ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1762/2018

 

Εφέτης: Κ. ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

Δικηγόροι: Αναστ. Ταρπινίδης - Κ. Δημαρέλλης

 

Με τη διάταξη του άρθρου 2 της Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου, με αριθμό 6/28-2-2012 «Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του 4046/12» (ΦΕΚ Τεύχος A 38/28-2-2012),(παρ. 9) η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου και οι διατάξεις των οποίων είναι απόλυτα συμβατές με το Ελληνικό Σύνταγμα (βλ. ΟλΣτΕ 2307/14,(παρ. 10) δημΝόμος) ορίζεται ότι: «1. Οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας συνάπτονται εφεξής για ορισμένο χρόνο ισχύος, η διάρκεια του οποίου δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα (1) έτος και δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη. 2. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που βρίσκονται σε ισχύ, ήδη 24 μήνες μέχρι την 14-2-2012 ή και περισσότερο, λήγουν στις 14-2-2013. 3. Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που την 14-2-2012 βρίσκονταν σε ισχύ για χρονικό διάστημα μικρότερο των 24 μηνών, λήγουν με τη συμπλήρωση τριών (3) ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος τους, εκτός και αν καταγγελθούν νωρίτερα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του Ν. 1876/90 (Α 27). 4. Οι κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που θα λήξει ή θα καταγγελθεί, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα τρίμηνο από τη λήξη ή την καταγγελία τους. Κανονιστικοί όροι Συλλογικής Σύμβασης που έχει ήδη λήξει ή καταγγελθεί ισχύουν για ένα τρίμηνο από την ισχύ του Ν. 4046/12. Με την πάροδο του τριμήνου και εφόσον εν τω μεταξύ δεν έχει συναφθεί νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, εξακολουθούν να ισχύουν από τους κανονιστικούς αυτούς όρους αποκλειστικώς οι όροι εκείνοι που αφορούν α) το βασικό μισθό ή το βασικό ημερομίσθιο και β) τα επιδόματα ωρίμανσης, τέκνων, σπουδών και επικινδύνου εργασίας, εφόσον τα επιδόματα αυτά προβλέπονταν στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που έληξαν ή καταγγέλθηκαν, ενώ παύει αμέσως να ισχύει κάθε άλλο προβλεπόμενο σε αυτές επίδομα. Η προσαρμογή των συμβάσεων στις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου γίνεται χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των εργαζομένων. Οι όροι του τρίτου εδαφίου που διατηρούνται, εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου αντικατασταθούν από εκείνους της νέας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας ή της νέας ή της τροποποιημένης ατομικής σύμβασης. 5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 4 και 5 του άρθρου 9 του Ν. 1876/90 (Α 27) παύουν να ισχύουν. 6. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και για τις Διαιτητικές Αποφάσεις». Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 4 της ως άνω Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου ορίζεται ότι «Από 14-2-2012 και μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό κάτω του 10%, αναστέλλεται η ισχύς διατάξεων νόμων, κανονιστικών πράξεων, Συλλογικών Συμβάσεων ή Διαιτητικών Αποφάσεων, οι οποίες προβλέπουν αυξήσεις μισθών ή ημερομισθίων, περιλαμβανομένων και εκείνων περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, όπως ενδεικτικά το επίδομα πολυετίας, το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου λαμβάνεται υπόψη ο μέσος όρος του εθνικού ποσοστού ανεργίας των τελευταίων τεσσάρων τριμήνων, όπως αυτός αποτυπώνεται στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛ.