ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1702/2018

 

Πρωτοδίκης: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΚΟΥΣΗ

Δικηγόροι: Αθανάσιος Οικονόμου - Κωνσταντίνος Γάτσιος

 

Ι. Με το κεφάλαιο Α’ του Ν. 2956/01 (άρθρα 20 - 26), ρυθμίζεται η παροχή εργασίας δια μέσου των εταιριών προσωρινής απασχόλησης (ΕΠΑ).Ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20, οι ΕΠΑ έχουν ως αποκλειστικό αντικείμενο δραστηριότητας τη διάθεση σε άλλους (έμμεσους) εργοδότες προσωπικού που προσλαμβάνουν οι ίδιες προκειμένου να απασχοληθεί στους έμμεσους εργοδότες με μορφή προσωρινής απασχόλησης, δηλαδή για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 22 ορίζονται τα εξής: Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από οκτώ μήνες. Επιτρέπεται η έγγραφη ανανέωση για τον ίδιο έμμεσο εργοδότη με την προϋπόθεση ότι η συνολική διάρκεια της ανανέωσης δεν θα υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, χωρίς να επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης εργασίας σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειάς της και της τυχόν ανανέωσής της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο μήνες, η σύμβαση εργασίας του μισθωτού με την εταιρία προσωρινής απασχόλησης θεωρείται ότι μετατρέπεται αυτοδίκαια σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι, αν η απασχόληση του κατά δανεισμό μισθωτού από τον ίδιο έμμεσο εργοδότη, υπερβεί τους 18 μήνες, τότε η δανειστική σύμβαση εργασίας μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη. Η παράγραφος 1 του άρθρου 20 του Ν. 2956/01 όριζε ότι: «Εταιρίες Προσωρινής Απασχόλησης (ΕΠΑ) είναι οι εταιρίες οι οποίες έχουν ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή εργασίας από μισθωτούς τους σε άλλον εργοδότη (έμμεσο εργοδότη) με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης». Η παράγραφος 2 του άρθρου 20 του Ν. 2956/01 όριζε ότι: «Ως προσωρινή απασχόληση νοείται η εργασία, η οποία παρέχεται σε άλλον εργοδότη (έμμεσος εργοδότης) για περιορισμένο χρονικό διάστημα από μισθωτό ο οποίος συνδέεται με τον εργοδότη του (άμεσος εργοδότης) με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου και επιτρέπεται μόνο υπό τους όρους και προϋποθέσεις των διατάξεων του παρόντος». Η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του Ν. 2956/01 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 4 του Ν. 3899/10, ΦΕΚΑ 212/17-12-2010) όριζε ότι: «Η διάρκεια της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τους τριάντα έξι (36) μήνες. Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων, που τίθενται από την παρούσα παράγραφο, επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη». Εν συνεχεία, μετά την ψήφιση του Ν. 4052/12 (ΦΕΚ Α’ 41/1-3-2012) με τα άρθρα 113 και επ. αυτού (βλ. κεφάλαιο ΙΣΤ’ του άνω νόμου, «προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2008/104/ΕΚ/19-11-2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 περί της εργασίας μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης και άλλες διατάξεις) ο θεσμός της Προσωρινής Απασχόλησης, διαμορφώθηκε ως κάτωθι: Η παράγραφος 1 του άρθρου 113 του Ν. 4052/12 ορίζει ότι: «Σκοπός του παρόντος τμήματος είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/104/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2008 περί της εργασίας μέσω επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης (Ε 327/5-12-2008)». Το άρθρο 115 του Ν. 4052/12 ορίζει ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος νοείται ως: α) «εργαζόμενος»: κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας πλήρους ή μερικής απασχόλησης, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, β) «επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνάπτει συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εξαρτημένης εργασίας με προσωρινά