ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 172/2020

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Ελένη Τοπούζη, Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς και από την Γραμματέα, Ε.Τ..

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η  κρινόμενη έφεση του  πρωτοδίκως ηττηθέντος εναγομένου και ήδη εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης-ενάγουσας  και κατά της υπ` αριθμό 2801/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων,  κατά την τακτική  δικαιοδοσία,  ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα,   γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 495,  511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια, αφού για το παραδεκτό της έχει  προκατατεθεί από τον εκκαλούντα  το νόμιμο παράβολο, ποσού εκατό (100)  ευρώ, όπως προβλέπεται από το άρθρο  495 του ΚΠολΔ,   πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση.

Με την ένδικη  από 24.11.2017 και με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ/ΕΑΚ/…………./27.11.2017 αγωγή της που άσκησε κατά του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατ ορθή εκτίμηση του δικογράφου,   η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθετε ότι  με τον εναγόμενο σύζυγό της, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση από 5-5-2017, αποταμίευσαν από την έναρξη του γάμου τους το 2001 έως και το 2012 το ποσό των 250.000 ευρώ, το οποίο αποφάσισαν να επενδύσουν σε αμοιβαία κεφάλαια, για το λόγο δε αυτό δημιουργήθηκε την 15-10-2012 ο αναφερόμενος στην αγωγή κοινός τραπεζικός λογαριασμός στην Τράπεζα Eurobank με συνδικαιούχους τους ίδιους και τη μεγαλύτερη θυγατέρα τους, ……….., την οποία κατέστησαν συνδικαιούχο σ αυτόν για τυπικούς λόγους, καθώς η τελευταία, ουδεμία ανάμειξη είχε στην κίνηση του λογαριασμού αλλά ούτε και συνεισφορά στην αποταμίευση, λόγω της ανηλικότητάς της και της έλλειψης περιουσίας στο όνομά της. Ότι ο εναγόμενος την 15-2-2017 προέβη σε εξαγορά των μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων που αφορούσαν στον ως άνω λογαριασμό,  ύψους 140.361,02 ευρώ και 118.938,15 ευρώ, τα οποία ακολούθως μετέφερε σε ατομικό του λογαριασμό. Ότι η δική της συνεισφορά στην αποταμίευση του αναληφθέντος ποσού ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη του εναγομένου και ανερχόταν στα 2/3 του ποσού αυτού. Ότι διατηρεί αναγωγική απαίτηση σε βάρος του εναγομένου με βάση την εσωτερική τους σχέση για καταβολή των 2/3 του αναληφθέντος ποσού,  ύψους 172.866,70 ευρώ, άλλως για καταβολή, κατ’ άρθρο 493 ΑΚ, του ημίσεος του αναληφθέντος ποσού ύψους 129.650 ευρώ. Με βάση δε αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα ζητούσε, κυρίως,  να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση,  να της καταβάλει το ποσό των 172.866,70 ευρώ,  επικουρικώς δε το ποσό των 129.650 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικασθεί αυτός στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η με αριθμό 2801/2018  απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε την αγωγή καθ όλα ορισμένη και νόμιμη, δέχτηκε αυτή και στην ουσία της, μόνο, όμως, κατά το ως άνω επικουρικό αίτημά της και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 129.650 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη επίδοσης της αγωγής, ενώ, κήρυξε αυτήν προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 40.000 ευρώ και συμψήφισε τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Κατά της απόφασης αυτής  παραπονείται   με την παρούσα έφεσή του ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων  από το πρωτοδίκως δικάσαν Δικαστήριο και ζητά, κατ ορθή εκτίμηση του δικογράφου,  την  εξαφάνισή της  ώστε να απορριφθεί   η  ένδικη αγωγή και κατά το ως άνω επικουρικό της αίτημα, άλλως να μεταρρυθμιστεί αυτή (πρωτοβάθμια απόφαση) ώστε να υποχρεωθεί στην καταβολή μικρότερου του πρωτοδίκως επιδικασθέντος σε βάρος του ποσού.

