ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1735/2019

 

Πρόεδρος: Ε. Μαστρογιώργη, Εφέτης

Δικηγόροι: Α. Αργυρίου, Χ. Αγγελοπούλου

 

Η κρινόμενη από 1.11.2017 και με γεν. αριθμ. καταθ. .../2017 έφεσή που στρέφεται κατά της με αριθμ. 3544/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 495, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 και 19 ΚΠολΔ) Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το νόμιμο παράβολο της έφεσης (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν 5638/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ’ στοιχ. α' ΝΔ 118/1973: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά Τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν επ' ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου ή περιέχουσα τον όρο ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε εις, είτε τινές και πάντες κατ' ιδίαν οι δικαιούχοι. 2) Η Χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγούμενη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαρισμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν”.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και προς εκείνες των άρθρων 411, 489, 490 και 491 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση Χρηματικής καταθέσεως στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, παράγεται, μεταξύ των καταθετών ή του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως νομικού προσώπου αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή.

Επομένως, καθένας από αυτούς γίνεται δικαιούχος των χρημάτων που κατατέθηκαν και μπορεί να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, η δε καταβολή των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη της καταθέσεως και ως προς τους λοιπούς. Ίδιο αποσβεστικό αποτέλεσμα της απαιτήσεως επάγεται και η έναντι ενός εκ των καταθετών συμψηφισμός που προτείνει η Τράπεζα ανταπαιτήσεώς της κατ' αυτού προς την απαίτηση του τελευταίου εναντίον της προς καταβολή του ποσού της καταθέσεως, αφού και ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, είναι γεγονός που ενεργεί αντικειμενικώς.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 451 ΑΚ δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά ακατασχέτου απαιτήσεως. "Ακατάσχετες" κατά την έννοια των διατάξεων αυτών είναι οι απαιτήσεις οι οποίες κατά εξαιρετικό και επομένως στενά ερμηνευτέο δίκαιο εξαιρούνται από την κατάσχεση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 982 παρ. 2 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ ή προβλέπονται ευθέως ως τέτοιες (ακατάσχετες) από ειδικές διατάξεις νόμων, δηλαδή διατάξεις οι οποίες εκφράζουν σαφή περί του ακατασχέτου επιλογή του νομοθέτου.

 

Τέλος, κατά το άρθρο 4 του Ν 5638/1932 "κατάσχεσις της καταθέσεως επιτρέπεται, έναντι όμως των κατασχόντων αύτη τεκμαίρεται αμαχήτως ότι ανήκει εις πάντας τους δικαιούχους κατ’ ίσα μέρη”. Με την διάταξη αυτή ο νόμος θέλησε να διαιρέσει κατά τρόπο υποχρεωτικό δια τους ενδιαφερομένους την κατάθεση σε ίσα μέρη των περισσοτέρων καταθετών και καθιερώνει αμάχητο τεκμήριο ότι η κατάθεση ανήκει σε όλους τους δικαιούχους κατ' ίσα μέρη. Η διάταξη όμως αυτή αναφέρεται στην περίπτωση κατά την οποία τρίτος, δανειστής ενός εκ των καταθετών, προβαίνει στην κατάσχεση στα χέρια της Τραπέζης ως τρίτης κατά το άρθρο 982 του ΚΠολΔ και δεν αφορά την περίπτωση, κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός εκ των περισσοτέρων καταθετών εις ολόκληρον συνδανειστών της, αφού ο συμψηφισμός, όπως και η καταβολή, ενεργεί αντικειμενικώς ως προς το αποσβεστικό αποτέλεσμα της εις ολόκληρον ενοχής (ΑΠ 1812/2007, ΕφΘεσ 681/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αντίθετα με τον συμψηφισμό η κατάσχεση δεν αναφέρετε» μεταξύ των γεγονότων που ενεργούν αντικειμενικά κατ' αρθ. 491 ΑΚ, με αποτέλεσμα να ισχύει ο γενικότερος κανόνας του αρθ. 492 ΑΚ, σύμφωνα με τον οποίο γεγονότα, πλην αυτών που αναφέρονται στο άρθρο 491 ΑΚ, που συνέβησαν σε έναν από τους δανειστές δεν ενεργούν υπέρ ή κατά των λοιπών, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση σε συνδυασμό με την ειδική διάταξη του αρθ. 4 του Ν 5638/1932. Το αμάχητο τεκμήριο, συνεπώς, δεν καταλαμβάνει και την πρόταση συμψηφισμού από την ίδια την Τράπεζα.

