ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Αριθμός 1694/2018

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

Πρόεδρος: Νικ. Σακελλαρίου, Πρόεδρος ΣτΕ

Εισηγητής: Δ. Κυριλλόπουλος, Σύμβουλος Επικρατείας

Δικηγόροι: Ν. Αλιβιζάτος, Β. Παπαδόπουλος,

Ε. Κουτσουράκη, Χ. Αργυρόπουλος,

Π. Νικολόπουλος

 

1. Επειδή, πριν από τη διάσκεψη του Δικαστηρίου για την παρούσα υπόθεση, ο Πρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, ο οποίος είχε προεδρεύσει της συνθέσεως κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως, υπέβαλε παραίτηση από το Δικαστικό Σώμα. Κατόπιν αυτού, αναπληρώθηκε κατά τη διάσκεψη από τον αρχαιότερο της συνθέσεως Αντιπρόεδρο Χ. Ράμμο, αντιστοίχως δε, ο Σύμβουλος Χ. Ντουχάνης, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως, μετέσχε της διασκέψεως ως τακτικό μέλος (Άρθρο 26 του Ν 3719/2008 - Α΄ 241, 16/2014 πρακτικό διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου).

2. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμο καταβολή παραβόλου.

3. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από 29.1.2018 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της .../28.12.2017 αποφάσεως της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής της Αρχής Προσφυγών. Με την απόφαση αυτή ακυρώθηκε, κατόπιν αποδοχής προσφυγής του ..., υπηκόου Τουρκίας, η .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής και αναγνωρίσθηκε ο ανωτέρω ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ΝΔ 3989/1959, και των άρθρων 2 εδ. ε΄ και 13 του ΠΔ 141/2013.

4. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3900/2010 “Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις” (Α΄ 213), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν 4055/2012 (Α΄ 51), ορίζεται ότι: “Οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή μέσο ενώπιον οποιουδήποτε τακτικού διοικητικού δικαστηρίου μπορεί να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας με πράξη τριμελούς Επιτροπής, αποτελούμενης από τον Πρόεδρό του, τον αρχαιότερο Αντιπρόεδρο και τον Πρόεδρο του αρμόδιου καθ’ ύλην Τμήματος, ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου των διοικητικών δικαστηρίων, όταν με αυτό τίθεται ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων. Τα αιτήματα των διαδίκων συνοδεύονται, επί ποινή απαραδέκτου, από παράβολο τριακοσίων (300) ευρώ υπέρ του Δημοσίου ... . Η πράξη της Επιτροπής δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Η αναστολή δεν καταλαμβάνει την προσωρινή δικαστική προστασία. Μετά την επίλυση του ζητήματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να παραπέμψει το ένδικο μέσο ή βοήθημα στο αρμόδιο τακτικό διοικητικό δικαστήριο. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεσμεύει τους διαδίκους της ενώπιόν του δίκης, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παρεμβάντες ...”.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την 2/2018 πράξη της Επιτροπής του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν 3900/2010, όπως ισχύει, έγινε δεκτή η από 7.2.2018 αίτηση του ανωτέρω Τούρκου υπηκόου και διετάχθη η εισαγωγή της κρινομένης αιτήσεως ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η αίτηση αυτή είχε ασκηθεί ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ως δικαστηρίου αρμοδίου για την εκδίκασή της, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 15 παρ. 3 του Ν 3068/2002 (Α΄274), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του Ν 3900/2010 (Α΄213). Με την ως άνω πράξη της Επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες «ΤΑ ΝΕΑ» και «ΕΣΤΙΑ» στις 12.2.2018 και 11.2.2018 αντιστοίχως, έγινε δεκτό ότι με την κρινόμενη αίτηση τίθεται το γενικότερου ενδιαφέροντος ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 1ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του άρθρου 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011, που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 141/2013, καθώς επίσης και της ερμηνείας του άρθρου 64 του Ν 4375/2016 σχετικά με την προβλεπόμενη σε αυτό ενδοστρεφή δίκη.

6. Επειδή, με την από 13.2.2018 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας η ανωτέρω αίτηση ακυρώσεως εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω της εξαιρετικής σπουδαιότητός της (άρθρ. 14 παρ. 2, 20, 21 του ΠΔ 18/1989, 34 του Ν 3772/2009, 8 παρ. 4, 5 του Ν 4205/2013).

7. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνουν υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως ο ανωτέρω ... και το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών».

8. Επειδή, η παρέμβαση του Τούρκου υπηκόου ... ασκείται με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς.

9. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν 4194/2013 – Α΄ 208) ορίζεται ότι : “Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει : α) Η υπεράσπιση των αρχών και κανόνων του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική πολιτεία. β) ... ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακυρώσεως, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης και κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο ...”.

10. Επειδή, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλοντας με το δικόγραφο της παρεμβάσεως ότι “η υπόθεση των οκτώ Τούρκων αξιωματικών, που διέφυγαν με ελικόπτερο στην Ελλάδα ... λίγες ώρες μετά την καταστολή της απόπειρας ανατροπής της κυβέρνησης ..., έχει εύλογα προκαλέσει το ενδιαφέρον της ελληνικής κοινής γνώμης. Η παροχή ασύλου σε πρόσωπα που διώκονται για την πολιτική δράση τους στην χώρα προέλευσής τους αποτελεί βασική αρχή του κράτους δικαίου, όπως αυτό γίνεται δεκτό στην ελληνική, στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη και αποτελεί γενικά παραδεδεγμένο κανόνα δικαίου”. Με τα δεδομένα όμως αυτά, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών δεν έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση της υπό κρίση παρεμβάσεως με βάση την διάταξη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία είναι ατομική διοικητική πράξη, δεν θίγει τα συμφέροντα των μελών του ως επαγγελματικής τάξεως, ενώ η χορήγηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας σε συγκεκριμένο αλλοδαπό, ανεξάρτητα από την υπηκοότητά του, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνδέεται με βασική αρχή του κράτους δικαίου ή με ζήτημα γενικότερου εθνικού ενδιαφέροντος. Συνεπώς, για το λόγο αυτόν, η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Δ. Σκαλτσούνη, Β. Αραβαντινού, Δ. Κυριλλόπουλου, Ο. Ζύγουρα, Θ. Αραβάνη, Η. Μάζου, Ρ. Γιαννουλάτου και της Παρέδρου Αικ. Ρωξάνα, ενόψει των ως άνω προσβαλλομένων ισχυρισμών, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με έννομο συμφέρον παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 90 περ. α΄, ζ΄ του Κώδικα Δικηγόρων, προς υπεράσπιση των αρχών του κράτους δικαίου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας, το οποίο συνάπτεται με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Χώρας, στο πλαίσιο της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου, το οποίο συγκροτείται από τις οδηγίες 2011/95/ΕΕ, 2013/32/ΕΕ και 2013/33/ΕΕ.

11. Επειδή, στην από 28.7.1951 Διεθνή Σύμβαση της Γενεύης περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς νομικού συστήματος για την προστασία των προσφύγων, και η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 3989/1959 (Α΄ 201), ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 1 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου της Νέας Υόρκης της 31.1.1967, το οποίο κυρώθηκε με τον ΑΝ 389/1968 - Α΄ 125, διά της απαλείψεως των λέξεων «συνεπεία γεγονότων επελθόντων προ της 1ης Ιανουαρίου 1951» και των λέξεων «συνεπεία τοιούτων γεγονότων») «Καθορισμός του όρου πρόσφυξ» «Α. Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως ο όρος «πρόσφυξ» εφαρμόζεται επί: 1. ... 2. Παντός προσώπου όπερ συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητά τινα και ευρισκόμενον εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην... Β. ... ΣΤ. Αι διατάξεις της Συμβάσεως ταύτης δεν εφαρμόζονται επί προσώπων διά τα οποία υπάρχουν σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις ότι: α) έχουν διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητος εν τη εννοία των διεθνών συμφωνιών αίτινες συνήφθησαν επί σκοπώ αντιμετωπίσεως των αδικημάτων τούτων. β) έχουν διαπράξει σοβαρόν αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου ευρισκόμενα εκτός της χώρας της εισδοχής πριν ή γίνουν ταύτα δεκτά ως πρόσφυγες υπό της χώρας ταύτης. γ) είναι ένοχα ενεργειών αντιθέτων προς τους σκοπούς και τας αρχάς των Ηνωμένων Εθνών». ... ΚΕΦΑΛΑΙΟ V ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ... Άρθρο 32 «Απέλασις» «1. Αι Συμβαλλόμεναι Χώραι δεν θα απελαύνουν πρόσφυγας νομίμως διαμένοντας επί του εδάφους αυτών, ειμή μόνον δια λόγους εθνικής ασφαλείας ή δημοσίας τάξεως. 2. ...» Άρθρο 33 «Απαγόρευσις απελάσεως ή επαναπροωθήσεως «1. Ουδεμία Συμβαλλόμενη Χώρα θα απελαύνη ή θα επαναπροωθή καθ’ οιονδήποτε τρόπον, πρόσφυγας, εις τα σύνορα εδαφών ένθα η ζωή ή η ελευθερία αυτών απειλούνται δια λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων. 2. Το εκ της παρούσης διατάξεως απορρέον ευεργέτημα δεν δύναται πάντως να επικαλήται πρόσφυξ όστις, δια σοβαράς αιτίας, θεωρείται επικίνδυνος εις την ασφάλειαν της χώρας ένθα ευρίσκεται ή όστις, έχων τελεσιδίκως καταδικασθή δι’ ιδιαιτέρως σοβαρόν αδίκημα, αποτελεί κίνδυνον δια την Χώραν». Εξ άλλου, στο άρθρο 18 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης (βλ. Ενοποιημένη απόδοση ΕΕL 202 της 7ης Ιουνίου 2016 σελ. 389 επ) ορίζεται ότι: “Το δικαίωμα ασύλου διασφαλίζεται τηρουμένων των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ...”.

12. Επειδή, στο άρθρο 78 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Ενοποιημένη απόδοση ΕΕL 202 της 7ης Ιουνίου 2016 σελ. 47 επ.) ορίζεται ότι: «1. Η Ένωση αναπτύσσει κοινή πολιτική στους τομείς του ασύλου, της επικουρικής προστασίας και της προσωρινής προστασίας με στόχο να παρέχεται το κατάλληλο καθεστώς σε οποιονδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας που χρήζει διεθνούς προστασίας και να εξασφαλίζεται η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης. Η πολιτική αυτή πρέπει να συνάδει με τη Σύμβαση της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και με το Πρωτόκολλο της 31ης Ιανουαρίου 1967 περί του καθεστώτος των προσφύγων, καθώς και με άλλες συναφείς συμβάσεις. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, λαμβάνουν μέτρα όσον αφορά κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου, στο οποίο περιλαμβάνονται: α) ενιαίο καθεστώς ασύλου υπέρ των υπηκόων τρίτων χωρών, το οποίο ισχύει σε όλη την Ένωση, β) ενιαίο καθεστώς επικουρικής προστασίας για τους υπηκόους τρίτων χωρών που χρήζουν διεθνούς προστασίας, χωρίς να τους χορηγείται ευρωπαϊκό άσυλο, γ) ...». Κατ’ επίκληση του ανωτέρω άρθρου εκδόθηκε η οδηγία 2011/95/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011 «σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας» (L 337). Η οδηγία αυτή μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη με το ΠΔ 141/2013 (Α΄ 226). Στο προεδρικό αυτό διάταγμα ορίζονται τα ακόλουθα: ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 1. ... Άρθρο 2 (άρθρο 2 της οδηγίας) «Ορισμοί» «Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος οι παρακάτω όροι έχουν την εξής έννοια:

α) «Σύμβαση της Γενεύης» είναι η Σύμβαση περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και κυρώθηκε με το ΝΔ 3989/1959 (Α΄ 201), όπως τροποποιήθηκε από το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο κυρώθηκε με τον ΑΝ 389/1968 (Α΄ 125), β) «αίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το ελληνικό κράτος που υποβάλει ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, ή τη χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας, εφόσον ο ίδιος δεν ζητά ρητώς να του χορηγηθεί άλλη μορφή προστασίας, που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος διατάγματος και μπορεί να ζητηθεί αυτοτελώς, γ) «αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην ελληνική επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητά άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητά να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του παρόντος και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση..., δ) «δικαιούχος διεθνούς προστασίας» είναι το πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί καθεστώς πρόσφυγα ή καθεστώς επικουρικής προστασίας, όπως ορίζονται στα στοιχεία στ΄ και η΄, ε) «πρόσφυγας» είναι ο αλλοδαπός ο οποίος, συνεπεία βάσιμου φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, βρίσκεται εκτός της χώρας της ιθαγένειάς του και δεν μπορεί ή λόγω του φόβου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας..., στ) «καθεστώς πρόσφυγα» είναι η αναγνώριση από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός αλλοδαπού ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα, ζ) «πρόσωπο που δικαιούται επικουρική προστασία» είναι, με την επιφύλαξη του άρθρου 17, ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, αλλά στο πρόσωπό του συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι αν επιστρέψει στη χώρα της καταγωγής του κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 15 και που δεν μπορεί ή λόγω του κινδύνου αυτού δεν επιθυμεί να θέσει εαυτόν υπό την προστασία της εν λόγω χώρας, η) «καθεστώς επικουρικής προστασίας είναι η αναγνώριση από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός αλλοδαπού ή ανιθαγενούς ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας, θ) ...» Άρθρο 3 «Η ερμηνεία και εφαρμογή του παρόντος διατάγματος τελεί σε συμφωνία με τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε από το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967, καθώς και τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου που έχουν επικυρωθεί από την Ελλάδα» ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Άρθρο 4 (άρθρο 4 της οδηγίας) «1. ... 3. Η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη βάση...» Άρθρο 5 (άρθρο 5 της οδηγίας) «1. Διεθνής προστασία παρέχεται στον αιτούντα και όταν ο βάσιμος φόβος δίωξης ή ο πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στηρίζεται σε: α) γεγονότα τα οποία επήλθαν μετά την αναχώρηση του αιτούντος από τη χώρα καταγωγής του, β) ...» Άρθρο 6 (άρθρο 6 της οδηγίας) «Στους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται: α) το κράτος ...» Άρθρο 7 (άρθρο 7 της οδηγίας) «1. Προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης μπορεί να παρέχεται μόνο από: α) το κράτος ...» ΄Αρθρο 8 ... ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΑ Άρθρο 9 (άρθρο 9 της οδηγίας) «1. Μία πράξη για να θεωρηθεί ως πράξη δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης πρέπει: α) να είναι αρκούντως σοβαρή λόγω της φύσης ή της επανάληψής της, ώστε να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων... β) να αποτελεί σώρευση διαφόρων μέτρων, συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται το άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο στοιχείο α΄. 2. Οι πράξεις που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πράξεις δίωξης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο μπορούν μεταξύ άλλων να έχουν τη μορφή: α) πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας... β) νομοθετικών, διοικητικών, αστυνομικών ή/και δικαστικών μέτρων, τα οποία ενέχουν διακρίσεις αφεαυτά ή εφαρμόζονται κατά τρόπο που ενέχει διακρίσεις, γ) ποινικής δίωξης ή επιβολής ποινής η οποία είναι δυσανάλογη ή ενέχει διακρίσεις, δ) ...» Άρθρο 10 (άρθρο 10 της οδηγίας) «1. Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, οι αρμόδιες αρχές εξέτασης και απόφασης, λαμβάνουν υπόψη ότι: α) ... ε) η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει ιδίως την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποίθησης, επί ζητήματος που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης, και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του αν ο αιτών έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση. 2. Κατά την αξιολόγηση για το βάσιμο του φόβου του αιτούντος ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή εάν ο αιτών χαρακτηρίζεται πράγματι από το φυλετικό, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη υπό την προϋπόθεση ότι το χαρακτηριστικό αυτό τού αποδίδεται από τον φορέα της δίωξης» Άρθρο 11 ... Άρθρο 12 (άρθρο 12 της οδηγίας) «Αποκλεισμός από το καθεστώς πρόσφυγα» «1. ... 2. Αλλοδαπός ή ανιθαγενής αποκλείεται από το καθεστώς του πρόσφυγα όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρείται ότι: α) έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στις οικείες διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί με σκοπό τη θέσπιση διατάξεων σχετικών με τα εγκλήματα αυτά, β) έχει διαπράξει σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα πριν την είσοδό του στην ελληνική επικράτεια. Ως σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα μπορεί να χαρακτηριστούν και εγκλήματα που η αντικειμενική τους υπόσταση συνίσταται σε αποτρόπαιη πράξη έστω και αν φέρεται ότι διαπράχθηκε με πολιτικό στόχο, γ) είναι ένοχος πράξεων που αντιβαίνουν προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών, όπως ορίζονται στο προοίμιο και στα άρθρα 1 και 2 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. 3. Η παράγραφος 2 έχει εφαρμογή και σε άτομα τα οποία είναι ηθικοί αυτουργοί ή συμμετέχουν άλλως στη διάπραξη των προβλεπόμενων στην εν λόγω παράγραφο εγκλημάτων ή πράξεων. Σε κάθε περίπτωση εκτιμάται η βαρύτητα της συμμετοχής.» ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑ Άρθρο 13 (άρθρο 13 της οδηγίας) «Το καθεστώς πρόσφυγα χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές απόφασης σε αλλοδαπούς ή ανιθαγενείς που πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα κεφάλαια Β΄ και Γ΄» ... ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΩΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Άρθρο 15 ... Άρθρο 17 (άρθρο 17 της οδηγίας) «1. Αλλοδαπός ή ανιθαγενής δεν δικαιούται επικουρικής προστασίας όταν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρείται ότι: α) έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στις οικείες διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί με σκοπό τη θέσπιση διατάξεων σχετικών με τα εγκλήματα αυτά, β) έχει διαπράξει σοβαρό έγκλημα πριν την είσοδο στη χώρα. Ως σοβαρό έγκλημα μπορεί να χαρακτηριστεί κακούργημα ή πλημμέλημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών γ) είναι ένοχος πράξεων που αντιβαίνουν προς τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών, όπως ορίζονται στο προοίμιο και στα άρθρα 1 και 2 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, δ) συνιστά κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια της χώρας ή για την κοινωνία της χώρας, λόγω τελεσίδικης καταδίκης του για τη διάπραξη σοβαρού εγκλήματος κατά την έννοια του στοιχείου β΄. 2. ... ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Άρθρο 20 (άρθρο 20 της οδηγίας) «Γενικοί κανόνες» «1. Το παρόν κεφάλαιο δεν θίγει τα δικαιώματα που προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης. 2. Το παρόν κεφάλαιο έχει εφαρμογή στους πρόσφυγες και στους δικαιούχους επικουρικής προστασίας, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. 3. ...» Άρθρο 21 (άρθρο 21 της οδηγίας)

«1. Οι αρμόδιες αρχές σέβονται την αρχή της μη επαναπροώθησης σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. 2. Εφόσον δεν απαγορεύεται από διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας και τηρουμένων των σχετικών διαδικαστικών εγγυήσεων, οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απομακρύνουν πρόσφυγα όταν: α) ευλόγως θεωρείται ότι το εν λόγω πρόσωπο αποτελεί κίνδυνο για την ασφάλεια του κράτους ή β) συνιστά κίνδυνο για την κοινωνία, λόγω τελεσίδικης καταδίκης του για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος. 3. ...».

13. Επειδή, περαιτέρω, βάσει του άρθρου 78 παρ. 2 στοιχείο δ) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε η οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας» (ΕΕL180/29-6-2013), η οποία έχει ως σκοπό τη θέσπιση κοινών διαδικασιών για τη χορήγηση και ανάκληση της διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ενόψει της δημιουργίας κοινής διαδικασίας ασύλου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η οδηγία αυτή μετεφέρθη στην εσωτερική έννομη τάξη με το Ν 4375/2016 (Α΄ 51/13.4.2016 – διόρθωση σφαλμάτων Α΄ 57/6.4.2016). Με το άρθρο 1 του νόμου αυτού ιδρύθηκε στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αυτοτελής υπηρεσία με τον τίτλο «Υπηρεσία Ασύλου» (όπως η υπηρεσία αυτή έχει συσταθεί από το άρθρο 1 του Ν 3907/2011 Α΄ 7), η οποία συγκροτούμενη από την Κεντρική Υπηρεσία Ασύλου και τις Περιφερειακές Υπηρεσίες Ασύλου, έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ασύλου και των λοιπών μορφών διεθνούς προστασίας των αλλοδαπών και των ανιθαγενών, είναι δε αρμόδια, μεταξύ άλλων, για την παραλαβή και εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας και την απόφανση επ’ αυτών σε πρώτο βαθμό. Με το άρθρο 4 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 1 του Ν 4399/2016-Α΄ 17), συνεστήθη στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης αυτοτελής υπηρεσία με τον τίτλο «Αρχή Προσφυγών», υπαγόμενη απευθείας στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και συγκροτούμενη από την Κεντρική Διοικητική Υπηρεσία και τις Ανεξάρτητες Επιτροπές Προσφυγών, οι οποίες ορίζονται ως αρμόδιες για την εξέταση και την έκδοση αποφάσεων επί των ενδικοφανών προσφυγών κατά των αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, οι οποίες ασκούνται από τους αιτούντες διεθνή προστασία. Ακολούθως, στη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι “Κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας ή ανακαλούν το καθεστώς αυτό μπορεί να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 και 62”, ενώ στο άρθρο 34 του ίδιου ως άνω νόμου (άρθρα 2 και 4 της οδηγίας) ορίζεται ότι: «Για την εφαρμογή του παρόντος: α) «Σύμβαση της Γενεύης» είναι η Σύμβαση περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων, η οποία υπεγράφη στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και κυρώθηκε με το ΝΔ 3989/1959 (Α΄ 201), όπως τροποποιήθηκε από το συναφές Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1967, το οποίο κυρώθηκε με τον ΑΝ 389/1968 (Α΄ 125) β) «Αίτηση διεθνούς προστασίας» ή «αίτηση ασύλου» ή «αίτηση» είναι η αίτηση παροχής προστασίας από το Ελληνικό Κράτος που υποβάλλει αλλοδαπός ή ανιθαγενής, με την οποία ζητά την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ιδιότητας του πρόσφυγα ή τη χορήγηση καθεστώτος επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης και τις διατάξεις του άρθρου 2 (β) και (γ) του ΠΔ 141/2013 (Α΄ 226) γ) ... δ) «αιτών διεθνή προστασία» ή «αιτών άσυλο» ή «αιτών» είναι ο αλλοδαπός ή ανιθαγενής, ο οποίος δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητά άσυλο ή επικουρική προστασία ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητά να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΠΔ 141/2013 (Α΄ 226) και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση ... ε) «Τελεσίδικη απόφαση» είναι η απόφαση που ορίζει εάν αλλοδαπός ή ανιθαγενής αναγνωρίζεται ή όχι ως πρόσφυγας ή δικαιούχος επικουρικής προστασίας, η οποία δεν υπόκειται πλέον σε άσκηση του ένδικου βοηθήματος που προβλέπεται στο άρθρο 64. στ) «Πρόσφυγας» είναι ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής στο πρόσωπο του οποίου πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης και του άρθρου 2 (ε) του ΠΔ 141/2013. ζ) «καθεστώς πρόσφυγα» είναι το καθεστώς που χορηγείται κατόπιν της αναγνώρισης από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός αλλοδαπού ή ανιθαγενή ως πρόσφυγα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 141/2013. η) «Δικαιούχος επικουρικής προστασίας» είναι ο αλλοδαπός ή ο ανιθαγενής που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 στοιχείο 3 του ΠΔ 141/2013. θ. «καθεστώς επικουρικής προστασίας» είναι το καθεστώς που χορηγείται κατόπιν της αναγνώρισης από την αρμόδια ελληνική αρχή ενός αλλοδαπού ή ανιθαγενούς ως δικαιούχου επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 141/2013 ι) «Διεθνής προστασία» είναι το καθεστώς πρόσφυγα και το καθεστώς επικουρικής προστασίας, όπως ορίζονται στα στοιχεία ζ και θ του παρόντος...». Περαιτέρω, στη μεν διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 του προαναφερθέντος νόμου “ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΩΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ” ορίζεται ότι “1. Ο αιτών δικαιούται να ασκήσει την προβλεπόμενη ενδικοφανή προσφυγή του άρθρου 7 παράγραφος 5, ενώπιον της Αρχής Προσφυγών του άρθρου 4: α. Κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση διεθνούς προστασίας ως αβάσιμη με την κανονική διαδικασία ...”, στη δε διάταξη του άρθρου 62 παρ. 8 του εν λόγω νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 86 παρ. 16 του Ν 4399/2016 (Α΄117), ορίζεται ότι: Κατά τη συζήτηση της προσφυγής, η Επιτροπή εξετάζει τόσο τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης όσο και την ουσία της υπόθεσης και αποφαίνεται αιτιολογημένως επί της αιτήσεως διεθνούς προστασίας του προσφεύγοντος”, ενώ στο άρθρο 64 του ίδιου ως άνω νόμου (άρθρο 47 της οδηγίας) ορίζονται τα ακόλουθα: «Άσκηση Αίτησης Ακυρώσεως» «1. Οι αιτούντες διεθνή προστασία έχουν δικαίωμα άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 3 του Ν 3068/2002 (Α΄ 274), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του Ν 3900/2010 (Α΄ 13) και ισχύει, κατά των αποφάσεων που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος Μέρους... 2. Αίτηση ακυρώσεως κατά των αποφάσεων των Επιτροπών Προσφυγών, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, μπορεί να ασκηθεί και από τον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης». Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΠΔ 123/2016 (Α΄ 208) συνεστήθη Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, στο οποίο μετεφέρθη από το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, μεταξύ άλλων, η αυτοτελής Υπηρεσία Ασύλου (άρθρο 3 παρ. 2), ορίσθηκε δε ως αρμόδιος για θέματα μεταναστευτικής πολιτικής ο Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής (άρθρο 3 παρ. 3).

14. Επειδή, τέλος, βάσει του άρθρου 78 παρ. 2 στοιχείο στ) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε η οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία» (ΕΕL 180/29.6.2013). Η οδηγία αυτή εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 αυτής «σε όλους τους υπηκόους τρίτων χωρών και τους ανιθαγενείς που ασκούν αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στο έδαφος, περιλαμβανομένων των συνόρων, στα χωρικά ύδατα ή στις ζώνες διέλευσης κράτους μέλους, εφόσον τους επιτρέπεται να παραμείνουν στο έδαφος ως αιτούντες...». Η οδηγία αυτή, πλην των άρθρων 8-11 και 26, τα οποία αναφέρονται στην κράτηση των αιτούντων, και έχουν μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη με τη διάταξη του άρθρου 46 του προαναφερθέντος Ν 4375/2016, δεν είχε μεταφερθεί στην εσωτερική έννομη τάξη και τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο.

15. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ..., Τούρκος υπήκοος, αξιωματικός του τουρκικού στρατού (πιλότος της Αεροπορίας Στρατού) με το βαθμό του λοχαγού, εισήλθε στην ελληνική επικράτεια τις πρωινές ώρες της 16ης Ιουλίου 2016, προσγειωθείς με στρατιωτικό ελικόπτερο, στο οποίο επέβαινε μαζί με 7 συναδέλφους του αξιωματικούς, στην πόλη της Αλεξανδρούπολης, αφού την προηγούμενη νύχτα (15 Ιουλίου 2016) είχε εκδηλωθεί στην Τουρκία απόπειρα ένοπλου στρατιωτικού πραξικοπήματος. Μετά τη σύλληψή του από τις ελληνικές αρχές λόγω παρανόμου εισόδου του στην Χώρα, ο ανωτέρω υπέβαλε στην Υπηρεσία Ασύλου την από 19.7.2016 αίτηση διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, στην οδηγία 2011/95/ΕΕ και στο ΠΔ 141/2013. Με την .../22.7.2016 απόφαση του Διευθυντού της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αλεξανδρούπολης επεβλήθη σε αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 46 του Ν 4375/2016, κράτηση 45 ημερών, (η οποία την 4.9.2016 παρετάθη για χρονικό διάστημα 45 ημερών) με την αιτιολογία ότι η συμπεριφορά του καθιστούσε την παρουσία του στο ελληνικό έδαφος επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια της Χώρας, ενώ με την 1706/21.7.2016 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξανδρούπολης επεβλήθη σε αυτόν ποινή φυλάκισης 2 μηνών με αναστολή για το αδίκημα της παρανόμου εισόδου στην Χώρα. Την 5.8.2016 η Γενική Εισαγγελία Κωνσταντινουπόλεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας υπέβαλε στην Ελλάδα, διά της διπλωματικής οδού, αίτηση (αριθμός ανακριτικού φακέλου .....) με την οποία ζήτησε την έκδοση στις αρμόδιες Αρχές της Τουρκίας των ανωτέρω 8 αξιωματικών, προκειμένου να διωχθούν ποινικώς στην Τουρκία για τα εξής αδικήματα: α) παραβίαση του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, το οποίο τιμωρείται από το Τουρκικό ποινικό δίκαιο με την ποινή της βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης, β) απόπειρα δολοφονίας κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας, το οποίο τιμωρείται κατά τον Τουρκικό ποινικό νόμο με την ποινή της βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης, γ) έγκλημα κατά του Νομοθετικού Οργάνου, το οποίο τιμωρείται κατά τον Τουρκικό ποινικό νόμο με την ποινή της βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης, δ) έγκλημα κατά της Κυβέρνησης, το οποίο τιμωρείται κατά τον Τουρκικό ποινικό νόμο με την ποινή της βεβαρημένης ισόβιας κάθειρξης και ε) διακεκριμένη αρπαγή από κοινού από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες, το οποίο τιμωρείται από τον Τουρκικό ποινικό νόμο με ποινή κάθειρξης από 10-15 έτη. Ειδικότερα, στην ανωτέρω αίτηση έκδοσης αναφέρονται, ως αποδεικτικά στοιχεία ενοχής του ανωτέρω ... τα ακόλουθα: Κατά τις νυκτερινές ώρες της 15ης Ιουλίου 2016 εκδηλώθηκε στη Δημοκρατία της Τουρκίας απόπειρα ένοπλου στρατιωτικού πραξικοπήματος από μέλη της Φετουλαχιστικής Τρομοκρατικής Οργάνωσης / Παράλληλη Κρατική Δομή (FETÖ/PDY). Πραξικοπηματίες στρατιώτες έκλεισαν την κυκλοφορία στη γέφυρα του Βοσπόρου και στη γέφυρα Φατίχ Σουλτάν Μεχμέτ της Κωνσταντινουπόλεως και κατέλαβαν τον αερολιμένα «Ατατούρκ» της πόλης. Οι πραξικοπηματίες, μετά την κατάληψη του καναλιού της τηλεόρασης του Ιδρύματος Τουρκικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης (ΤRT), εξέδωσαν ανακοίνωση, μέσω της επίσημης ιστοσελίδας των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στο διαδίκτυο, στην οποία ανεφέρετο ότι ο Στρατός ανέλαβε την εξουσία, εκηρύχθη Στρατιωτικός νόμος και απαγορεύθηκε η κυκλοφορία των πολιτών. Στη συνέχεια, οι πραξικοπηματίες στρατιωτικοί κατέλαβαν το κτίριο «Βεζνετζιλέρ» του Δήμου Μεγαλούπολης Κωνσταντινουπόλεως, το κτίριο «ACOM» (Κέντρο Συντονισμού θεομηνιών), το κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης και άλλα δημόσια κτίρια. Από το νομό Κωνσταντινουπόλεως και από το νομό Σμύρνης απογειώθηκαν ελικόπτερα και αεροσκάφη με σκοπό να δολοφονήσουν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας της Τουρκίας ..., ο οποίος ευρίσκετο σε ξενοδοχείο της επαρχίας Μαρμαρίδος, πλην, όμως λόγω της εγκαίρου αναχωρήσεως του τελευταίου από το ξενοδοχείο, το εν λόγω εγχείρημα απέτυχε. Κατόπιν διαγγέλματος, μεταδοθέντος από το τηλεοπτικό κανάλι CNN ..., του Προέδρου της Δημοκρατίας, οι πολίτες της Τουρκίας βγήκαν στους δρόμους σε πολλές πόλεις και οργανώθηκαν διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά του πραξικοπήματος. Τα πολεμικά αεροσκάφη των πραξικοπηματιών βομβάρδισαν το κτίριο της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας, όπου είχε συγκεντρωθεί μεγάλος αριθμός βουλευτών, καθώς και ο Πρόεδρός της. Στην προσπάθεια να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις ασφαλείας που επεχείρησαν να τους αντισταθούν, οι πραξικοπηματίες βομβάρδισαν τη Διεύθυνση Ειδικών Επιχειρήσεων της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας στην επαρχία Γκιολμπασί της Άγκυρας. Επίσης βομβάρδισαν την περιοχή Μπεστέπε της Άγκυρας, όπου ευρίσκεται το Προεδρικό Μέγαρο και άνοιξαν πυρ κατά των πολιτών, τόσο από τον αέρα, όσο και από το έδαφος, προκειμένου να διαλυθούν οι διαδηλώσεις. Παρά ταύτα, τόσο οι πολίτες, όσο και οι άνδρες της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας και των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, οι οποίοι εκινούντο εντός της στρατιωτικής ιεραρχίας, δεν υπεχώρησαν και, τελικώς, επέτυχαν να πατάξουν την ένοπλη εξέγερση σε όλη την χώρα, η οποία είχε ως συνέπεια το θάνατο 249 και τον τραυματισμό 2194 ατόμων. Στην ίδια ως άνω αίτηση αναφέρεται, περαιτέρω, ότι ο εν λόγω αξιωματικός συμμετείχε στο πραξικόπημα, πραγματοποιώντας πτήσεις με ελικόπτερο της Πολεμικής Αεροπορίας της Τουρκίας κατά τις νυκτερινές ώρες της 15ης Ιουλίου 2016. Ειδικότερα, το εν λόγω ελικόπτερο απογειώθηκε μεταξύ των ωρών 21:35 έως 21:50 από την αεροπορική βάση SAMANDIRA, η οποία ευρίσκεται στην επαρχία Σαντζακτέπε της Κωνσταντινουπόλεως, μεταφέροντας σε σημαντικά σημεία της πόλης πραξικοπηματίες στρατιωτικούς και υλικό πολέμου προς υποστήριξη του πραξικοπήματος. Στη συνέχεια, μετά την καταστολή του πραξικοπήματος, ο ανωτέρω, μαζί με τους άλλους 7 συναδέλφους του αξιωματικούς, με τη χρήση όπλου, έκλεψαν από κοινού κατά τις πρωινές ώρες της 16.7.2016 από την προαναφερθείσα βάση ένα στρατιωτικό τουρκικό ελικόπτερο τύπου SIKORSKY S -70 Black Hawk και, αφού επεβιβάσθησαν σε αυτό, πραγματοποίησαν πτήση, προσγειωθέντες σε ένα σημείο της περιοχής RIVA της επαρχίας Μπεϊκόζ του νομού Κωνσταντινουπόλεως όπου απεφάσισαν να καταφύγουν στην Ελλάδα. Τις πρωϊνές ώρες της 16.7.2016 το εν λόγω ελικόπτερο στο οποίο επεβιβάσθησαν οι ανωτέρω, απογειώθηκε και, πραγματοποιώντας πτήση πάνω από την επαρχία Σαριγέρ, την επαρχία Τσαταλτζά και το νομό Τεκιργάδ, προσγειώθηκε στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Αλεξανδρούπολη. Τέλος, στην ίδια ως άνω αίτηση αναφέρεται ότι οι ως άνω αξιωματικοί, αν και υπηρετούσαν σε διαφορετικές μονάδες, είχαν πολλές τηλεφωνικές συνομιλίες τόσο μεταξύ τους, όσο και με τον Αντισυνταγματάρχη πιλότο της Αεροπορίας Στρατού ..., ο οποίος είχε σχέση με την απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας. Με την προαναφερθείσα αίτηση διεθνούς προστασίας ο ανωτέρω ... ισχυρίσθηκε, αντιθέτως, ότι ουδεμία συμμετοχή είχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016. Ειδικότερα δήλωσε ότι, αν και στην ταυτότητά του αναγράφεται ότι είναι Μουσουλμάνος κατά το θρήσκευμα, αυτός είναι Αλεβήτης, αλλά αναγκάζεται να το αποκρύπτει, διότι οι Αλεβήτες στην Τουρκία καταπιέζονται από το κοινωνικό σύνολο. Ο ίδιος και η οικογένειά του ακολουθούν τον δυτικό τρόπο ζωής, πιστεύει στην αξία της εργασίας, σέβεται τις άλλες θρησκείες, παρά το ότι, ως στρατιωτικός δεν εκδηλώνει τις πολιτικές πεποιθήσεις του, πρόσκειται στο κεμαλικό κόμμα ..., ανησυχεί για τη διολίσθηση της Τουρκίας προς τον ισλαμισμό, δεν συμφωνεί με την απόπειρα του πραξικοπήματος της 15.7.2016, διότι πιστεύει στις δημοκρατικές αξίες, δεν είναι οπαδός της οργάνωσης ... και του ..., καθόσον θεωρεί ότι και η οργάνωση αυτή αποσκοπεί στην ίδρυση ισλαμικού κράτους στην Τουρκία. Ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την κρίσιμη ημερομηνία της 15ης Ιουλίου 2016, ο ανωτέρω ανέφερε τα ακόλουθα: Την εν λόγω ημερομηνία ευρίσκετο στην οικία του με την οικογένειά του, καθώς την επομένη ημέρα θα ταξίδευε αεροπορικώς μαζί με την κουρδικής καταγωγής σύζυγό του σε άλλη πόλη της Τουρκίας, προκειμένου να παραστούν σε γαμήλια τελετή. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ειδοποιήθηκε από τον διοικητή υπηρεσίας ... να επιστρέψει επειγόντως στη μονάδα του, καθόσον ανέκυψε ανάγκη επείγουσας πτήσης, χωρίς ο ανωτέρω να του αναφέρει περαιτέρω λεπτομέρειες. Όταν επέστρεψε στη βάση SAMANDIRA, ο εν λόγω διοικητής τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να πραγματοποιήσει έκτακτη πτήση με μη πολεμικό (μη επιθετικό) ελικόπτερο, ως συγκυβερνήτης, προκειμένου να παραλάβουν τραυματίες από τη λεωφόρο VATAN στην ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως. Όταν, όμως το ελικόπτερο, περί ώρα 22:00 προσέγγισε τη λεωφόρο VATAN, εδέχθη πυρά από το συγκεντρωμένο πλήθος και τους αστυνομικούς. Κατόπιν επικοινωνίας του με τα πληρώματα των δύο άλλων ελικοπτέρων, που εκτελούσαν την ίδια αποστολή, επληροφορήθη ότι είχαν δεχθεί και αυτά πυρά από το έδαφος και ότι ο διοικητής της μονάδας τους ειδοποίησε ότι η επιστροφή στη βάση τους δεν παρείχε ασφάλεια. Κατόπιν τούτου, κατευθύνθηκε στη στρατιωτική μονάδα TOPKULE, στην ευρωπαϊκή πλευρά, όπου προσγειώθηκε το ελικόπτερο του, αφού, εν τω μεταξύ, είχε πληροφορηθεί από το διαδίκτυο για την απόπειρα εκδήλωσης του πραξικοπήματος. Στην ίδια ως άνω στρατιωτική μονάδα προσγειώθηκαν μετ’ ολίγον και τα άλλα δύο ελικόπτερα. Κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στην εν λόγω μονάδα όλοι ήταν ιδιαιτέρως ανήσυχοι, καθόσον άκουγαν πυροβολισμούς, επληροφορούντο δε από το διαδίκτυο ότι στρατιωτικές μονάδες είχαν δεχθεί επιθέσεις. Τις πρωινές ώρες της 16.7.2016 η μονάδα στην οποία ευρίσκοντο εδέχθη επίθεση από ένοπλους αστυνομικούς, οι οποίοι, εισελθόντες εντός αυτής, πυροβολούσαν αδιακρίτως. Τότε, ευρισκόμενος, ο ίδιος και οι συνάδελφοί του (σύνολο 9) υπό το κράτος πανικού, περί ώρα 4.30-5.00 π.μ. επιβιβάστηκαν στο ελικόπτερο το οποίο δεν είχε χτυπηθεί από τα πυρά στη λεωφόρο VATAN και με το οποίο απογειώθηκαν αμέσως. Στη συνέχεια, μετά από πτήση διάρκειας 10-15 λεπτών, προσγειώθηκαν σε δασική έκταση στην περιοχή RIVA, όπου ενημερώθηκαν από το διαδίκτυο ότι οι στρατιωτικές μονάδες εδέχοντο επιθέσεις από ένοπλους αστυνομικούς, οι οποίοι πυροβολούσαν αδιακρίτως και προέβαιναν σε συλλήψεις, ο δε όχλος στη γέφυρα του Βοσπόρου επεδείκνυε εξαιρετικά βίαιη συμπεριφορά απέναντι στους στρατιωτικούς. Μετά την αποτυχημένη προσπάθειά τους να επικοινωνήσουν με τη βάση τους και, ευρεθέντες σε απόγνωση, απεφάσισαν να καταφύγουν στην Ελλάδα, η οποία είναι χώρα μέλος του ΝΑΤΟ και στην οποία υπάρχει σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, προκειμένου να σώσουν τις ζωές τους. Στη συνέχεια, ο ανωτέρω μαζί με τους 7 συναδέλφους του (καθόσον ο ένας εξ αυτών απεφάσισε να παραμείνει στην Τουρκία και να παραδοθεί στις Αρχές), επιβιβάστηκαν στο ελικόπτερο και, αφού πραγματοποίησαν χαμηλή πτήση για να μη γίνουν αντιληπτοί, προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο της Αλεξανδρούπολης. Με την ίδια ως άνω αίτηση διεθνούς προστασίας, ο ... ισχυρίσθηκε ότι, εκ των πραγμάτων, δεν θα ηδύνατο να έχει εμπλοκή στην απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας, καθόσον, λόγω της μεγάλης αποστάσεως που χωρίζει την Κωνσταντινούπολη από τη Μαρμαρίδα, όπου ευρίσκετο ο Πρόεδρος, παρίστατο αδύνατο να απογειωθεί με ελικόπτερο από την Κωνσταντινούπολη, να μεταβεί στη Μαρμαρίδα και να επιστρέψει στη βάση του, διότι το εγχείρημα αυτό προϋποθέτει ανεφοδιασμό του ελικοπτέρου με καύσιμα 3-4 φορές. Περαιτέρω, στην προαναφερθείσα αίτηση, ο ανωτέρω δήλωσε τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι αισθάνεται φόβο για τη ζωή του, διότι στην Τουρκία “δεν υπάρχει δίκαιη δίκη, αφού 3.000 δικαστές έχουν απολυθεί από τις θέσεις τους”, “υπάρχουν αποδείξεις ότι στις φυλακές γίνονται βασανιστήρια”, ενώ κατηγορείται με ψευδή στοιχεία ότι συμμετείχε στο πραξικόπημα και στην απόπειρα, δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας. Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι υπουργοί της Κυβέρνησης έχουν δηλώσει ότι ο ίδιος και οι άλλοι συνάδελφοί του, που ζήτησαν άσυλο στην Ελλάδα, θα υποστούν μεταχείριση “χειρότερη και από θάνατο”. Στο διαδίκτυο εξαπολύονται απειλές κατά της συζύγου του, η οποία απελύθη από την εργασία της, το ίδιο δε υπέστη ο αδελφός του και η σύζυγός του, ενώ δεν εγκρίνεται η εγγραφή του ανήλικου τέκνου του στο σχολείο. Τέλος, ο ανωτέρω ανέφερε ότι τα ελικόπτερα τύπου SIΚORSKY στα οποία έχει εκπαιδευτεί, δεν είναι πολεμικά, αλλά διασωστικά, με αποκλειστική αποστολή την παροχή βοήθειας, διάσωσης και μεταφοράς ασθενών και τραυματιών. Η ανωτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας απερρίφθη με την .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι ναι μεν στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος Τούρκου συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 προϋποθέσεις προκειμένου να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, καθόσον, σε περίπτωση επιστροφής του στην Τουρκία, κινδυνεύει να υποστεί δίωξη λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων (άρθρο 10 παρ. 1 περ. ε΄του ΠΔ 141/2013), πλην, όμως, λόγω της συμμετοχής του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, συνέτρεχε στο πρόσωπό του λόγος αποκλεισμού του τόσο από το καθεστώς του πρόσφυγα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1Στ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 του ΠΔ 141/2013, καθόσον οι ενέργειές του εμπίπτουν στην έννοια του σοβαρού αδικήματος του κοινού ποινικού δικαίου και όχι στην έννοια του πολιτικού εγκλήματος, όσο και από το καθεστώς της επικουρικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1β και 2 του ΠΔ 141/2013, καθόσον αυτός διέπραξε σοβαρό έγκλημα πριν της είσοδό του στην Χώρα (συμμετοχή στο πραξικόπημα). Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών (22622/28.12.2017), η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 25.10.2016 ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε ο παρεμβαίνων κατ’ αυτής. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι στον παρεμβαίνοντα Τούρκο υπήκοο απεδόθησαν πράξεις που απέβλεπαν στη μεταβολή υφισταμένης πολιτειακής τάξης στο κράτος της Τουρκίας, σχετιζόμενες με την παρασκευή των μέσων για τη διάπραξη συγκεκριμένου πολιτικού εγκλήματος σε βάρος του κράτους αυτού, διά της ανατροπής της εκλεγμένης κυβερνήσεως, και συναπτόμενες με άμεσο τρόπο με τους πολιτικούς στόχους τους οποίους επεδίωκε η οργάνωση στην οποία του απεδόθη ότι συμμετείχε. Περαιτέρω, με την προαναφερθείσα απόφαση εκρίθη ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν προέκυψαν ισχυρά στοιχεία που να θεμελιώνουν την κρίση περί συμμετοχής του ανωτέρω στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού του από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951και 12 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Τέλος, με την ίδια ως άνω απόφαση, έγινε δεκτό ότι ο ανωτέρω έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο ότι θα υποστεί δίωξη στην Τουρκία, καθόσον, υφίσταται σοβαρός κίνδυνος, σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα, να κρατηθεί από τις αστυνομικές και σωφρονιστικές αρχές και να υποστεί βασανιστήρια και εξευτελιστική μεταχείριση, τέλος δε να δικασθεί από δικαστήριο το οποίο δεν θα παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για ανεξάρτητη και αμερόληπτη δικαστική κρίση. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, με την προσβαλλόμενη απόφαση της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, ο παρεμβαίνων αναγνωρίσθηκε ως πρόσφυγας, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των άρθρων 2 εδ. ε΄ και 13 του ΠΔ 141/2013. Κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, με την 144/6.12.2016 απόφασή του το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης στην Τουρκία του ανωτέρω, προκειμένου να διωχθεί ποινικώς για τις αξιόποινες πράξεις, κατά τον Τουρκικό ποινικό νόμο: α) της παραβίασης του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, β) του εγκλήματος κατά του Νομοθετικού Οργάνου, γ) του εγκλήματος κατά της Κυβέρνησης και δ) της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού, από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες, ενώ με την ίδια απόφαση, το ανωτέρω συμβούλιο γνωμοδότησε κατά της έκδοσης στην Τουρκία του εκζητουμένου αξιωματικού για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, με την αιτιολογία ότι η περιγραφή του αδικήματος αυτού στην αίτηση εκδόσεως είναι αόριστη, με συνέπεια να μην δύναται να στοιχειοθετηθεί το εν λόγω αδίκημα· Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησαν εφέσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών, καθώς και ο παρεμβαίνων. Με την 139/26.1.2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) απερρίφθη η έφεση του εισαγγελέως Εφετών Αθηνών, καθόσον εκρίθη ότι ορθώς απερρίφθη ως αόριστο το αίτημα εκδόσεως του ανωτέρω για την πράξη της απόπειρας δολοφονίας του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Με την ίδια απόφαση έγινε δεκτή η έφεση του παρεμβαίνοντος και το Δικαστήριο γνωμοδότησε κατά της έκδοσης αυτού στο κράτος της Τουρκίας προκειμένου να διωχθεί ποινικώς για τις ανωτέρω υπό στοιχ. α), β), γ) και δ) πράξεις, καθόσον εκρίθη ότι λόγω της καταστάσεως που επικρατεί στην Τουρκία και των μέτρων που εφαρμόζει η Τουρκική Κυβέρνηση μετά την καταστολή του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, υφίσταται έντονος κίνδυνος α) να επιβαρυνθεί η θέση του εκζητουμένου “για λόγους πολιτικών πεποιθήσεων και να υποβληθεί αυτός από τις αστυνομικές και σωφρονιστικές αρχές της Τουρκίας σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, χωρίς να αποκλείεται και η επιβολή σε βάρος του της θανατικής ποινής σε περίπτωση επαναφοράς της” και β) “να μην έχει δίκαιη δίκη στην Τουρκία κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του, χωρίς να παραβλέπεται και ο υπαρκτός κίνδυνος να παραβιαστεί η αρχή της ειδικότητας, ο οποίος ενισχύεται και από την αόριστη περιγραφή των ποινικών κατηγοριών, για τις οποίες εζητείτο η έκδοσή του».

