ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1768/2020

 

Πρόεδρος: Θ. Κιμισκίδου

Εισηγήτρια: Ε. Τσιάνου, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Ν. Αγαπηνός, Δ. Γκαβέλας, Γ. Μουτσουρούφης

 

Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες υπ’ αριθμόν.../5-6-2018 και.../11-07-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών,..., υποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής με την υπ' αριθμόν.../.../2018 πράξη κατάθεσης, με τη μνεία περί προκατάθεσης προτάσεων εντός προθεσμίας 100 ημερών από την κατάθεση της αγωγής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των εναγόντων προς τον δεύτερο και τον τέταρτο των εναγομένων αντίστοιχα. Οι τελευταίοι δεν προκατέθεσαν προτάσεις εντός της νόμιμης προθεσμίας και επομένως δεν έλαβαν μέρος κανονικά στη δίκη (άρθρο 271 § 1 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν 4335/2015). Συνεπώς, οι τελευταίοι πρέπει να δικαστούν ερήμην, κατ’ άρθρο 271 § 2 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο §2 του Ν 4335/2015. Σημειώνεται ότι ο δεσμός που συνδέει τους εναγόμενους της παρούσας δίκης είναι αυτός της απλής ομοδικίας εφόσον από τα ιστορούμενα στην αγωγή προκύπτει ότι η αξίωση των εναγόντων κατά των εναγόμενων πηγάζει από αδικοπραξία και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα αντιπροσώπευσης των απολιπόμενων εναγομένων από τους παριστάμενους στη συζήτηση της υπόθεσης ομοδίκους τους, πρώτο και τρίτο εναγόμενους (άρθρο 74 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 645/1986 ΝοΒ 1987, 545, ΑΠ 1001/1990 ΕΔΠολ 1993, 121, ΠΠρθεσ 22651/2007 Αρμ 2008/1650).

Με την κρινόμενη αγωγή τους, οι ενάγοντες εκθέτουν τα ακόλουθα: Ότι, κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τόπο και χρόνο και υπό τις ειδικά περιγραφόμενες στην αγωγή συνθήκες, ο πρώτος εναγόμενος διέπραξε το έγκλημα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση σε βάρος του ….. ενώ οι λοιποί εναγόμενοι παρείχαν την συνδρομή τους σε αυτόν κατά την τέλεση της πράξης αυτής. Ότι, συνέπεια της απώλειας του ως άνω θανόντος, πατέρα των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου εναγόντων και συζύγου της έκτης ενάγουσας, αυτοί υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την οποία δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Με βάση το ιστορικό αυτό, και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις προτάσεις τους, που επανέλαβαν στο ακροατήριο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά (αρθρ. 223 και 297 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος α) σε καθέναν από τους πρώτο και δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 400.000 ευρώ, β) σε καθέναν από τους τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εξ αυτών το ποσό των 200.000 ευρώ και γ) στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 300.000 ευρώ, νομιμοτόκως δε τα ποσά αυτά από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίησή τους για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να απαγγελθεί σε βάρος των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους και να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται να συζητηθεί στο Δικαστήριο αυτό, που είναι κατά τόπο και καθ’ ύλην αρμόδιο (άρθρα 22 και 18 του ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη, αφού διαλαμβάνει άπαντα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του πρώτου εναγόμενου.

Περαιτέρω, είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 26, 298, 914, 932 ΑΚ, 46, 299 ΠΚ, 70, 176 του ΚΠολΔ, εκτός των παρεπομένων αιτημάτων α) περί κηρύξεως της απόφασης προσωρινά εκτελεστής και β) περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης των εναγομένων, τα οποία, μετά την εν όλω τροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, είναι μη νόμιμα και ως εκ τούτου απορριπτέα καθόσον αυτά (τα αιτήματα) προϋποθέτουν εκτελεστό τίτλο, ενώ οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που αυτές παρέχουν, δεν αποτελούν τίτλο εκτελεστό (βλ. και ΕφΑθ 743/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον, εν προκειμένω, ότι το περί τοκοδοσίας αίτημα, είναι νόμιμο και μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, καθόσον ναι μεν η παραίτηση από το δικόγραφο (με την οποία εξισώνεται και ο περιορισμός του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό) καταλύει αναδρομικώς την επίδοση της αγωγής ως διαδικαστικής πράξεως, ούτως ώστε να μην οφείλονται εξαιτίας της τόκοι κατά το άρθρο 346 ΑΚ, αλλά όχι και κατά το μέρος που συνιστά απλή όχληση και συνεπώς δεν συνεπάγεται άρση αναδρομική ή μη των κατά το άρθρο 345 ΑΚ εννόμων συνεπειών της υπερημερίας του εναγομένου οφειλέτη, η οποία έχει ήδη μετά την όχληση, ως όρος της τυχόν επέλθει (βλ. ΑΠ Ολ 13/1994, ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΠ 1954/2007, NOMOΣ).