Περαιτέρω, από το γεγονός ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ, κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών. Πρόκειται για τον λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό, που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ).

Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη καθόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ των υφισταμένων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς ν' απαιτείται πρόταση συμψηφισμού, με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον. Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν ν' αφορά όχι μόνον αμοιβαίες απαιτήσεις μεταξύ δύο προσώπων, αλλά και απαιτήσεις ευρύτερου κύκλου προσώπων προς ανταπαιτήσεις μεταξύ αυτών. Επίσης, μπορεί ν' αφορά και απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση, μόλις γεννηθούν και συνυπάρξουν αντιμέτωπες απαιτήσεις μεταξύ των μερών (ΑΠ 313/1999, Εφ.Δωδ. 348/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την από 27.12.2015 και υπ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../2015 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η ενάγουσα ιστορούσε ότι τηρούσε στην εναγόμενη Τράπεζα τον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό ταμιευτηρίου, στον οποίο είχε προσθέσει ως συνδικαιούχους δια προφορικής της δήλωσης τις αδελφές της ..., ... και ..., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 5638/1932 περί κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, άνευ γνώσης των αδελφών της και χωρίς ποτέ αυτές να έχουν καταθέσει ή αναλάβει χρήματα από τον λογαριασμό αυτόν. Ότι ενώ στις 11.9.2015 κατέθεσε στον εν λόγω λογαριασμό το ποσό των 40.000 ευρώ, στις 14.9.2015 ειδοποιήθηκε από υπάλληλο της εναγομένης προκειμένου αυτή και η αδελφή της, ..., να δώσουν δείγμα των υπογραφών τους και να επικαιροποιήσουν τα στοιχεία τους, η δε ενάγουσα προσήλθε σε κατάστημα της ενάγουσας όπου και έθεσε την υπογραφή της επί εγγράφων που της παρουσίασε η εναγόμενη, ενώ το ίδιο έκανε και η εκ των αδελφών της και συνδικαιούχος του λογαριασμού ... στις 16.9.2015.

Ότι ακολούθως στις 18.9.2015 η εναγόμενη χωρίς να προηγηθεί δήλωσή της προς την ενάγουσα συμψήφισε απαίτηση, που είχε κατά της ..., με ποσό, τα οποίο εμπεριέχετο στον επίδικο κοινό λογαριασμό, ο. οποίος κατά τον χρόνο της χρέωσής του και του συμψηφισμού εμφάνιζε κατάλοιπο 40-639,31 ευρώ, με αποτέλεσμα κατόπιν του γενομένου συμψηφισμού να απομείνει υπόλοιπο στον λογαριασμό 1.748 ευρώ και επομένως ο συμψηφισμός εκ μέρους της εναγόμενης αφορούσε στο ποσό των 38.891,31 ευρώ.

Ότι η εναγόμενη, δια των προστηθέντων υπαλλήλων της, παρότι γνώριζε ότι η αδελφή της ενάγουσας φαινομενικώς ήταν συνδικαιούχος του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού και ότι δεν είχε κανένα ουσιαστικό δικαίωμα στις ανωτέρω καταθέσεις, παρόλα αυτά ενεργώντας καταχρηστικά και με συμπεριφορά αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη παρανόμως, συμψήφισε μέρος του χρηματικού ποσού του κοινού λογαριασμού, τελώντας έτσι αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας, ενώ παράλληλα η εναγόμενη της προκάλεσε ζημία έχοντας την ευθύνη του παρέχοντας υπηρεσίες.

Ότι από την ως άνω παράνομη, υπαίτια, καταχρηστική και αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγόμενης, η ενάγουσα υπέστη ζημία ύψους 38.891,31 ευρώ, ενώ έχει προσβληθεί παράνομα, και υπαίτια, η προσωπικότητά της και ως εκ τούτου δικαιούται Χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την συμπεριφορά της εναγόμενης. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό η ενάγουσα ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 38.891,31 ευρώ για την υλική ζημία της, νομιμοτόκως από 13.10.2015, ήτοι από την ημερομηνία επίδοσης εξώδικης δήλωσης από την ενάγουσα στην εναγόμενη και το ποσό των 30.000 ευρώ ως Χρηματική ικανοποίηση για την ηθική της βλάβη, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να καταδικασθεί η εναγόμενη στην δικαστική της δαπάνη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το άνω Δικαστήριο αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 3544/2017 απόφαση η οποία την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης τούτης παραπονείται η ενάγουσα με την κρινόμενη έφεσή της, για τους αναφερόμενους λόγους που συνίστανται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνισή της με σκοπό, να γίνει δεκτή η αγωγή της.

