ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1663/2018

 

Πρόεδρος: Α. Τυραννίδου, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγητής: Λ. Χατζησταύρου, Εφέτης

Δικηγόροι: Τ. Βασιλακοπούλου-Πουλή, Γ. Πουλής, Α. Τσιμπληνίδης

 

[...] Στην από 30.1.2015 (υπ’ αριθμ. Καταθ. ...2015) αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες, ιστορούσαν ότι τη 15.12.2005 σύναψαν με την εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη, τραπεζική εταιρία, σε υποκατάστημα αυτής στη Θεσσαλονίκη, οι μεν πρώτος και δεύτερη ως πιστούχοι, οι δε τρίτος και τέταρτη ως εγγυητές, την αναφερόμενη εκεί σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 99.000 ευρώ, εξοφλητέου σε 360 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, με τους αναφερόμενους σ’ αυτήν όρους, οι οποίοι είχαν προδιατυπωθεί από την εναγομένη και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων.

Ότι το επιτόκιο του ως άνω δανείου ορίσθηκε μεταβλητό, έχοντας ως επιτόκιο αναφοράς το βασικό επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Ότι από το Φεβρουάριο του 2006, οπότε άρχισε η αποπληρωμή του δανείου, τούτο εξυπηρετούνταν κανονικά, πλην όμως το ποσό της μηνιαίας δόσης αυξανόταν σταδιακά λόγω της αντίστοιχης αύξησης του επιτοκίου, με αποτέλεσμα από το ποσό των 470,93 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν αυτή τον Μάρτιο του 2006, να φτάσει στο ποσό των 543,61 ευρώ το Φεβρουάριο του 2007.

Ότι, ενόψει τούτου και κατόπιν σχετικής προτροπής του αναφερόμενου στην αγωγή υπαλλήλου της εναγομένης, ο οποίος τους παρουσίασε ότι τα δάνεια σε ελβετικά φράγκα έχουν σημαντικά πλεονεκτήματα, λόγω του ιδιαίτερα χαμηλού τους επιτοκίου LIBOR και της συνακόλουθης καταβολής ιδιαίτερα χαμηλών δόσεων, προκρίνοντας ως συμφέρουσα γι’ αυτούς επιλογή, προέβησαν σε τροποποιητική σύμβαση με την εναγομένη, μετατρέποντας το νόμισμα του στεγαστικού δανείου, που είχαν λάβει, από ευρώ σε ελβετικό φράγκο (CHF).

Ότι ειδικότερα με την από 2.1.2007 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της ως άνω σύμβασης στεγαστικού δανείου, συμφώνησαν το μέχρι τότε άληκτο κεφάλαιο του δανείου, ύψους 97.254,62 ευρώ, να μετατραπεί, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά την παραπάνω ημερομηνία ισοτιμία, σε 158.923,77 ελβετικά φράγκα (CHF). Ότι ο ως άνω υπάλληλος της εναγομένης ουδόλως τους επεσήμανε τον κίνδυνο ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών κατά τη διάρκεια της αποπληρωμής του δανείου, που υπέκρυπτε η σύμβαση αυτή και τις επιπτώσεις αυτής τόσο στη μηνιαία δόση όσο και στο υπόλοιπο του άληκτου κεφαλαίου, ούτε τους πρότεινε κάποιο πρόγραμμα αντιστάθμισης του κινδύνου αυτού.

