη συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με τη διαδικασία του Ν.Δ. 3789/1957, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζόμενους, ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του Ν.Δ. 3789/1957. Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντίστοιχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζόμενους, τον κεντρικό κορμό και τον πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο Α.Ν. 539/1945 «περί χορηγήσεως κατ’ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών», όπως έχει κατά καιρούς τροποποιηθεί. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και, κατά συνέπεια, απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών. Με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω Α.Ν. 539/1945 ορίζεται ότι κατά τη διάρκεια της αδείας ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι για τον κατ’ αποκοπή ή κατ’ άλλο σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών αμειβόμενο μισθωτό, οι αποδοχές που δικαιούται κατά τη διάρκεια της αδείας του, εξευρίσκονται πολλαπλασιαζομένων των κατά μέσο όρο από της λήξεως της αδείας του προηγουμένου έτους … μέχρι της ενάρξεως της αδείας, ημερησίων αποδοχών του, επί τον αριθμό των εργασίμων ημερών οι οποίες περιλαμβάνονται στη χορηγηθείσα άδεια και, τέλος, κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές. Εξάλλου, ο νομοθέτης, με πρόθεση να ενισχυθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζόμενου που επιδιώκεται με το θεσμό της άδειας, θέσπισε, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, ένα πρόσθετο ποσό, το επίδομα αδείας, το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών αδείας, με το διαλαμβανόμενο σ’ αυτήν χρονικό περιορισμό, κατά την οποία «Οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ’ οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ’ έτος “επιδόματος αδείας” ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ’ αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθιω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ’ άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς. Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού…». Από τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της κυρωθείσας με το Ν. 3248/1955 με αριθμ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης «περί προστασίας του ημερομισθίου», 2 της κυρωθείσας με το Ν. 133/1975 από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., 1 παρ.1 του Ν. 435/1976, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 και του άρθρου 3 της υπ’ αριθ. 19040/1981 Υπουργικής Απόφασης «χορήγηση επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου» (ΦΕΚ Β΄ 742), προκύπτει ότι ως «συνήθεις αποδοχές», με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται δε προς τις «τακτικές αποδοχές», που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, και είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του και όμοιες με τις αποδοχές των αμειβομένων με το σύστημα των κυμαινόμενων, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας. Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, μεταξύ άλλων, η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση -καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας τη νύκτα, τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή του ημερομισθίου (ΑΠ 191/2011 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»)εφόσον η εργασία αυτή παρέχεται σταθερά και μόνιμα (ΟλΑΠ 5/2011, ΕλλΔνη 2011.684, ΑΠ 165/2019, ΑΠ 164/2019 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Δεν περιλαμβάνονται, όμως, στις ανωτέρω αποδοχές, μεταξύ άλλων, όσες οφείλονται σε έκτακτες διακυμάνσεις του χρόνου εργασίας (έκτακτες υπερωρίες, έκτακτη απασχόληση), αφού αυτές δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως τακτικές (ΑΠ 165/2019, ΑΠ 164/2019 ό.π.), όπως και η αμοιβή για τη μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, την αμοιβή για την εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, έστω και αν παρέχεται σταθερά και μόνιμα (ΑΠ 662/2019, ΑΠ 227/2018 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Αν οι εν λόγω τακτικές εργοδοτικές παροχές δεν είναι σταθερές κατά ποσό, αλλά διαφέρουν από μήνα σε μήνα, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του προηγούμενου χρονικού διαστήματος, το οποίο μεσολάβησε από τη λήξη της προηγούμενης αδείας του μέχρι την έναρξη της νέας άδειας (ΑΠ 165/2019, ΑΠ 164/2019 ό.