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, που παραδεκτά και νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (αρθ. 529 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά:

Περί το έτος 2000 η ενάγουσα, -όπως και στην αγωγή της εκθέτει -, προέβη σε κατάρτιση συμβάσεως «ανοίγματος» λογαριασμού στην κατά τον χρόνο εκείνον δραστηριοποιούμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «Τράπεζα ... Α.Ε.» και για το λόγο αυτό ανοίχθηκε επ’ ονόματι της και ως μοναδικής δικαιούχου, ο με αριθμό ... λογαριασμός ταμιευτηρίου. Όταν δε η εναγόμενη Τράπεζα απορρόφησε την ανωτέρω τραπεζική εταιρεία ο λογαριασμός αυτός, που συνέχισε να υφίσταται, ενταγμένος πλέον στις τραπεζικές δραστηριότητες της εναγομένης, έλαβε τον αριθμό ...» στον οποίο και κατατίθεται από το έτος 2008 η σύνταξη της ενάγουσας. Σχεδόν αμέσως μετά την δημιουργία-άνοιγμα του ως άνω λογαριασμού η ενάγουσα όπως η ίδια ομολογεί στην αγωγή της, προσέθεσε με προφορική εντολή τα ονόματα των αδελφών της ... και ... και το έτος 2008 προσέθεσε το όνομα και της τρίτης αδελφής της ..., μετατρέποντας έτσι τον ως άνω Τραπεζικό λογαριασμό σε κοινό Τραπεζικό λογαριασμό διεπόμενο από τις διατάξεις του Ν 5638/1932. Η ύπαρξη του κοινού αυτού λογαριασμού τουλάχιστον από 16.6.2000 προκύπτει από το προσκομιζόμενο από την ενάγουσα αντίγραφο κίνησης λογαριασμού από την ως άνω ημερομηνία, όπου συνδικαιούχοι εμφαίνονται πέρα από αυτή και η αδελφή της .... Σε πίστωση του λογαριασμού αυτού στις 11.09.2015 η ενάγουσα κατέθεσε μία επιταγή ύψους 40.000 ευρώ, ώστε το διαθέσιμο υπόλοιπο του λογαριασμού να διαμορφωθεί στο ποσό των 40.891,31 ευρώ.

Στις 14.09.2015 η ενάγουσα κλήθηκε από τους υπαλλήλους της εναγόμενης να προβεί σε επικαιροποίηση των στοιχείων της ως προς τον τηρούμενο λογαριασμό, ενώ το ίδιο κλήθηκε στις 16.09.2015 να κάνει και η συνδικαιούχος του λογαριασμού .... Τα δε έγγραφα που υπέγραψαν ήταν η από 14.09.2015 «αίτηση ανοίγματος λογαριασμού φυσικών προσώπων» η ενάγουσα και η από 16.09.2015 «αίτηση ανοίγματος λογαριασμού φυσικών προσώπων» και η υπό την ίδια ημερομηνία «αίτηση μεταβολής στοιχείων πελάτη» η ..., χωρίς η ονομασία των εντύπων τούτων να αποτυπώνει επακριβώς την πραγματικότητα, αφού ήδη ο κοινός λογαριασμός ήταν ανοικτός και λειτουργούσε από το 2000.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει της υπ' αριθ..../16.05.2006 συμβάσεως πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που υπεγράφη μεταξύ της εναγόμενης Τράπεζας και της μη διαδίκου ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «...» η εναγόμενη Τράπεζα χορήγησε στην ως άνω εταιρεία πίστωση, αρχικά ποσού 100.000 ευρώ και κατόπιν διά των υπ αριθμ. .../18-12-2006 και .../18-12-2006 πρόσθετων πράξεων ποσού 200.000. ευρώ, σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονταν σ' αυτήν και τις πρόσθετες πράξεις της. Η προαναφερόμενη ... με την από 18-12-2006 σύμβαση εγγύησης, αφού έλαβε γνώση του περιεχομένου της ως άνω συμβάσεως πίστωσης, των προσθέτων αυτής πράξεων και της κινήσεως των αλληλόχρεων λογαριασμών, που τηρήθηκαν δυνάμει της σύμβασης αυτής, εγγυήθηκε προς την εναγόμενη Τράπεζα και υπέρ της πιστούχου εταιρείας την τήρηση των όρων της σύμβασης, τους οποίους δήλωσε ότι αποδέχεται ανεπιφύλακτα και την ολοσχερή εξόφληση παντός κατά το οριστικό κλείσιμο της ως άνω πίστωσης και των δυνάμει αυτής τηρούμενων λογαριασμών καταλοίπου, κατά κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και πάσης φύσεως έξοδα και επιβαρύνσεις, παραιτούμενη από τις ενστάσεις διαιρέσεως και διζήσεως και από όλα τα δικαιώματα, τις ενστάσεις ή ευεργετήματα που απορρέουν από τις διατάξεις των άρθρων 852, 853. 855, 858, 862, 864, 866, 867 και 868 του Αστικού Κώδικα, ευθυνόμενη ως πρωτοφειλέτιδα.

