ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΣΙΘΙΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 17/2019

 

Δικαστής : Ευάγγελος Νικολάου, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι : Σοφία Μακατουνάκη - Γεώργιος Γκρίτζαλης

 

1. Με το ν. 4359/2016 κυρώθηκε ο ανα­θεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρ­της (στο εξής ως «Χάρτης»), ο οποίος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Σύμφωνα με το άρθρο 24 του αναθεωρημένου Χάρτη: «Με σκοπό τη διασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος προστασίας των εργαζο­μένων σε περιπτώσεις λύσης της σχέσης εργασίας, τα μέρη αναλαμβάνουν να αναγνωρίζουν: α. το δικαίωμα όλων των ερ­γαζομένων να μη λύεται η εργασιακή τους σχέση χωρίς βάσιμο λόγο που να συνδέεται με την ικανότητα ή τη συμπεριφορά τους ή να βασίζεται στις λειτουργικές απαιτήσεις της επιχείρησης, της εγκατάστασης ή της υπηρεσίας, β. το δικαίωμα των εργαζομένων, των οποίων η εργασιακή σχέση λύεται χωρίς βάσιμο λόγο, σε επαρκή αποζημίωση ή άλλη κατάλληλη επανόρθωση. Για αυτόν το σκοπό τα μέρη αναλαμβάνουν να δια­σφαλίζουν ότι ο εργαζόμενος, που θεωρεί ότι η σχέση εργασίας του έχει λυθεί χωρίς βάσιμο λόγο, έχει το δικαίωμα προσφυγής σε αμερόληπτο όργανο».

Με την ως άνω διάταξη εισάγεται ένα αυτοτελές δικαίωμα, που συνίσταται στην προστασία του εργαζομένου από την από­λυση με πρωτοβουλία του εργοδότη του και έχει τρεις βασικούς άξονες: πρώτον, κάθε λύση εργασιακής σύμβασης με πρω­τοβουλία του εργοδότη πρέπει να στηρί­ζεται σε «βάσιμο λόγο», ο οποίος να συνδέεται με τη συμπεριφορά ή τις ικανότητες του εργαζομένου ή με τις λειτουργικές ανά­γκες της επιχείρησης, δεύτερον, ο εργοδό­της υποχρεούται να «αποζημιώνει καταλ­λήλως» τον αδικαιολογήτως απολυθέντα ή να παρέχει άλλη κατάλληλη επανόρθωση, και τρίτον, σε περίπτωση απόλυσης χωρίς να συντρέχει «βάσιμος λόγος», πρέπει να διασφαλίζεται επαρκής έννομη προστασία.

Έτσι, μετά την κύρωση του άρθρου 24 του αναθεωρημένου Χάρτη, γίνεται αντιληπτό ότι το καθεστώς της «αναιτιώδους» εργοδοτικής καταγγελίας δεν είναι πλέον συμβατό με την απόλυση για βάσιμο λόγο, που το παραπάνω άρθρο εγγυάται. Άλ­λωστε, το γεγονός ότι η κείμενη εργατική νομοθεσία (ν. 2112/1920 και 3198/1955, β.δ. 16/18.7.1920, σε συνδυασμό με τους ν. 3899/2010 και 4093/2012) προβλέπει την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον εργαζόμενο που απολύεται νομίμως δεν δύναται να καταστήσει το σύστημα της «αναιτιώδους» καταγγελίας συμβατό με το άρθρο 24 του αναθεωρημένου Χάρτη με το σκεπτικό ότι η πρόβλεψη του Χάρτη για καταβολή «επαρκούς αποζημίωσης», σε περίπτωση που η απόλυση πραγματο­ποιείται χωρίς βάσιμο λόγο, είναι δηλαδή παράνομη, καλύπτεται από την αποζημί­ωση που, με βάση το ελληνικό εργατικό δίκαιο, ούτως ή άλλως δίνεται για τη νό­μιμη απόλυση. Και αυτό γιατί, κατ αρχάς, μία τέτοια άποψη εδράζεται σε ένα λογικό άτοπο, σύμφωνα με το οποίο η ύπαρξη κύρωσης για την περίπτωση παραβίασης ενός δικαιώματος, εν προκειμένω του δι­καιώματος του εργαζόμενου η λύση της εργασιακής του σύμβασης με πρωτοβου­λία του εργοδότη να στηρίζεται σε «βάσιμο λόγο», είναι αρκετή για να αρνηθεί κανείς την κανονιστική διάσταση αυτού του δικαιώματος, καθιστώντας το κενό περιε­χομένου παρά τη ρητή του κατοχύρωση. Σε κάθε δε περίπτωση, μία τέτοια άποψη παραγνωρίζει το γεγονός ότι η αποζημί­ωση απόλυσης επιτελεί μία διαφορετική λειτουργία, αποτελώντας ένα με ευρεία έν­νοια αντάλλαγμα για εργασία που έχει ήδη παράσχει ο εργαζόμενος (Ολ.Α.Π. 30/2005 ΕΕργΔ 2005, 1405, Α.Π. 490/2011 Τ.Ν.Π. Νόμος και Εφ.Λαρ. 109/2015 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2015, 705), το οποίο, αν και δεν αποτελεί μισθό, επιρρίπτεται στον εργοδότη με το σκεπτικό ότι αποτελεί μέρος της γενικότερης ωφέλειας που ο εργαζόμενος, με την επί έτη προσφορά της εργασίας του, κατέλιπε στην εργοδοτική επιχείρηση [πρβλ. σχετικά Δ. Τραυλό-Τζανετάτο, «Η καθιέρω­ση ανώτατου ορίου αποζημίωσης (άρθρο 2 παρ. 2 α.ν. 173/1967) και το Σύνταγμα», σε: Γενέθλιον Απόστολου Σ. Γεωργιάδη, τόμος Π, Αντ. Σάκκουλας, 2006, 1777 επ. και Δ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο - Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Σάκκουλας, 2015], λόγος που άλλωστε δικαιολογεί και το γεγονός ότι το ύψος της κλιμακώνεται ανάλογα με τα έτη προϋπηρεσίας του απο­λυόμενου. Αντιθέτως, η επαρκής αποζημί­ωση στην οποία αναφέρεται το άρθρο 24 του αναθεωρημένου Χάρτη αποτελεί κύ­ρωση που επιβάλλεται στον εργοδότη εάν αυτός, κατά παράβαση όσων ορίζονται στο ίδιο ως άνω άρθρο, προβεί σε απόλυση του εργαζόμενου χωρίς να συντρέχει κάποιος βάσιμος προς τούτο λόγος.