Ότι, σύμφωνα με τον όρο 7α που περιλαμβάνεται στο κείμενο της ως άνω σύμβασης «... εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής», [...]. Ότι η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, κατά το χρόνο μετατροπής του δανείου, ανερχόταν σε 1 προς 1,6341, πλην όμως σταδιακά το ελβετικό φράγκο ανατιμήθηκε και η ισοτιμία αυτή έφτασε την 1.1.2015 στο 1 προς 1,1687, με αποτέλεσμα, κατ’ εφαρμογή του ως άνω 7α όρου της σύμβασης, να έχει εξανεμιστεί ήδη σημαντικό μέρος των γενόμενων καταβολών τους, καθώς το άληκτο κεφάλαιο του δανείου τους την 1.1.2015 ήταν ίσο προς 125.801,40 ελβετικά φράγκα, το οποίο αν ήθελαν να εξοφλήσουν κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, με βάση την ισχύουσα κατά το χρόνο σύνταξης αυτής ισοτιμία, η οποία ήταν περίπου 1 προς 1, θα έπρεπε να καταβάλουν ποσό μεγαλύτερο των 125.000 ευρώ, παρά τις εν τω μεταξύ καταβολές, που είχαν πραγματοποιήσει για την αποπληρωμή του κεφαλαίου, συνολικού ποσού 26.938,79 ευρώ και παρά το ότι το αρχικό κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν σε 99.000 ευρώ.

Ότι, εάν είχαν ενημερωθεί από τον ως άνω υπάλληλο της εναγομένης ως προς τη μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου στους ιδίους και τις συνέπειες αυτού, θα αντιλαμβάνονταν ότι δεν επρόκειτο για στεγαστικό δάνειο, αλλά για κάτι εντελώς διαφορετικό και δεν θα είχαν προβεί στην ως άνω μετατροπή. Ότι οι προαναφερόμενοι όροι 7α και 9 της δανειακής σύμβασης, οι οποίοι προβλέπουν την εξόφληση των υποχρεώσεών τους έναντι της Τράπεζας με βάση την εκάστοτε ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά την ημέρα της καταβολής και, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, κατά την ημερομηνία αυτής (καταγγελίας), είναι καταχρηστικοί και ως εκ τούτου αυτοδικαίως άκυροι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 2 και 5 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ και των άρθρων 2 παρ. 2, 6 και 7 περ. ια΄ του Ν 2251/1994, με τον οποίο ενσωματώθηκε η οδηγία αυτή στο εθνικό δίκαιο, σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ, διότι, ανεξαρτήτως της σαφούς γραμματικής διατύπωσής τους, δεν υφίσταται οποιαδήποτε επαρκής και εξειδικευμένη επεξήγηση στο κείμενο της σύμβασης, ούτε, άλλωστε, οι υπάλληλοι της Τράπεζας τους παρείχαν, κατά το στάδιο πριν τη σύναψή της, συγκεκριμένη πληροφόρηση και, σε κάθε περίπτωση, οι ίδιοι (ενάγοντες) δεν κατανόησαν τον τρόπο λειτουργίας της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ούτε την μέθοδο και τις ιδιαιτερότητες του μηχανισμού μετατροπής του ευρώ σε ελβετικό φράγκο, ούτε και τη σχέση του μηχανισμού αυτού και των τυχόν άλλων, που προβλέπουν έτερες ρήτρες, σχετικά με την αποδέσμευση και αποπληρωμή δανείων, ούτως ώστε να μπορούν να εκτιμήσουν τις οικονομικές συνέπειες, που απορρέουν από τις ρήτρες αυτές, ως προς το συνολικό εν τέλει ύψος του προς απόδοση ποσού και να αναζητήσουν τυχόν δυνατότητες αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου, με αποτέλεσμα οι ρήτρες αυτές να παραβιάζουν την αρχή της διαφάνειας, που προβλέπεται στις ανωτέρω διατάξεις.

Ότι το κενό που δημιουργείται, μετά την αναγνώριση της ακυρότητας των ως άνω όρων της σύμβασης, θα πρέπει να συμπληρωθεί ερμηνευτικά με βάση την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, με την εφαρμογή, ως ρήτρας μετατροπής των ελβετικών φράγκων σε ευρώ, της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά το χρόνο μετατροπής του δανείου, άλλως της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά το χρόνο επιστροφής εκ μέρους της Τράπεζας, του συναλλάγματος που η ίδια δανείστηκε, προκειμένου στη συνέχεια να το χορηγήσει σ’ αυτούς, στο δικό της δανειστή, εφόσον αποδεικνύεται με έγγραφα που θα προσκομίσει η Τράπεζα ότι πράγματι έλαβε χώρα η ως άνω συναλλαγή.