16. Επειδή, οι Επιτροπές Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών, η οποία υπάγεται απευθείας στον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, συνιστούν επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες δικαιοδοτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος, ιδρυθείσες προκειμένου να διασφαλισθεί το κατοχυρούμενο στο άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ “δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου”, ήτοι το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας – βλ. ΣτΕ Ολ 2347-8/2017).

17. Επειδή, με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του Ν 4375/2016, παρέχεται στον Υπουργό Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης (ήδη Μεταναστευτικής Πολιτικής), το δικαίωμα να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, όπως το ένδικο αυτό βοήθημα κατοχυρώνεται και προβλέπεται από το άρθρο 95 του Συντάγματος και τα άρθρα 45 επ. του ΠΔ/τος 18/1989 κατά των αποφάσεων των Επιτροπών Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών, οι οποίες αποφαίνονται επί των ενδικοφανών προσφυγών που ασκούν (μόνον) οι αιτούντες διεθνή προστασία κατά των αποφάσεων των Υπηρεσιών Ασύλου, με τις οποίες απορρίπτεται το αίτημά τους να αναγνωρισθούν ως πρόσφυγες ή ως δικαιούχοι επικουρικής προστασίας. Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής δύναται να προβάλει λόγους ακυρώσεως αναγόμενους στην εξωτερική νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως της Επιτροπής Προσφυγών, καθώς και λόγους ακυρώσεως με τους οποίους πλήσσεται αφενός μεν η ορθότητα της ερμηνείας του νόμου και των αορίστων νομικών εννοιών στην οποία προέβη η εν λόγω διοικητική αρχή, αφετέρου δε η νομιμότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητείται η ακύρωση της .../28.12.2017 αποφάσεως της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών, με την οποία, κατ’ αποδοχή ενδικοφανούς προσφυγής που άσκησε ο παρεμβαίνων κατά της .../29.9.2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, αναγνωρίσθηκε αυτός ως πρόσφυγας, ασκείται παραδεκτώς από τον Υπουργό Μεταναστευτικής Πολιτικής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του Ν 4375/2016. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αβασίμως προβάλλεται με την παρέμβαση του ανωτέρω Τούρκου υπηκόου ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον η θεσπιζόμενη από το άρθρο 64 παρ. 2 του Ν 4375/2016 ενδοστρεφής δίκη προβλέπεται μόνο για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως της Ελληνικής Πολιτείας να σέβεται τους κανόνες της διεθνούς νομοθεσίας για τους πρόσφυγες και να συμμορφώνεται προς αυτούς, καθώς και για λόγους εσωτερικής ασφάλειας της Χώρας, επίκληση των οποίων δεν γίνεται με την κρινόμενη αίτηση. Η άποψη δε αυτή δεν ευρίσκει έρεισμα στην αιτιολογική σκέψη 51 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ, που επικαλείται ο παρεμβαίνων, σύμφωνα με την οποία “... η παρούσα οδηγία δεν θίγει την άσκηση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών όσον αφορά την τήρηση του νόμου και της τάξης και τη διασφάλιση της εσωτερικής ασφάλειας”. Τούτο δε διότι η εν λόγω αιτιολογική σκέψη δεν αφορά τη δυνατότητα των δημοσίων αρχών των κρατών - μελών να προσβάλλουν δικαστικώς τις αποφάσεις των διοικητικών αρχών που αποφαίνονται επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας, αλλά αναφέρεται, γενικώς, στη διατήρηση των αρμοδιοτήτων των κρατών – μελών στον τομέα της δημόσιας τάξης και της εσωτερικής ασφάλειας. Περαιτέρω, αβασίμως προβάλλεται από τον παρεμβαίνοντα ότι η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον με αυτή ζητείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας να κρίνει εκ νέου την ουσία της υποθέσεως, επανεκτιμώντας τα αποδεικτικά στοιχεία. Τούτο δε διότι με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, ζητείται η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως αφενός μεν για τον λόγο ότι εκδόθηκε κατά παράβαση των οριζομένων στα άρθρα 1Α παρ. 2 και 1ΣΤ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στα άρθρα 2 περ. ε΄, 12 παρ. 2 περ. β΄και 13 του ΠΔ 141/2013 αφετέρου δε για το λόγο ότι φέρει μη νόμιμη αιτιολογία, ήτοι ζητείται η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως για λόγους που είναι σύμφωνοι με τη φύση του ακυρωτικού ελέγχου που ασκείται από το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά την εξέταση της νομιμότητος των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών.

18. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι κατά παράβαση των οριζομένων στις διατάξεις των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 περ. ε΄ και 10 παρ. 1 περ. ε΄ του ΠΔ 141/2013, με την προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίσθηκε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος ως πρόσφυγας. Τούτο δε διότι στην απόφαση αυτή δεν αναφέρονται οι πολιτικές πεποιθήσεις του παρεμβαίνοντος, αλλά περιέχεται η αόριστη αναφορά ότι “υφίσταται κίνδυνος δίωξης σε βάρος του για πολιτικούς λόγους”, χωρίς να υπάρχει αιτιολογημένη σύνδεση, με σχέση αιτίου προς αιτιατό, του δικαιολογημένου φόβου του παρεμβαίνοντος ότι θα υποστεί δίωξη στη χώρα καταγωγής του για λόγο από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.

19. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, με την οποία απερρίφθη η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος, έγινε δεκτό ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για αναγνώρισή του ως πρόσφυγος προϋποθέσεις, εκρίθη όμως ότι, λόγω της συμμετοχής του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, συνέτρεχε στο πρόσωπό του η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 1Στ περ. β΄ της ανωτέρω Σύμβασης ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, καθόσον διέπραξε σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου πριν την είσοδό του στην Χώρα (σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα κατά τη διατύπωση του άρθρου 12 παρ. 2 περ. β΄του ΠΔ 141/2013). Κατά του τελευταίου αυτού κεφαλαίου της ανωτέρω αποφάσεως, ήτοι κατά του κεφαλαίου με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, ο παρεμβαίνων άσκησε την από 25.10.2016 ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών. Εφόσον, όμως, η μεν διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 του Ν 4375/2016 δεν παρέχει στον αρμόδιο Υπουργό το δικαίωμα ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής κατά της αποφάσεως της αρμόδιας αρχής με την οποία αυτή αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, η δε διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του ίδιου νόμου παρέχει το δικαίωμα στον αρμόδιο Υπουργό να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως μόνο κατά των αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, που αποφαίνονται σε δεύτερο βαθμό επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας, συνάγεται ότι με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής του παρεμβαίνοντος η υπόθεση, που αφορούσε την αναγνώρισή του ή μη ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας (ζήτημα που συνάπτεται άμεσα όχι μόνο με την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, αλλά και με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια), ήχθη ενώπιον της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών κατά το νόμο και την ουσία στο σύνολό της, ήτοι και κατά το κεφάλαιο της .../29.9.2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 εδ. ε΄ του ΠΔ 141/2013 προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγος. Συνεπώς, η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών υπεχρεούτο να επανεξετάσει την αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος (βλ. άρθρο 62 παρ. 8 του Ν 4375/2016) και να ερευνήσει εκ νέου και εξ υπαρχής τη συνδρομή ή μη όλων των προϋποθέσεων τόσο για την αναγνώριση του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος (άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 εδ. ε΄ του ΠΔ 141/2013), όσο και για την εφαρμογή στο πρόσωπό του της ρήτρας αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος (άρθρα 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 12 παρ. 2 περ. β΄ του ΠΔ 141/2013). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, νομίμως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκε εκ νέου το ζήτημα της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄του ΠΔ 141/2013, το οποίο δεν είχε αμφισβητηθεί με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε αυτός κατά της .../29.9.2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, ο δε λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον πλήσσεται η σχετική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλεται παραδεκτώς. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Χ. Ράμμου, του Αντιπροέδρου Γ. Παπαγεωργίου και των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, Π. Καρλή, Β. Αραβαντινού, Η. Μάζου, Ε. Παπαδημητρίου και Ρ. Γιαννουλάτου, ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται απαραδέκτως. Τούτο δε διότι η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών δεν είχε την εξουσία να εξετάσει το κεφάλαιο της .../29.9.2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής το οποίο δεν αμφισβητήθηκε με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε ο παρεμβαίνων κατ’ αυτής (ήτοι το κεφάλαιο με το οποίο αναγνωρίσθηκε ως πρόσφυγας κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης και 2 περ. ε΄ του ΠΔ 141/2013), καθόσον σε αυτήν δεν μετεβιβάσθη η υπόθεση της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας στο σύνολό της, αλλά μόνο το αμφισβητηθέν με την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή μέρος της (ήτοι το κεφάλαιο με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχε η ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ του ΠΔ 141/2013), κατ’ εφαρμογή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ενδικοφανούς προσφυγής. Κατ’ ακολουθίαν, κατά την ανωτέρω μειοψηφήσασα γνώμη η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών όφειλε να εξετάσει κατά το νόμο και την ουσία μόνο το κεφάλαιο που ήχθη ενώπιόν της και, συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον πλήσσεται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ανεγνωρίσθη ο παρεμβαίνων ως πρόσφυγας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄ του ΠΔ 141/2013, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

20. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των άρθρων 2 περ. ε΄και 10 παρ. 1 περ. ε΄, 2 του ΠΔ 141/2013, που παρατέθηκαν στις σκέψεις 11 και 12, προκειμένου να κριθεί ότι στο πρόσωπο του αιτούντος διεθνή προστασία συντρέχει δικαιολογημένος φόβος (well founded fear, craignant avec raison) δίωξης στη Χώρα καταγωγής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, ώστε να αναγνωρισθεί αυτός ως πρόσφυγας, δεν είναι απαραίτητο ο αιτών να έχει εκδηλώσει ρητώς τις πολιτικές πεποιθήσεις για τις οποίες, ευλόγως, φοβάται ότι θα υποστεί δίωξη, αλλά αρκεί το γεγονός ότι οι πολιτικές αυτές πεποιθήσεις καταλογίζονται σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης. Κρίσιμος, συνεπώς, παράγοντας, εν προκειμένω, είναι οι πολιτικές πεποιθήσεις που ο φορέας της δίωξης θεωρεί ότι ενστερνίζεται ο αιτών, είναι δε αδιάφορο από της εξεταζομένης απόψεως αν αυτός υιοθετεί ή όχι τις αποδιδόμενες σε αυτόν από τον φορέα της δίωξης πολιτικές πεποιθήσεις.

21. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, στην αίτηση έκδοσης που υπέβαλε η Γενική Εισαγγελία Κωνσταντινουπόλεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας απεδόθη στον παρεμβαίνοντα, αξιωματικό του τουρκικού στρατού, ότι συμμετείχε στην απόπειρα ένοπλου στρατιωτικού πραξικοπήματος που εκδηλώθηκε στη Δημοκρατία της Τουρκίας, την 15η Ιουλίου 2016, από μέλη της Φετουλαχιστικής Τρομοκρατικής Οργάνωσης / Παράλληλη Κρατική Δομή (FETÖ/PDY). Με την .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής έγινε δεκτό ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις προκειμένου να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, καθόσον υφίστατο δικαιολογημένος φόβος δίωξης του στην Τουρκία λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων (άρθρο 10 παρ. 1 περ. ε΄ του ΠΔ 141/2013). Ειδικότερα, με την ανωτέρω απόφαση, έγινε δεκτό ότι σε βάρος του παρεμβαίνοντος εκκρεμεί στην Τουρκία ένταλμα σύλληψης με κατηγορίες “για απόπειρα εξάλειψης της κυβέρνησης της Τουρκικής Δημοκρατίας ή της εμπόδισης να διαπράξει το καθήκον της, απόπειρα δολοφονίας κατά του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, απόπειρα εξάλειψης της συνταγματικής τάξης και απόπειρα εξάλειψης της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας (ΤΒΜΜ) ή της εμπόδισης να διαπράξει το καθήκον της. Επίσης, διακεκριμένη αρπαγή (ελικόπτερο) από κοινού περισσοτέρων από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες”, επί πλέον δε αυτός κατηγορείται για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση (FËTΟ/PDY), κατηγορία η οποία επισύρει αυστηρότατες και υπερβολικά δυσανάλογες ποινές, πιθανολογείται δε ότι αυτός θα υποβληθεί σε βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση σε περίπτωση σύλληψης και φυλάκισής του.

22. Επειδή, με την προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώθηκε η ανωτέρω κρίση της .../29.9.2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής περί συνδρομής στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος των οριζομένων στα άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 περ. ε΄ και 10 παρ. 1 του ΠΔ 141/2013, προϋποθέσεων, προκειμένου να αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας. Ειδικότερα, στην απόφαση αυτή αναφέρεται ότι ο παρεμβαίνων “έχει καταστεί πρόσωπο αρκετού ενδιαφέροντος για τις τουρκικές αρχές ώστε να κινδυνεύει με σύλληψη και ανάκριση”, ιδίως στα πλαίσια των εκτελεστικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί από την Τουρκική κυβέρνηση μετά την απόπειρα του πραξικοπήματος, με τα οποία ενεργοποιήθηκε το καθεστώς προσωρινής παρέκκλισης από τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, προκειμένου να καταπολεμηθεί η οργάνωση (.../...), η οποία επεχείρησε το πραξικόπημα, καθώς και όλα τα συστατικά στοιχεία της. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση έγινε δεκτό ότι ο παρεμβαίνων έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο ότι θα υποστεί δίωξη στην Τουρκία, καθόσον υφίσταται σοβαρός κίνδυνος, σε περίπτωση επιστροφής του στην εν λόγω χώρα, να κρατηθεί από τις αστυνομικές και σωφρονιστικές αρχές και να υποστεί βασανιστήρια και εξευτελιστική μεταχείριση, τέλος δε να δικασθεί από δικαστήριο το οποίο δεν θα παρέχει τα αναγκαία εχέγγυα για ανεξάρτητη και αμερόληπτη δικαστική κρίση.

23. Επειδή, με το προαναφερθέν περιεχόμενο η προσβαλλόμενη απόφαση παρίσταται, ως προς το ζήτημα της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος (άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄ του ΠΔ 141/2013), νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη. Τούτο δε διότι η απόδοση στον παρεμβαίνοντα εκ μέρους του Τουρκικού κράτους ως φορέα δίωξης, της κατηγορίας ότι συμμετέσχε στο οργανωθέν από τη Φετουλαχιστική Οργάνωση Π. Κ. Δ. (.../...) πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, εμπεριέχει και απόδοση σε αυτόν και πολιτικών πεποιθήσεων, συνισταμένων στην εκ μέρους του αποδοχή των πολιτικών θέσεων της εν λόγω οργανώσεως, την οποία η Τουρκική Κυβέρνηση χαρακτηρίζει ως τρομοκρατική. Συνεπώς, υφίσταται εν προκειμένω ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος (causal link) μεταξύ του δικαιολογημένου φόβου δίωξης του παρεμβαίνοντος στη χώρα καταγωγής του και των αποδιδομένων σε αυτόν από το Τουρκικό κράτος πολιτικών πεποιθήσεων. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ως άνω λόγος ακυρώσεως (σκέψη 18), με τον οποίο προβάλλεται ότι μη νομίμως αναγνωρίσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση ο παρεμβαίνων ως πρόσφυγας, χωρίς να αναφέρονται οι πολιτικές του πεποιθήσεις και χωρίς να εξακριβωθεί, κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεως, εάν υφίσταται δικαιολογημένος φόβος του να υποστεί δίωξη στη χώρα καταγωγής του λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων.

24. Επειδή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στο άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ του ΠΔ 141/2013 (άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ), αποκλείεται από το καθεστώς του πρόσφυγα το πρόσωπο για το οποίο υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” (serious reasons for considering, raisons serieuses de penser), ότι έχει διαπράξει σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου (κατά τη διατύπωση της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (κατά τη διατύπωση της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του ΠΔ 141/2013), πριν την είσοδό του στην ελληνική επικράτεια. Η ως άνω ρήτρα αποσκοπεί στον αποκλεισμό από το καθεστώς των προσφύγων των προσώπων τα οποία δεν κρίνονται άξια να τύχουν της προστασίας που αυτό περιλαμβάνει, καθώς και στη διαφύλαξη του καθεστώτος αυτού από την καταχρηστική λειτουργία του ως μέσου ασυλίας (ΣτΕ 1661/2012 7μελής). Περαιτέρω, προκειμένου να τεκμηριωθεί η συμμετοχή αιτούντος διεθνή προστασία σε σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 3 του ΠΔ 141/2013, πρέπει να προκύπτει από καθαρά και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία (clear and credible evidence), και κατόπιν αξιολογήσεως συγκεκριμένων γεγονότων, ότι η εμπλοκή του εν λόγω αιτούντος στις ενέργειες που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του “σοβαρού αδικήματος του κοινού ποινικού δικαίου”(κατά τη διατύπωση του άρθρου 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή του “σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος” (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. ε΄ του ΠΔ 141/2013) ή η συνδρομή του στην επίτευξη του πολιτικού σκοπού στον οποίο απέβλεψε μια οργάνωση που, επικαλούμενη την επίτευξη τέτοιου σκοπού, χρησιμοποίησε βίαια μέσα και διέπραξε σοβαρές εγκληματικές πράξεις, υπήρξε αφενός μεν συνειδητή (επαρκής γνώση εκ μέρους του του σκοπού της οργάνωσης και αποδοχή του), αφετέρου δε ουσιαστική (ουσιώδης συμβολή στην τέλεση των εγκληματικών πράξεων, με γνώση εκ μέρους του ότι θα βοηθήσει ή θα διευκολύνει τη διάπραξή τους). Απαιτείται, δηλαδή, να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ των ενεργειών του ανωτέρω αιτούντος και του εγκληματικού σκοπού που επεδίωξε η προαναφερθείσα οργάνωση ή των εγκλημάτων που διεπράχθησαν στο πλαίσιο των ενεργειών της προς επίτευξη των σκοπών της. Συνεπώς, για την εφαρμογή της ρήτρας αποκλεισμού στο πρόσωπο του ανωτέρω αιτούντος, πρέπει να είναι δυνατό να καταλογισθεί σε αυτόν, κατόπιν εξατομικευμένης κρίσεως, μέρος της ευθύνης για τις σοβαρές εγκληματικές πράξεις που διέπραξε η οργάνωση, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς της (πρβλ. ΔΕΕ στις υποθέσεις C-57/2009 και C-101/2009 B and D της 9.11.2010, Supreme Court of New Zealand υπόθεση Tamil της 27.8.2010, Supreme Court of Canada υπόθεση Ezocola της 19.7.2013, Federal Court of Canada υπόθεση Sivacumar της 4.11.1993).

25. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, αφού αξιολογήθηκαν οι ισχυρισμοί του παρεμβαίνοντος Τούρκου υπηκόου που διετυπώθησαν στην από 19.7.2016 αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, έγινε δεκτό ότι αυτός συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και, συνεπώς, συνέτρεχε στο πρόσωπό του λόγος αποκλεισμού του από το καθεστώς του πρόσφυγα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 του ΠΔ 141/2013, καθόσον οι ενέργειές του ενέπιπταν στην έννοια του σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος (σοβαρού αδικήματος του κοινού ποινικού δικαίου). Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την ανωτέρω αίτησή του ο παρεμβαίνων ισχυρίσθηκε ότι δεν συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, καθόσον κατά τις βραδυνές ώρες (περί ώρα 22.00) της εν λόγω ημερομηνίας, εκλήθη από τον διοικητή υπηρεσίας της μονάδας του ... να πραγματοποιήσει έκτακτη πτήση, προκειμένου να περισυλλέξει τραυματίες από τη λεωφόρο VATAN της Κωνσταντινούπολης, όταν, όμως, προσέγγισε τον προορισμό του το ελικόπτερο, στο οποίο επέβαινε ως συγκυβερνήτης, εδέχθη πυρά από το έδαφος, με συνέπεια να αποχωρήσει από το ανωτέρω σημείο και να πραγματοποιήσει αναγκαστική προσγείωση στο στρατόπεδο TOPKULE (στην Ευρωπαϊκή πλευρά της Κων/πολης), όπου παρέμεινε, με τους υπόλοιπους συναδέλφους του από τις 23.00 της 15.7.2016 μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες της 16.7.2016, οπότε και ανεχώρησαν με προορισμό την Ελλάδα. Ο ισχυρισμός αυτός του παρεμβαίνοντος απερρίφθη με την προαναφερθείσα απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής με τις εξής αιτιολογίες: ι) όπως αναφέρεται σε ειδησεογραφικές πηγές, “νωρίτερα από τις 22.00 δεν ήταν εύλογο να υπήρχαν τραυματίες στην Κωνσταντινούπολη, καθώς το πραξικόπημα και η ανταλλαγή πυροβολισμών εξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια της νύχτας και μετά το κάλεσμα των ανθρώπων στους δρόμους από τον ίδιο τον ... μέσω facetime και από τα Τζαμιά της πόλης.... Συγκεκριμένα, όλες οι πηγές συμφωνούν ότι μετά τις 22.00 με 22.30 έκλεισαν οι δύο γέφυρες του Βοσπόρου στην Κων/πολη, στις 22.50 ελικόπτερα εντοπίστηκαν να πετούν πάνω από την Κων/πολη περίπου στις 23.30 ... επίσης αναγγελία νεκρών και τραυματιών έχουμε στις 24.57 και την επόμενη μέρα το πρωί”, ιι) σε περίπτωση που το ελικόπτερο στο οποίο επέβαινε ο παρεμβαίνων είχε δεχθεί πυρά προσεγγίζοντας τη λεωφόρο VATAN “θα είχε τουλάχιστον δεχθεί κάποιες σφαίρες στο κάτω μέρος του κατά τον ίδιο τρόπο που δέχθηκαν σφαίρες τα άλλα δύο ελικόπτερα, όπως ανέφεραν στις λοιπές συνεντεύξεις τους οι αιτούντες άσυλο ... εν τούτοις καμία σφαίρα ούτε φθορά από σφαίρες σημειώθηκε στο ελικόπτερο, ιιι) το σύνολο των νεκρών (περίπου 260) κατά τη νύκτα του πραξικοπήματος “εντός της πόλης της Κων/πολης θα μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από τα ασθενοφόρα και τα νοσοκομεία της πόλης και δεν είναι εύλογο να κληθεί ελικόπτερο, καθώς η οδική κυκλοφορία δεν παρακωλύονταν από κάποιου είδους φυσικό φαινόμενο... Στην προκειμένη περίπτωση... δεν τέθηκε κάποιο τέτοιο θέμα νωρίτερα από τις 23.00, όταν είχαν κλείσει οι δύο γέφυρες της πόλης από τα τανκς και τους στρατιώτες και άρχισε στην πόλη να δημιουργείται κυκλοφοριακή συμφόρηση, που και πάλι δεν οδηγεί στο προφανές συμπέρασμα ότι τέθηκαν σε λειτουργία εναέρια διασωστικά στρατιωτικά ελικόπτερα, καθώς σε καμία διεθνή ή εθνική ειδησεογραφική ή άλλη πηγή δεν αναφέρονται διασωστικές πτήσεις ελικοπτέρων. Αντιθέτως αναφέρονται ελικόπτερα ... που μετέφεραν στρατιώτες και πολεμικό υλικό ...”, iv) ο παρεμβαίνων δεν τεκμηρίωσε με πειστικό τρόπο τον ισχυρισμό του ότι αγνοούσε τον λόγο της κατά τα ανωτέρω έκτακτης πτήσης που πραγματοποίησε με το ελικόπτερο, διότι εφόσον του είχαν δοθεί οι συντεταγμένες και εγνώριζε ότι η πτήση είχε διασωστικό χαρακτήρα, “δεν αιτιολογείται η άγνοια περί του λόγου πτήσης σε έναν πιλότο που έχει στο ενεργητικό του 1500-2000 ώρες πτήσης και είναι επαγγελματίας πιλότος. Επίσης, δεν αιτιολογείται ότι και ο ίδιος δεν επέμενε να γνωρίσει τον λόγο πτήσης όπως οφείλει για να οργανώσει την πτήση του κατάλληλα”, v) “στο ελικόπτερο δεν υπήρχε φορείο μεταφοράς τραυματιών ούτε ιατρικό προσωπικό ... εν τούτοις η μεταφορά τραυματιών απαιτεί και τα δύο αυτά σκέλη – φορείο και ιατρικό ή παρα-ιατρικό προσωπικό – ειδάλλως τίθεται σε επικινδυνότητα η ζωή του μεταφερόμενου τραυματία και ενδεχομένως χωρίς το φορείο να μην είναι δυνατή η μεταφορά του τραυματισμένου ...”, vi) “στον διεθνή τύπο ... δεν υπάρχουν αναφορές για διασωστικές πτήσεις τη νύκτα της 15ης Ιουλίου, αντιθέτως υπάρχουν αναφορές για εναέριες πτήσεις ελικοπτέρων που βοηθούσαν στη μεταφορά στρατιωτών και πολεμικού υλικού ...”, vii) στερείται αληθοφάνειας ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος ότι στο στρατόπεδο TOPKULE, στο οποίο κατέφυγε με τους άλλους συναδέλφους του, δεν συνομίλησε με τον διοικητή του στρατοπέδου, ούτε με κάποιον άλλον, παρά το γεγονός ότι το πραξικόπημα ευρίσκετο εν εξελίξει, έμεινε δε απαθής κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο εν λόγω στρατόπεδο (από τις 23.00 της 15.7.2016 έως τις 5.00 π.μ. της 16.7.2016), παρά το γεγονός ότι εντός αυτού έλαβαν χώρα βίαια γεγονότα κατά την προσπάθεια αξιωματικών να αποτρέψουν την έξοδο από το στρατόπεδο αρμάτων μάχης και στρατιωτών προκειμένου να υποστηρίξουν το πραξικόπημα, με συνέπεια τη δολοφονία και τον βαρύτατο τραυματισμό ανώτατων αξιωματικών, viii) ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο στρατόπεδο TOPKULE επικοινώνησε με τον διοικητή εν υπηρεσία της μονάδος του (SAMANDIRA) ... (ο οποίος κατηγορήθηκε ως πραξικοπηματίας και συνελήφθη) και τον αντισυνταγματάρχη ..., οι οποίοι τον επληροφόρησαν ότι η βάση του δεν παρείχε ασφάλεια, “στερείται ευλογοφάνειας, καθώς στις 23.00 το βράδυ της 15ης Ιουλίου δεν είχαν χτυπηθεί στρατιωτικές βάσεις από αστυνομικούς, ούτε είχαν συλληφθεί στρατιώτες ... αλλά σύμφωνα και με τα λεγόμενά του και στη βάση TOPKULE η αστυνομία εισήλθε το πρωί στις 5.00 π.μ. ... και, ως εκ τούτου, δεν προκύπτει εύλογος λόγος να μην επιστρέψουν ως όφειλαν ... μετά την εκτέλεση της εντολής στη βάση τους. Σημειώνεται ότι στη βάση SAMANDIRA, σύμφωνα με το ένταλμα έκδοσης, προσγειώθηκε ελικόπτερο στις 03.38 (16η Ιουλίου)”, ix) τα άρθρα τα οποία έχει δημοσιεύσει, κατά το παρελθόν, ο παρεμβαίνων, δεν αναφέρονται στο θέμα των διασωστικών και ασφαλών πτήσεων, όπως ισχυρίσθηκε, αλλά σε άλλα ζητήματα (όπως ο ρόλος της τουρκικής αεροπορίας στα πλαίσια του ΝΑΤΟ) ...”. Επί πλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι υφίστανται αναφορές ότι τα ελικόπτερα που συμμετείχαν και βοήθησαν στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου αποτελούσαν τμήμα των τουρκικών ελικοπτέρων του ΝΑΤΟ, αλλά και της ειδικής μονάδας Search and Rescue, την οποία επανειλημμένως ανέφερε ... ως τεκμήριο της μη συμμετοχής του στο πραξικόπημα, x) ο βαθμός (λοχαγός) και η θέση του παρεμβαίνοντος στην ιεραρχία της μονάδος του (κατώτερος κατά τρεις βαθμούς από τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη τον οποίο έφερε ο διοικητής της μονάδος) προκαλεί ερωτηματικά σχετικά με τον ισχυρισμό του περί κατεπείγουσας συμμετοχής του σε μια απλή διασωστική πτήση, λαμβανομένου υπόψη “ότι η συγκεκριμένη βάση έχει περίπου 20 ελικόπτερα και αρκετούς αντίστοιχους χειριστές – πιλότους υφιστάμενους του”. Περαιτέρω, με την ίδια απόφαση απερρίφθη ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος ότι διέφυγε από το στρατόπεδο TOPKULE στις 5.00 π.μ. της 16.7.2016, προκειμένου να σώσει τη ζωή του από τα πυρά των αστυνομικών οι οποίοι εισέβαλαν στο ανωτέρω στρατόπεδο, με την αιτιολογία ότι “ξεπερνά τα επίπεδα μιας ρεαλιστικής διαφυγής”. Τούτο δε διότι δεν παρίσταται ως εύλογο το ενδεχόμενο το ελικόπτερο το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως μέσο διαφυγής, σε αντίθεση με τα άλλα ελικόπτερα, να μην εβλήθη ούτε από μια σφαίρα, παρά το γεγονός ότι οι αστυνομικοί, που κατεδίωκαν τον παρεμβαίνοντα και τους υπόλοιπους συναδέλφους του, πυροβολούσαν ευθέως και συνεχώς κατ’ αυτών. Αντιθέτως, παρίσταται ως εύλογη η πιθανότητα τόσο ότι οι ανωτέρω “αποχώρησαν από τη βάση του TOPKULE έχοντας γνωρίσει την κατάληξη του πραξικοπήματος όσο και το ενδεχόμενο να ήταν οπλισμένοι”. Ακολούθως, με την προαναφερθείσα απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής απερρίφθη ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος ότι ο λόγος διαφυγής του από την Τουρκία ήταν ο φόβος στοχοποίησης του από την Τουρκική κυβέρνηση ως πραξικοπηματία, με την αιτιολογία ότι δεν τεκμηριώθηκε ο λόγος στοχοποίησής του, δεδομένου ότι είχε καθαρό ποινικό φάκελο, η δε Τουρκική κυβέρνηση του εμπιστευόταν την εκπροσώπησή της “σε αποστολές του εξωτερικού και του ΝΑΤΟ στην Αμερική και σε άλλες Ευρωπαϊκές Χώρες”. Τέλος, στην ίδια ως άνω απόφαση αναφέρεται ότι ο παρεμβαίνων δεν έδωσε πειστική εξήγηση στο ερώτημα για ποιό λόγο δεν επικοινώνησε με τα μαχητικά αεροσκάφη της τουρκικής αεροπορίας που δεν συμμετείχαν στο πραξικόπημα (τα JET του ..., όπως τα αποκάλεσε ο ίδιος), δηλώνοντας αφενός μεν την πίστη του στην Τουρκική κυβέρνηση, αφετέρου δε την εντολή που είχε λάβει να πραγματοποιήσει διασωστική πτήση και, συνεπώς, παρίσταται εύλογη “η πιθανότητα να μην επικοινώνησε ...επειδή με πράξεις ή παραλείψεις του είχε γίνει σαφώς αισθητή η συμμετοχή του στο πραξικόπημα”.