Σύμφωνα με τον όρο 10.2 της άνω σύμβασης «Η Τράπεζα δικαιούται να συμψηφίζει την απαίτησή της από την παρούσα πίστωση οποιοδήποτε ποσό τυχόν οφείλει στον Πιστούχο ή τον Εγγυητή από οποιαδήποτε αιτία έστω και μη ληξιπρόθεσμη και ενδεικτικά από καταθέσεις κάθε είδους σε ευρώ ή άλλο νόμισμα, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις Ταμιευτηρίου....”, ενώ με τον όρο 10.3, «Ο Πιστούχος ή/και ο Εγγυητής εξουσιοδοτούν από τώρα ανέκκλητα την Τράπεζα να χρεώνει με κάθε ανεξόφλητη οφειλή από την παρούσα πίστωση, οποιονδήποτε άλλο λογαριασμό του ανεξάρτητα από το νόμισμα στο οποίο τηρείται και το κατάστημα της Τράπεζας που έχει ανοιχθεί και δηλώνει ότι αναγνωρίζει τις χρεώσεις αυτές ως νόμιμες και έγκυρες και παραιτείται του δικαιώματός του να τις προσβάλει για οποιοδήποτε λόγο και αιτία”.

Η ως άνω πιστούχος ομόρρυθμη εταιρεία δεν τήρησε τους όρους της συμβάσεως πιστώσεως και για τον λόγο αυτό η εναγόμενη στις 20-12- 2012 έκλεισε οριστικά τον τηρηθέντα προς εξυπηρέτηση της σύμβασης: πίστωσης αλληλόχρεο λογαριασμό ο οποίος εμφάνιζε συνολικό χρεωστικό εις βάρος της πιστούχου υπόλοιπο ποσού 217.396,37 ευρώ και κατήγγειλε τη σύμβαση με την από 04-01-2013 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στην ως άνω πιστούχο εταιρεία και στους εγγυητές αυτής, μεταξύ αυτών και στην ... στις 11.1.2013, καλώντας ταυτόχρονα αυτούς να καταβάλουν το ανωτέρω υπόλοιπο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος του λογαριασμού. Ακολούθως, μετά από αίτηση της εναγόμενης, εκδόθηκε η με αριθμ. 1067/2013 Διαταγή Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκε η πιστούχος και οι εγγυητές αυτής μεταξύ των οποίων και η ..., να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στη νυν εναγόμενη το ανωτέρω οφειλόμενο ποσό των 217.396,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από του κλεισίματος του ανωτέρω λογαριασμού μέχρι της ολοσχερούς εξοφλήσεως. Η ως άνω διαταγή πληρωμής επιδόθηκε νόμιμα στην ... του ... (βλ. την υπ’ αριθ. .../21-01-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...).