Ι.  Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Ν 5638/1932 «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν», όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το ΝΔ 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 παρ. Δ΄ περ. α΄ ΝΔ 118/1973, χρηματική κατάθεση σε ανοιχτό, διαζευκτικό λογαριασμό επ` ονόματι ενός ή περισσοτέρων από κοινού, είναι η κατάθεση, η οποία περιέχει τον όρο ότι από τον εν λόγω λογαριασμό μπορεί να κάνει χρήση, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών, είτε ένας είτε μερικοί είτε και όλοι οι κατ’ ιδίαν δικαιούχοι, η χρηματική δε κατάθεση που γίνεται στον άνω λογαριασμό επιτρέπεται να ενεργείται και σε κοινό λογαριασμό με προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίηση. Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 ΝΔ 17.7/13.8.1923 «περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών», 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ, προκύπτει ότι σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτων προσώπων, όπως η προβλεπόμενη από το άρθρο 1 του Ν 5638/1932, ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και των τρίτων αφενός και του δέκτη της κατάθεσης νομικού προσώπου αφετέρου ενεργητική εις ολόκληρο ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (είτε όλων είτε μέρους αυτών) από έναν από τους δικαιούχους να χωρεί εξ ιδίου του αναλαμβάνοντος δικαίου. Αν αναληφθεί, εξάλλου, ολόκληρο το ποσό από έναν μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαίτησης εις ολόκληρο, δηλαδή και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες συνδικαιούχους, έναντι του δέκτη της κατάθεσης. Ο μη αναλαβων συνδικαιούχος αποκτά, από το νόμο πλέον, απαίτηση (αναγωγικά) έναντι εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση για την καταβολή ποσού ίσου προς το μερίδιο που του αναλογεί με βάση τον αριθμό όλων των συνδικαιούχων, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της κατάθεσης ή, αντίθετα, έλλειψη δικαιώματος αναγωγής από μέρους αυτού που δεν προέβη στην ανάληψη του ποσού.  Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, που θεσπίζει μαχητό τεκμήριο, η ύπαρξη τέτοιας εσωτερικής σχέσης αποτελεί εξαίρεση, της οποίας το βάρος της επίκλησης και απόδειξης φέρει ο διάδικος που προβάλλει περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν το εξαιρετικό αυτό δικαίωμα. Η αξίωση για συμμετοχή στο χρηματικό ποσό του κοινού λογαριασμού γίνεται αντικείμενο δίκης με την έγερση σχετικής αγωγής, ανεξάρτητα αν ζητείται η πραγματική συμβολή ή τεκμαρτή συμμετοχή. Σύμφωνα δε με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο ενάγων καταθέτης, στρεφόμενος αναγωγικά κατά του συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού που ανέλαβε ολόκληρο το χρηματικό ποσό ή μεγαλύτερο από το αναλογούν σ’ αυτόν μερίδιο, απαλλάσσεται από το βάρος της απόδειξης για το μέγεθος της συμμετοχής του, κατά το ποσοστό που αυτό καλύπτεται από το νόμιμο μαχητό τεκμήριο. Αν όμως αιτείται  μεγαλύτερο ποσοστό, βαρύνεται να αποδείξει την ύπαρξη και το περιεχόμενο της εσωτερικής σχέσης μεταξύ των συνδικαιούχων, που του παρέχει δικαίωμα επί του μεγαλύτερου ποσοστού. Το δικαστήριο, αν δεν αποδεικνύεται ύπαρξη διαφορετικής συμφωνίας, το βάρος απόδειξης της οποίας έχει αυτός που την επικαλείται, μπορεί να καταδικάσει τον αναλαβόντα συνδικαιούχο στην καταβολή του τεκμαιρόμενου μεριδίου του ενάγοντος. Αναφορικά δε με τις σχέσεις μεταξύ των πολλών συνδικαιούχων του λογαριασμού, αυτές διέπονται από την εσωτερική μεταξύ τους σχέση που τους συνδέει, η οποία μπορεί να είναι εντολή, δάνειο, κ.λπ. ή και χαριστική, όταν μεταξύ τους οι συνδικαιούχοι συνδέονται με σύμβαση δωρεάς εν ζωή ή αιτία θανάτου, με κληροδοσία ή άλλη χαριστική επίδοση εν ζωή ή αιτία θανάτου. Η εσωτερική σχέση μεταξύ των συνδικαιούχων καθορίζει και το μεταξύ τους δικαίωμα αναγωγής. Δικαίωμα υπάρχει κατά συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού, ο οποίος έλαβε ολόκληρη ή μέρος του υπολοίπου της κατάθεσης μεγαλύτερο της αναλογίας που του αντιστοιχούσε με βάση την εσωτερική σχέση. Δεν αποκλείεται η εσωτερική σχέση να προβλέπει ότι δεν υπάρχει δικαίωμα αναγωγής μεταξύ των συνδικαιούχων (ΑΠ 540/1998). Στην περίπτωση, κατά την οποία μεταξύ των συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί ιδιαίτερη εσωτερική σχέση αναφορικά με το δικαίωμα αναγωγής, πρέπει να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 493 ΑΚ, η οποία θεμελιώνει μια εκ του νόμου εσωτερική μεταξύ των συνδικαιούχων σχέση ως εκ των έσω αντανάκλαση της ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η εσωτερική σχέση δεν προβλέπει τα μερίδια μεταξύ των συνδικαιούχων. Στις περιπτώσεις αυτές οι συνδικαιούχοι έχουν δικαίωμα σε ίσα μέρη (ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 2058/2007, ΕφΛαρ 463/2015, ΕφΘεσ 1784/2013,ΕφΘεσ 2249/2013,  δημοσιευμένες στη Νόμος).