ΣΤΑΤ». Από τον συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων συνάγεται σαφώς ότι στα επιδόματα για τα οποία αναστέλλεται η ισχύς των διατάξεων που προβλέπουν την αύξησή τους από 14-2-2012, περιλαμβάνονται και εκείνα τα περί υπηρεσιακών ωριμάνσεων, η καταβολή δηλαδή των οποίων δικαιολογείται με μόνη προϋπόθεση την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου εργασίας, μεταξύ των οποίων υπάγεται και το επίδομα πολυετίας που καταβάλλεται μετά από πολυετή παραμονή στον ίδιο εργοδότη, όπως π.χ το επίδομα πολυετούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη που προβλέπεται από τις ΣΣΕ των οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας. Τούτο ορίζεται ρητά στη διάταξη για την αναστολή καταβολής αύξησης, στην οποία τα επιδόματα ορίζονται ενδεικτικά καταδεικνύοντας τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη για την υπαγωγή περισσοτέρων επιδομάτων που δικαιολογούνται μόνο με την πάροδο ορισμένου χρόνου μετά των οποίων ενδεικτικά αναφέρονται και το επίδομα πολυετίας, αλλά και το επίδομα χρόνου εργασίας, το επίδομα τριετίας και το επίδομα πενταετίας. Όμως για τη ταυτότητα του νομικού και νομοθετικού λόγου το ίδιο ισχύει και στα επιδόματα ωρίμανσης, των οποίων ο εργοδότης δεν μπορεί μονομερώς να παύσει την καταβολή τους, δηλαδή και στα επιδόματα αυτά υπάγεται το επίδομα πολυετίας, διότι δεν είναι δυνατόν να προβλέπεται η αναστολή αύξησης των επιδομάτων αυτών και συνάμα να δύναται ο εργοδότης να περικόπτει μονομερώς αυτά. Άλλωστε το ότι το ως άνω επίδομα συνδέεται στενά με την αποκτηθείσα στον αυτό εργοδότη εμπειρία, ουδόλως σημαίνει ότι αυτό δεν σχετίζεται στενά και δεν εξαρτάται και από τον χρόνο υπηρεσίας σε συνάρτηση του οποίου δικαιολογείται η εμπειρία και η σχετική καταβολή (βλ. ΑΠ 773/17, ΔΕΝ 2018.528, Εγκ 4601/12, ΔΕΝ 2012, σελ. 355, αντίθετα έγγραφο 3242/13 Υπ. Εργασίας αναφερόμενο στο επίδομα αυτό πολυετίας στον ίδιο εργοδότη, με αντίθετη όμως σημείωση ΔΕΝ 2013, σελ. 662, και από τη θεωρία, υπέρ της απόψεως περί μη δυνατότητας μονομερούς περικοπής, Α. Βάγια, Εξελίξεις στο δίκαιο Συλλογικών Συμβάσεων, ΕΕΔ 2012, σελ. 531, Κ. Δημαρέλλη, Νομιμότητα περικοπής επιδομάτων σε σχέση προς τον ανταποδοτικό χαρακτήρα του μισθού, ΔΕΝ 2016, σελ. 519, αντίθετα Γ. Θεοδόσης, Η επιβίωση όρων ΣΣΕ μετά τη λήξη τους, ΕΕΔ 2012,588). Ως «επίδομα επικινδύνου εργασίας» νοούνται τα επιδόματα που χορηγούνται λόγω των συνθηκών εργασίας, που συνεπάγονται κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή του εργαζομένου (βλ. Εγκ 4601/12, ΔΕΝ 2012, σελ. 355). Στις προαναφερθείσες ΣΣΕ των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων όλης της χώρας τα επιδόματά τους ορίζονται ως εξής: «1. Επίδομα ειδικών συνθηκών: στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων ωφέλιμου φορτίου πάνω από 25 τόννους, καθώς και στους οδηγούς ρυμουλκών αυτοκινήτων ανεξαρτήτως ωφέλιμου φορτίου, χορηγείται επίδομα ειδικών συνθηκών στο ποσό των 23,86 ευρώ μηνιαίως. 