ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΓΡΕΒΕΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 17/2019

 

Πρόεδρος: Ο. Βασιλειάδου, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Εισηγητής: Κ. Μάντζιος, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι: Α. Λαχανάς, Χ. Ζέρβα, Γ. Κιούρκας

 

[...] Η διαδικασία εξυγίανσης αποτελεί συλλογική προπτωχευτική διαδικασία που αποσκοπεί στη διατήρηση, αξιοποίηση, αναδιάρθρωση και ανόρθωση της επιχείρησης με την επικύρωσης της συμφωνίας, χωρίς να παραβλάπτεται η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών (άρθρο 99 παρ. 2 Ν 3588/2007). Προκειμένου να επικυρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 106β, θα πρέπει να έχει συναφθεί από τον οφειλέτη και από τους πιστωτές του που εκπροσωπούν το εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των απαιτήσεων στο οποίο περιλαμβάνεται το σαράντα τοις εκατό (40%) των τυχόν εμπραγμάτως ή με προσημείωση υποθήκης εξασφαλισμένων απαιτήσεων (άρθρο 100 παρ. 1). Το πτωχευτικό δικαστήριο επικυρώνει τη συμφωνία εξυγίανσης, εφόσον έχει υπογραφεί από τον οφειλέτη και από την απαιτούμενη κατά την παρ. 1 του άρθρου 100 πλειοψηφία του συνόλου των πιστωτών, ή μόνον από τους πιστωτές του, που συγκεντρώνουν την ανωτέρω πλειοψηφία (άρθρο 106β παρ. 1). Η επικυρωθείσα συμφωνία εξυγίανσης δύναται να τροποποιείται άπαξ με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των συμβαλλόμενων μερών, η οποία κατατίθεται προς επικύρωση ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου, με επιμέλεια του οφειλέτη ή οποιουδήποτε εκ των συμβαλλομένων πιστωτών. Το δικαστήριο επικυρώνει την τροποποιητική συμφωνία, εφόσον συντρέχουν περιοριστικά και σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Η τροποποίηση αφορά το χρόνο και τον τρόπο αποπληρωμής των απαιτήσεων ή το είδος των εκατέρωθεν παροχών, β) Οι μεταβολές που επέρχονται στην αρχική συμφωνία δεν επηρεάζουν τους όρους αποπληρωμής των μη συμβαλλόμενων πιστωτών και δεν επιβαρύνουν τη θέση τους, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί με την επικυρωθείσα συμφωνία εξυγίανσης, γ) Η τροποποιητική συμφωνία δεν θίγει τις αρχές της ίσης μεταχείρισης και της συλλογικής ικανοποίησης των πιστωτών, συμβαλλομένων και μη (άρθρα 106β παρ. 11).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα εκθέτει ότι στις 23.3.2017 μεταξύ της ίδιας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, που εκπροσωπεί ποσοστό 69,74% του συνόλου των απαιτήσεων των πιστωτών της (αιτούσας), υπεγράφη συμφωνία για την εξυγίανσή της, η οποία επικυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 9/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, εκδοθείσα μετά από άσκηση έφεσης της αιτούσας κατά της υπ’ αριθμ. 8/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, που πρωτοδίκως είχε απορρίψει την ενώπιόν του ασκηθείσα αίτησή της με αίτημα την επικύρωση αυτής. Ότι με την εν λόγω επικυρωθείσα συμφωνία ορίστηκαν οι όροι αποπληρωμής, μεταξύ άλλων, και της απαίτησης της προσθέτως παρεμβαίνουσας κατά της αιτούσας, όπως αυτή θα διαμορφωνόταν κατά το χρόνο δημοσίευσης της επικυρωτικής δικαστικής απόφασης, που έμελλε να εκδοθεί. Ότι στις 30.3.2018, οπότε δημοσιεύθηκε η ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η απαίτηση αυτή είχε ανέλθει στο ποσό των 5.892,145,05 ευρώ. Και ότι στις 20.2.2019 συνήψε με την προσθέτως παρεμβαίνουσα τροποποιητική συμφωνία περί απαλλαγής χρέους, η οποία προβλέπει τη διαγραφή μέρους του ανωτέρω ποσού, ύψους 330.000 ευρώ, που αφορά τόκους υπερημερίας της ανωτέρω απαίτησης μέχρι την 30.3.2018, καθώς αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι αναγνώρισαν ότι οι τόκοι αυτοί προέκυψαν χωρίς υπαιτιότητα της αιτούσας, αλλά εξαιτίας της καθυστέρησης στην επικύρωση της αρχικής συμφωνίας, που οφείλεται στην πρωτοβάθμια απόρριψη της αίτησης για επικύρωσή της. Ζητεί, δε, να επικυρωθεί η εν λόγω τροποποιητική συμφωνία από το Δικαστήριο τούτο.