26. Επειδή, με την από 25.10.2016 ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε ο παρεμβαίνων κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, διετύπωσε συγκεκριμένες αιτιάσεις κατά των προαναφερθέντων αιτιολογικών ερεισμάτων της εν λόγω αποφάσεως. Ειδικότερα, προέβαλε ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι νωρίτερα από τις 22.00 της 15.7.2016 δεν ήταν εύλογο να υπήρχαν τραυματίες στην Κων/πολη, καθόσον το πραξικόπημα και η ανταλλαγή πυροβολισμών εξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια της νύκτας, στηρίζεται σε πηγές (εφημερίδες και ΜΜΕ) φίλα προσκείμενες στην Τουρκική κυβέρνηση. Αντιθέτως, από πλήθος άλλων πηγών προέκυπτε ότι το πραξικόπημα εκδηλώθηκε νωρίς το απόγευμα της 15.7.2016 και, επομένως, ήταν εύλογο τις πρώτες βραδυνές ώρες να υπήρχαν νεκροί και τραυματίες, καθόσον “στην προσπάθειά τους να καταλάβουν κυβερνητικά κτίρια, οι Τουρκικές Στρατιωτικές Δυνάμεις συγκρούστηκαν με απλούς πολίτες, ένοπλους αστυνομικούς, σεκιούριτι κτιρίων, πριν την απαγόρευση διέλευσης στις γέφυρες της Κων/πολης και το κλείσιμο των δρόμων”. Περαιτέρω ισχυρίσθηκε ότι εκ τύχης το ελικόπτερο στο οποίο επέβαινε ως συγκυβερνήτης δεν εβλήθη από τα πυρά που εδέχθη από το έδαφος, τούτο δε οφείλεται στο γεγονός ότι προσέγγισε τη λεωφόρο VATAN, όχι μόνο από διαφορετικό σημείο, σε σχέση με τα άλλα δύο ελικόπτερα, αλλά και από μεγαλύτερο ύψος (80-100 μ. σε αντίθεση με τα άλλα δύο ελικόπτερα που πετούσαν σε ύψος 25 και 30μ. αντίστοιχα), με συνέπεια τα πυρά να μην βρούν τον στόχο τους, ενώ με τα ειδικά γυαλιά νυκτός που έφεραν τόσον αυτός όσο και ο κυβερνήτης του ελικοπτέρου είδαν τη λάμψη από τα όπλα που πυροβολούσαν και κατηύθυναν το ελικόπτερο πίσω από ένα κτίριο. Ακολούθως, ισχυρίσθηκε ότι κάθε Παρασκευή βράδυ στις δύο γέφυρες του Βοσπόρου υπάρχει μεγάλη κίνηση, με συνέπεια να καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής έως αδύνατη η μεταφορά τραυματιών με ασθενοφόρα, το δε βράδυ της 15.7.2016 οι γέφυρες του Βοσπόρου έκλεισαν στις 21.45 και όχι στις 23.00, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, σύμφωνα δε με τους ισχύοντες κανονισμούς, στον εναέριο χώρο της Κων/πολης, επιτρέπεται η πτήση μόνο στρατιωτικών ελικοπτέρων με ειδικά εκπαιδευμένους πιλότους και όχι ιδιωτικών ελικοπτέρων. Με την ίδια ενδικοφανή προσφυγή ο παρεμβαίνων προέβαλε ότι εφόσον το βράδυ της 15.7.2016 του εδόθη ιεραρχικώς η εντολή να πραγματοποιήσει, ως συγκυβερνήτης ελικοπτέρου, πτήση σε συγκεκριμένο τόπο προσγείωσης, δεν είχε δικαίωμα να ζητήσει, ως στρατιωτικός, εξηγήσεις για τη σκοπιμότητα και τους λόγους της δοθείσης διαταγής. Στη συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι: i) σε κανένα ελικόπτερο της Αεροπορίας Στρατού χώρας μέλους ΝΑΤΟ δεν επιβιβάζεται, σε επείγουσες καταστάσεις, ιατρικό προσωπικό, το οποίο υπηρετεί “σε δικές του ιατρικές μονάδες και νοσοκομεία και όχι στις βάσεις της Αεροπορίας Στρατού”, ii) “ο μηχανοσυνθέτης κάθε ελικοπτέρου που επιβιβάζεται σε κάθε πτήση με τους πιλότους και υπηρετεί στην ίδια μονάδα είναι εκπαιδευμένος να προσφέρει και τις πρώτες βοήθειες στους τραυματίες” και iii) στην Τουρκία στα ελικόπτερα της Αεροπορίας Στρατού είτε υπάρχουν μόνο πάνινα φορεία είτε καθόλου, αν δεν έχουν προλάβει να φορτωθούν, σε καταστάσεις επείγουσας ανάγκης... . Οι τραυματισμένοι ξαπλώνονται και δένονται στο πάτωμα του ελικοπτέρου, αν δεν μπορούν να καθίσουν και να δεθούν στα καθίσματα. Τα φορεία τα παρέχουν τα ασθενοφόρα στο έδαφος”. Σχετικώς με την παραμονή του στο στρατόπεδο TOPKULE, ο παρεμβαίνων ισχυρίσθηκε ότι προσγειώθηκε σε αυτό κατόπιν επικοινωνίας με τον ταγματάρχη ..., ο οποίος ήταν ανώτερός του και ο αρχαιότερος των αξιωματικών που έλαβαν μέρος στη διασωστική αποστολή της λεωφόρου VATAN. Ο εν λόγω αξιωματικός, μετά τη διακομιδή τραυματιών, με το δικό του ελικόπτερο, προσγειώθηκε στο στρατόπεδο TOPKULE και, ως είχε την υποχρέωση (ως αρχαιότερος) είχε ήδη έλθει σε επαφή με τον αξιωματικό υπηρεσίας του στρατοπέδου, στον οποίο είχε ήδη αναφέρει σχετικώς. Ο ίδιος, όταν προσγειώθηκε, συνομίλησε με κάποιους στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληροφορηθεί για το πραξικόπημα, το δε ελικόπτερο, στο οποίο επέβαινε, προσγειώθηκε σε μεγάλη απόσταση (περίπου 800 μ.) από την κεντρική πύλη του ανωτέρω στρατοπέδου (το οποίο καταλαμβάνει μια τεράστια έκταση, περίπου 20.000 στρεμμάτων), με συνέπεια να μην αντιληφθεί τις βίαιες συμπλοκές που έλαβαν χώρα στην κεντρική πύλη του στρατοπέδου. Ακολούθως, ο παρεμβαίνων επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι στο στρατόπεδο TOPKULE απειλήθηκε σοβαρώς η ζωή του από την είσοδο των αστυνομικών σε αυτό, ενώ ο ίδιος ήταν άοπλος, κατά τη διάρκεια δε της παραμονής του στο εν λόγω στρατόπεδο επιχείρησε πολλές φορές να επικοινωνήσει με τον ανωτέρω ..., αλλά αυτός δεν απαντούσε στο κινητό του τηλέφωνο, καθόσον, προφανώς, είχε αναχωρήσει από τη βάση SAMANDIRA με προορισμό τη Σμύρνη προκειμένου να συμμετάσχει στη σχεδιασθείσα επιχείρηση κατά του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, ισχυρίσθηκε δε ότι η προσγείωση ελικοπτέρου στη βάση του (SAMANDIRA) στις 3.38 π.μ. της 16.7.2016, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη γνώμη που είχε σχηματίσει ότι η βάση δεν παρείχε ασφάλεια, καθόσον το εν λόγω ελικόπτερο ήταν πολεμικό (τύπου Cougar) και όχι διασωστικό (τύπου BLACK HAWK), όπως ήταν τα ελικόπτερα που υπήρχαν στη βάση SAMANDIRA. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι στην ανωτέρω βάση υπηρετούσαν πολλοί αξιωματικοί με βαθμό ανώτερο του δικού του (10 αξιωματικοί με το βαθμό του ταγματάρχη, 10 αξιωματικοί με το βαθμό του αντισυνταγματάρχη και 3 αξιωματικοί με το βαθμό του συνταγματάρχη), αρκετοί από τους οποίους κλήθηκαν να πραγματοποιήσουν πτήσεις τη νύκτα του πραξικοπήματος, το γεγονός δε ότι ο βαθμός του ευρίσκεται ιεραρχικώς τρεις βαθμούς κάτω από το βαθμό του διοικητού της μονάδος του, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση σχετικά με το πραξικόπημα, τον σχεδιασμό του οποίου αγνοούσε, όπως αγνοούσε επίσης και τη μύηση σε αυτό του .... Στη συνέχεια, ισχυρίσθηκε ότι τα ελικόπτερα τα οποία είχαν ενεργό συμμετοχή στο πραξικόπημα ήταν πολεμικά (τύπου Απάτσι ή Κόμπρα) ελικόπτερα και όχι ελικόπτερα της Αεροπορίας Στρατού (τύπου BLACH HAWK ή SIKORSKY), τα οποία είναι μικρής και μέσης μεταφορικής ικανότητος και συμμετέχουν μόνο σε διασωστικές αποστολές. Τέλος, όπως ήδη έχει αναφερθεί στη σκέψη 15, επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι έχει γαλουχηθεί “με τις δυτικού τύπου αρχές και αξίες που δίδαξε και ενέπνευσε ο ... (την κοσμικότητα του κράτους, τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, τον διαχωρισμό θρησκείας – κράτους, τον κοινοβουλευτισμό αντί της διακυβέρνησης με Σουλτάνους, την ανεξιθρησκεία, τον μεταρρυθμιστικό ρόλο του Κράτους, την ύπαρξη Συντάγματος κ.λπ.), που χαρακτήρισαν επί δεκαετίες την φυσιογνωμία της Τουρκίας ως κοσμικό δυτικού τύπου κράτος”, ισχυρίσθηκε δε ότι “αυτή την εποχή είναι σε εξέλιξη η προσπάθεια από την κυβέρνηση ... εκκαθάρισης, συλλήψεων, φυλάκισης και δίωξης ... όσων έχουν υπηρετήσει και εκπαιδευτεί σε βάσεις του ΝΑΤΟ ή βραβευτεί από το ΝΑΤΟ, η οποία γίνεται με τρόπο μαζικό και αδιακρίτως προσωπικής ευθύνης”, γνωρίζοντας δε το μένος των Ισλαμιστών κατά των Κούρδων, δεν απεκάλυπτε την κουρδική καταγωγή του.

27. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής της Αρχής Προσφυγών (22622/28.12.2017) ακυρώθηκε η …/29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, κατόπιν αποδοχής της ανωτέρω ενδικοφανούς προσφυγής του παρεμβαίνοντος. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι οι αποδιδόμενες στον παρεμβαίνοντα πράξεις (προσβολές του πολιτεύματος, προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας, βία κατά του πολιτικού σώματος ή της κυβέρνησης) έχουν πολιτικό χαρακτήρα. Τούτο δε διότι “του αποδίδεται η τέλεση πράξεων μαζί με άλλους συνεργούς, ως μέλη ομάδας που απέβλεπε με ενεργό δράση στην αλλοίωση ή μεταβολή της υφιστάμενης πολιτειακής τάξεως του Κράτους της Τουρκίας ή σχετίζονται με την παρασκευή των μέσων για διάπραξη συγκεκριμένου πολιτικού εγκλήματος, σε βάρος του Τουρκικού Κράτους με την ανατροπή της εκλεγμένης κυβέρνησης της χώρας, άμεσα συναπτομένων με τους πολιτικούς σκοπούς, που η οργάνωση και ομάδα στην οποία του αποδίδεται ότι συμμετείχε, επεδίωκε, σ’ εκείνο το χρόνο”.

28. Επειδή, περαιτέρω, με την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της συμμετοχής του παρεμβαίνοντος στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, έγινε δεκτό ότι η περιγραφή στην αίτηση έκδοσης της Εισαγγελίας της Κων/πολης των αποδιδομένων σε αυτόν πράξεων, είναι “εντελώς αόριστη, αφού στην αίτηση αυτή αναφέρονται γενικώς τα γεγονότα της νύκτας που εκδηλώθηκε το πραξικόπημα, χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό των πράξεων, του τρόπου και του βαθμού συμμετοχής του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) στις πράξεις αυτές, με την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων, θεμελιωτικών των πράξεων που του αποδίδονται. Ειδικότερα, η γενική αναφορά σε τηλεφωνικές κλήσεις του αρχηγού του πληρώματος του ελικοπτέρου κατά τη νύκτα του πραξικοπήματος και η μέσω αυτών επιχειρούμενη σύνδεση του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) με τις εγκληματικές πράξεις που αποδίδονται σ’ αυτόν δεν συνιστούν συγκεκριμένα στοιχεία, ικανά να στηρίξουν τις σε βάρος του ... κατηγορίες, ούτε προσδιορίζεται ο τρόπος συμμετοχής του στις πράξεις αυτές. Εξ άλλου, ούτε από άλλα έγγραφα που υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης ... προέκυψαν κρίσιμα στοιχεία και περιστατικά που να θεμελιώνουν “σοβαρούς λόγους”, οι οποίοι να οδηγούν στην κρίση ότι ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) συμμετείχε στη διάπραξη του πραξικοπήματος. Πολύ δε περισσότερο, δεν τεκμηριώνεται, με βάση το πραγματικό της υπόθεσης, ότι ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) διέπραξε πράξεις, ιδιαίτερα σκληρές ή δυσανάλογες του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι της ανατροπής της δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης ή συνετέλεσε άλλως στη δολοφονία αμάχων πολιτών ή στην απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου ..., αφού δεν προκύπτει με ποιόν τρόπο ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) ή κάποιο άλλο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) συνέδραμε, επιχείρησε να αφαιρέσει τη ζωή του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας ή με ποιόν τρόπο συμμετείχε, ενδεχομένως σε κάποια προπαρασκευαστική ενέργεια για την τέλεση του εγκλήματος αυτού. Μόνη, εξ άλλου, η αναφορά του αριθμού του άμαχου πληθυσμού που έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια της απόπειρας πραξικοπήματος, χωρίς ταυτοχρόνως να περιγράφονται οι πράξεις τις οποίες ενήργησε ο προσφεύγων (ήδη παρεμβαίνων) και οι οποίες να συνδέονται αιτιωδώς με τους θανάτους αυτούς, δεν δύναται να θεμελιώσει κατηγορία σε βάρος του προσφεύγοντος (ήδη παρεμβαίνοντος) για την τέλεση ιδιαιτέρως σκληρών πράξεων...”.

29. Επειδή, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή της Αρχής Προσφυγών, κατά την εξέταση του ζητήματος αν στην προκειμένη περίπτωση υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, εφήρμοσε το ορθό κατά νόμο μέτρο αποδείξεως και εκτίμησε όλα τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως. Ειδικότερα, αξιολόγησε, με ειδική σκέψη, τα διαλαμβανόμενα στην από 5.8.2016 αίτηση εκδόσεως της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινουπόλεως της Δημοκρατίας της Τουρκίας, αλλά και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, στα οποία περιλαμβάνονται τόσο εκείνα στα οποία είχε στηριχθεί η αντίθετη κρίση του πρωτοβάθμιου οργάνου, όσο και εκείνα τα οποία επεκαλέσθη και προσεκόμισε ο παρεμβαίνων. Συνεπώς, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι εν προκειμένω δεν υπάρχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε στο πρόσωπό του, λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, κατά την έννοια των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (άρθρο 12 παρ. 2 περ. β΄ και 3 του ΠΔ 141/2013), παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, ο δε λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά το μέρος δε που με αυτόν αμφισβητούνται οι ανέλεγκτες ακυρωτικώς ουσιαστικές εκτιμήσεις της Διοικήσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Πράγματι από κανένα σαφές, ισχυρό και αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε αφενός μεν ότι ο παρεμβαίνων υπήρξε μέλος της ... / Παράλληλης ... (.../...), στην οποία η Τουρκική κυβέρνηση αποδίδει τον σχεδιασμό και τη διάπραξη του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016 ή ότι, εν πάση περιπτώσει, εγνώριζε την οργάνωσή του, αποδεχόμενος του σκοπούς του, αφετέρου δε ότι ο ίδιος είχε ουσιώδη ή αποφασιστική συμβολή στην τέλεση σοβαρών αδικημάτων του κοινού ποινικού δικαίου, τα οποία διεπράχθησαν κατά το χρονικό διάστημα της εξέλιξης του πραξικοπήματος ή ότι προέβη ο ίδιος σε ιδιαίτερα σκληρές πράξεις στα πλαίσια αυτού, οι οποίες να διευκόλυναν ή να υποβοήθησαν την επίτευξη των στόχων του, λαμβανομένου υπόψη ότι το τεκμήριο αμφιβολίας λειτουργεί υπέρ του αιτούντος διεθνή προστασία (βλ. Supreme Court of New Zealand υπόθεση Tamil της 27.8.2010). Εξ άλλου, η εμπλοκή του παρεμβαίνοντος στα γεγονότα της νύκτας της 15.7.2016, όπως αυτή προέκυψε από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, τα οποία περιγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, συνίστατο στο ότι αυτός, κατόπιν διαταγής του αξιωματικού υπηρεσίας της μονάδος του, πραγματοποίησε πτήση, ως συγκυβερνήτης, με μη πολεμικό (μη επιθετικό) ελικόπτερο τύπου SIKORSKY (η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, που όπως θα αναλυθεί κατωτέρω, δεν ανετράπησαν με αξιόπιστα περί του αντιθέτου αποδεικτικά στοιχεία, είχε ως αποστολή τη μεταφορά τραυματιών), με προορισμό τη λεωφόρο VATAN της Κων/πολης, στην οποία δεν κατόρθωσε, πάντως, να προσγειωθεί, διότι το ελικόπτερο εδέχθη πυρά από το έδαφος. Λαμβανομένων δε υπ’ όψιν των υψηλού επιπέδου προδιαγραφών αποδείξεως που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (άρθρο 12 παρ. 2 του ΠΔ 141/2013), και με βάση την οποία απαιτούνται “σοβαροί λόγοι” (βλ. σχετική διάταξη ανωτέρω στην σκέψη 12), η αξιολόγηση των συγκεκριμένων γεγονότων, στα οποία ενεπλάκη ο παρεμβαίνων τη νύκτα του πραξικοπήματος, δεν δύναται να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι είχε ουσιώδη ατομική συμβολή στο πραξικόπημα της 15.7.2016 (το οποίο είχε ως συνέπεια το θάνατο 249 και τον τραυματισμό 2194 ατόμων) και, ειδικότερα, στην τέλεση των αποδιδομένων σε αυτόν αδικημάτων (παραβίαση του Συντάγματος με βία και καταναγκασμό, απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας, έγκλημα κατά του Νομοθετικού Οργάνου, έγκλημα κατά της Κυβέρνησης), τα οποία διεπράχθησαν με την κατάληψη και το βομβαρδισμό κυβερνητικών κτιρίων, του κτιρίου της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας και του Προεδρικού Μεγάρου, όπως με νόμιμη και επαρκή αιτιολογία εδέχθη η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η διατυπωθείσα στην .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής κρίση, κατά την οποία ο παρεμβαίνων συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15.7.2016, δεν εξηνέχθη κατόπιν εκτιμήσεως ισχυρών και αξιόπιστων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά υπήρξε προϊόν συμπερασματικών, επαγωγικών και, εν πολλοίς, υποθετικών συλλογισμών.