2. Επίδομα ζεύξης ή απόζευξης: σε περίπτωση κατά την οποία για την εκτέλεση της εργασίας τους οι οδηγοί που οδηγούν ρυμουλκά ή ημιρρυμουλκά αυτοκίνητα, ανεξαρτήτως ωφέλιμου φορτίου, διενεργούν με εντολή του εργοδότη τους καθημερινά ζεύξεις ή αποζεύξεις διαφόρων τύπων ρυμουλκουμένων οχημάτων που ανήκουν στον ίδιο εργοδότη, χορηγείται το προηγούμενο επίδομα ειδικών συνθηκών με προσαύξηση για κάθε μήνα τέτοιας εργασίας κατά 17,91 ευρώ. 3. Θ. Επίδομα επικίνδυνης εργασίας και μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων (containers): Ι) στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων ανεξαρτήτως ωφέλιμου φορτίου, που μεταφέρουν πολεμοφόδια και πυρομαχικά ή φυσίγγια, ραδιενεργά υλικά ή εξαρτήματα, εκρηκτικούς μηχανισμούς οποιουδήποτε τύπου και συστήματος, διαλυτικά χρώματα και καυστική ποτάσα, καθώς και στους οδηγούς φορτηγών αυτοκινήτων που εργάζονται σε τεχνικές εταιρείες γενικά και σε ορυχεία, λιγνιτωρυχεία, λατομεία, χωματουργικές οδοποιητικές και ασφαλτικές εργασίες, γαλαρίες - στοές, καθώς και σε αυτοκίνητα μεταφοράς ζώντων ζώων, άμμου, χώματος και σκυροδέματος (βαρέλες), χορηγείται για κάθε μήνα εργασίας τους, επίδομα επικίνδυνης εργασίας 52,49 ευρώ. II) για τους κατόχους διπλώματος ADR, εφόσον όμως δικαιούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω ―γίνεται παραπομπή στην παράγραφο I, στην οποία δικαιολογείται η καταβολή του επιδόματος λόγω κινδύνων του μεταφερόμενου φορτίου― στο επίδομα επικίνδυνης εργασίας γίνεται η προσαύξηση 7,15 ευρώ μηνιαίως. Ill) Επίδομα ισόποσο με το επίδομα επικίνδυνης εργασίας χορηγείται, για κάθε μήνα εργασίας τους, και στους οδηγούς αυτοκινήτων που μεταφέρουν ανοιχτά ή κλειστά σιδηρά δοχεία μαζικής συσκευασίας και μεταφοράς υλικών (containers). Οδηγοί που πληρούν τις προϋποθέσεις λήψης και του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και του επιδόματος μεταφοράς Containers, λαμβάνουν μόνον το ένα εξ αυτών iV) το επίδομα επικίνδυνης εργασίας που προβλέπεται από τις προηγούμενες ρυθμίσεις, χορηγείται από 1-9-2008 στους οδηγούς κάθε κατηγορίας και τύπου αυτοκινήτων που μεταφέρουν ογκόλιθους μαρμάρου ή εν γένει πετρωμάτων» {βλ. ΔΑ 37/10 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κ.λπ. αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας καθώς και ΔΑ 11/09 για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κ.λπ. αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας. Από την παραπάνω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι όσον αφορά το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, τούτο δικαιολογείται λόγω των κινδύνων που υφίστανται από το είδος των μεταφερόμενων φορτίων (π.χ. πυρομαχικά ή φυσίγγια, ραδιενεργά υλικά, ογκόλιθοι μαρμάρου κ.λπ.) στη δε εν λόγω διάταξη ρυθμίζονται εμφανώς δύο διαφορετικά επιδόματα και δη το επίδομα επικίνδυνης εργασίας και το επίδομα μεταφοράς containers, γεγονός που προκύπτει σαφώς από την απαίτηση συνδρομής διαφορετικών πραγματικών περιστατικών για την καταβολή εκάστου (συγκεκριμένο επικίνδυνο φορτίο από την μία πλευρά, containers από την άλλη). Για τον λόγο αυτό άλλωστε και η σαφής αναφορά περί του ότι οδηγοί που πληρούν τις προϋποθέσεις λήψης και του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας και του επιδόματος μεταφοράς Containers, λαμβάνουν μόνον το ένα εξ αυτών, θεωρούμενης άρα δεδομένης της υπάρξεως δύο επιδομάτων. Συνεπαγόμενοι κίνδυνοι για την σωματική ακεραιότητα και τη ζωή του εργαζομένου οδηγού υφίστανται σίγουρα μόνο στην περίπτωση μεταφοράς επικίνδυνων φορτίων και όχι απαραίτητα και στη μεταφορά φορτίων με εμπορευματοκιβώτια (containers), δεδομένου ότι δεν είναι απαραίτητο να