ΙΙ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου  527 ΚΠολΔ, ως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν.4335/2015,  προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν παραδεκτά στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται η πραγματική βάση της αγωγής 2)  γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης 4) το δικαστήριο κρίνει ότι οι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν προβλήθηκαν έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.  Ως νέοι ισχυρισμοί νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν σε θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης για παροχή έννομης προστασίας, το δε απαράδεκτο της προβολής τους λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο. Επιπρόσθετα, ο  διάδικος που προβάλλει με καθυστέρηση αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά στο Εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της καθυστερημένης προβολής του ισχυρισμού και να δέχεται ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή του (ΑΠ  1162/2017, ΑΠ 234/2014, ΑΠ 585/2011, δημοσιευμένες στη Νόμος).

ΙΙΙ. Tέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 επ., 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τα παραδεκτά, κατά την οικεία διαδικασία, σύμφωνα με την οποία δικάζεται η υπόθεση, αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο (Ολ.Α.Π.23/2008, Α.Π.258/2010). Και έχει μεν το δικαστήριο υποχρέωση να αιτιολογήσει σχετικώς την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο αποδεικτικό του πόρισμα, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του (Α.Π.259/2014, Α.Π.213/2014, Α.Π.209/2014, Α.Π.218/2013, Α.Π.104/2013, Α.Π.54/2013, Α.Π.157/2004, δημοσιευμένες στη Νόμος). Διότι καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα, κατ` είδος, μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα.  Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι (ΑΠ.103/2013, δημοσιευμένη στη Νόμος). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης (ΑΠ 87/2013, ΑΠ.49/2013, δημοσιευμένες στη Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, απ όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, χωρίς,  όμως,  η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ` αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1628/2003 ΕλλΔνη 2004.723), τις  προσαγόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων τους που λήφθηκαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης και δη τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από  την ενάγουσα-εφεσίβλητη  υπ’ αριθ. …./15-2-2018 και ……/15-2-2018 ένορκες βεβαιώσεις των ………. και …………, αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης  κλήτευσης του   εναγομένου να παραστεί σ αυτές (βλ. την υπ’ αριθ…./12-2-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ………), καθώς και από τις προσαγόμενες και επικαλούμενες από τον εναγόμενο υπ’ αριθ. …/7-3-2018 και …/7-3-2018 ένορκες βεβαιώσεις των ………… και ………., αντίστοιχα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, οι οποίες λήφθηκαν νομότυπα, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας να παραστεί σ αυτές  αποδεικνύονται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο την 17-2-2001, από τον οποίο απέκτησαν τέσσερα (4) ανήλικα εισέτι  τέκνα, ………… Η έγγαμη συμβίωσή τους διασπάσθηκε οριστικά το Μάιο του έτους 2017, με τη μετοίκηση της ενάγουσας από τη συζυγική οικία και την εγκατάστασή της, μαζί με τα ανήλικα τέκνα τους, σε μισθωμένη οικία στο … Απικής επί της οδού … αρ. …, για την οποία καταβάλει μηνιαίο μίσθωμα 