Στις 8.10.2015, η εναγομένη εφαρμόζοντας τον άνω όρο της σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού επέδωσε στην ... την από 8.10.2015 εξώδικη δήλωσή της (βλ. αριθμ. .../8.10.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ...), με την οποία της δήλωσε ότι προέβη σε συμψηφισμό της παραπάνω ληξιπρόθεσμης απαίτησης, πού είχε κατά αυτής, ως εγγυήτριας για την εκπλήρωση των απορρεουσών από την προεκτεθείσα σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού υποχρεώσεων, χρεώνοντας τον ανωτέρω αναφερόμενο κοινό λογαριασμό, στον οποίο ήταν αυτή συνδικαιούχος με κύρια δικαιούχο την ενάγουσα, κατά το ποσό των 38.891,31 ευρώ. Και πράγματι όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενη καρτέλα πελάτη της άνω πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας, στις 8.10.2015 ο λογαριασμός της οριστικής καθυστέρησης της φέρεται ότι πιστώθηκε με το ποσό των 38.891,31 ευρώ. Ο εν λόγω συμψηφισμός στον οποίον προέβη η εναγόμενη Τράπεζα για ανταπαίτησή της, που διατηρούσε κατά της παραπάνω συνδικαιούχου του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού και μάλιστα για το άνω ποσό, έγκυρα έλαβε χώρα αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις νομικές σκέψεις της παρούσας, το θεσπιζόμενο τεκμήριο της διατάξεως του άρθρου 4 του Ν 5638/1932, τυγχάνει εφαρμογής μόνο επί της κατασχέσεως και όχι στην περίπτωση, κατά την οποία η Τράπεζα, στην οποία έγινε η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της που έχει κατά του ενός των περισσοτέρων καταθετών, εις ολόκληρο συνδανειστών της, ο οποίος συμψηφισμός ενεργεί αντικειμενικά. Πολύ δε μάλλον που στην ένδικη διαφορά πρόκειται περί συμβατικού συμψηφισμού, οπότε αυτός αφορά το σύνολο της κατάθεσης (Σπ. Ψυχομάνης, Τραπεζικό Δίκαιο -Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων εκδ. 2010 κεφάλαιο ΙΒ, Νο 313 σελ. 126).

 

Η αναγραφή στην εκκαλουμένη απόφαση ότι « η εναγομένη Τράπεζα επιδίδοντας στις 08-10-2015 στην ως άνω εγγυήτρια εξώδικη δήλωση με την επίδοση της από 8.10.2015 εξώδικης δήλωσης συμψηφισμού δήλωσε ότι προέβη στις 18.9 2015 σε συμψηφισμό.......» οφείλεται προφανώς σε παραδρομή γιατί ημερομηνία συμψηφισμού είναι η 8.10.2015 κι όχι η 18.9.2015, χωρίς το σφάλμα τούτο να ασκεί καμία ουσιαστική επίδραση, οι δε βασιζόμενοι σε αυτό λόγοι έφεσης (1°5 και 7°«), αλυσιτελώς προτείνονται και είναι απορριπτέοι. Να σημειωθεί ότι επειδή ο παραπάνω συμψηφισμός έλαβε χώρα δυνάμει των προαναφερόμενων συμβατικών όρων, δεν απαιτείτο για το κύρος του να προηγηθεί η κατ' άρθρο 441 ΑΚ απευθυντέα δήλωση.

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, ενήργησε αντίθετα στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, διότι αν και γνώριζε ότι το κατατεθέν χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ προερχόταν από την ίδια και όλες οι κινήσεις του λογαριασμού γίνονταν από αυτή, ενώ τα ονόματα των συνδικαιούχων του λογαριασμού τέθηκαν μόνο τυπικά χωρίς καμία επιθυμία ανάμειξης σε αυτόν, παρόλα αυτά προέβη στον ανωτέρω συμψηφισμό. Ο ισχυρισμός αυτός όμως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς η ενάγουσα από την αρχή του ανοίγματος του λογαριασμού γνώριζε ότι, θέτοντας, έστω και προφορικά τα στοιχεία των λοιπών συνδικαιούχων στον λογαριασμό, αυτός κατέστη κοινός λογαριασμός, που διέπεται από τις διατάξεις του Ν 5638/1932, όπου, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που αναπτύχθηκε στην αρχή της παρούσας, ανεξαρτήτως, αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς απ’ αυτούς, δημιουργείται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και της δέκτριας της κατάθεσης Τράπεζας αφετέρου οιονεί ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, υπό την έννοια, ότι οποιοσδήποτε δικαιούχος του κοινού λογαριασμού έχει το δικαίωμα να απαιτήσει από την Τράπεζα την ανάληψη των χρημάτων του λογαριασμού, η Τράπεζα δε έχει την υποχρέωση να τα αποδώσει. Στο πλαίσιο αυτό και η εναγόμενη Τράπεζα δικαιούται να συμψηφίσει ανταπαίτησή της έναντι ενός εκ των δικαιούχων ανεξαρτήτως αν γνώριζε την προέλευση της κατάθεσης, ήτοι ότι εν προκειμένω τα χρήματα προερχόταν αποκλειστικά από καταθέσεις της ενάγουσας, δεδομένου ότι αφού εισήλθαν στον κοινό λογαριασμό κατέστησαν κοινά των συνδικαιούχων και μια τέτοια γνώση είναι νομικά αδιάφορη.