υφίστανται πάντα επικίνδυνα φορτία μεταφερόμενα με εμπορευματοκιβώτια. Για τον λόγο αυτό άλλωστε και η διάταξη αναφέρεται σε ισόποσο επίδομα (πλασματική καταβολή του αυτού επιδόματος) αλλά και μη καταβολή του για δύο φορές, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής και των δύο. Πλην όμως, με την προαναφερθείσα διάταξη της ΠΥΣ μετενεργούν μόνο τα επιδόματα που δικαιολογούνται λόγω πράγματι υφιστάμενης επικίνδυνης εργασίας, αφού σ’ αυτά μόνο, η εν λόγω διάταξη αναφέρεται και όχι τα επιδόματα λόγω της κατά πλάσμα ύπαρξης επικίνδυνης εργασίας, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μην συντρέχουν πράγματι λόγω μεταφοράς μη επικίνδυνων φορτίων με εμπορευματοκιβώτια.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ΠΔ 27.6/4-7-1932, οι διακοπές εργασίας και τα διαλείμματα δεν θεωρούνται χρόνος εργασίας. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη έχει ως ακολούθως: «ώρες εργασίας θεωρούνται αι πραγματικές, μη συμπεριλαμβανομένων των διακοπών ή διαλειμμάτων εργασίας». Η διάταξη αυτή παρ’ όλο που αφορά καταρχάς τους εργαζόμενους στη βιομηχανία, απηχεί γενικότερη αρχή στο ελληνικό εργατικό δίκαιο ότι τα διαλείμματα εργασίας δεν συμπεριλαμβάνονται στον χρόνο εργασίας, και επομένως η ισόχρονη προς τα διαλείμματα αυτά παράταση της εργασίας, μέχρι να συμπληρωθεί το κανονικό ωράριο, δεν γεννά αξίωση υπέρ των μισθωτών για τη λήψη αμοιβής, εκτός και εάν υπάρχει αντίθετη ειδική διάταξη ή συμφωνία, (βλ. ΕφΑΘ 9298/03, δημΝόμος, ΕγΥπΕργ 7/14-1-1986,ΔΕΝ 86,842, ο χρόνος διαλείμματος για φαγητό δεν αποτελεί χρόνο εργασίας, ρητά όμως με την από 19-7-2002 ΣΣΕ των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις ορίζεται ότι το διάλειμμα είκοσι λεπτών θεωρείται χρόνος εργασίας, Δ. Ζερδελής, Ατομικό εργατικό δίκαιο, εκδ. 2015, παρ. 1012, ΔΕΝ 1996, 272, I. Ληξουριώτης, Εφαρμογές εργατικού δικαίου, εκδ. 2017, σελ. 171, Λαναράς, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, εκδ. 2014, σ. 466 επ.). Τέτοια όμως ειδική διάταξη, ή συμφωνία που παραπέμπει στη διάταξη αυτή, δεν αποτελεί το άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΚ) 561/06 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006, που εκδόθηκε για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών(παρ. 11) και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 και αριθ. 3820/85 του Συμβουλίου και ρύθμισε θέματα που αφορούσαν κυρίως την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών και για την εφαρμογή του οποίου έχει εκδοθεί η υπ’ αριθ. Φ450/51477/5520/11 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β72687/10-11-2011, ΑΔΑ 45701-6X1) που ορίζει τις διοικητικές κυρώσεις για τις παραβάσεις του Κανονισμού για τη συσκευή ελέγχου και για τις ώρες οδήγησης και ανάπαυσης των οδηγών και οι υπ’ αριθ. 450/10735/1241/23-3-2012 (ΑΔΑ: Β 44 X 1 - Ζ3Ε) και Φ450/746/ 79/31-12-2012 (ΑΔΑ: ΒΕΦΔ 1-Τ2Δ) Εγκύκλιοι του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Ειδικότερα, με το άρθρο 7 του εν λόγω Κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί ορίζεται ότι «Μετά από περίοδο οδήγησης τεσσερισήμισυ ωρών, ο οδηγός κάνει διάλειμμα 45 τουλάχιστον λεπτών χωρίς διακοπή, εκτός εάν λάβει περίοδο ανάπαυσης. Το διάλειμμα αυτό μπορεί να αντικαθίσταται από διάλειμμα τουλάχιστον 15 λεπτών, που ακολουθείται από διάλειμμα τουλάχιστον 30 λεπτών, τα οποία κατανέμονται μέσα στην περίοδο οδήγησης κατά τρόπον ώστε να γίνονται σεβαστές οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου». Με την εν λόγω διάταξη, όπως σαφώς προκύπτει από το κείμενο αυτής, ουδόλως ορίζεται ειδικώς ότι ο χρόνος διαλείμματος ανήκει στον χρόνο εργασίας. Όσον αφορά τον χρόνο εργασίας των οδηγών, εφαρμογή έχει και το ΠΔ 167/06 με το οποίο έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της υπ’ αριθμ. 