Ότι επικουρικά, η ένδικη σύμβαση δανείου, όπως αυτή τροποποιήθηκε, είναι ανυπόστατη, διότι ουδέποτε παραδόθηκε «re» σ’ αυτούς, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 806 ΑΚ, το ποσό των 161.775,90 ελβετικών φράγκων (CHF), αλλά πραγματοποιήθηκε μόνο σχετική λογιστική εγγραφή και τους μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα το ποσό των 99.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να μη γεννάται σε βάρος τους οφειλή προς επιστροφή του οικείου δανείου, υπολογιζόμενου σε ελβετικά φράγκα, παρά μόνο σε ευρώ.

Ότι, επικουρικότερα, αμφότερα τα διάδικα μέρη στηρίχθηκαν καλόπιστα για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης στην μέχρι τότε σταθερότητα της νομισματικής ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου και στην πρόβλεψη των διακυμάνσεων αυτής σε συνήθη επίπεδα, η δε ως άνω ραγδαία και απρόβλεπτη υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου συνιστά απρόοπτη μεταβολή, καθότι προέκυψε μετά από μακρά περίοδο σταθερότητας των δύο νομισμάτων, η οποία (μεταβολή) είχε ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στην οφειλή τους απέναντι στην εναγομένη, καθώς την εκτίναξε σε πολύ υψηλά επίπεδα, αφού το αρχικά δανεισθέν κεφάλαιο των 99.000 ευρώ, μετά την μετατροπή αυτού σε ελβετικά φράγκα και την καταβολή δόσεων έναντι αυτού, συνολικού ύψους 26.938,79 ευρώ, ανερχόταν την 2.1.2015 σε 125.801,40 ελβετικά φράγκα, που, με βάση την ισοτιμία της ημερομηνίας εκείνης, αντιστοιχούσε σε 104.642,66 ευρώ, προκαλώντας έτσι ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ήταν προβλέψιμη η ως άνω μεταβολή της ισοτιμίας, η εκπλήρωση της παροχής τους προς την εναγομένη, όπως συμφωνήθηκε, κατέστη τόσο επαχθής για τους ίδιους, ώστε να καθιστά την εμμονή της εναγομένης στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή της οφειλής τους στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών.

Ότι, κατ’ εφαρμογή είτε του άρθρου 388 ΑΚ, είτε του άρθρου 288 ΑΚ, το άληκτο κεφάλαιο του δανείου τους πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 72.061,21 ευρώ, που απομένει μετά την αφαίρεση από το αρχικό κεφάλαιο των 99.000 ευρώ του ποσού των 26.938,79 ευρώ, το οποίο συνολικά μέχρι τότε κατέβαλαν. Ότι τέλος, η εναγομένη, διά του αναφερόμενου στην αγωγή προστηθέντος υπαλλήλου της, ο οποίος παρέλειψε να προστατεύσει τα συμφέροντά τους, μη ενημερώνοντας και μη προειδοποιώντας αυτούς, κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, για τους υψηλούς κινδύνους της επένδυσης σε συνάλλαγμα, στην οποία τους παρέσυρε, επέδειξε συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στις ευλόγως προσδοκώμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας και συνεπώς (συμπεριφορά) παράνομη και υπαίτια, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε σ’ αυτούς ζημία ύψους 8.462,97 ευρώ, συνιστάμενη στο επιπλέον ποσό, που της έχουν καταβάλει, λόγω του υπολογισμού των οφειλόμενων δόσεων του χρονικού διαστήματος από τον Μάρτιο του 2007 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2015, όχι με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία της μετατροπής του δανείου, δηλαδή 1,6341, αλλά με βάση την εκάστοτε ισχύουσα ισοτιμία, όπως αναλυτικά παρατίθεται στην αγωγή.