Με βάση λοιπόν τις παραπάνω επιση­μάνσεις καθίσταται σαφές ότι μετά την κύ­ρωση του αναθεωρημένου Χάρτη εισήχθη ευθέως στο ελληνικό δίκαιο η αρχή της αντικειμενικά δικαιολογημένης καταγγελί­ας και εφεξής τα ελληνικά δικαστήρια θα πρέπει αφενός μεν να ερευνούν την ύπαρ­ξη ή μη βάσιμου λόγου, εξ εκείνων που πα­ρατίθενται περιοριστικά στο άρθρο 24 του αναθεωρημένου Χάρτη και, αφετέρου, να θεωρούν ως παράνομη κάθε απόλυση που δεν στηρίζεται σε τέτοιο λόγο. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με ευθεία αναγωγή στο άρθρο 24, η διατύπωση του οποίου, τουλάχιστον όσον αφορά σε αυτό το ζήτημα, είναι ακρι­βής, σαφής και απαλλαγμένη από αιρέσεις, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρ­θρων 174 και 180 Α.Κ. άποψη που κρίνε­ται ως ορθότερη από το παρόν Δικαστή­ριο (έτσι και η Μον.Πρωτ.Πειρ. 3223/2017 ΕΕργΔ 2017, 1425. Πρβλ. επίσης την αιτιο­λογική έκθεση στο σχέδιο νόμου «Κύρωση αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, διαθέσιμη σε ΕΕργΔ 2016, 243-250, σύμφωνα με την οποία με το άρθρο 24 αναγνωρίζεται το δικαίωμα όλων των εργαζομένων να μην απομακρύνονται από την εργασία τους χωρίς βάσιμη αιτία, αλλά και την εισήγηση του Υπουργού Εργασίας ενώπιον της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνι­κών Υποθέσεων της Βουλής κατά τη συζή­τηση που διεξήχθη σχετικά με την επεξεργασία και εξέταση του παραπάνω σχεδίου νόμου, επίσης διαθέσιμη σε ΕΕργΔ 2016, 251-253, όπου αναφέρεται επί λέξει ότι ο Χάρτης «καθιερώνει αιτιολογημένες απολύσεις. Στο εξής, επομένως, η καταγ­γελία θα είναι αιτιώδης δικαιοπραξία»)— είτε ερμηνευτικά, με τη διαμεσολάβηση του άρθρου 281 Α.Κ., οπότε ως καταχρηστική θα θεωρείται κάθε απόλυση που δεν είναι σύμφωνη με τους όρους του άρθρου 24 του αναθεωρημένου Χάρτη.

Ενόψει δε όλων των ανωτέρω, καθί­σταται σαφές ότι με την κύρωση του αναθεωρημένου Χάρτη η ελληνική έννομη τάξη απομακρύνθηκε από το σύστημα της «αναιτιώδους» καταγγελίας και εγκολπώθηκε το αντικειμενικό σύστημα προστασίας από την απόλυση. Έτσι, ως λόγοι που ανά­γονται στην ικανότητα ή τη συμπεριφορά του εργαζομένου, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν αντικειμενικά την καταγ­γελία της σύμβασης εργασίας του, θα μπο­ρούσαν, μεταξύ άλλων, να θεωρηθούν και εκείνοι οι βάσιμοι, σοβαροί και αληθινοί λόγοι που, υπό το μέχρι πρόσφατα κρατούν καθεστώς της αναιτιώδους καταγγελίας, θα κρίνονταν ότι δεν συνιστούν καταχρη­στική άσκηση του δικαιώματος καταγγε­λίας της σύμβασης εργασίας από μέρους του εργοδότη (έτσι Χ. Τσιμπούκης, «Αρχή του τέλους για την "αναιτιώδη" εργοδοτι­κή καταγγελία. Το Πρωτοδικείο Πειραιώς εφαρμόζει τι άρθρο 24 του Αναθεωρημέ­νου Ε.Κ.Χ. και εγκαινιάζει μία νέα εποχή για το ελληνικό δίκαιο των απολύσεων», ΕΕργΔ 2017, 1395-1424).

Περαιτέρω, καθόσον, μετά από αυτές τις παραδοχές, ο βάσιμος λόγος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη νομιμότητα της καταγγελίας, από το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. -σύμφωνα με το οποίο κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγμα­τικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του- συνάγεται ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη ότι η απόλυση οφεί­λεται σε συγκεκριμένο βάσιμο λόγο, προς αντίκρουση της αγωγής του εργαζομένου που επικαλείται παράνομη απόλυση, εκτι­μάται ως ένσταση που εναπόκειται στον εργοδότη να επικαλεστεί και να αποδείξει (Μον.Πρωτ.Πειρ. 3223/2017 ό.π.).

2. Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του Α.Κ., 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συν­τάγματος συνάγεται ότι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδό­τη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικό­τητας του εργαζομένου (μείωση της υπό­ληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής του δραστηριότητας, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ εύλογη κρίση (Α.Π. 90/2018 ΕΕργΔ 2018, 981, Α.Π. 254/2012 ΔΕΕ 2013, 511).

3. Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 361 και 669 παρ. 2 Α.Κ., συνάγε­ται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργα­σίας αορίστου χρόνου συνιστά δικαίωμα τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζό­μενου, ενώ, ως μονομερής, απευθυντέα δικαιοπραξία, αναπτύσσει την άμεση, δια- πλαστική ενέργειά της από τη στιγμή που θα περιέλθει στον παραλήπτη της, χωρίς να απαιτείται και αποδοχή της (βλ. και Δ. Ζερδελής Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας Αντ. Σάκκουλας, 2002). Η καταγγε­λία της σύμβασης εργασίας μπορεί να εί­ναι τακτική, η οποία σκοπεύει τη λύση της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και επιφέρει αυτήν μετά την παρέλευση προ­θεσμίας, ή άτακτη, η οποία γίνεται χωρίς την τήρηση, από το μέρος που καταγγέλλει, κάποιας προθεσμίας προειδοποίησης. Η τακτική καταγγελία της εργασιακής σχέσης δεν επιφέρει την άμεση λύση της, αλλά η τελευταία εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι τη λήξη του χρόνου της προμήνυσης κατά τη διάρκεια του οποίου εξακολουθούν να υφίστανται αναλλοίωτα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σχέση. Σκοπός της προμήνυσης (προθεσμίας) είναι η έγκαιρη προειδοποίηση του εργαζομένου αλλά και του εργοδότη (εάν ο καταγγέλλων συμβαίνει να είναι ο εργαζόμενος) για την επικείμενη λύση της εργασιακής σχέσης, ώστε να φροντίσουν ο μεν εργαζόμενος να αναζητήσει αλλού εργασία, ο δε εργοδότης να βρει αντικαταστάτη του εργαζομένου ο οποίος αποχωρεί. Ο χρόνος της προμή­νυσης (προειδοποίησης) έχει ως συνέπεια την αναστολή της άμεσης ενέργειας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, με αποτέλεσμα, κατά το χρονικό αυτό διάστη­μα, η σύμβαση να συνεχίζει την κανονική λειτουργία της, χωρίς να μετατρέπεται σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση λύεται με την πάροδο του χρό­νου προειδοποίησης, οπότε καταβάλλεται και η αποζημίωση. Στην περίπτωση δηλαδή της καταγγελίας μετά από προμήνυση, δεν σημαίνει ότι, στο χρόνο κατά τον οποίο γί­νεται η προμήνυση, προειδοποιείται απλώς ο αντισυμβαλλόμενος του καταγγέλλοντος για την επικείμενη, μετά την πάροδο του χρόνου της προειδοποίησης, καταγγελία της εργασιακής σχέσης, αλλά ότι από του χρόνου της προειδοποίησης καταγγέλλεται η σχέση και επέρχεται μέσω αυτής (καταγ­γελίας) η λύση της, εφόσον συντρέξουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις τις οποίες τάσ­σει ο νόμος. Η μόνη διαφορά είναι ότι το αποτέλεσμα της λύσης της εργασιακής σχέ­σης δεν επέρχεται με την πραγματοποίηση της καταγγελίας δηλαδή με την περιέλευση της σχετικής δήλωσης του καταγγέλλοντος προς τον αντισυμβαλλόμενο του, αλλά μετά την πάροδο του χρονικού διαστήματος της προμήνυσης, το οποίο μεσολαβεί μεταξύ της καταγγελίας και της οριστικής λήξης της σχέσης. Πρόκειται δηλαδή για καταγγελία υπό αναβλητική αίρεση (Α.Π. 55/2015 ΕΕργΔ 2015,1297).