2002/15/ΕΚ Οδηγίας της 11ης Μαρτίου 2002 «για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών». Στο εν λόγω ΠΔ ορίζεται στο άρθρο 5 αυτού ότι «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του υπ’ αριθ. 3820/85 κανονισμού (ΕΟΚ) ή των διατάξεων της συμφωνίας AETR, σε περίπτωση που αυτή εφαρμόζεται, οι εκτελούντες κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών, με την επιφύλαξη του άρθρου 2, παράγραφος 1 του παρόντος, απαγορεύεται να εργάζονται πάνω από 6 διαδοχικές ώρες χωρίς διάλειμμα. Ο χρόνος εργασίας διακόπτεται από διάλειμμα τουλάχιστον 30 λεπτών, εάν το σύνολο των ωρών εργασίας κυμαίνεται μεταξύ έξι και εννέα ωρών, και τουλάχιστον 45 λεπτών, εάν το σύνολο των ωρών εργασίας υπερβαίνει τις εννέα ώρες». Και με βάση το εν λόγω ΠΔ και δη κατά το άρθρο 3 στοιχ. α’, δεν περιλαμβάνονται στον χρόνο εργασίας των μετακινούμενων εργαζομένων (οδηγών) τα κατά το άρθρο 5 διαλείμματα, ο κατά το άρθρο 6 χρόνος ανάπαυσης, καθώς και οι κατά το στοιχείο β’ του παρόντος άρθρου 3 περίοδοι υποχρέωσης διαθεσιμότητας (βλ. ΑΠ 601/17, δημΝόμος). Το εν λόγω ΠΔ αναφέρεται στον χρόνο εργασίας οδηγού (μείζον) ενώ ο προαναφερθείς κανονισμός στις ώρες οδήγησης (έλασσον), η δε εξεύρεση του νόμιμου χρόνου εργασίας οδηγού απαιτεί την συνδυαστική εφαρμογή και των δύο εν λόγω ρυθμίσεων και επομένως είναι μη νόμιμη η αγωγή με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παρέχει το διάλειμμα εργασίας με βάση σε μία μόνο από τις ως άνω διατάξεις.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επομένως έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν η αγωγή είναι νόμιμη, ορισμένη ή παραδεκτή και να την απορρίψει αν δεν στηρίζεται στο νόμο, στερείται των απαραιτήτων στοιχείων για τη θεμελίωσή της ή ασκήθηκε απαράδεκτα, με τις διακρίσεις που επιβάλλονται από τη λειτουργία του δεδικασμένου (άρθρο 322 ΚΠολΔ) και την αρχή της απαγορεύσεως της εκδόσεως επιβλαβέστερης αποφάσεως για τον εκκαλούντα (άρθρο 536 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, αν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως μερικά ή στο σύνολο κατ’ ουσίαν και κατά της απόφασης παραπονείται ο ενάγων, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν κρίνει ότι η αγωγή είναι αβάσιμη κατά νόμο, αόριστη ή απαράδεκτη, εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση και απορρίπτει την αγωγή και χωρίς ειδικό προς τούτο παράπονο, αφού έτσι δεν χειροτερεύει η θέση του εκκαλούντος. Στην περίπτωση αυτή απλή αντικατάσταση της απορριπτικής αιτιολογίας κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ δεν αρκεί, διότι η απόρριψη της αγωγής για έναν από τους παραπάνω λόγους οδηγεί σε διαφορετικό ως προς το αποτέλεσμα διατακτικό (βλ. ΑΠ 820/77, ΝοΒ 26. 517, ΑΠ 1115/76, ΝοΒ 25. 532, ΑΠ 657/76, ΝοΒ 25. 29, ΑΠ 166/75, ΑρχΝ ΚΣΤ 523, ΑΠ 1190/74, ΝοΒ 23. 729, ΕφΘεσ 1188/07, δημΝόμος, ΕφΘεσ 3467/89, Αρμ ΜΔ 97, ΕφΑΘ 1308/87, ΕλλΔνη 29. 524, ΕφΑΘ 2547/86, ΕλλΔνη 28. 848, Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2003, παρ. 854).