Όσον αφορά στο αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Με το άρθρο 42 του Ν 4640/2019 (ΦΕΚ A΄ 190/30-11-2019) ορίζεται ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ΝΔ 1544/1942 (ΦΕΚ Α' 189), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του Ν 3994/2011 (ΦΕΚ Α' 165), το άρθρο 21 του Ν 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51) και το άρθρο 33 του Ν 4446/2016 (ΦΕΚ Α' 240), αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του Ν ΓΠΝ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.» 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουάριου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία.».

Από τη διάταξη αυτή καθίσταται σαφές ότι στις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές ασκήθηκαν εξαρχής ως αναγνωριστικές είτε ως καταψηφιστικές, που τράπηκαν ακολούθως (πριν ή μετά τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου) σε αναγνωριστικές και εισήχθησαν προς πρώτη συζήτηση μετά την 01-01-2020, απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου, κατ’ άρθ. 2 του Ν ΓΠΝ/1912. Ωστόσο, η εν λόγω διάταξη, στην έκταση που επιβάλλει την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του ανωτέρω νόμου, εφόσον έχουν ήδη τραπεί σε αναγνωριστικές πριν τη δημοσίευσή του και εισαχθούν σε πρώτη συζήτηση μετά την ως άνω ημερομηνία, είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανίσχυρη, ως αντικείμενη στο άρθρ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος και, άρα, ανεφάρμοστη, δεκτού γενομένου του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος, για το λόγο ότι με την ανωτέρω διάταξη καθιερώνεται δυσμενής διάκριση σε βάρος εκείνων των εναγόντων που άσκησαν αναγνωριστική αγωγή ή έτρεψαν την ήδη ασκηθείσα καταψηφιστική αγωγή τους σε αναγνωριστική πριν τη δημοσίευση του ανωτέρω Νόμου, αφού το μοναδικό κριτήριο που τίθεται για το αν θα εφαρμοστεί το άρθρο 42 του Ν 4640/2019 είναι ο προσδιορισμός της συζήτησης της αγωγής.

Αν ήθελε κριθεί ότι η διάταξη αυτή του Ν 4640/2019 δεν είναι αντισυνταγματική, τότε θα είχαμε το εξής άτοπο: για δύο αναγνωριστικές (ή δύο καταψηφιστικές που έχουν τραπεί νόμιμα σε αναγνωριστικές πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου) αγωγές που κατατέθηκαν την ίδια ημέρα και η μία προσδιορίστηκε για συζήτηση πριν την 01-01-2020 και η άλλη μετά την προαναφερόμενη ημερομηνία, για την πρώτη να μην απαιτείται δικαστικό ένσημο ενώ για τη δεύτερη να απαιτείται. Σε κάθε περίπτωση, μία τέτοια προϋπόθεση για την παραδεκτή συζήτηση των ανωτέρω αγωγών και μόνο, είναι αντίθετη και στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι σε αυτήν την περίπτωση δημιουργείται εμπόδιο στον ενάγοντα μίας αναγνωριστικής αγωγής, που έχει ασκηθεί πριν από τη δημοσίευση του Ν 4640/2019, ως προς το δικαίωμά του για πρόσβαση σε Δικαστήριο, αφού ο τελευταίος αιφνιδιάζεται, επιβάλλοντάς του μια οικονομική επιβάρυνση, την οποία δεν είχε υπολογίσει, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ή τροπής του αιτήματός της σε αναγνωριστικό. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου για τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους, αφού οι ενάγοντες έτρεψαν την κρινόμενη αγωγή αναγνωριστική με προτάσεις τους, που νόμιμα κατέθεσε την 5-07-2018, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο από τη δημοσίευση του Ν 4640/2019.