Μετά την περιέλευση της καταγγελίας σε αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται δεν μπορεί να γίνει ανάκλησή της, αφού η ανά­κληση παράγει αποτελέσματα μόνο αν πε­ριέλθει σε αυτόν προς τον οποίο απευθύνε­ται πριν από την καταγγελία ή ταυτόχρονα με αυτή, γενομένη δε μετά τη γνωστοποίη­ση της καταγγελίας, δεν ανατρέπει τα απο­τελέσματα αυτής (Α.Π. 162/1983 ΝοΒ 1983, 1547, Α.Π. 948/1979 ΝοΒ 1980, 284), ούτε, περαιτέρω, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου ότι αυτή δεν θα αναπτύξει τελικά τα έννομα αποτελέσματά της (Εφ.Θεσ. 1605/2018 Τ.Ν.Π. Νόμος). Έτσι, η συνέχιση, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, της προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο και η αποδο­χή της από τον εργοδότη μπορεί να οδη­γήσει μόνο στην κατάρτιση νέας σύμβασης εργασίας, χωρίς να επιδρά στη λύση της σύμβασης εργασίας, η οποία επέρχεται με μόνη την περιέλευση της καταγγελίας στον εργαζόμενο ή στον εργοδότη, σύμφωνα με τα όσα προεξετέθησαν (Α.Π. 65/2012 ΔΕΕ 2013, 517, Α.Π. 1619/2006 Τ.Ν.Π. Νόμος).

4. Με την κρινόμενη αγωγή του ο ενά­γων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία την 12η.6.2017 με σύμβαση εργασίας εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως γενι­κός διευθυντής της, έναντι των εκεί αναφε­ρόμενων μηνιαίων αποδοχών. Ότι, παρά τη μεταξύ τους συμφωνία αναφορικά με το ύψος των μισθολογικών του αποδο­χών, μετά την πάροδο του πρώτου μήνα απασχόλησής του από την εναγομένη, του καταβλήθηκε μικρότερο ποσό μισθού, γε­γονός για το οποίο διαμαρτυρήθηκε στον πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλί­ου. Ότι, περαιτέρω, παρά τις συμβατικές του αρμοδιότητες ως γενικού διευθυντή της εναγομένης, το διοικητικό συμβούλιο αυτής ενήργησε αντίθετα από τις εισηγή­σεις του στο πλαίσιο εργατικής διαφοράς της εταιρίας με έτερους εργαζομένους της και, τελικά, την 17η.8.2017 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, αρνούμενο έκτοτε να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Ότι η κα­ταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν άκυρη ως καταχρηστική και αντικειμενικά αδικαιολόγητη και συντελέστηκε υπό συν­θήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του.

Με βάση αυτό το ιστορικό, ο ενάγων ζητεί α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του υπό την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης αποδοχής της εργα­σίας του, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 49.045,79 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έως την ημε­ρομηνία πιθανής συζήτησης της κρινόμε­νης αγωγής του, η οποία προσδιορίζεται στο κρινόμενο δικόγραφο για τον Απρίλιο του 2018, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που έπρεπε να καταβληθεί κάθε επιμέρους μισθολογική παροχή, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικα­νοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής δ) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και ε) να καταδικαστεί η εναγόμενη στην καταβολή της των δικαστικών του εξόδων.

5. Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 αρ. 2 και 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία περιουσια­κών διαφορών (άρθρα 614 επ. Κ.Πολ.Δ.). Επιπλέον, αναφορικά με τις αξιώσεις του ενάγοντος που πηγάζουν από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά, εντός της τρίμηνης προθεσμίας από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα που προβλέπει το άρθρο 6 παρ. 1 ν. 3198/1955, καθώς η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε διά επιδόσεως την 17η.11.2017 (βλ. την 5362Β/17.11.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικεί­ου Λασιθίου ..., την οποία προσκομίζει μετ επικλήσεως ο ενάγων).

Περαιτέρω, έπειτα από την παραδεκτή τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό κατά ένα μέρος του (πρβλ. Ολ.Α.Π. 13/1994 ΑρχΝομ 1994, 390) με τις κατατεθειμένες προτάσεις του ενάγοντος ενώπιον του παρόντος Δι­καστηρίου κατ άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 368/2016 και Α.Π. 1572/2013, αμφότερες διαθέσιμες σε Τ.Ν.Π. Νόμος), το παρεπό­μενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής τυγχάνει νόμιμο μόνο ως προς το ποσό των 19.800 ευρώ, που παρέμεινε καταψηφιστικό, καθώς η αναγνωριστική απόφαση δεν συνιστά εκτε­λεστό τίτλο κατ άρθρο 904 παρ. 2 περ. α Κ.Πολ.Δ. και, κατά συνέπεια, δεν δύναται ούτε να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή.

Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζό­μενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59,174, 180, 281, 299, 330, 340, 341, 345, 346, 349, 350, 353, 648, 653, 655, 656, 669, 672, 914, 932 Α.Κ., 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγ­ματος, 1 του ν. 1082/1980 και 1 παρ. 1 και 2 της Κ.Υ.Α. 19040/1981 «Χορήγηση επιδο­μάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα στους μισθωτούς όλης της χώρας που απα­σχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου», 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπα­ϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το ν. 4359/2016, 5 και 6 του ν. 3198/1955, 68, 70,176,191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε, 910 περ. 4 και 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (για το ότι οι δημιουργούμενες από την εργασιακή σχέση υποχρεώσεις των μερών, όπως είναι η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχε­ται τις προσφερόμενες από τον εργαζόμενο υπηρεσίες, εμπίπτουν στη ρύθμιση του άρ­θρου 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, βλ. Α.Π. 255/2005 ΕλλΔνη 2006,1405 και Εφ.Αθ. 8860/2006 ΕλλΔνη 2007, 887).

Σημειωτέον ότι εν προκειμένω δεν τί­θεται ζήτημα προληπτικής δικαστικής προστασίας κατ άρθρο 69 Κ.Πολ.Δ., ώστε να απαιτείται η συνδρομή των εκεί προ­βλεπόμενων προϋποθέσεων, καθόσον όλα τα αιτούμενα με την ένδικη αγωγή κονδύ­λια έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο συζήτησής της, που είναι και ο απώτερος χρόνος κατά τον οποίο κρίνεται η συνδρομή των στοιχείων και του απαιτη­τού του αγωγικού δικαιώματος, σύμφωνα με τη γενική δικονομική αρχή που συνάγε­ται από τα άρθρα 69, 70, 223, 224, 269 και 281 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 731/2017 Τ.Ν.Π. Νόμος, Εφ.Αθ. 161/2010 ΕλλΔνη 2010, 784, Εφ.Αθ. 1312/2005 ΕλλΔνη 2006.1699).

Τέλος, αναφορικά με το παρεπόμενο αίτημα περί τοκοδοσίας, τόκος οφείλεται, όσον αφορά τους μισθούς υπερημερίας, από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μη­νιαία αξίωση (άρθρα 655, 341 παρ. 1, 345 εδ. α Α.Κ.), για δε τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα τίθεται από το νόμο (άρθρο 10 της προαναφερ­θείσας Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980) επακρι­βώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου και η 30η Απριλίου αντίστοιχα κάθε έτους, για το οποίο αυτά οφείλονται), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχεται η ανωτέρω συνέπεια (Ολ.Α.Π. 40/2002 ΕΕργΔ 2002, 1478), ενώ, αναφορικά με την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, τόκος οφείλεται από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθόσον ο ενάγων δεν επικα­λείται εν προκειμένω προηγούμενη όχληση της εναγομένης για την καταβολή της.

Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό της αίτημα, το οποίο δεν υπερβαίνει την καθ ύλην αρ­μοδιότητα του Ειρηνοδικείου (άρθρο 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 49 ν. 4488/2017), δεν απαιτείται η καταβολή τέλος δικαστικού ενσήμου.

Σημειώνεται ότι, σε αντίθεση με όσα γί­νονταν δεκτά πριν από την τροποποίηση του άρθρου 346 Α.Κ. με τον ν. 4055/2012, ο περιορισμός των καταψηφιστικών αιτη­μάτων της αγωγής σε έντοκα αναγνωρι­στικά ουδόλως συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, καθώς μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση του τόκου επιδικίας ορίζεται πλέον το εύλογο ή μη της αντιδικίας [Α.Π. 1207/2017 Τ.Ν.Π. Νόμος και Ε. Ρίζος, «Τόκος επιδικίας (Α.Κ. 346) επί αναγνωριστικών αγωγών μετά το ν. 4055/2012», Αρμ 2017, 1502-1511], με τον τόκο επιδικίας να πρέπει να επιδικάζεται όταν ζητείται η επιδίκαση απαίτησης με την υποχρέωση καταβολής του νομίμου τόκου, χωρίς να απαιτείται κάποιο ιδιαίτερο προς τού­το αίτημα στην αγωγή (Μον.Πρωτ.Αθ. 7400/2015 ΕλλΔνη 2015,1753), δεδομένου ότι ως νόμιμο επιτόκιο νοείται και το επι­τόκιο του τόκου επιδικίας (Α.Π. 2037/2014 ΧρΙΔ 2015, 441 και Εφ.Θεσ. 144/2016 Τ.Ν.Π. Δ.Σ.Α. Ισοκράτης).

6. Κατά το άρθρο 349 Α.Κ., ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή που του προσφέρεται. Η προσφο­ρά πρέπει να είναι πραγματική και προσή­κουσα. Κατά δε το άρθρο 350 Α.Κ. ο δανει­στής γίνεται υπερήμερος και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν δήλωσε ήδη ότι δεν δέχεται την παροχή, ενώ, κατά το άρθρο 656 Α.Κ., αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της ερ­γασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργα­ζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο ερ­γοδότης όμως έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω δια­τάξεων προκύπτει ότι, σε περίπτωση άκυ­ρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ο εργοδότης καθίσταται και μόνο από τον λόγο αυτό υπερήμερος και οφείλει να καταβάλει τις προσήκου­σες αποδοχές στον ακύρως απολυθέντα εργαζόμενο, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, μετά την καταγγελία, αφού στην περί αυτής δήλωση του εργο­δότη περιέχεται αυτονοήτως και δήλωση βούλησης αυτού ότι δεν αποδέχεται πλέον τις υπηρεσίες του μισθωτού. Η υποχρέωση του υπερήμερου εργοδότη για καταβολή των αποδοχών υφίσταται μέχρι να αρθεί η υπερημερία του, είτε με δήλωσή του ότι αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, είτε με απόσβεση της ενοχής, είτε με σχετική αυτού και του μισθω­τού συμφωνία, είτε με νεότερη, έγκυρη καταγγελία της σύμβασης (Α.Π. 787/2017 ΕΕργΔ 2017, 1455). Ωστόσο, το δικαίωμα του εργαζόμενου να αξιώσει μισθούς υπερ­ημερίας κατά το άρθρο 656 Α.Κ. υπόκει­ται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους πε­ριορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ., δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέ­τοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλ­λης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργά­ζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστι­κή η άσκηση του δικαιώματος του εργα­ζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να εί­ναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του ερ­γοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει: α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορού­σε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρη­ση, β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζο­μένου αλλού και γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή, και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε τον χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (Α.Π. 613/2018, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, Α.Π. 394/2016 ΕΕργΔ 2016,1410, Α.Π. 147/2007 ΕΕργΔ 2007, 1038 και Εφ.Θεσ. 1218/2017 Τ.Ν.Π. Νόμος). Αντιστοίχως, για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι από τους οφειλόμενους μισθούς υπερη­μερίας θα πρέπει να αφαιρεθεί ό,τι ωφελήθηκε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας ή την παροχή της αλλού, πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες επαγγελ­ματικές δραστηριότητες του μισθωτού, με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηρι­ότητες αυτές (Α.Π. 1148/2017 ΕΕργΔ 2018, 59, Α.Π. 221/2011 ΕΕργΔ 2011, 732, Α.Π. 1004/2004 ΕΕργΔ 2005, 996).

7. Η εναγόμενη εταιρία, με τις έγγραφες προτάσεις της, συνομολογεί την κατάρτιση και λύση της επίδικης σύμβασης εξαρτη­μένης εργασίας κατά τις παραπάνω ημεροχρονολογίες και κατά τα λοιπά αρνείται την αγωγή. Περαιτέρω, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχω­ρίσθηκε στα, ταυτάριθμα με την παρού­σα, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου και αναπτύσσεται εκτενέστερα στις προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας, προβάλλει τους εξής ισχυ­ρισμούς: α) ότι η απόλυση του ενάγοντα οφείλεται σε συγκεκριμένο, βάσιμο λόγο, ο οποίος συνδέεται με τη συμπεριφορά του τελευταίου. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα, ο οποίος κατήγγειλε ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας του τον Ιούλιο του 2017, κλόνισε σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας μεταξύ τους, ώστε να είναι αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσης ερ­γασίας στο μέλλον, λαμβάνοντας υπ όψιν και την ολιγωρία που αυτός καταχρηστικά επέδειξε κατά τη διευθέτηση των εκκρεμο­τήτων που του είχαν ανατεθεί μέχρι την παραίτησή του. Ο παραπάνω ισχυρισμός, σύμφωνα και με τα όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο 1. μείζονα σκέψη της παρού­σας, εκτιμάται ως ένσταση, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρ­θρων 24 του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το ν. 4359/2016, και 281 Α.Κ. και πρέπει να εξε­ταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα, β) επικουρικά, ισχυρίζεται ότι ο ενάγων κατά κατάχρηση δικαιώματος παρέμεινε ηθελημένα άνεργος, με σκοπό την είσπραξη μισθών υπερημερίας, χωρίς να εργάζεται, αποφεύγοντας κακόβουλα να ανεύρει άλλη εργασία. Σύμφωνα όμως με τα όσα εκτίθενται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, με αυτό το περιεχόμενο ο κρινό­μενος ισχυρισμός, με τον οποίο διώκεται η πλήρωση της ένστασης της κακόβουλης παράλειψης ανεύρεσης εργασίας, τυγχά­νει απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, καθώς η εναγομένη ουδόλως προσδιορί­ζει τη συγκεκριμένη εργασία την οποία θα μπορούσε να εκτελέσει ο ενάγων, ούτε την ωφέλεια που αυτός θα αποκόμιζε, δηλαδή τις συγκεκριμένες αποδοχές τις οποίες θα ελάμβανε από την εργασία του αυτή, και γ) επίσης επικουρικά, ισχυρίζεται ότι από το αξιούμενο κονδύλιο των μισθών υπερ­ημερίας θα πρέπει να αφαιρεθεί η αμοιβή που αποκόμισε ο ενάγων παρέχοντας την εργασία του σε άλλον εργοδότη και ζητεί για την αιτία αυτή να επιδείξει ο ενάγων σειρά εγγράφων από τα οποία να προκύ­πτει η απασχόλησή του αυτή. Σύμφωνα όμως με τα όσα επίσης εκτίθενται στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, με αυτό το περιεχόμενο ο κρινόμενος ισχυρισμός, με τον οποίο διώκεται η πλήρωση της έν­στασης έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων, τυγχάνει απορριπτέος ως αόριστος, δεδομένου ότι εν προκειμένω δεν αναφέ­ρονται οι συγκεκριμένες επαγγελματικές δραστηριότητες του ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα έπειτα από την επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, με αναφορά στις συγκεκριμένες απολαβές που ο τελευταίος εισέπραξε από τις δραστηριό­τητες αυτές. Ενόψει δε της απόρριψης του προαναφερόμενου ισχυρισμού, το αίτημα επιδείξεως εγγράφων, που προβάλλει ο εναγόμενος κατά τα άρθρα 450 και 451 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει επίσης απορριπτέο, προ­εχόντως ως αλυσιτελές (Μον.Πρωτ.Θεσ. 11389/2007 Αρμ 2007,1368).