Ότι, προσθέτως, η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία εκδηλώθηκε διά του ως άνω προστηθέντος υπαλλήλου της, είναι αντίθετη και στα χρηστά ήθη, καθόσον αυτή εκμεταλλεύθηκε την εξουσιαστική της θέση απέναντί τους, και ειδικότερα τη δυνατότητά της να επιβάλει τη θέλησή της σ’ αυτούς, που δεν είχαν καμία εμπειρία σε τέτοιου είδους συναλλαγές, με συνέπεια να προβούν σε πράξεις ζημιογόνες για τα συμφέροντά τους, στις οποίες διαφορετικά δεν θα προέβαιναν.

Με βάση τα ανωτέρω, ζητούσαν με την αγωγή τους, όπως παραδεκτά αυτή περιορίσθηκε: Α) να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί οι ανωτέρω υπ’ αριθμ. 7α και 9 όροι της δανειακής σύμβασης, όπως αυτή τροποποιήθηκε, Β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης και να υποχρεωθεί αυτή να εφαρμόζει, ως μόνη ρήτρα μετατροπής σε ευρώ του οφειλόμενου σε ελβετικά φράγκα ποσού, τη συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως ίσχυε κατά την ημέρα μετατροπής του ποσού του δανείου σε ελβετικά φράγκα, δηλαδή την ισοτιμία 1 προς 1,6341, άλλως την ισοτιμία που ίσχυε κατά την ημερομηνία επιστροφής από την εναγομένη του συναλλάγματος που τους δάνεισε, στο δανειστή της, εφόσον αποδειχθεί η ως άνω επιστροφή, κατόπιν προσκομιδής από την εναγομένη των απαραίτητων παραστατικών, Γ) επικουρικά, να αναπροσαρμοστεί το ανεξόφλητο κεφάλαιο του δανείου τους κατά την 31.12.2014 στο ποσό των 72.061,21 ευρώ, λόγω του ανυπόστατου της σύμβασης δανείου σε ελβετικά φράγκα, άλλως κατ’ άρθρο 388 ΑΚ, άλλως κατ’ άρθρο 288 ΑΚ, Δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στους δύο πρώτους εξ αυτών το ποσό των 8.462,97 ευρώ νομιμοτόκως, προς αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί, λόγω της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου της, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον κατά το ποσό αυτό η εναγομένη κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της δικής τους περιουσίας και Ε) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε καθέναν από τους δύο πρώτους εξ αυτών το ποσό των 1.500 ευρώ νομιμοτόκως, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την πιο πάνω τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με την υπό κρίση έφεση για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Ζητούν δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να γίνει δεκτή η αγωγή τους.