Όσον αφορά στον δεύτερο και τον τέταρτο των εναγομένων, λόγω της ερημοδικίας τους θεωρούνται ομολογημένοι οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί των εναγόντων (271 § 3 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο του Ν 4335/2015), ενόψει του ότι δεν υπάρχει ένσταση, η οποία να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, ενώ ως προς τα σχετικά με την αγωγή γεγονότα επιτρέπεται ομολογία. Ωστόσο, το ύψος της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να θεωρηθεί ομολογημένο, αφού δεν αποτελεί πραγματικό περιστατικό που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ομολογίας, διαμορφώνεται, δε, κατά την κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 1251/1988 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που παραδεχτά και νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τις ομολογίες που συνάγονται από τους περιεχόμενους στις κατατεθείσες προτάσεις τους ισχυρισμούς τους (άρθρο 261 ΚΠολΔ), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονιαι υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...].

Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από την ..., ... τελεσίδικη απόφαση του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε τελεσίδικα ένοχος, μεταξύ άλλων, για το επίδικο έγκλημα της ανθρωποκτονίας του ... από πρόθεση ευρισκόμενος σε ήρεμη ψυχική κατάσταση και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 18 ετών (για την πράξη αυτή), ενώ ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος των εναγομένων, κρίθηκαν ένοχοι, μεταξύ άλλων, για το έγκλημα της άμεσης συνέργειας στην ανθρωποκτονία του … κατά συναυτουργία και τους επιβλήθηκε ποινή για την πράξη αυτή κάθειρξης 13 ετών.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι οι πέντε πρώτοι ενάγοντες, τέκνα του θανόντος και η έκτη ενάγουσα, σύζυγος του θανόντος, συνδέονταν με αυτόν όσο ζούσε, με αισθήματα αγάπης και στοργής. Οι εν λόγω ενάγοντες από τις άδικες πράξεις των εναγομένων, που συνιστούν ποινικά αδικήματα (ανθρωποκτονία από πρόθεση και άμεση συνέργεια σε ανθρωποκτονία από πρόθεση), οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τον αναίτιο και άδικο θάνατο του συγγενούς του, ο οποίος ήταν υγιέστατος, ακέραιος ηθικά και ιδιαίτερα αγαπητός από το οικογενειακό και συγγενικό του περιβάλλον, υπέστησαν έντονη θλίψη και στενοχώρια, περιήλθαν σε δεινή ψυχολογική κατάσταση, βιώνοντας την απώλεια ενός αγαπημένου τους προσώπου, κατά τρόπο αδόκητο, υπέστησαν ψυχική οδύνη και έχουν, ενόψει του τρόπου με τον οποίο επήλθε ο θάνατος αυτού, των συνθηκών τέλεσης και του κινήτρου τέλεσης της άδικης πράξης των εναγομένων, του είδους της προσβολής και του προσβαλλόμενου έννομου αγαθού της ζωής και του βαθμού του πταίσματος των υπαιτίων, ως μέλη της οικογένειας του θύματος, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω περιστάσεων, δηλαδή τον βαθμό του πταίσματος των εναγομένων, τις συνέπειες των πράξεών τους, το μέγεθος της γενομένης προσβολής τον εναγόντων, τη θλίψη, τη στενοχώρια και τον τρόμο που δοκίμασαν, καθώς και την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τις ως άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις των εναγομένων, είναι αυτό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ για καθένα από τους πέντε πρώτους ενάγοντες (τέκνα του θανόντος) και το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000) για την έκτη ενάγουσα (σύζυγο του θανόντος).

Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, σε καθέναν από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των εναγόντων το ποσά των 120.000 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής. Μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων πρέπει, να επιβληθεί εις βάρος των εναγόμενων ένεκα της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων και ανάλογα με την έκτασή τους (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), με τη σημείωση ότι η παροχή νομικής βοήθειας στον τρίτο εναγόμενο δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, να επιβάλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, πλην όμως η είσπραξη αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμόδιου δικαστή (ΑΠ 724/2017). Τέλος, για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης από τον δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων, που δικάζονται ερήμην, πρέπει να οριστεί το κατά νόμο παράβολο (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ ΑΠ Ολ 15/2001 ΕλλΔνη 43, 71).