απασχολούμενους, με σκοπό να τους τοποθετεί σε έμμεσους εργοδότες για να εργασθούν προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή τους, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις οικείες διατάξεις, γ) «προσωρινά απασχολούμενος»: ο εργαζόμενος ο οποίος έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση προσωρινής απασχόλησης, προκειμένου να τοποθετηθεί σε έμμεσο εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του, δ) «έμμεσος εργοδότης»: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο και υπό την επίβλεψη του οποίου εργάζεται ο προσωρινά απασχολούμενος, ε) «τοποθέτηση»: η περίοδος κατά την οποία ο προσωρινά απασχολούμενος τίθεται στη διάθεση του έμμεσου εργοδότη για να εργασθεί προσωρινά υπό την επίβλεψη και τη διεύθυνσή του, στ) «βασικοί όροι εργασίας και απασχόλησης»: οι όροι εργασίας και απασχόλησης που θα εφαρμόζονταν αν οι εργαζόμενοι είχαν προσληφθεί απευθείας από τον έμμεσο εργοδότη για να καταλάβουν την ίδια θέση και αφορούν ιδίως: i) στην διάρκεια του χρόνου εργασίας, στις υπερωρίες, στα διαλείμματα, στις περιόδους ανάπαυσης, στη νυκτερινή εργασία, στις άδειες και στις αργίες, ii) στις αποδοχές». Η παράγραφος 3 του άρθρου 117 του Ν. 4052/12 ορίζει ότι: «α) Η διάρκεια της τοποθέτησης του μισθωτού στον έμμεσο εργοδότη, στην οποία περιλαμβάνονται και οι ενδεχόμενες ανανεώσεις που γίνονται εγγράφως, δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη από τους τριάντα έξι (36) μήνες, β) Σε περίπτωση υπέρβασης των χρονικών ορίων, που τίθενται από την παρούσα παράγραφο, επέρχεται μετατροπή της υπάρχουσας σύμβασης σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τον έμμεσο εργοδότη». Η παράγραφος 4α (όπως η περίπτωση α’ αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΙΑ. 8 εδάφιο 4 του πρώτου άρθρου του Ν. 4093/12 ΦΕΚΑ 222/12-11-2012) ορίζει ότι: «α) Αν συνεχίζεται η απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά την λήξη της διάρκειας της αρχικής τοποθέτησης και των τυχόν νόμιμων ανανεώσεών της ακόμα και με νέα τοποθέτηση, χωρίς να μεσολαβεί διάστημα είκοσι τριών (23) ημερολογιακών ημερών, θεωρείται ότι πρόκειται για σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη». Από τα ανωτέρω μπορεί κανείς να συναγάγει ότι: α) Η διάρκεια του χρόνου τοποθέτησης εργαζόμενου από την ΕΠΑ στον έμμεσο εργοδότη μπορεί να οριστεί συνεχόμενη (είτε από την αρχή είτε με μεταγενέστερες αλλεπάλληλες ανανεώσεις) μέχρι τριάντα έξι (36) μήνες, β) υπάρχει δυνατότητα απεριόριστων νέων τοποθετήσεων του ίδιου εργαζόμενου στον ίδιο έμμεσο εργοδότη, αρκεί η λήξη της μιας τοποθέτησης να απέχει από την έναρξη της άλλης τουλάχιστον 23 ημέρες (βλ. Ι. Ληξουριώτη, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, 4η έκδοση, σελ. 181 - 182).Σε περίπτωση συνέχισης της απασχόλησης του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη μετά τη λήξη της διάρκειάς της και της τυχόν ανανέωσής της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο μήνες, η σύμβαση εργασίας του μισθωτού με την εταιρία προσωρινής απασχόλησης θεωρείται ότι μετατρέπεται αυτοδίκαια σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς ότι, αν η απασχόληση του κατά δανεισμό μισθωτού από τον ίδιο έμμεσο εργοδότη υπερβεί τους 18 μήνες (πριν την τροποποίηση του Ν. 4052/12 σε 36 μήνες), τότε η δανειστική σύμβαση εργασίας μετατρέπεται αυτοδικαίως σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη (ΕφΑθ 3943/07 ΕΕργΔ 2007, 1484). Τέλος, στο άρθρο 124 «Κατοχύρωση Εργασιακών Δικαιωμάτων των Προσωρινά Απασχολούμενων», προβλέπονται τα εξής: 1. Για την παροχή εργασίας με τη μορφή της προσωρινής απασχόλησης απαιτείται η προηγούμενη έγγραφη σύμβαση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου. Η σύμβαση καταρτίζεται μεταξύ της ΕΠΑ(άμεσος εργοδότης) και του μισθωτού και σε αυτήν πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται οι όροι εργασίας και η διάρκειά της, οι όροι παροχής της εργασίας στον ή στους έμμεσους εργοδότες, οι όροι αμοιβής και ασφάλισης του μισθωτού, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο το οποίο, κατά την καλή πίστη και τις περιστάσεις, πρέπει να γνωρίζει ο μισθωτός αναφορικά με την παροχή της εργασίας του. Οι αποδοχές του μισθωτού που δεν παρέχει εργασία σε έμμεσο εργοδότη δεν μπορεί να είναι κατώτερες από τις προβλεπόμενες στον εκάστοτε νομοθετικώς καθορισμένο νόμιμο κατώτατο μισθό και κατώτατο ημερομίσθιο για τους εργαζόμενους ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας. Εάν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης αυτής δεν είναι δυνατή η μνεία του συγκεκριμένου έμμεσου εργοδότη ή ο προσδιορισμός του χρόνου, που θα προσφέρει σε αυτόν την εργασία του, θα πρέπει να αναφέρεται στη σύμβαση το πλαίσιο των όρων και των συνθηκών για την παροχή εργασίας σε έμμεσο εργοδότη. (Η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο πρώτο υποπαρ.ΙΑ.4 Ν. 4254/14, ΦΕΚΑ 85/7-4-2014). 2. Απασχόληση του μισθωτού από τον έμμεσο εργοδότη επιτρέπεται μόνο μετά την κατάρτιση της σύμβασης με τον άμεσο εργοδότη, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, 3. Με σύμβαση, που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ της ΕΠΑ και του έμμεσου εργοδότη, ορίζονται ειδικότερα τα του τρόπου αμοιβής και ασφάλισης του εργαζομένου για το χρόνο που ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του στον έμμεσο εργοδότη. Ο έμμεσος εργοδότης πρέπει να προσδιορίζει, πριν τεθεί στη διάθεσή του ο εργαζόμενος με τη σύμβαση, τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα ή ικανότητες, την ειδική ιατρική παρακολούθηση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προς κάλυψη θέσης εργασίας. Οφείλει επίσης να επισημαίνει τους μεγαλύτερους ή ιδιαίτερους κινδύνους που έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη εργασία. Η ΕΠΑ υποχρεούται να γνωστοποιήσει τα στοιχεία αυτά στους μισθωτούς (Η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο πρώτο υποπαρ.ΙΑ.4 περ. 5 Ν. 4254/14, ΦΕΚΑ 85/7-4-2014). 4. α) Η ΕΠΑ και ο έμμεσος εργοδότης είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος υπεύθυνοι έναντι του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού με σύμβαση ή σχέση εργασίας για την ικανοποίηση των μισθολογικών δικαιωμάτων του και για την καταβολή των ασφαλιστικών του εισφορών. Ηευθύνη αυτή του έμμεσου εργοδότη αναστέλλεται, εφόσον με τη σύμβαση προβλέπεται ότι υπόχρεος για την καταβολή των αποδοχών και των ασφαλιστικών εισφορών είναι ο άμεσος εργοδότης και τα μισθολογικά και τα ασφαλιστικά δικαιώματα του προσωρινά απασχολούμενου μισθωτού μπορούν να ικανοποιηθούν από την κατάπτωση των κατά το άρθρο 126 εγγυητικών επιστολών (επικουρική ευθύνη έμμεσου εργοδότη), β) Οι αποδοχές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται σε τραπεζικό λογαριασμό που αυτός έχει υποδείξει. 5. α)Οι προσωρινά απασχολούμενοι μισθωτοί, για όσο χρόνο παραμένουν στη διάθεση της επιχείρησης προσωρινής απασχόλησης, καθώς και κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους σε έμμεσο εργοδότη, υπάγονται στον κλάδο παροχών ασθενείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και στον επικουρικό φορέα ΕΤΕΑΜ, με εξαίρεση τα πρόσωπα που λόγω της ιδιότητάς τους ασφαλίζονται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα. β)Οι ασφαλιστικές εισφορές του προσωρινά απασχολούμενου καταβάλλονται από την ΕΠΑ σε σχετικό τραπεζικό λογαριασμό του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ. Σε περίπτωση που ο προσωρινά απασχολούμενος λόγω της ιδιότητάς του ασφαλίζεται σε κλάδους άλλου κύριου ή επικουρικού φορέα, η καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών του καθορίζεται με συμφωνία του (προσωρινά απασχολούμενου) και της ΕΠΑ.