Έχουσα το παραπάνω περιεχόμενο η κρινόμενη αίτηση, αρμόδια εισάγεται στο Δικαστήριο τούτο, προκειμένου να συζητηθεί με την προσήκουσα διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 99 παρ. 7 εδ. α’ και 4 παρ. 1 Ν 3588/2007).

Περαιτέρω, όμως, αυτή τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, από την αναγνώριση της προπαρατεθείσας διάταξης της παρ. 11 του άρθρου 106β του Ν 3588/2007, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 6 παρ. 10 του Ν 4446/2016, προκύπτει ότι η επικυρωθείσα συμφωνία δύναται να τροποποιείται με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των συμβαλλόμενων μερών μόνο μία φορά και ότι η τροποποιητική συμφωνία επικυρώνεται από το πτωχευτικό δικαστήριο μόνο με την περιοριστική και σωρευτική συνδρομή αυστηρών προϋποθέσεων, προκειμένου να αποτρέπονται καταστρατηγήσεις που θα οδηγούσαν σε παρέλκυση των διαδικασιών και σε δυσανάλογη βλάβη των εμπλεκόμενων μερών (βλ. την αιτιολογική έκθεση του Ν 4446/2016). Ειδικότερα, μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών είναι και εκείνη της περίπτωσης υπό στοιχείο α’, που απαιτεί η τροποποίηση να αφορά μόνο το χρόνο ή τον τρόπο αποπληρωμής των περιλαμβανόμενων στην αρχική συμφωνία απαιτήσεων, όχι δε και το ύψος αυτών. Εν προκειμένω, όμως, η ένδικη τροποποιητική συμφωνία, που εισάγεται προς επικύρωση, αφορά τη διαγραφή μέρους (ήτοι την απομείωση) της χρηματικής απαίτησης της προσθέτως παρεμβαίνουσας και άρα δεν δύναται να επικυρωθεί κατά το νόμο.

Εξάλλου, το άρθρο 106β παρ. 11 του Ν 3588/2007 ορίζει περαιτέρω τα εξής: «Στη σχετική δίκη (εννοεί: περί επικύρωσης της τροποποιητικής συμφωνίας εξυγίανσης) δύναται να ασκηθεί μόνο κύρια παρέμβαση, χωρίς προδικασία, από οποιονδήποτε έχοντα έννομο συμφέρον, ο οποίος επικαλείται τη μη τήρηση των ανωτέρω προϋποθέσεων και αποδεικνύει βλάβη στα συμφέροντά του, προερχόμενη από τη μη τήρησή τους ...». Από την ανωτέρω διατύπωση του νόμου με σαφήνεια παρέπεται ότι στα πλαίσια της παρούσας δίκης αφενός δεν επιτρέπεται η άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του αιτούντος, εφόσον ρητώς ορίζεται ότι επιτρεπτή είναι μόνο η άσκηση κύριας παρέμβασης προς απόρριψη της αιτήσεως για επικύρωση, αφετέρου ότι για το παραδεκτό της κυρίας παρέμβασης ο παρεμβαίνων οφείλει να επικαλεστεί τη μη τήρηση των προϋποθέσεων, που θέτει ο νόμος για την επικύρωση και οι οποίες προαναφέρθηκαν (βλ. στη μείζονα σκέψη της προηγούμενης παραγράφου της παρούσας), καθώς και βλάβη στα συμφέροντά του, προερχόμενη από τη μη τήρησή τους.

Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση απορριπτέα τυγχάνουν και αμφότερα τα λοιπά κρινόμενα ένδικα βοηθήματα, και δη η μεν πρόσθετη παρέμβαση ως γενικά μη επιτρεπόμενη στα πλαίσια της παρούσας δίκης, η δε κύρια παρέμβαση, επειδή σε αυτή δεν διαλαμβάνεται επίκληση της μη τήρησης των παραπάνω προϋποθέσεων και της εντεύθεν βλάβης των συμφερόντων του κυρίως παρεμβαίνοντος, ενώ, επιπλέον, δεν διαλαμβάνεται ούτε αίτημα απόρριψης της κρινόμενης αιτήσεως, όπως θα έπρεπε. [...]

 

(Απορρίπτει την αίτηση, κύρια και πρόσθετη παρέμβαση).