350 ευρώ. Η ενάγουσα και ο εναγόμενος από την έναρξη της έγγαμης συμβίωσής τους έως και το έτος 2012 αποταμίευσαν από τα εισοδήματά τους ένα σημαντικό ποσό, ύψους 250.000 ευρώ, το οποίο αποφάσισαν να επενδύσουν σε αμοιβαία κεφάλαια, που θα τους απέφεραν κέρδη, αποσκοπώντας στην ενίσχυση της κοινής τους περιουσίας, προκειμένου, με τον τρόπο αυτό, να βελτιωθεί η διαβίωση των ιδίων και των ανηλίκων τέκνων τους. Για το λόγο δε αυτό ανοίχθηκε την 15-10-2012 στην Τράπεζα «……….. ΑΕ» ο υπ’ αριθ. ………… κοινός τραπεζικός λογαριασμός με συνδικαιούχους τον εναγόμενο, την ενάγουσα και την πρώτη θυγατέρα τους, …..,  η συμμετοχή της οποίας στον εν λόγω λογαριασμό, ως συνομολογείται από τους διαδίκους (άρθρο 352 σε συνδ.με 261 ΚΠολΔ)  έγινε για τυπικούς λόγους,  καθώς η τελευταία ουδεμία ανάμειξη είχε στην κίνηση του λογαριασμού αλλά ούτε και συνεισφορά στην αποταμίευση, λόγω της ανηλικότητάς της και της έλλειψης περιουσίας στο όνομά της. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από το έτος 2001 μέχρι και τα τέλη του έτους 2009, όταν και απολύθηκε, εργαζόταν στη «………..», ενώ από το έτος 2005 εκμίσθωνε ένα διαμέρισμα ιδιοκτησίας της στο ………….., έναντι μηνιαίου μισθώματος, το ύψος του οποίου μέχρι το 2012 κυμαινόταν από 600-700 ευρώ, ήδη δε σε 530 ευρώ μηνιαίως. Ο εναγόμενος εργαζόταν από την αρχή του γάμου των διαδίκων έως και το έτος 2010, όταν και απολύθηκε, ως ηλεκτροσυγκολλητής στη Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος, στη συνέχεια δε εργάστηκε με δύο διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δήμο Περάματος, ως εργάτης καθαριότητας, πλην όμως τα εισοδήματά του αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται στις επίδικες αποταμιεύσεις, αφού οι εν λόγω συμβάσεις καταρτίστηκαν μετά το έτος 2012 και ειδικότερα η πρώτη από 22-7-2015 έως 21-12-2015 και η δεύτερη από 22-8-2016 έως 21-4-2017. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο έναρξης της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα είχε προσωπικές αποταμιεύσεις ύψους 23.963.800 δραχμών, ήτοι 70.326,63 ευρώ, τις οποίες, εξάλλου, δεν αρνείται η τελευταία, που  είχε καταθέσει στον υπ’ αριθ. ………….. ατομικό λογαριασμό που τηρούσε στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, στον οποίο λογαριασμό, μετά το γάμο του, όρισε ως συνδικαιούχο την ενάγουσα. Σημειώνεται ότι τα υπόλοιπα ποσά που αναφέρει ο εναγόμενος, τόσο πρωτοδίκως όσο και στην κρινόμενη έφεσή του  από ειδικές προθεσμιακές καταθέσεις και δη αγορά ομολόγων συνολικού ύψους 69.563,61 ευρώ (κεφάλαιο ύψους 67.498,17 ευρώ + τόκοι ύψους 2.065,44 ευρώ) αντιστοιχούν στο ποσό των 23.703.800 δραχμών που πιστώθηκε την 6-2-2001 στον προαναφερθέντα ατομικό του λογαριασμό, ήτοι αποτελούν τμήμα του προαναφερθέντος ποσού των 70.326,63 ευρώ. Αναφορικά δε με το ποσό των 15.000 ευρώ που φαίνεται κατατεθειμένο σε έτερο ατομικό λογαριασμό που τηρούσε ο εναγόμενος στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, υπό τον αριθμό ……….., δεν αποδείχθηκε από το σύνολο του εισφερόμενου στο δικαστήριο αποδεικτικού υλικού ότι αποτέλεσε μέρος των αποταμιεύσεων των διαδίκων, οι οποίες κατατέθηκαν στον ως άνω κοινό τραπεζικό τους λογαριασμό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 15-2-2017 ο εναγόμενος, εν αγνοία της ενάγουσας, προέβη σε εξαγορά των μεριδίων των ως άνω αμοιβαίων κεφαλαίων, αξίας 140.361,02 ευρώ και 118.938,15 ευρώ και μετέφερε το συνολικό ποσό αυτών που αντιστοιχούσε (μαζί με ένα μικρό υπόλοιπο του λογαριασμού) σε 259.300 ευρώ από τον ως άνω κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων σε ατομικό του λογαριασμό. Ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε πρωτόδικα ότι η ενάγουσα δεν έχει αναγωγικό δικαίωμα έναντι αυτού, καθότι το αναληφθέν απ αυτόν ως άνω χρηματικό ποσό προερχόταν αποκλειστικά από τις δικές του οικονομίες και την προσωπική του εργασία, κόπο και μόχθο. Ο εν λόγω ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιώματος αναγωγής της ενάγουσας, που ενόψει της προηγηθείσας υπό στοιχ.Ι νομικής σκέψης, συνιστά ένσταση, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι, κατά τα προαναφερόμενα, το ως άνω χρηματικό ποσό που ήταν κατατεθειμένο στον κοινό λογαριασμό των διαδίκων ήταν προϊόν αποταμιεύσεως αμφοτέρων των διαδίκων, ήτοι και της ενάγουσας από τα εισοδήματα από την προαναφερόμενη εργασία της και την εκμετάλλευση της ακίνητης περιουσίας της. Απορριπτέος,  εξάλλου,  ως απαράδεκτος τυγχάνει ο ισχυρισμός του εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος, που περιλαμβάνεται στους σχετικούς λόγους της έφεσής του (1ο και 2ο), κατ ορθή εκτίμηση αυτών, περί υπάρξεως προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, κατά το άνοιγμα του επιδίκου κοινού λογαριασμού, ότι το ως άνω ποσό των προσωπικών αποταμιεύσεων του, ύψους, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, 70.326,63 ευρώ, θα ανήκουν αποκλειστικά σ αυτόν, χωρίς η ενάγουσα να μπορεί να τα διεκδικήσει, όπως και αυτός δε θα μπορούσε να διεκδικήσει,  μερίδιο από κάποιο από τα περιουσιακά της στοιχεία που απέκτησε με γονική παροχή από τον πατέρα της, καθώς, ο εν λόγω ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση, ως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του εναγόμενου στον πρώτο βαθμό, για πρώτη φορά  προβάλλεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, χωρίς να συντρέχει κάποια από τις οριζόμενες  στην οικεία νομική σκέψη ( υπό στοιχ.ΙΙ) και δη στο άρθρο 527 ΚΠολΔ εξαιρέσεις βραδείας προβολής του, τις οποίες, εξάλλου και δεν επικαλείται ο εναγόμενος-εκκαλών. Ελλείψει, λοιπόν, συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ή άλλης εσωτερικής σχέσεως, δυνάμει της οποίας να κατανέμεται άλλως ο κοινός λογαριασμός, η ενάγουσα, ασκώντας δικαίωμα αναγωγής κατά του εναγομένου, δικαιούται, κατά την προηγηθείσα υπό στοιχ.Ι νομική σκέψη  το ήμισυ τούτου, ήτοι το ποσό των 129.650 ευρώ (259.300 ευρώ το αναληφθέν ποσό :2), αφού, κατά τα προαναφερόμενα, η έτερη συνδικαιούχος του λογαριασμού (κόρη τους),  δεν είχε δικαίωμα αναγωγής έναντι των συνδικαιούχων γονέων της, λόγω της τυπικής της συμμετοχής στον κοινό λογαριασμό. Σημειώνεται ότι οι αναφερόμενες από τον εναγόμενο τμηματικές αναλήψεις, συνολικού ύψους 15.000 ευρώ, στις οποίες συνομολογεί και η ενάγουσα ότι προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2012 έως και το έτος 2016, από τον κοινό τραπεζικό λογαριασμό των διαδίκων, δεν πρέπει να καταλογιστούν στο παραπάνω μερίδιο που της αναλογεί, διότι ως αποδείχθηκε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ιδίως δε από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο απ αυτήν με ημερομηνία εκτύπωσης 3-3-2017 απόσπασμα κίνησης του ένδικου λογαριασμού, έγιναν για κάλυψη των οικογενειακών δαπανών των διαδίκων και δη αφορούσαν καταβολή βεβαιωμένων οφειλών, τελών κυκλοφορίας κλπ. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, με παρόμοιες με την παρούσα αιτιολογίες, τα  ίδια δέχτηκε, ήτοι έκανε δεκτή την αγωγή μόνο ως προς το επικουρικό αίτημά της και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ως άνω ποσό των 129.650 ευρώ, αξιολόγησε προσηκόντως τα αποδεικτικά μέσα που είχαν τεθεί υπό την κρίση του και εφάρμοσε σωστά τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλώνεναγόμενος στους λόγους της έφεσής του κρίνονται αβάσιμα και συνεπώς απορριπτέα. Απορριπτέα, εξάλλου, ως αβάσιμα τυγχάνουν και τα υποστηριζόμενα από τον ως άνω εκκαλούντα στην κρινόμενη έφεσή του και δη στον 3ο και τελευταίο λόγο αυτής  ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο  δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεκτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε και προσκόμισε και ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου και δη τους φακέλους από τους οποίους προκύπτουν τα πραγματικά εισοδήματα από την εργασία του και δη τα μεροκάματα και οι υπερωρίες αλλά και το ποσό που του καταβαλλόταν γι αυτές,  ήτοι, ως την αποκαλεί «την μαύρη εργασία», εκ των οποίων προκύπτει ότι τα πραγματικά εισοδήματά του ήταν υπέρτερα των δηλωθέντων απ αυτόν στην εφορία και αναφερομένων  από την ενάγουσα στην κρινόμενη αγωγή της, καθώς από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης εκκαλουμένης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχομένη σε αυτή βεβαίωση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του επί της ουσίας της υπόθεσης, έλαβε υπόψη αφενός όλα τα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα, και τις αιτιολογίες της αποφάσεως, στις οποίες, μάλιστα, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάνει ρητά αναφορά  για πρόσθετες αποδοχές του εναγόμενου από  την εκτέλεση της υπερωριακής του εργασίας του, συνάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη  του και τους ως άνω φακέλλους και με τη συνεκτίμηση και των λοιπών αποδείξεων, κατέληξε στο προαναφερόμενο ορθό αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς, να είναι υποχρεωμένο, ενόψει και της προηγηθείσας νομικής σκέψης υπό στοιχ.ΙΙΙ, να  κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα, κατ` είδος, μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ως εν προκειμένω.  Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι, ανεξαρτήτως όλων όσων προαναφέρθηκαν, αλυσιτελώς προβάλλονται τα ανωτέρω από τον ως άνω εκκαλούντα,  καθόσον το δικαστήριο, κατά τον έλεγχο του συναφή λόγου της έφεσης για πλημμελή, εν γένει, εκτίμηση των αποδείξεων, θα εξαφανίσει την εκκαλουμένη μόνο αν οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση ως προς την ουσία της υπόθεσης, άλλως η έφεση θα απορριφθεί (βλ ΑΠ 179/1985 ΝοΒ 33. 1710,  ΕφΠειρ 609/2015,  ΕφΘεσ/νίκης  1970/2014, ΕφΛαμ.16/2013, δημοσιευμένες στη Νόμος).

Μετά ταύτα, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης, περιλαμβανόμενοι στο δικόγραφο, προς έρευνα, πρέπει η ένδικη έφεση να απορριφθεί στο σύνολο της ως κατ` ουσίαν αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του στη δίκη(άρθρα 106,176, 183,191 παρ.2  ΚΠολΔ), ως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ, λόγω της μη παραδοχής του ενδίκου μέσου, πρέπει να διαταχθεί, κατ΄άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του προκατατεθέντος παραβόλου, ποσού 100 ευρώ, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της με αριθμ. 2801/2018  απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή κατ’ ουσίαν.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας,  τα οποία ορίζει σε πεντακόσια  (500) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου ποσού εκατό  (100,00) ευρώ, που καταβλήθηκε εκ μέρους του εκκαλούντος, κατά την άσκηση της εφέσεώς του με το με αριθμό …………..e παράβολο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, στον Πειραιά,  στις 20-2-2020,  απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