30. Επειδή, ειδικότερα, επί του ζητήματος αν στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15.7.2016, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: Α) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αξιολόγησε μεμονωμένως και με επιλεκτικό τρόπο τις τηλεφωνικές κλήσεις του παρεμβαίνοντος με τον ..., παραλείποντας να συνεκτιμήσει το γεγονός ότι, όπως αναφέρεται στην από 3.8.2016 έκθεση εμπειρογνωμοσύνης, από το ελικόπτερο τύπου SIKORSKY, με το οποίο διέφυγαν ο παρεμβαίνων και οι επτά συνάδελφοί του, είχε αφαιρεθεί η συσκευή αυτοταυτοποίησης, η οποία εκπέμπει πληροφορίες υψομέτρων και θα έπρεπε να ευρίσκεται στο ηλεκτρονικό τμήμα του εμπροσθίου μέρους του ελικοπτέρου. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο υπονοείται ότι από την εν λόγω συσκευή θα απεδεικνύετο, ενδεχομένως, η πτήση του ελικοπτέρου προς τη Μαρμαρίδα και η συμμετοχή του στην απόπειρα δολοφονίας του εκεί ευρισκομένου Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι το στοιχείο της αφαίρεσης της συσκευής αυτοταυτοποίησης από το επίδικο ελικόπτερο αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση. Όμως η εκδούσα την απόφαση αυτή επιτροπή δεν αμφέβαλε, ενόψει των στοιχείων που ετέθησαν υπόψη της, για τη διαδρομή που ακολούθησε το εν λόγω ελικόπτερο τη νύκτα της 15.7.2016 και τις πρωϊνές ώρες της επόμενης ημέρας (απογείωση από τη βάση SAMANDIRA της Κων/πολης με προορισμό τη λεωφόρο VATAN, μετάβαση στο στρατόπεδο ΤOΡKULE στα περίχωρα της Κων/πολης, απ’ όπου απεγειώθη με κατεύθυνση την περιοχή RIVA της ίδιας πόλης, απ’ όπου διέφυγε στην Ελλάδα), αφού εκτίμησε τους ισχυρισμούς του παρεμβαίνοντος και το πρόδηλο δεδομένο ότι, ενόψει της αυτοδυναμίας καυσίμων που διέθετε το ελικόπτερο, της μεγάλης αποστάσεως που χωρίζει την Κωνσταντινούπολη από τη Μαρμαρίδα και του χρόνου που μεσολάβησε από την απογείωση του ελικοπτέρου από τη βάση SAMANDIRA μέχρι την προσγείωσή του στην Αλεξανδρούπολη, παρίστατο αδύνατο το επίδικο ελικόπτερο να είχε λάβει μέρος στην επιχείρηση της απόπειρας δολοφονίας του Προέδρου της Τουρκικής Δημοκρατίας που εκδηλώθηκε στη Μαρμαρίδα. Για τον ίδιο δε λόγο, είναι απορριπτέος ο συναφής ισχυρισμός, με τον οποίον προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνεκτίμησε το στοιχείο ότι κατά την προσγείωση του ελικοπτέρου στην Αλεξανδρούπολη είχαν σβησθεί όλοι οι στρατιωτικοί κωδικοί και τα στοιχεία πτήσεων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εξακριβωθούν οι διαδρομές του ελικοπτέρου κατά τους κρίσιμους εν προκειμένω χρόνους, ενόψει και των ισχυρισμών του παρεμβαίνοντος ότι η διαγραφή των στοιχείων πτήσης του ελικοπτέρου παρίστατο εύλογη, λόγω της προσγείωσης του σε ξένη χώρα, με πρόθεση του πληρώματός του να εγκαταλείψει την Τουρκία Β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το στοιχείο ότι το ελικόπτερο, στο οποίο ο παρεμβαίνων επέβαινε ως συγκυβερνήτης κατά την επίδικη πτήση προς τη λεωφόρο VATAN, δεν ήταν ελικόπτερο τύπου ασθενοφόρου, αλλά ελικόπτερο μεταφορών γενικής χρήσης, σε αυτό δε δεν υπήρχαν φορεία μεταφοράς τραυματιών, ούτε επέβαινε ιατρικό ή νοσηλευτικό προσωπικό, με συνέπεια να κλονίζεται σοβαρώς ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος ότι η ανωτέρω πτήση είχε ως αποστολή τη μεταφορά τραυματιών. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε, ότι δηλαδή η επίδικη πτήση είχε διασωστικό χαρακτήρα, παρίσταται αιτιολογημένο. Τούτο δε διότι αξιολογήθηκε αφενός μεν το γεγονός ότι ο παρεμβαίνων υπηρετούσε σε μονάδα με την ονομασία “ISTANBUL FLOOD SEARCH AND RESCUE” ως πιλότος διασωστικού τύπου ελικοπτέρων τύπου SIKORSKY BLACK HAWK (utility helicopters), με καθήκον τη μεταφορά τραυματιών ή ασθενών σε νοσοκομεία (πιλότος διασώσεων και παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας) αφετέρου δε εκτιμήθηκαν οι ισχυρισμοί του, κατά τους οποίους τα ελικόπτερα που διέθετε το Υπουργείο Υγείας δεν είχαν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν πτήσεις κατά τις νυκτερινές ώρες, η δε παρουσία ιατρικού ή νοσηλευτικού προσωπικού σε διασωστική πτήση με ελικόπτερο τύπου SIKORSKY δεν παρίστατο απαραίτητη, δεδομένου ότι ο επιβαίνων στην εν λόγω πτήση μηχανικός διαθέτει γνώσεις παροχής πρώτων βοηθειών, ενώ η μεταφορά τραυματιών με τα ανωτέρω ελικόπτερα, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, διαθέτουν πάνινα φορεία, δύναται να πραγματοποιηθεί και χωρίς τα συμβατικά φορεία. Γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολόγησε τις ρητές αναφορές που περιέχονται στην .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής ότι “νωρίτερα από τις 22.00 (της 15.7.2016) δεν είναι εύλογο να υπήρχαν τραυματίες στην Κωνσταντινούπολη, καθώς το ... πραξικόπημα και η ανταλλαγή πυροβολισμών εξελίχθηκαν κατά τη διάρκεια της νύκτας και μετά το κάλεσμα των ανθρώπων στους δρόμους από τον ίδιο τον ... μέσω facetime και από τα τζαμιά της πόλης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε μία σειρά από ειδησεογραφικές πηγές ... όλες οι πηγές συμφωνούν ότι μετά τις 22.00 με 22.30 έκλεισαν οι δύο γέφυρες του Βοσπόρου στην Κων/πολη, στις 22.50 ελικόπτερα εντοπίστηκαν να πετούν πάνω από την Κων/πολη ... αναγγελία νεκρών και τραυματιών έχουμε στις 24.57 και την επόμενη ημέρα το πρωί ...”, με τις οποίες κλονίζονται οι ισχυρισμοί του παρεμβαίνοντος ότι το επίδικο ελικόπτερο, στο οποίο επέβαινε ως συγκυβερνήτης, απογειώθηκε περί τις 22.00 της 15.7.2016 από τη βάση του με αποστολή τη μεταφορά τραυματιών από τη λεωφόρο VATAN. Εφόσον, όμως, δεν προέκυψαν καθαρά, ισχυρά και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι η επίδικη πτήση είχε διαφορετική αποστολή και σκοπό και, μάλιστα, τη μεταφορά πραξικοπηματιών και υλικού πολέμου, όπως ισχυρίζονται οι τουρκικές αρχές, τα ανωτέρω στοιχεία, νομίμως δεν αξιολογήθηκαν, ως μη ουσιώδη, με ειδική σκέψη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία εκτιμήθηκαν οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο παρεμβαίνων με την προαναφερθείσα ενδικοφανή προσφυγή του, κατά τους οποίους, όπως προέκυπτε από πλήθος στοιχείων, το πραξικόπημα εκδηλώθηκε τις πρώτες απογευματινές ώρες της 15.7.2016 και, συνεπώς, το βράδυ της ίδιας ημερομηνίας, παρίστατο εύλογο να υπάρχουν νεκροί και τραυματίες, ως συνέπεια των συγκρούσεων των στρατιωτικών πραξικοπηματιών με τους ένοπλους αστυνομικούς. Δ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολόγησε το στοιχείο ότι, όπως προέκυπτε από την από 3.8.2016 έκθεση εμπειρογνωμοσύνης, στο επίδικο ελικόπτερο, σε αντίθεση με τα άλλα δύο, δεν υπήρχαν οπές από σφαίρες και, συνεπώς, παρίστατο αναληθής ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος ότι κατά την προσέγγιση του εν λόγω ελικοπτέρου στη λεωφόρο VATAN, αυτό εδέχθη πυρά από το έδαφος. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, για τον λόγο ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν προέκυψε με το επίπεδο αποδείξεως που απαιτείται από τις διατάξεις που ανεφέρθησαν στις σκέψεις 11 και 12, ότι η επίδικη πτήση είχε διαφορετική αποστολή από αυτή της μεταφοράς τραυματιών. Εν πάση δε περιπτώσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση συνεκτιμήθηκε το στοιχείο ότι τα άλλα δύο ελικόπτερα είχαν υποστεί φθορές από σφαίρες, σε συνδυασμό με τις σχετικές εξηγήσεις που έδωσε ο παρεμβαίνων με την από 25-10-2016 ενδικοφανή προσφυγή του, ότι, δηλαδή, το ελικόπτερο στο οποίο επέβαινε προσέγγισε τη λεωφόρο VATAN από διαφορετικό σημείο και από διαφορετικό ύψος, σε σχέση με τα άλλα δύο ελικόπτερα (βλ. σκέψη 26).

Ε) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αξιολόγησε τα γενόμενα δεκτά με την .../29.9.2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής με την οποία κρίθηκαν ως αναληθείς οι ισχυρισμοί του ότι παρέμεινε στο στρατόπεδο TOΡKULE από τις 23.00 της 15.7.2016 έως τις πρώτες πρωϊνές ώρες της επόμενης ημέρας, οπότε και εισήλθαν σε αυτό ένοπλοι αστυνομικοί, για λόγους ασφαλείας, αγνοώντας την κήρυξη του πραξικοπήματος (βλ. σκέψη 25). Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι, ανεξαρτήτως του ότι η παραμονή του παρεμβαίνοντος στο στρατόπεδο TOΡKULE δεν συνδέεται αιτιωδώς με την αποδιδόμενη σε αυτόν από τις τουρκικές αρχές συμμετοχή του στο πραξικόπημα, από κανένα στοιχείο του φακέλου της υποθέσεως δεν προέκυψε ότι, κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής του στο εν λόγω στρατόπεδο, ο παρεμβαίνων προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια πέρα από αυτές που ανέφερε τόσο με την αίτηση διεθνούς προστασίας, όσο και με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε κατά της .../29.9.2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής. Εξ άλλου, ο ανωτέρω ισχυρισμός, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στον παρεμβαίνοντα άγνοια για την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί λόγω του πραξικοπήματος, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο παρεμβαίνων και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του, όπως εδήλωσαν, είχαν ενημερωθεί σχετικώς τόσο από τους οικείους τους όσο και από το διαδίκτυο.

Στ) ότι τόσο ο παρεμβαίνων όσο και οι συνάδελφοί του, αν και υπηρετούσαν σε διαφορετικές μονάδες, είχαν πολλές τηλεφωνικές συνομιλίες και κατά την ημερομηνία κατά την οποία εκδηλώθηκε το πραξικόπημα και κατά τις προηγούμενες ημέρες, τόσο μεταξύ τους όσο και με τον αντισυνταγματάρχη ..., ο οποίος συμμετείχε στην απόπειρα δολοφονίας του Προέδρου της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο υπονοείται ότι τόσο ο παρεμβαίνων όσο και οι συνάδελφοί του, λόγω της επικοινωνίας που είχαν με τον ανωτέρω ..., είχαν πληροφορηθεί σχετικά με το σχεδιαζόμενο πραξικόπημα και, στη συνέχεια, είχαν ενεργό συμμετοχή σε αυτό, ως εκ τούτου δε πάσχει η σχετική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέος. Τούτο δε διότι, ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των επίδικων τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, από τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, προκύπτει ότι η μόνη τηλεφωνική συνομιλία του παρεμβαίνοντος με τον αντισυνταγματάρχη ... έλαβε χώρα το βράδυ της 15.7.2016, όταν και εκλήθη εκτάκτως από τον τελευταίο, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα αξιωματικού υπηρεσίας, να μεταβεί στη μονάδα του.

31. Επειδή, εφόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν “σοβαροί λόγοι να πιστεύη τις” ότι ο παρεμβαίνων ατομικώς συμμετείχε στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, δεν συντρέχει, σε κάθε περίπτωση, στο πρόσωπό του λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (12 παρ. 2 περ. β΄ του ΠΔ 141/2013), ανεξαρτήτως αν οι αποδιδόμενες σε αυτόν από τη Δημοκρατία της Τουρκίας πράξεις, όπως αυτές περιγράφονται και χαρακτηρίζονται νομικά στην από 5.8.2016 αίτηση έκδοσης της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης της Δημοκρατίας της Τουρκίας, εμπίπτουν ή όχι στην ταυτόσημη έννοια του “σοβαρού αδικήματος του κοινού ποινικού δικαίου” (κατά τη διατύπωση του άρθρου 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή του “σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος” (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. β΄ του ΠΔ 141/2013). Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο πλήσσεται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι αποδιδόμενες στον παρεμβαίνοντα στασιαστικές πράξεις αξιωματικού (προσβολή του πολιτεύματος, προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας, βία κατά του νομοθετικού σώματος και της κυβέρνησης), έχουν πολιτικό χαρακτήρα, προβαλλομένου ότι, αντιθέτως, τέτοιες πράξεις, ως εκ του χαρακτήρα τους, συνιστούν βαρέα ποινικά αδικήματα κατά της πολιτείας, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

32. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στην σκέψη 15, με την 139/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε συμβούλιο) έγινε δεκτή η έφεση του παρεμβαίνοντος κατά της 144/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και το Δικαστήριο γνωμοδότησε κατά της έκδοσης αυτού στο κράτος της Τουρκίας. Με την έφεση που άσκησε ο παρεμβαίνων κατά της ανωτέρω 144/2016 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, είχε προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν ήταν επιτρεπτή η έκδοσή του, αφενός μεν διότι δεν προέκυψαν σε βάρος του ενδείξεις ενοχής για τα αποδιδόμενα σε αυτόν από τις τουρκικές αρχές εγκλήματα αφετέρου δε διότι τα εγκλήματα για τα οποία εζητείτο η έκδοση είναι πολιτικά. Ο λόγος αυτός απερρίφθη με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου, με την αιτιολογία αφενός μεν ότι το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο που αποφαίνεται για την έκδοση δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας για την οποία ζητείται η έκδοση αφετέρου δε ότι οι στασιαστικές ενέργειες στρατιωτικών με σκοπό τη βίαιη ανατροπή και κατάλυση δημοκρατικού πολιτεύματος δεν συνιστούν πολιτική δράση υπέρ της ελευθερίας και δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πολιτική πράξη, κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης, ή ως πολιτικό έγκλημα που εμποδίζει την έκδοση των εμπλεκομένων σε αυτές, κατά την έννοια των άρθρων 5 παρ. 2 περ. γ΄ του Συντάγματος και 438 του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας.

33. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι παραβιάζει τα ανωτέρω κριθέντα με την 139/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός, καθ’ ο μέρος προβάλλεται παραβίαση των κριθέντων με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με το ζήτημα της συμμετοχής του παρεμβαίνοντος στο πραξικόπημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η εν λόγω απόφαση δεν εξέφερε ουσιαστική κρίση περί του βασίμου ή μη των αποδιδομένων στον παρεμβαίνοντα κατηγοριών περί συμμετοχής του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016 και περί διαπράξεως εκ μέρους του των καταλογιζομένων σε αυτόν αδικημάτων. Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι το αρμόδιο όργανο που αποφασίζει περί της συνδρομής των προϋποθέσεων για την υπαγωγή ενός προσώπου σε καθεστώς διεθνούς προστασίας δεν δεσμεύεται από την απόφαση του αρμόδιου δικαιοδοτικού οργάνου που αποφαίνεται για την έκδοση του ίδιου προσώπου (βλ. απόφαση του γαλλικού Conseil d’ Etat της 28.11.2016 στην υπόθεση 389733), καθόσον η έκδοση εκζητουμένου προσώπου και η χορήγηση σε αυτό διεθνούς προστασίας διέπονται από διαφορετικά νομοθετικά καθεστώτα και, συνεπώς, η σχετική κρίση των αρμοδίων οργάνων δεν στηρίζεται στην ίδια νομική βάση, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι το μεν δίκαιο της έκδοσης είναι, κατ’ ουσίαν, δίκαιο καταστολής το δε δίκαιο του ασύλου είναι δίκαιο προστασίας. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος, καθ’ ο μέρος προβάλλεται παραβίαση των κριθέντων με την προαναφερθείσα απόφαση του Αρείου Πάγου σχετικά με τον πολιτικό ή μη χαρακτήρα των αδικημάτων που αποδίδονται στον παρεμβαίνοντα από τις τουρκικές αρχές, είναι σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγούμενη σκέψη, απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος.

34. Επειδή, όπως έχει ήδη αναφερθεί, με την από 5-8-2016 αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας Κωνσταντινούπολης της Δημοκρατίας της Τουρκίας ζητήθηκε η έκδοση του παρεμβαίνοντος, και των άλλων επτά συναδέλφων του, και για το αδίκημα της “διακεκριμένης αρπαγής από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυκτερινές ώρες”, ήτοι για το αδίκημα της αρπαγής από τον παρεμβαίνοντα και τους άλλους επτά συναδέλφους του του στρατιωτικού ελικοπτέρου τύπου SIKORSKY (με αριθμό ...), το οποίο την 16.7.2016 προσγειώθηκε στην Αλεξανδρούπολη. Το αδίκημα αυτό, το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 1 και 2 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, αποτελεί στρατιωτική παράβαση και για το οποίο δεν χωρεί έκδοση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4 της από 13.12.1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως, η οποία κυρώθηκε με το Ν 4165/1961 (Α΄ 75), δεν δύναται να θεωρηθεί ως “σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου” (κατά τη διατύπωση του άρθρου 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951) ή ως σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα (κατά τη διατύπωση των άρθρων 12 παρ. 2 περ. β΄ της οδηγίας 2011/95/ΕΕ και 12 παρ. 2 περ. β΄ του ΠΔ 141/2013), ώστε η τέλεσή του να οδηγεί σε αποκλεισμό από την υπαγωγή του αιτούντος διεθνή προστασία στο καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που συγκροτούν το πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. Συνεπώς, δεν καθίσταται πλημμελής η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως από το γεγονός ότι, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 1.ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης λόγος αποκλεισμού δεν αξιολόγησε και τη διάπραξη από αυτόν της αρπαγής του επίδικου ελικοπτέρου, το οποίο, σημειωτέον, απετέλεσε το μέσο διαφυγής του από την Τουρκία, προκειμένου να ζητήσει διεθνή προστασία. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, αβασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως παρίσταται πλημμελής, διότι δεν διερευνήθηκε η βασιμότητα των αποδιδομένων στον παρεμβαίνοντα κατηγοριών “σχετικά με το μη πολιτικό έγκλημα της διακεκριμένης αρπαγής από κοινού από περισσότερα από ένα άτομα και με όπλο κατά τις νυχτερινές ώρες.”

35. Επειδή, συνεπώς, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να γίνει δεκτή η παρέμβαση του Τούρκου υπηκόου ... και να απορριφθεί η παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.

 

[Απορρίπτει την αίτηση. Δέχεται την παρέμβαση του .... Απορρίπτει την παρέμβαση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών».]