π). Εξάλλου, με την 45058/7/1971 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 579), εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (με τον προσαρτημένο σ’ αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε τόνους ή m3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού προσωπικού (μόνιμου και έκτακτου), που συνδέεται με τον ΟΛΠ (ήδη ΟΛΠ ΑΕ) πάντοτε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 1 και 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς (άρθρο 1 παρ. 1). Ο Κανονισμός αυτός, που καταρτίσθηκε και εγκρίθηκε υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία των άρθρων 1 και 2 του ως άνω Ν.Δ. 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα τα εξής σε σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του ως άνω προσωπικού, σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών, ενώ το εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου των διαφόρων κατηγοριών (ειδών) φορτοεκφορτωτικών εργασιών ορίζεται με τις οικείες ΣΣΕ: Α)Σύμφωνα με το άρθρο 35 παρ.1 εδ. β΄ οι αποδοχές αδείας ισούνται προς το γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται κάθε μισθωτός επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής του, όπως δε διευκρινίζεται με την παρ. ε΄ του ίδιου άρθρου ως «βασικό ημερομίσθιο» για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας των μονίμων εργατών λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το τελευταίο πριν από τη χορήγηση της αδείας τρίμηνο και, προκειμένου για εργάτες που απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων, το βασικό ημερομίσθιο που καθορίζεται για τις εργασίες αυτές (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 165/2019, ΑΠ 164/2019 ό.π.). Κατά δε τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 35 του ως άνω Κανονισμού, «Μετά των αποδοχών κανονικής αδείας του εργατικού προσωπικού καταβάλλεται και το ιδιαίτερον επίδομα αδείας…» (παρ. 3) και «Εις άπαντας τους εργάτας (μονίμους, δοκίμους και ελευθέρους), τους καθ’ οιονδήποτε τρόπον απασχολουμένους κατά το μικτόν σύστημα ή επί ημερομισθίω εις φορτοεκφορτωτικάς και λοιπάς εργασίας του λιμένος, αι καταβαλλόμεναι αυτοίς αποδοχαί αδείας προσαυξάνονται κατά ποσοστόν 25%» (παρ. 4) (ΑΠ 165/2019, ΑΠ 164/2019 ό.π.). Ως «επικρατέστερη απασχόληση» νοείται, κατά τη διάταξη αυτή, η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλαδή εκείνη η οποία είχε συνολικά τη μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της άδειας τρίμηνο. Βάση, επομένως, υπολογισμού των αποδοχών αδείας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως (για τους εργαζόμενους «επί αποδόσει») ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολούμενους στις γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτό αποδοχές αδείας προσαυξάνονται για όλους τους εργάτες κατά ποσοστό 25%. Β)Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κ.λπ.) εργατών του ....., το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας, ορίζεται ειδικά στο άρθρο 23 παρ. 1 του Κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο εκάστοτε με τις οικείες ΕΣΣΕ) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησής τους κατά τις διακρίσεις του άρθρου 12 παρ. 1 του Κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το άρθρο 23 παρ. 1), είναι δε αυτές: α)η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων δημητριακών, γαιανθράκων κ.λπ., β)η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις επί πλοίων γενικά και επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και γ)η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες (μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση. Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης, ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος απασχόλησης η «επί αποδόσει», αφού αυτή, κατά το άρθρο 20 του Κανονισμού, που έχει ακριβώς τον τίτλο «τρόπος διεξαγωγής της εργασίας», προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 20 του Κανονισμού: 1)Η εργασία στον λιμένα διεξάγεται «επί αποδόσει» στις περιπτώσεις εκφόρτωσης ή φόρτωσης και ειδικότερα στις περιπτώσεις της, από το κύτος ή τις φορτηγίδες μέχρι τον τόπο οριστικής απόθεσης, μεταφοράς α)γαιανθράκων, ορυκτών, μεταλλευμάτων, πορσελάνης και χωμάτων (χύμα) χωρίς τη χρήση αρπάγης, β)σιτηρών και λοιπών δημητριακών «εις χύμα», χωρίς τη χρήση αρπάγης, γ)ξυλείας, δ)φορτίων σε σάκους γενικά, ε)σιδήρων, σιδηροφύλλων κ.