8. Κατά το άρθρο 19 παρ. 3 του Συν­τάγματος «Απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρ­θρων 9 και 9Α», ενώ το άρθρο 9Α εδ. α του Συντάγματος ορίζει ότι καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονι­κά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως ο νόμος ορίζει.

Από τις παραπάνω συνταγματικές δια­τάξεις παρέπεται ότι απαγορεύεται, και μάλιστα κατά τρόπο γενικό, απόλυτο και χωρίς επιφύλαξη (έτσι Γ. Νικολόπουλος, Δίκαιο αποδείξεως, Σάκκουλας, 2011), η χρήση σε πολιτική δίκη αποδει­κτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση των προαναφερόμενων διατά­ξεων (πρβλ. Α.Π. 1434/2001 ΕλλΔνη 2002, 1647), στο πλαίσιο δε εκκρεμούς δίκης ο δικαστής είναι αρμόδιος να κρίνει, κατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, αν η συλλογή προσωπικών δεδομένων που προσκομίζονται από τους διαδίκους υπήρ­ξε σύμφωνη με τις απαιτήσεις του νόμου (πρβλ. σχετικά απόφαση 147/2001 της Αρ­χής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα).

Ακόμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Κανονισμού 2016/679/Ε.Ε. για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (EE L 119/2016, επ.), αυτός θεσπίζει κανόνες που αφο­ρούν την προστασία των φυσικών προ­σώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομέ­νων προσωπικού χαρακτήρα και κανόνες που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προστατεύοντας θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των φυσικών προσώπων και, ειδικότερα, το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονι­σμού, ως «δεδομένο προσωπικού χαρα­κτήρα» νοείται κάθε πληροφορία που αφο­ρά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων») και ως «επεξεργασία» νοείται κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέ­σων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χα­ρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτη­ση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγρα­φή ή η καταστροφή. Σε αυτό το πλαίσιο, η προσκομιδή και ανακοίνωση σε δικαστή­ριο προσωπικών δεδομένων συνιστά μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία τους (έτσι, υπό το καθεστώς του ν. 2472/1997, η Α.Π. 1520/2017 Τ.Ν.Π. Νόμος).

Το άρθρο 5 του Κανονισμού, το οποίο προσδιορίζει τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χα­ρακτήρα, αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υπο­βάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια»), συλλέ­γονται για καθορισμένους, ρητούς και νό­μιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμ­βατο προς τους σκοπούς αυτούς («περιορισμός του σκοπού»), ενώ είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υπο­βάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποί­ηση των δεδομένων»).

Επιπροσθέτως, το άρθρο 6, το οποίο ορίζει τα σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χα­ρακτήρα, αναφέρει ότι η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις που το ίδιο προβλέπει, μεταξύ των οποίων συγκαταλέ­γεται η περίπτωση που το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργα­σία των δεδομένων προσωπικού χαρακτή­ρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκρι­μένους σκοπούς ή η περίπτωση κατά την οποία η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερό­ντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επι­βάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Κανονισμού, απαγορεύεται η επεξεργασία «ειδικών κατηγοριών» δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, στα οποία περι­λαμβάνονται εκείνα που αποκαλύπτουν τη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις ή τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, καθώς και η επεξεργασία γενετικών δεδομένων, βιομε­τρικών δεδομένων με σκοπό την αδιαμφι­σβήτητη ταυτοποίηση προσώπου, δεδομέ­νων που αφορούν την υγεία ή δεδομένων που αφορούν τη σεξουαλική ζωή φυσικού προσώπου ή τον γενετήσιο προσανατολι­σμό, εκτός εάν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγε­ται η ρητή συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων για την επεξεργασία αυτών των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς (περ. α) ή η περίπτωση κατά την οποία η επεξεργασία των παραπάνω δεδο­μένων είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων ή όταν τα δικαστήρια ενεργούν υπό τη δικαιοδοτική τους ιδιότητα (περ. στ).