Το γεγονός ότι η εναγόμενη κάλεσε την ενάγουσα και τη συνδικαιούχο του λογαριασμού ... στις 14.9.2015 για επικαιροποίηση των στοιχείων τους, ναι μεν συμπίπτει χρονικά με την κατάθεση του ποσού των 40.000 ευρώ από την πρώτη, πλην όμως δεν αποδείχθηκε, ότι αυτό έγινε δολίως από τους υπαλλήλους της εναγόμενης, προκειμένου να μπορέσουν να συμψηφίσουν την ανταπαίτηση της εναγόμενης, αφού ήδη από το άνοιγμα του λογαριασμού από την ενάγουσα και τη θέση των στοιχείων των αδελφών της ως συνδικαιούχων αυτές κατέστησαν συνδικαιούχοι με ό, τι αυτό κατά τα ανωτέρω συνεπάγεται, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επίδικου συμψηφισμού να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση. Η υπογραφή επομένως των εγγράφων από την ... στις 16.9.2015,δεν επέφερε επιπλέον συνέπειες από αυτές, που ούτως ή άλλως είχαν ήδη επέλθει κατά τη στιγμή που η ενάγουσα προφορικά την έθεσε ως συνδικαιούχο του λογαριασμού με την ελεύθερη βούλησή της.

Οι όψιμες αιτιάσεις της ενάγουσας ότι οφείλει η εναγομένη να προσκομίσει αντίγραφο της αρχικής σύμβασης ανοίγματος κοινού λογαριασμού, ενώ γνωρίζει ότι αυτή συνήφθη προφορικά, δεν μπορεί να οδηγήσουν σε αντίθετο αποτέλεσμα, όπως προσδοκά με το δεύτερο λόγο έφεσης που καθίσταται αβάσιμος. Και τούτο γιατί η σύμβαση κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό καταρτίζεται άτυπα, η δε έκφραση του νόμου «κατάθεσις...περιέχουσα τον όρον» δεν υποδηλώνει αναγκαιότητα τήρησης του έγγραφου τύπου (Σπ. Ψυχομάνης, Τραπεζικό Δίκαιο - Δίκαιο Τραπεζικών Συμβάσεων εκδ. 2010 κεφάλαιο ΙΒ σελ. 112-113, Πελλένη-Παπαγεωργίου, «Η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό» σ. 35-46), ενώ δεν απαιτείται ούτε η αυτοπρόσωπη εμφάνιση όλων των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού (Σ. Μητροπούλου, «Ο κοινός λογαριασμός στο Ελληνικό Δίκαιο» σελ. 46).

Εξάλλου, μπορεί το έγγραφο που υπέγραψε τόσο η ενάγουσα όσο και η αδελφή της (στις 14.9.2015 και 16.9.2015 αντίστοιχα) να έφερε τον τίτλο «αίτηση ανοίγματος λογαριασμού”, πλην όμως, όπως προεκτέθηκε, ο λογαριασμός αυτός, ως κοινός, προϋπήρχε, τα στοιχεία δε τόσο της κυρίας δικαιούχου-ενάγουσας, όσο και των συνδικαιούχων, ήταν καταχωρημένα στο σύστημα της εναγόμενης και για το λόγο αυτό άλλωστε αναφέρονται λεπτομερώς και στα έγγραφα αυτά, πλην όμως προφανώς επειδή επρόκειτο για έναν παλιό λογαριασμό η εναγόμενη ήθελε να επικαιροποιήσει τα στοιχεία τους και να λάβει δείγματα υπογραφής των δικαιούχων του λογαριασμού για λόγους εσωτερικής της οργάνωσης και λειτουργίας, τραπεζική συνήθεια επιβαλλόμενη από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, τραπεζικού υπαλλήλου.