λπ., στ)ειδών γενικού εμπορίου και ζ)φορτίων πλοίων ψυγείων, κατ’ εξαίρεση, όμως, εφόσον οι συνθήκες διεξαγωγής των εργασιών για τα παραπάνω φορτία (υπό στοιχεία α-ζ) παρεμποδίζουν την «επί αποδόσει» εργασία με τον ως άνω τρόπο, αυτός μπορεί με απόφαση των αρμοδίων οργάνων να μεταβληθεί (επειδή ακριβώς η «επί αποδόσει» εργασία δεν αποτελεί είδος απασχόλησης, αλλά τρόπο εκτέλεσης της εργασίας) σε εργασία «επί ημερομισθίω». 2)Η εργασία «επί ημερομισθίω» εκτελείται για α)την από την αποθήκη ή ύπαιθρο μεταφορά όλων των ανωτέρω ειδών (πλην της ξυλείας) μέχρι το μεταφορικό μέσο του παραλήπτη και αντίστροφα, β)φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών, γ)φορτοεκφορτώσεις νωπών ιχθύων, φρούτων και λαχανικών, δ)φορτοεκφορτώσεις φορτίων κάθε είδους «εις χύμα» (δι’ αρπάγης ή μηχανημάτων αναρροφήσεως) και ε)εργασίες εκφόρτωσης βαγονιών και αυτοκινήτων που μεταφέρουν εμπορεύματα εξωτερικού και 3)οι εργασίες πλήρωσης και εκκένωσης εμπορευματοκιβωτίων, ρυμουλκούμενων οχημάτων και αυτοκινήτων μεταφερόμενων με οχηματαγωγά πλοία εξωτερικού, καθώς και οι εργασίες φορτοεκφόρτωσης στρατιωτικών εφοδίων επί αυτοκινήτων κ.λπ. μπορούν να εκτελούνται «επί αποδόσει» με βάση τους 6 τόνους κατά εργάτη κ.λπ. Η αμοιβή για την «επί αποδόσει» εργασία έχει προβλεφθεί στο άρθρο 27 και καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του άρθρου 12 παρ.1 επιπρόσθετα του βασικού ημερομισθίου του άρθρου 23 παρ. 1 (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 165/2019, ΑΠ 164/2019 ό.π), και Γ)Με το άρθρο 26 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς προβλέπονται οι καθοριζόμενες σ’ αυτό έκτακτες αμοιβές για την «επί ημερομισθίω εργασίαν», ενώ με το άρθρο 28 αυτού προβλέπονται οι καθοριζόμενες εκεί πρόσθετες και έκτακτες αμοιβές για την «επί αποδόσει εργασίαν», όπως για πρόσθετες εργασίες ανοίγματος και κλεισίματος των κυτών του πλοίου, εξαρμώσεις διαφραγμάτων (μπουλμέδων) ή υποστηριγμάτων και περισυλλογή της ξυλείας κ.λπ., για καθυστέρηση ενάρξεως εργασίας ή διακοπή αυτής εντός των κανονικών χρονικών ορίων απασχολήσεως, για καθυστερήσεις σημειούμενες σε έκτακτα χρονικά όρια εργασίας τακτικών και εκτάκτων φυλάκων κ.λπ. (ΑΠ 165/2019, ΑΠ 164/2019 ό.π.). Τέλος, κατά το άρθρο 30 παρ.1 το «ασφαλιστικό ημερομίσθιο», που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος λόγω έλλειψης εργασίας, είναι ίσο προς αυτό που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές εργασίες του άρθρου 23 παρ.1 εδ. β΄, μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί, δηλαδή, το «ασφαλιστικό ημερομίσθιο» το κατώτερο ημερομίσθιο, αλλά αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις κομιστικές εργασίες, ενώ κατά το άρθρο 31 παρ. 1 σε περίπτωση ματαιώσεως προγραμματισμένης εργασίας καταβάλλεται το βασικό ημερομίσθιο. Περαιτέρω, με τα άρθρα 4 παρ. 3 και 5 εδ. ε΄ του Ν. 2688/1999, ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς διατηρήθηκε, καταρχήν, σε ισχύ και μετά την μετατροπή του ΟΛΠ, από ΝΠΔΔ σε ανώνυμη εταιρία, ενώ με την 5115.01/02/2004 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών-Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β΄ 390/26-2-2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε ο καταρτισθείς στο πλαίσιο και κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 4, 12 και 13 του ως άνω Ν. 2688/1999 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΟΛΠ Α.Ε (που άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά τη δημοσίευσή του στην ΕτΚ, κατά το άρθρο 83 αυτού) για τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σ’ αυτήν, σύμφωνα δε με αυτόν το προσωπικό της ΟΛΠ ΑΕ (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (άρθρο 5 παρ.1α, 2 και 4α), δικαιούται ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος αδείας, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται, δηλαδή, παραπομπή στον Α.Ν. 539/1945) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τις ειδικότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην ΟΛΠ Α.Ε. και τις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού (άρθρο 55 παρ.1) (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 165/2019, ΑΠ 164/2019 ό.π.).

V. Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, με το ιστορούμενο κατά τα ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημά της, είναι μη νόμιμη στο σύνολό της. Ειδικότερα, αυτή τυγχάνει μη νόμιμη ως προς το αιτούμενο από τον ενάγοντα (πρώτο) κονδύλιο των διαφορών αποδοχών αδείας, γιατί αυτός, κατά τον προσδιορισμό του, ζητεί μη νομίμως την επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του άρθρου 3 του Α.Ν. 539/1945 και της διάταξης του άρθρου 35 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, δηλαδή υπολογίζει τις αποδοχές αδείας, που ισχυρίζεται ότι του οφείλονται, με βάση τις πλήρεις αποδοχές του (ήτοι τις προκύπτουσες από την κυμαινόμενη και ανώτερη του βασικού ημερομισθίου αμοιβή απόδοσης), αλλά μόνο του τελευταίου τριμήνου πριν από τη λήψη της αδείας και όχι του τελευταίου δωδεκαμήνου, προβαίνοντας έτσι, κατά την σύγκριση των αποδοχών αδείας ως μίας ενότητας, σε ανεπίτρεπτη επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή (ήτοι από τη γενική εργατική νομοθεσία και συγκεκριμένα από τη διάταξη του άρθρου 3 του Α.Ν. 539/1945) και άλλου τμήματος αποδοχών από διαφορετική πηγή (ήτοι από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και συγκεκριμένα από τη διάταξη του άρθρου 35 αυτού). Όμως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση, μεταξύ τους, περισσότερων πηγών (ως ρυθμιστικών παραγόντων της εργασιακής σχέσης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (και, στην προκειμένη περίπτωση, η διάταξη του άρθρου 3 του Α.Ν. 539/1945, ως αναγκαστικού δικαίου διάταξη της κοινής εργατικής νομοθεσίας, είναι ανώτερης βαθμίδας, σε σχέση με την έχουσα ισχύ ουσιαστικού νόμου διάταξη του άρθρου 35 του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς), οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, γιατί δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών. Περαιτέρω, μη νόμιμη κρίνεται η αγωγή και ως προς το αιτούμενο από τον ενάγοντα (δεύτερο) κονδύλιο των διαφορών του επιδόματος αδείας, γιατί ναι μεν αυτός ζητεί τούτο να υπολογισθεί  μόνο με βάση τις διατάξεις τις γενικής εργατικής νομοθεσίας (άρθρα 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, 3 του Α.Ν. 539/1945 και 1 παρ. 3 Ν. 4547/1966), ωστόσο    το υπολογίζει με βάση τις συνολικά καταβληθείσες σε αυτόν μηνιαίες αποδοχές κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν τη λήψη της ετήσιας άδειας, χωρίς να διακρίνει μεταξύ έκτακτων και τακτικών αποδοχών, δηλαδή των καταβαλλόμενων σταθερά κάθε μήνα κατά το ένδικο διάστημα, ενόψει του ότι πρόκειται για μισθωτό αμειβόμενο με κυμαινόμενο ημερομίσθιο βάσει του προαναφερθέντος Κανονισμού, όπου, όπως αναφέρθηκε, προβλέπονται για μεν την «επί αποδόσει» και «επί ημερομισθίω» αμοιβή και έκτακτες αμοιβές, για δε τις εργάσιμες ημέρες που δεν διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος λόγω έλλειψης εργασίας το «ασφαλιστικό ημερομίσθιο» και για την περίπτωση ματαίωσης προγραμματισμένης εργασίας το βασικό ημερομίσθιο. Είναι δε διαφορετικό το ζήτημα, εάν, προκειμένου περί τακτικών-συνήθων αποδοχών, αυτές διαφέρουν μόνο κατά ποσό από μήνα σε μήνα, ώστε τότε να χωρήσει επ’ αυτών η εξεύρεση του μέσου όρου από τη λήξη της άδειας του προηγούμενου έτους μέχρι την έναρξη της νέας άδειας. Έτσι, δηλαδή, οι αιτούμενες από τον ενάγοντα αξιώσεις των διαφορών επιδόματος αδείας είναι υπολογισμένες μεν σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, αλλά με βάση υπολογισμού την τελική αμοιβή που προκύπτει «από την απόδοση» και την «επικρατέστερη απασχόληση» κατά τα οριζόμενα από τον Κανονισμό, δηλαδή αυτός (ενάγων) προβαίνει σε σύγχρονη επιλεκτική επίκληση όλων των πηγών (και του Κανονισμού και της εργατικής νομοθεσίας), το οποίο είναι ανεπίτρεπτο, όπως προεκτέθηκε. Επιπροσθέτως, η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, είναι απορριπτέα στο σύνολό της και για τον λόγο, ότι ο ενάγων δεν παραθέτει στην αγωγή του τα ποσά που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 35 του εν λόγω Κανονισμού, ήτοι δεν παραθέτει τις αξιώσεις του με βάση το «βασικό ημερομίσθιο», λογιζομένου ως τοιούτου εκείνου της επικρατέστερης απασχόλησής του κατά το τελευταίο, προ της χορήγησης της άδειας, τρίμηνο κατά τα οριζόμενα από τον Κανονισμό και τις ισχύουσες κατά το ένδικο διάστημα ΕΣΣΕ (στοιχεία τα οποία ουδόλως παραθέτει), ούτε και τα ποσά που  προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας (υπολογιζόμενα με βάση τις τακτικές αποδοχές του υπό την έννοια που εκτέθηκε ανωτέρω), ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ανεύρει την εφαρμοστέα ως ευνοϊκότερη για τον ενάγοντα ρύθμιση, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, πρόκειται περί μισθωτών αμειβομένων με σύστημα κυμαινόμενων αποδοχών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στον ενάγοντα τις αναφερόμενες διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας, προβαίνοντας, κατά τη σύγκριση αυτών ως μίας ενότητας, σε επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του άρθρου 3 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ. 16 του ν. 4054/1966 και των διατάξεων του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και δη του άρθρου 35 αυτού, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης της εναγόμενης εταιρίας και παρελκούσης της εξέτασης των λοιπών λόγων αυτής (ΕφΑθ 224/2016, ΔΕΕ 2016.355, ΕφΔωδ 70/2015, ΕφΠειρ 225/2014 αδημ. ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

VI. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η ως άνω έφεση της εναγόμενης εταιρίας «ΟΛΠ ΑΕ» και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, ακολούθως δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) να  ερευνηθεί η αγωγή και να απορριφθεί ως μη νόμιμη τόσο κατά την κύρια βάση της, όσο και κατά την επικουρική της βάση από αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά. Τέλος, πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους του απολιπόμενου εκκαλούντος – εφεσιβλήτου (ενάγοντος) (άρθρα 501, 502 παρ.1 και 505 παρ.2 του ΚΠολΔ) και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδά τους και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης …../2008 και …../2008 αντίθετες εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 441/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ερήμην του εκκαλούντος στη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2008 έφεση και εφεσιβλήτου στη με αριθμό έκθεσης  κατάθεσης …../2008 έφεση.

ΟΡΙΖΕΙ το προκαταβλητέο παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ .

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αριθμό κατάθεσης …/2008 έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την με αριθμό κατάθεσης . …/2008 έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την από 27-3-2006 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. …../2006) αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ  την ως άνω αγωγή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά την 16η Ιανουαρίου 2020  και δημοσιεύθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2020 σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού με απόντες τους διαδίκους και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της καλούσας-εφεσίβλητης-εκκαλούσας.

    Ο    ΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