9. Από την ανωμοτί εξέταση του ενάγο­ντα και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, οι οποίες περιλαμβάνονται στα, ταυτάριθμα με την παρούσα, πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του παρόντος Δι­καστηρίου και εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρα 415 παρ. 1 και 3, 420 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), από τις ομολογίες των διαδίκων (άρθρα 261 και 352 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες περιλαμβάνονται στα δικόγραφα που αυτοί έχουν καταθέσει, όπου ειδικά και περιορι­στικά αναφέρονται παραπάνω και παρα­κάτω, από τα έγγραφα που προσκομίζει ο ενάγων ως σχετικά 13,15 και 18, τα οποία έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα και προσ­άγονται χωρίς να συνοδεύονται από επί­σημη μετάφρασή τους, λαμβανόμενα υπ όψιν ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα (πρβλ. Α.Π. 1511/2009 ΕΕργΔ 2010, 825 και Εφ.Θεσ. 2601/2000 Αρμ 2001, 103) κατ άρθρο 340 παρ. 1 εδ. 2 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία των περιουσιακών διαφο­ρών έπειτα από τη θέση σε ισχύ του ν. 4335/2015, χωρίς εν προκειμένω η εκτίμησή τους να εξαρτάται από την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 Κ.Πολ.Δ. για την εμμάρτυρη απόδειξη, καθώς αντικείμενο της παρούσας δίκης αποτελεί η εγκυρότη­τα μίας μονομερούς δικαιοπραξίας (έτσι Μ. Μαργαρίτης / Α. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ., τόμος I, Π.Ν. Σάκκουλας, 2012, ανάλυση άρθρου 393, I. Τέντες σε: Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμη­νεία Κ.Πολ.Δ. I, ανάλυση άρθρου 393, και Ν. Νίκας, Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, Σάκκουλας, 2016), όπως είναι η καταγγελία μίας σύμβα­σης εργασίας, από τη με αριθμό .../21.9.2018 ένορκη βεβαίωση της ... ενώπιον της συμ­βολαιογράφου Σητείας..., την οποία προσκομίζει μετ επικλήσεως η εναγομένη και ελήφθη προς αντίκρουση ισχυρισμών του ενάγοντα που διατυπώθηκαν στο ακροα­τήριο, έπειτα από νομότυπη και εμπρόθε­σμη κλήτευσή του, όπως προκύπτει σχετι­κή προς τούτο δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της εναγομένης που καταχωρί­σθηκε στα, ταυτάριθμα με την παρούσα, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πα­ρόντος Δικαστηρίου και από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν μετ επικλήσεως οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα στη συν­έχεια, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδει­κτική δύναμη των υπολοίπων, χωρίς να λαμβάνονται υπ όψιν: 1) η από 27.6.2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2017 αίτηση προσωρινής ρύθμισης της κατά­στασης που κατέθεσαν εργαζόμενοι της εναγομένης, στους οποίους δεν περιλαμ­βάνεται ο ενάγων, κατ αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου και υπογράφεται από την νυν πληρεξούσια δικηγόρο του ενάγοντος, μετά της επ αυ­τής από 4.7.2017 προσωρινής διαταγής του Δικαστή του ως άνω Δικαστηρίου (προσκο­μισθείσα μετ επικλήσεως από τον ενάγο­ντα ως σχετικό 9), καθώς και οι με αριθ­μούς πρωτοκόλλου .../1.6.2017, .../2.6.2017 και .../2.6.2017 αιτήσεις για διενέργεια ερ­γατικής διαφοράς που κατέθεσαν εργαζό­μενοι της εναγομένης, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο ενάγων, ενώπιον του τμήματος επιθεώρησης εργασιακών σχέ­σεων Λασιθίου εξαιτίας απόλυσής τους από την εναγομένη λόγω νόμιμης συνδι­καλιστικής τους δράσης (προσκομισθείσες μετ επικλήσεως από τον ενάγοντα ως σχε­τικό 11), καθώς τα εν λόγω έγγραφα απο­τελούν αποδεικτικά μέσα που αποκτήθη­καν παράνομα, κατά παράβαση των άρ­θρων 9Α και 19 παρ. 3 του Συντάγματος και 1, 2, 4 και 9 του Κανονισμού 2016/679/Ε.Ε. Πιο συγκεκριμένα, τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χα­ρακτήρα εργαζομένων της εναγομένης τα οποία αποκαλύπτουν τη συνδικαλιστική τους δράση, χωρίς να προκύπτει ρητή συ­γκατάθεση των υποκειμένων αυτών των δεδομένων για την επίκληση και προσκόμισή τους στην παρούσα αστική υπόθεση, στην οποία οι εν λόγω εργαζόμενοι δεν αποτελούν διάδικα μέρη. Περαιτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η επεξεργασία αυτών των δεδομένων είναι απαραίτητη για τη θεμελίωση, άσκηση ή υποστήριξη νομικών αξιώσεων του ενάγοντα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 παρ. 2 περ. στ του Κανονισμού, δεδομένου ότι η αρχή της αναγκαιότητας διέπει και την επεξεργασία των ειδικών κατηγοριών δεδομένων προ­σωπικού χαρακτήρα (έτσι και οι Π. Αρμαμέντος / Β. Σωτηρόπουλος, Προσωπικά δεδομένα. Ερμηνεία Ν. 2472/1997, Σάκκου­λας, 2005, για την επεξεργασία των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με το προαναφερθέν νομοθέτη­μα), εν προκειμένω δε ουδόλως προκύπτει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός του ενάγοντα στο πεδίο της απόδειξης των αγωγικών του ισχυρισμών δεν θα μπορούσε να επι­τευχθεί με άλλα, ηπιότερα μέσα, που δεν θα ενείχαν επεξεργασία δεδομένων προ­σωπικού χαρακτήρα που αποκαλύπτουν τη συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση τρίτων προσώπων, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, ενώ, ειδικά όσον αφορά το προανα­φερθέν δικόγραφο, δεν προκύπτει ότι αυτό χορηγήθηκε στον ενάγοντα σύμφωνα με τη διαδικασία που διαγράφει το άρθρο 22 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρί­ων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, δεδομένου ότι η πληρεξούσια δικηγό­ρος του, η οποία το υπογράφει ως πληρε­ξούσια ετέρων εντολέων της, δεσμεύεται, ως υπεύθυνη επεξεργασίας, από την υπο­χρέωση απορρήτου που προβλέπει ο νόμος, έτσι ώστε τα δεδομένα που το δικό­γραφο αυτό περιέχει να μην είναι επιτρε­πτό να διαβιβασθούν ούτε να κοινοποιη­θούν σε τρίτους, εκτός από τις περιπτώσεις που κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο και συνδέ­εται άμεσα με την εκπλήρωση της εντολής των συγκεκριμένων πελατών της, τους οποίους και τα δεδομένα αυτά αφορούν (βλ. Α.Π. 252/2018 ΧρΙΔ 2018, 667), 2) το με αριθμό πρωτοκόλλου .../1.8.2017 υπόμνη­μα που κατέθεσαν εργαζόμενοι της εναγο­μένης, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο ενάγων, ενώπιον του τμήματος επιθεώ­ρησης εργασιακών σχέσεων Λασιθίου (προσκομισθέν μετ επικλήσεως από τον ενάγοντα ως σχετικό 14), το με αριθμό πρωτοκόλλου .../4.8.2017 υπόμνημα που κατέθεσε η εναγομένη ενώπιον του τμήμα­τος επιθεώρησης εργασιακών σχέσεων Λασιθίου επί αιτήσεως για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς εργαζομένων της, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο ενά­γων (προσκομισθέν μετ επικλήσεως από τον ενάγοντα ως σχετικό 17α), το με αριθ­μό πρωτοκόλλου .../16.8.2017 έγγραφο του τμήματος επιθεώρησης εργασιακών σχέ­σεων Λασιθίου με θέμα «Αποστολή εργα­τικής διαφοράς», απευθυνόμενο προς ερ­γαζόμενους της εναγομένης στους οποίους δεν περιλαμβάνεται ο ενάγων και κοινοποιούμενο στην εναγομένη (προσκομισθέν μετ επικλήσεως από τον ενάγοντα ως σχε­τικό 20) και το από 23.11.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εναγομένης και του εργαζομένου της ... (προσκομισθέν μετ επικλήσεως από τον ενάγοντα ως σχετικό 25α), καθώς το σύνολο αυτών των εγγρά­φων αποτελούν αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν παράνομα, κατά παράβαση των άρθρων 9Α και 19 παρ. 3 του Συντάγματος και 1, 2, 4, 5 και 6 του Κανονισμού 2016/679/Ε.Ε., δεδομένου ότι ί) αυτά περι­λαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρα­κτήρα εργαζομένων της εναγομένης χωρίς να προκύπτει ρητή συγκατάθεση των υπο­κειμένων αυτών των δεδομένων για την επίκληση και προσκόμισή τους στην παρ­ούσα αστική υπόθεση, στην οποία οι εν λόγω εργαζόμενοι δεν αποτελούν διάδικα μέρη και ιι) δεν συντρέχει εν προκειμένω κάποιος λόγος επιτρεπτού της επεξεργασί­ας, καθώς η απόδειξη των ισχυρισμών του ενάγοντα για διαφορές της εναγομένης με εργαζομένους της θα μπορούσε να επιτευ­χθεί με άλλα, ηπιότερα μέσα, που δεν ενέ­χουν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων τρίτων προσώπων χωρίς τη συγκατάθεσή τους (πρβλ. σχετικά Ολ.Α.Π. 1/2017 ΠοινΔνη 2017, 833 και ΣτΕ 1847/2017 Τ.Ν.Π. Νόμος), όπως, λόγου χάρη, με μάρτυρες και 3) η με αριθμό .../18.9.2018 ένορκη κατά­θεση του ... ενώπιον της συμβολαιογράφου Σητείας ..., την οποία προσκομίζει μετ επι­κλήσεως ο ενάγων, καθώς δεν αποδεικνύ­εται νομότυπη κλήτευση της εναγομένης κατά τη λήψη της, η οποία έλαβε χώρα χωρίς την παρουσία της τελευταίας, δεδο­μένου ότι από τη με αριθμό .../13.9.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ..., την οποία επίσης προσκομίζει μετ επικλήσεως ο ενάγων, προκύπτει ότι η από 13.9.2018 κλήση του προς την εναγομένη δεν φέρει υπογραφή της πληρεξούσιας δικηγόρου του, παράλειψη η οποία επιφέρει ακυρό­τητα της κλήτευσης (έτσι Π. Γιαννόπουλος Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική δίκη, Σάκκουλας, 2005, Πρβλ. σχετικά και Π. Γιαννόπουλος / Χ. Τριανταφυλλίδης «Οι τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 στον Κώδικα Πολιτικής Δικο­νομίας στο πεδίο του δικαίου της αποδεί­ξεως», ΕλλΔνη 2016, 665-690, όπου αναφέρεται ότι η κλήση, εξαιτίας του χα­ρακτήρα της ως δικογράφου, θα πρέπει να περιλαμβάνει και τα στοιχεία του άρθρου 118 Κ.Πολ.Δ., ενώ ως διαδικαστική πράξη εντασσόμενη στο πλαίσιο της δίκης ενόψει της οποίας επισπεύδεται η λήψη της ένορ­κης βεβαίωσης πρέπει να υπογράφεται υποχρεωτικά από πληρεξούσιο δικηγόρο, έχοντα ικανότητα του δικολογείν στο δικα­στήριο ενώπιον του οποίου πρόκειται να χρησιμοποιηθεί η ένορκη βεβαίωση) και καθιστά την ως άνω ένορκη βεβαίωση ανυ­πόστατο αποδεικτικό μέσο, που δεν δύνα­ται να εκτιμηθεί ούτε ως δικαστικό τεκμή­ριο (Α.Π. 1429/1997 ΕλλΔνη 1998, 823) ανεξαρτήτως βλάβης της μη νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθείσας εναγομέ­νης (Εφ.Αθ. 3937/2001 ΕΠολΔ 2005, 318) και παρά το γεγονός ότι η τελευταία δεν προ­βάλλει σχετική ένσταση (Α.Π. 106/1991 ΕΕΝ 1992, 75, και Κ. Μακρίδου σε: Κεραμέα/ Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ. I, ανάλυση άρθρου 271), δεδο­μένου ότι το νομότυπο της κλήτευσης κατά τη λήψη ένορκης βεβαίωσης ερευνάται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Α.Π. 1413/2011 Τ.Ν.Π. Νόμος Α.Π. 31/1999 ΕλλΔνη 1999, 572), αποδεικνύονται τα ακό­λουθα πραγματικά περιστατικά:

Η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία δραστη­ριοποιείται στην παραγωγή, εμπορία και τυποποίηση αγροτικών προϊόντων, ενώ διατηρεί τις εγκαταστάσεις της στη Σητεία Λασιθίου. Την 12η.6.2017, όπως συνομο­λογείται από αμφότερους τους διαδίκους, προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρ­τημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προ­κειμένου να εργαστεί στην επιχείρησή της υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ως γενικός διευθυντής. Οι καθαρές μηνιαίες μισθολογικές του αποδοχές συμφωνήθη­καν στο ποσό των 2.500 ευρώ, όπως επί­σης συνομολογείται από αμφότερους τους αντιδίκους, αλλά και προκύπτει από το με αριθμό 11/2017 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης που η τελευ­ταία προσκομίζει μετ επικλήσεως. Παρόλα αυτά, υφίσταται διαφωνία των διαδίκων όσον αφορά το ύψος των μικτών αποδο­χών του ενάγοντα, καθώς ο τελευταίος προσδιορίζει αυτές στο ποσό των 4.400 ευρώ και η εναγομένη στο ποσό των 2.975 ευρώ, το οποίο και αναγράφεται στη γνω­στοποίηση των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, η οποία υπογρά­φηκε από τον ίδιο έπειτα από την πρόσληψή του, υπό τη διττή του μάλιστα ιδιότητα, τόσο του εργαζόμενου όσο και του γενικού διευθυντή της εναγόμενης εταιρίας. Ωστό­σο, η όποια αμφιβολία αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους των μικτών απο­δοχών του ενάγοντα θα πρέπει να αρθεί με προσφυγή τους προβλεπόμενους στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ. ερμηνευτικούς κανόνες. Καθώς, λοιπόν, αληθής βούληση αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών υπήρξε ο προσδιορισμός των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντα στο ποσό των 2.500 ευρώ, το ποσό αυτό θα πρέπει να αναλογεί, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, στις πραγ­ματικά καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του, αφαιρουμένων όχι μόνο των κρατή­σεων υπέρ του Ι.Κ.Α.-Τ.Ε.Α.Μ. (όπως εν τοις πράγμασι υποστηρίζει η εναγομένη), αλλά, επιπροσθέτως, και του φόρου μισθωτών υπηρεσιών και της εισφοράς αλληλεγγύ­ης (όπως βάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, βλ. και την εξοφλητική απόδειξη μισθο­δοσίας του μήνα Ιουλίου 2017, που αυτός προσκομίζει μετ επικλήσεως, σύμφωνα με την οποία, με μικτό μισθό 4.400 ευρώ και αφαιρουμένων όλων των παραπάνω κρα­τήσεων, οι πληρωτέες αποδοχές του ανέρ­χονται στο ποσό των 2.521,73 ευρώ). Κα­τόπιν αυτού, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η συμφωνία των διαδίκων για την πρόσληψη του ενάγοντα περιελάμβανε την καταβο­λή σε αυτόν μικτών μηνιαίων αποδοχών 4.400 ευρώ, λόγος για τον οποίο, στις αρχές Ιουλίου 2017 και ενόψει της είσπραξης του πρώτου μισθού του, ο τελευταίος έδωσε εντολή στο εξωτερικό λογιστικό γραφείο, με το οποίο συνεργάζεται η εναγομένη για τη μισθοδοσία του προσωπικού της, να προσαρμόσει τις μικτές αποδοχές του σε αυτό το ποσό.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω απο­δεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι πολύ σύντομα εκδηλώθηκαν διαφωνίες μεταξύ του ενάγοντα και του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο η εταιρία θα έπρεπε να χειριστεί εργατική διαφορά με 21 εργαζομένους της οι οποίοι είχαν απολυθεί πριν την πρόσ­ληψη του ενάγοντα (βλ. τα δημοσιεύμα­τα του τοπικού ηλεκτρονικού τύπου αλλά και τα δελτία τύπου της Γ.Σ.Ε.Ε. και των εργατοϋπαλληλικών κέντρων Ηρακλείου και Λασιθίου, τα οποία αυτός προσκομίζει μετ επικλήσεως). Για το λόγο αυτό ο ενάγων υπέβαλε στο διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης την από 25.7.2017 επιστο­λή του, με την οποία της δήλωσε ότι παρ­αιτείται οικειοθελώς από την επιχείρησή της, αποχωρώντας από τη θέση εργασίας του την 31η.7.2017. Σύμφωνα δε με τα όσα αναφέρονται στην υπό στοιχείο 3. μείζονα σκέψη της παρούσας, η παραπάνω δήλω­ση του ενάγοντα αποτελεί καταγγελία από τον ίδιο της σύμβασης εργασίας του μετά από προμήνυση, που είχε ως αποτέλεσμα την κανονική λειτουργία της σύμβασής του μέχρι την 3117.2017 και τη λύση της μετά την πάροδο της ημεροχρονολογίας αυτής. Παρόλα αυτά, ο ενάγων παρέμεινε στη θέση του μέχρι την 1718.2017, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τελικά τη σύμβαση εργασίας του, αρνούμενη έκτοτε να αποδε­χθεί τις υπηρεσίες του. Με τις κατατεθειμέ­νες προτάσεις του, όπου το πρώτον ανα­φέρεται στην παραίτησή του, δεδομένου ότι στην κρινόμενη αγωγή παραλείπεται η παραμικρή σχετική αναφορά, ο ενάγων ισχυρίζεται (βλ. 5η σελίδα αυτών) ότι, έπειτα από την καταγγελία από τον ίδιο της σύμ­βασης εργασίας του, του ζητήθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης να ανακαλέσει αυτήν, όπερ και ο τελευταίος έπραξε, συνεχίζοντας να προσφέρει την εργασία του, η οποία γινόταν αποδεκτή από την εργοδότριά του. Μάλιστα, εξετα­ζόμενος ανωμοτί στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της κρινόμενης υπόθεσης, ο ενά­γων έκανε λόγο για διαβεβαίωση που έλαβε από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβου­λίου της εργοδότριάς του την 118.2017, ότι υφίσταται σύγκλιση απόψεων αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού της διαφοράς με τους απολυθέντες εργαζομένους της ενα­γομένης, ενώ αναφέρθηκε στο διάστημα από την 1η μέχρι την 14η Αυγούστου 2017 ως την καλύτερη περίοδο της επαγγελμα­τικής του συνεργασίας με την εναγομένη. Ωστόσο, αν και η παραμονή του ενάγοντα στη θέση εργασίας του μέχρι την 1718.2017 συνομολογείται και από την εναγομένη, ουδόλως μπορούν να γίνουν πιστευτοί οι παραπάνω ισχυρισμοί του για τους λόγους που υπαγόρευσαν αυτήν την παραμονή. Πιο συγκεκριμένα, αντί εκκλήσεως του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης προς τον ενάγοντα να ανακαλέσει την παρ­αίτησή του, από το απόσπασμα του με αριθμό 16/2017 πρακτικού του διοικητι­κού της συμβουλίου, το οποίο η εναγομέ­νη προσκομίζει μετ επικλήσεως, προκύπτει ότι αυτή έσπευσε την 31η.7.2017, ευθύς μόλις παρήλθε η προθεσμία προμήνυσης που έταξε ο ενάγων στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, να κάνει αποδεκτή την παραίτησή του, γεγονός ενδεικτικό της πλήρους διάρρηξης των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, και μάλιστα εκ του περισ­σού, καθώς, και πάλι σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στη υπό στοιχείο 3. μείζονα σκέ­ψη της παρούσας, η καταγγελία του ενά­γοντα ανέπτυξε τα έννομα αποτελέσματά της ευθύς μόλις περιήλθε στην εναγομένη, χωρίς να μπορεί να γίνει ανάκλησή της. Άλ­λωστε, στην κρινόμενη αγωγή του ο ενά­γων, αν και παραλείπει κάθε αναφορά στη γενόμενη παραίτησή του, ουδόλως ανα­φέρεται σε βελτίωση των σχέσεών του με τους εκπροσώπους της εναγομένης έπειτα από την 3117.2017 αλλά, τουναντίον, πε­ριγράφει (βλ. στην 6η σελίδα της αγωγής) ότι μέχρι την 14η.7.2017 συνέχισε να ασκεί τα καθήκοντά του εν μέσω ενός «ιδιαίτε­ρα δυσμενούς κλίματος για το πρόσωπο του», αναφορά που καταδεικνύει ότι ουδέ­ποτε μέχρι τότε αναιρέθηκαν οι λόγοι που τον οδήγησαν σε παραίτηση. Κατόπιν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι, έπειτα από την παραίτηση του ενάγοντα, εξέλιπε ορι­στικά κάθε πνεύμα συνεργασίας μεταξύ του ιδίου και της εργοδότριάς του, καθώς όμως κατά την 3117.2017, οπότε παρήλθε η προ­θεσμία προμήνυσης και η παραίτησή του ανέπτυξε τα αποτελέσματά της, δεν είχαν ακόμα διευθετηθεί όλες οι εκκρεμότητες που είχαν ανατεθεί στον ενάγοντα μέχρι τότε, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων μία νέα σύμβαση εργασίας, με αντικείμενο τη διευθέτηση από τον ενάγοντα αυτών των εκκρεμοτήτων εντός σύντομου χρο­νικού διαστήματος, προς δε τούτο ο τε­λευταίος συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του και η ενάγουσα να τις αποδέχεται. Έτσι, την 1718.2017, μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος που κρίνεται εύλογο, κατά το οποίο η εναγομένη διαπίστωσε ότι ο ενά­γων κωλυσιεργούσε τη διευθέτηση των παραπάνω εκκρεμοτήτων, η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης ερ­γασίας του.