Ακόμα και αν, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, η αδελφή της ... δεν γνώριζε την ύπαρξη του κοινού λογαριασμού και δεν επιθυμούσε την ανάμειξή της με αυτόν, όταν αυτή κλήθηκε να υπογράψει το ανωτέρω έγγραφο στις 16.9.2015, όπου μάλιστα ρητώς αναγράφονταν ότι επρόκειτο για κοινό λογαριασμό, με τον οποίο κάθε συνδικαιούχος μπορεί να αναλάβει το σύνολο του ποσού, χωρίς τη σύμπραξη των υπολοίπων, έλαβε γνώση αυτού και ενώ γνώριζε ότι ως εγγυήτρια έχει προηγούμενη ληξιπρόθεσμη οφειλή προς την εναγόμενη δεν προέβαλε καμία αντίρρηση.

Πριν λάβει χώρα ο επίδικος συμψηφισμός, η ... είχε καταθέσει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμ. .../31.10.2012 αίτησή του Ν 3869/2010 σε βάρος της εναγομένης, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 24.1.2018, με την οποία δήλωνε υπεύθυνα την περιουσιακή της κατάσταση και το ύψος των οφειλών της, συνοδευόμενη με αίτημα προσωρινής διαταγής. Το εν λόγω αίτημα έγινε δεκτό και εκδόθηκε η από 19.11.2012 προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, σύμφωνα με την οποία απαγορεύτηκε προσωρινά και μέχρι τη συζήτηση της αίτησης, κάθε μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης των περιουσιακών στοιχείων της αιτούσας που περιγράφονται στην αίτηση, υπό τον όρο της καταβολής του ποσού των 140 ευρώ μηνιαίως κατανεμόμενο συμμέτρως ως προς όλους τους πιστωτές, αρχής γενομένης από 1.12.2012. Επικαλούμενη την προσωρινή αυτή διαταγή, που αποδεικνύεται εγγράφως, η ενάγουσα ισχυρίζεται με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της ότι ενόσω αυτή ίσχυε, παράνομα και καταχρηστικά η εναγομένη προχώρησε στον επίδικο συμψηφισμό. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός και ο λόγος έφεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον η άνω προσωρινή διαταγή δεν περιελάμβανε τον κοινό λογαριασμό, μιας και αυτός όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη αίτηση δεν μνημονευόταν ως περιουσιακό στοιχείο της ..., για το οποίο απαγορευόταν κάθε μεταβολή της πραγματικής και νομικής του κατάστασης.

Ενόψει όσων προαναφέρθηκαν η ενέργεια της εναγομένης μέσω των υπαλλήλων της να προβεί στον επίδικο συμψηφισμό όπως είχε δικαίωμα, δεν συνιστά δόλια συμπεριφορά αυτής, αφού κατέτεινε στην λήψη των μέτρων εκείνων που θα οδηγούσαν έστω και σε μερική ικανοποίηση των απαιτήσεών της. Η συμπεριφορά τούτη δεν είναι κακόπιστη, αλλά είναι σύμφωνη με τα συναλλακτικά ήθη (αρθ. 288 ΑΚ), ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και δεν υπερβαίνει τα όρια του 281 ΑΚ και τις αρχές που απορρέουν από αυτό, με αποτέλεσμα να μην στοιχειοθετείται αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγόμενης κατά τις διατάξεις των άρθρων 914,919 ΑΚ, αλλά ούτε κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν 2251/1994, αφού η εναγομένη Τράπεζα απέδειξε πως δεν υφίσταται εκ μέρους της παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά κατά την παροχή της υπηρεσίας της προς την ενάγουσα.

Συνεπώς η αγωγική αξίωση για αποζημίωση και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που οδηγήθηκε στην ίδια κρίση και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, με αιτιολογίες που συμπληρώνονται με αυτές της παρούσας απόφασης (αρθ. 534 ΚΠολΔ) δεν έσφαλε και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης καθίστανται αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επομένως η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσία και να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, εφόσον η έφεση απορρίπτεται, πρέπει κατ'άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολΔ, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου της έφεσης, ποσού εκατό (100) ευρώ, που καταβλήθηκε από την εκκαλούσα.