 

Συνακόλουθα, η ένδικη αγωγή κατά το αίτημά της να καταδικασθεί η εναγομένη να χορηγεί στον ενάγοντα αμειβόμενο διάλειμμα 45 λεπτών μετά από 4,5 ώρες οδήγησης κατ’ εφαρμογή μόνο του ως άνω κανονισμού, καταδικαζόμενη, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της, σε καταβολή χρηματικής ποινής 50,00 € για κάθε ημέρα που παραλείπει να συμμορφωθεί στην απόφαση που θα εκδοθεί, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές παραδοχές ο ενάγων δεν έχει εκ του νόμου τέτοιο δικαίωμα στηριζόμενος αποκλειστικά και μόνο στις διατάξεις του ως άνω κανονισμού. Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και επομένως δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το συναφή λόγο της δεύτερης συνεκδικαζόμενης έφεσης του ενάγοντος κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και ο λόγος αυτός. Ακόμη η ένδικη αγωγή όσον αφορά το αίτημα αυτής για καταβολή του επιδόματος πολυετίας στον ίδιο εργοδότη και ζεύξης - απόζευξης (ως προς τη ζεύξη απόζευξη δεν αμφισβητεί η εναγομένη τη νομική υποχρέωση καταβολής του, αλλά ούτε οι διάδικοι προσβάλλουν την κρίση της απόφασης για την καταβολή από την εναγομένη του εν λόγω επιδόματος κατά ουσιαστική παραδοχή της ένστασης εξόφλησης που πρότεινε η τελευταία στο πρωτόδικο Δικαστήριο) είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη. Πλην όμως, όσον αφορά το αίτημα αυτής για την καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας για την μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων που ο ενάγων δεν λάμβανε , αλλά και επιδόματος επικίνδυνης εργασίας ως κάτοχος διπλώματος ADR, η αγωγή είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές παραδοχές ο ενάγων δεν δικαιούται, λόγω της ορθής και νόμιμης περικοπής του από την εναγομένη, το ως άνω επίδομα επικίνδυνης εργασίας με τη μορφή μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων. Μη δικαιούμενος δε, όπως ομολογεί, το επίδομα επικίνδυνης εργασίας λόγω μεταφοράς επικίνδυνου φορτίου, δεν δικαιούται και το επίδομα διπλώματος ADR, η καταβολή του οποίου συναρτάται στις εν λόγω ΣΣΕ μόνο με το δικαίωμα καταβολής και του προαναφερθέντος επιδόματος επικίνδυνης εργασίας. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε νόμιμη την αγωγή και ως προς τα αίτηματά της αυτά και ακολούθως την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, γι’ αυτό και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση του ενάγοντος κατά το μέρος που αφορά τα ως άνω αγωγικά αιτήματα και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη (.....)

Αν γίνει μονομερής μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη, βλαπτική για το μισθωτό, με μερική ή ολική διακοπή ή περιορισμό του ύψους του μισθού, δεδομένου ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να προβεί μονομερώς σε μείωση του μισθού του είτε αυτός καθορίζεται με ατομική συμφωνία είτε πολύ περισσότερο καθορίζεται με διάταξη νόμου όπως και με ΣΣΕ που ως προς το κανονιστικό της μέρος έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (βλ. ΑΠ 893/15, ΑΠ 49/11, ΑΠ 311/10, δημΝόμος), δικαιούται ο μισθωτός, με δικαίωμα επιλογής, είτε να θεωρήσει την συμβατική μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη και να ζητήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του, είτε να αποκρούσει τη μεταβολή, να απαιτήσει την τήρηση των όρων της εργασιακής σύμβασης και να εξακολουθήσει να παρέχει την εργασία του με τους ίδιους πριν την μεταβολή συμβατικούς όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής της εργασίας του από τον εργοδότη να ζητήσει από αυτόν, που καθίσταται πλέον υπερήμερος, την πληρωμή του μισθού και την ικανοποίηση κάθε άλλης νόμιμης αξίωσης. Αν όμως η μονομερής από τον εργοδότη μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας γίνει δεκτή από τον μισθωτό, τότε δημιουργείται νέα τροποποιητική συμβατική σχέση διάφορη της αρχικής σύμβασης, σύμφωνα με τα άρθρα 361 ΑΚ και 7 παρ. 1 Ν. 2112/20, η οποία καταλύει το δικαίωμα του εργαζομένου να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής υπό τους, προ της μεταβολής, συμβατικούς όρους, εφόσον βεβαίως αυτό δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. Η αποδοχή δε της τροποποιητικής σύμβασης από τον μισθωτό μπορεί να γίνει ρητώς ή σιωπηρώς, δηλαδή με ατομικές πράξεις από τις οποίες προκύπτει συμπερασματικά η βούληση του τελευταίου για αποδοχή της. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή μπορεί να συναχθεί αν ο εργαζόμενος, παρά το ότι σαφώς γνωρίζει την μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής τους σχέσης, εξακολουθεί και μετά από αυτήν την μεταβολή αδιαμαρτύρητα να προσφέρει για μακρό χρονικό διάστημα (εύλογο χρόνο) τις υπηρεσίες του στον εργοδότη του. Μόνο αν ο μισθωτός διαμαρτυρηθεί ειδικά και με συγκεκριμένες ενέργειες για την μονομερή εκ μέρους του εργοδότη του βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, τότε και μόνον δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποδοχή της ανωτέρω ενέργειας του πρώτου από τον εργαζόμενο. Ως εύλογος χρόνος κρίθηκε από τη νομολογία το χρονικό διάστημα 2 ετών αλλά και 13 μηνών. (βλ. ΑΠ 1455/03, ΑΠ 911/08, ΑΠ 2056/06, ΑΠ 650/05,, ΑΠ 1431/02, ΑΠ 1299/01, Δ. Ζερδελή, ό.π, παρ 1284, σελ 662). Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 4-8-2008, η εναγομένη, που διατηρεί επιχείρηση οδικών μεταφορών στην περιοχή Καλοχωρίου Θεσσαλονίκης, προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης τον ενάγοντα προκειμένου να τον απασχολήσει και έκτοτε τον απασχόλησε ως οδηγό φορτηγού αυτοκινήτου δημοσίας χρήσης. Η σύμβαση αυτή, όπως ομολογείται από τους διαδίκους, ήταν έγκυρη, αφού ο ενάγων κατείχε επαγγελματική άδεια οδήγησης οχημάτων Γ’, Δ’ και Ε’ κατηγορίας. Κατά τη συμφωνία των διαδίκων ο ενάγων απασχολείτο ως οδηγός κυρίως του επικαθήμενου, άνω των 40 τόννων, φορτηγού αυτοκινήτου, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, αντί αποδοχών που προέβλεπαν οι εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές ρυθμίσεις (ΣΣΕ/ΔΑ), που καθόριζαν «τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των πάσης φύσεως φορτηγών κ.λπ. αυτοκινήτων που απασχολούνται σε οποιονδήποτε εργοδότη όλης της χώρας». Ειδικότερα, το καλοκαίρι του έτους 2012 οι αποδοχές του ρυθμίζονταν με βάση την 11/09 ΔΑ, έχοντας ο ενάγων προϋπηρεσία με βάση τους όρους αυτών 12-15 ετών. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι υπαγόταν στην κλίμακα αποδοχών 15-18 έτη, διότι κατά την πρόσληψή του είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη, με την προσκόμιση των ασφαλιστικών βιβλιαρίων του, προϋπηρεσία 12 ετών , πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν αποδεικνύεται βάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ότι κατά την πρόσληψή του, το έτος 2008, είχε ήδη συμπληρωμένη προϋπηρεσία 12 ετών την οποία και είχε γνωστοποιήσει. Αρκεί να ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγων ούτε καν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αλλά ούτε και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προσκομίζει το αυτονόητο, και δη τα ασφαλιστικά του βιβλιάρια από τα οποία να προκύπτει τουλάχιστον η επικαλούμενη προϋπηρεσία του. Κατά το κρίσιμο, λοιπόν, χρονικό διάστημα, από τον Σεπτέμβριο του 2012 έως τον Ιούλιο του 2013, ο ενάγων είχε προϋπηρεσία στην κλίμακα των 12 - 15 ετών, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες από την εναγομένη εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας του, που φέρουν τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του, χωρίς καμία επιφύλαξη ως προς τον υπολογισμό των αποδοχών του με την προαναφερόμενη προϋπηρεσία και επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει με τον σχετικό λόγο της έφεσής του, με τον οποίο ζητεί τον υπολογισμό των αξιώσεών του με βάση την επικαλούμενη από τον ίδιο ανωτέρω προϋπηρεσία, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα όπως και ο λόγος αυτός. Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από τα αντίγραφα των μηνιαίων εκκαθαριστικών σημειωμάτων πληρωμής, τα οποία η εναγομένη παρέδιδε στον ενάγοντα, κατά την εξόφληση των δεδουλευμένων αποδοχών του, και τα οποία φέρουν στο σύνολό τους την μη αμφισβητούμενη υπογραφή του, οι μηνιαίες αποδοχές του, μέχρι το μήνα Αύγουστο 2012, ανέρχονταν σε 1.369,54 €, ήτοι αναλυτικά: 973,00 € Βασικός μισθός + 973,00 € επίδομα γάμου + 11,93 € έκτακτο επίδομα (το οποίο αντιστοιχούσε στο επίδομα πολυετίας 2 ετών στον ίδιο εργοδότη) + 41,77 € επίδομα ειδικών συνθηκών + 52,49 € επίδομα μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων + 17,91 € επίδομα εξομάλυνσης + 175,14 € επίδομα τριετίας οδηγών. (...) Η ως άνω συλλογική ρύθμιση (ΔΑ 37/2010) καταγγέλθηκε στις 29-3-2012 και σύμφωνα με την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας 6/12 ΠΥΣ, η αναγκαστική ισχύς της έπαυσε στις 29-6-2012. Η εναγομένη τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 προέβη στην περικοπή του μισθού του όσον αφορά προβλεπόμενα επιδόματα των άνω ΣΣΕ και δη του «επιδόματος γάμου», του «επιδόματος πολυετίας στον ίδιο εργοδότη» (το οποίο εμφανιζόταν στις εξοφλητικές αποδείξεις υπό την ονομασία «έκτακτο επίδομα»), του «επιδόματος μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων» και του «επιδόματος εξομάλυνσης», που μέχρι τότε κατέβαλλε στον ενάγοντα, κατ’ εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 2 παρ. 4 δ’ της ως άνω ΠΥΣ 6/12. Αντίθετα, διατήρησε και συνέχισε την καταβολή του «επιδόματος ειδικών συνθηκών», του «επιδόματος ζεύξης - απόζευξης», καθώς επίσης και του «επιδόματος προϋπηρεσίας (τριετίας) στην ειδικότητα». (...) Πλην όμως, η εναγομένη παράνομα και κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του άρθρου 2 παρ. 4 δ’ της ΠΥΣ 6/12 διέκοψε την καταβολή του επιδόματος πολυετίας στον ίδιο εργοδότη, ενώ κατ’ ορθή εφαρμογή και ερμηνεία της ανωτέρω διάταξης διέκοψε την καταβολή των λοιπών επιδομάτων που ο ενάγων ζήτησε με την αγωγή, ενώ ουδέποτε διέκοψε την καταβολή του επιδόματος ζεύξης - απόζευξης το οποίο συνέχισε να καταβάλλει κανονικά.. (...)

Η εναγομένη ισχυρίσθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμό που επαναφέρει και στο Δικαστήριο αυτό, ότι ο ενάγων μετά την μονομερή εκ μέρους της περικοπή μεταξύ άλλων και του προαναφερθέντος επιδόματος, αποδέχθηκε την περικοπή αυτή γνωρίζοντας σαφώς την μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής τους σχέσης, που επήλθε με την άνω περικοπή, εξακολούθησε δε και μετά από αυτήν την μεταβολή αδιαμαρτύρητα να προσφέρει για μακρό χρονικό διάστημα 7 περίπου μηνών, έως τον Απρίλιο του έτους 2013 που προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη εργοδότριά του, καταρτισθείσης έτσι επιτρεπτά, κατά την περίοδο μετενέργειας της ως ΣΣΕ, σιωπηρής σύμβασης μείωσης των αποδοχών του κατά το προαναφερθέν επίδομα. Πλην όμως ο ως άνω ισχυρισμός, πέραν του ότι το διάστημα των 7 μηνών δεν θεωρείται, σύμφωνα και με τις παραδοχές της μείζονας σκέψης εύλογο, ώστε να θεωρηθεί ότι καταρτίσθηκε σιωπηρά σύμβαση αποδοχής της μονομερούς μεταβολής μείωσης των αποδοχών του ενάγοντος, αποδεικνύεται και ουσία αβάσιμος, διότι όπως προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο ενάγων ως συνδικαλιστής και ο ίδιος και έχοντας επαφή και με το συνδικαλιστικό του σωματείο, πολλές φορές μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2013, οπότε προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρήθηκε, όχι μόνο αυτός αλλά και ο συνάδελφός του Π. στον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης διαφωνώντας με τη νομιμότητα της περικοπής. Οι διαμαρτυρίες του αυτές ήταν και ο λόγος που ουδόλως μπορούσε να δημιουργηθεί στην εναγομένη, ανεξάρτητα από το εάν και άλλοι συνάδελφοί του ενάγοντος ενδέχεται να ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, η εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν επρόκειτο να ασκήσει δικαστικά την εν λόγω αξίωσή του. Επομένως, είναι αβάσιμος και ο ισχυρισμός που πρότεινε η εναγομένη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ισχυρισμό που επαναφέρει και στο Δικαστήριο αυτό, περί καταχρηστικής άσκησης της εν λόγω αξίωσης του ενάγοντος. Τα ίδια δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του και επομένως δεν έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους συναφείς λόγους της πρώτης συνεκδικαζόμενης έφεσης της εναγομένης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα όπως και η έφεση αυτή στο σύνολό της.