Από τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι η καταγγελία από την εναγομένη της

σύμβασης εργασίας του ενάγοντα έγινε για βάσιμο, σοβαρό και αληθινό λόγο, ο οποίος συνδέεται με τη συμπεριφορά του τελευ­ταίου, δεκτής γιγνομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγο­μένης προς απόρριψη της κρινόμενης αγω­γής περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης, διότι η καταγγελία αυτή δεν έγινε εξαιτίας των διαφωνιών των διαδίκων για το χειρισμό της εργατικής διαφοράς της εταιρίας με έτερους εργαζομένους της, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων —άλλωστε η αι­τία αυτή τον είχε οδηγήσει να καταγγείλει ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας του ήδη από την 2517.2017, αλλά εξαιτίας αφενός μεν της οριστικής απουσίας, έπειτα από την παραίτηση του ενάγοντα, κάθε πνεύματος συνεργασίας μεταξύ του ιδίου και της εργοδότριάς του, αφετέρου δε του πλήρους κλονισμού της εμπιστοσύνης της εναγο­μένης έναντι του εν λόγω υπαλλήλου με υπαιτιότητα της τελευταίου, μεταξύ άλλων και λόγω της ολιγωρίας του κατά τη διευ­θέτηση των εκκρεμοτήτων που, μέχρι την παραίτησή του, είχαν ανατεθεί στον ενά­γοντα. Ακόμα, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εναγομένου συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, γεγονός που καθι­στά απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο και το αίτημα της κρινόμενης αγωγής για επιδίκαση στον ενάγοντα χρηματικής ικα­νοποίησης λόγω ηθικής βλάβης για την παραπάνω αιτία.

Εν όψει όλων των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της εναγομένης πρέπει, κατά παραδοχή σχετικού της αιτήματος, να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντα, λόγω της ήττας του, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας (άρθρα 176,189 παρ. 1,191 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με τα άρθρα 63 παρ. 1, εδ. 1, στ. ι, περ. α και 68 παρ. 1 ν. 4194/2013), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.