ΙΙ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του μισθωτού, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση ή που συνιστούν αδικοπραξία, περίπτωση που συντρέχει επί καταχρηστικής καταγγελίας, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται κατ’ εύλογη κρίση από το δικαστήριο (ΑΠ 22/14, ΑΠ 282/09, ΕφΠειρ 146/14, ΜΠρΘεσσ 8309/16 ΤΝΠΝΟΜΟΣ). (...)

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων επικαλείται χρόνο εργασίας του στην εταιρία που τον απασχολούσε μέσω της εναγομένης συνολικά σχεδόν 25 μήνες (από την 1-2-2012 έως 17-1-2014), που, αληθής υποτιθέμενος ο χρόνος αυτός, δεν στοιχειοθετεί το πραγματικό της διάταξης του άρθ. 117 παρ. 3 α’ του Ν. 4052/12, ώστε να επέλθει ως συνέπεια η αυτοδίκαιη μετατροπή της δανειστικής σύμβασης εργασίας (ορισμένου χρόνου) σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ του μισθωτού και του έμμεσου εργοδότη και τα εξ αυτής επικαλούμενα δικαιώματα του ενάγοντος - εργαζομένου (καταγγελία υπό τον έγγραφο τύπο και την αποζημίωση απόλυσης). Επίσης, απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη κρίνεται η αγωγή για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν βρίσκει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 3 του ΠΔ 180/04, το οποίο έχει εφαρμογή επί των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του ιδιωτικού μεν τομέα, αλλά δεν έχει εφαρμογή επί των απασχολουμένων μέσω Εταιριών Προσωρινής Απασχόλησης, καθόσον το εργασιακό καθεστώς των εν λόγω «προσωρινά απασχολούμενων» ρυθμίζεται αποκλειστικώς και περιοριστικώς από τις διατάξεις αρχικώς του Ν. 2956/01 και εν συνεχεία από εκείνες του Ν. 4052/12, όπως ισχύει, η οποία ρυθμίζει την έννοια της προσωρινής απασχόλησης μέσω ΕΠΑ. Περαιτέρω, απορριπτέα ως μη νόμιμη κρίνεται η αγωγή και ως προς την επικουρική της βάση, περί (επικουρικής) εφαρμογής των διατάξεων του αδικαιολογήτου πλουτισμού, καθώς σύμφωνα με την εκτιθέμενα στην αγωγή ελλείπει το πρόκριμα, ήτοι η προϋπόθεση να υφίσταται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εξετάσει το Δικαστήριο, σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, τις αξιώσεις του ενάγοντος υπό το πρίσμα του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ως επικουρική βάση της αγωγής). Με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη και να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής [άρθρο 179 ΚΠολΔ].