Από τη διάταξη του όρθρου 806 ΑΚ, που ορίζει ότι με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει στο δανειστή άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητος και ποιότητας, προκύπτει ότι με τη σύμβαση έντοκου δανείου, ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας (βλ. ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1960/2013, ΑΠ 1736/2013 Nomos). Η σύμβαση έντοκου δανείου είναι ενοχική, διαρκής, σμφοτεροβαρής (ενώ η σύμβαση άτοκου δανείου είναι ετεροβαρής βλ. ΕφΛαρ 680/2004 Nomos), άτυπη και παραδοτική σύμβαση, με την έννοια ότι για την κατάρτισή της (τελείωση του δανείου) απαιτείται η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος από τον δανειστή στον οφειλέτη. Με τη σύμβαση του δανείου ο δανείζων έχει την υποχρέωση να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου και οριστικά να το εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και την δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου. Η μεταβίβαση στον οφειλέτη της κυριότητας του δανείσματος αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου και της υποχρέωσης για καταβολή τόκων (βλ. ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1960/2013 Nomos). Εφόσον το άρθρο 806 ΑΚ δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητος του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη (βλ. ΑΠ 123/2017 ό.π., ΑΠ 1786/2013 Ισοκράτης, ΑΠ 1620/2008 Nomos). Εξάλλου, ο παραδοτικός χαρακτήρας του δανείου δεν σημαίνει ότι το δάνεισμα πρέπει υποχρεωτικά να μεταβιβάζεται αυτούσιο κατά κυριότητα από το δανειστή στο δανειολήπτη ως πράγμα, αλλά αρκεί να περιέρχεται οπό την περιουσία του πρώτου στην περιουσία του δεύτερου με κάποιον ισοδύναμο οικονομικά τρόπο (βλ. ΑΠ 1960/2013 ό.π.), όπως π.χ. με συμφωνία των μερών ότι το χρέος που οφείλεται από άλλη αιτία, θα οφείλεται εφεξής λόγω δανείου ή και με μεταφορά από λογαριασμό σε λογαριασμό, με επιταγή, γραμμάτιο σε διαταγή ή συναλλαγματική, που εκδίδεται ή οπισθογραφείται υπέρ του δανειολήπτη, με εκχώρηση απαίτησης, με πράξη γύρου (πίστωση τραπεζικού λογαριασμού του λήπτη) κ.ά. (βλ. Απ. Γεωργιάδη, ΕνοχΔικ, Ειδικό Μέρος, Τόμος Ι (2004), σελ. 577, Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΑΚ, Τόμος Γ, Ημιτόμος Γ, σελ. 354). Εξάλλου, δεν αλλοιώνει τη σύμβαση δανείου η, μετά τη σύναψη αυτού, πρόσθετη συμφωνία περί αποδόσεως πραγμάτων διαφορετικών των αρχικώς δανεισθέντων, ή περί εξοφλήσεως του δανείου με αποστολή προς το δανειστή εμπορευμάτων, η αξία των οποίων θα εξοφλήσει την εκ του δανείου απαίτηση (βλ. Ι. Ρόκα, σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ, άρθρο 806 αρ. 5). Τέτοιος τρόπος είναι αναμφίβολα και η, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της δανειακής σύμβασης, μετατροπή του δανείσματος, όπως από ελβετικά φράγκα σε ευρώ ή το αντίστροφο και η απόδοση των ευρώ ή των φράγκων είτε με αυτούσια απόδοση είτε με τη μορφή λογιστικού χρήματος (λ.χ. στο πλαίσιο σύμβασης τραπεζικού γύρου) είτε με την έκδοση κάποιου αξιόγραφου (βλ. Ρ. Γιοβαννόπουλο, Προστασία δανειολήπτη στα δάνεια σε αλλοδαπό νόμισμα, ΕπισκΕΔ 2014/647 επ.). Εξάλλου, η σύμβαση δανείου στις σύγχρονες τραπεζικές συναλλαγές έχει αποστεί οπό το χαρακτήρα της παραδοτικής σύμβασης και, με επίκληση της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, έχει προσλάβει χαρακτήρα συναινετικής σύμβασης (βλ. ΕφΠειρ 1533/1990 ΕΝαυτΔ 1992/1, Γεωργιάδη, ό.π., παρ. 41 αριθμ. 5, σελ. 573, Αυγητίδη, ΣΕΑΚ, Εισαγ. Παρατηρήσεις στα άρθρα 806-809, αρ. 7 επ., Ρ. Γιοβαννόπουλο, ό.π.). Ακόμα, και το σε ευρώ δάνειο δεν είναι πάντοτε αναγκαίο να εκταμιεύεται κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, αλλά μπορεί να παραμένει δεσμευμένο στα χέρια της δανείστριας Τράπεζας και μετά την κατάρτιση της δανειακής σύμβασης (βλ. Ρ. Γιοβαννόπουλο, ό.π.).

Οι υφιστάμενοι κατά το παρελθόν συναλλαγματικοί περιορισμοί στη σύναψη δανείων σε αλλοδαπό νόμισμα έχουν ήδη πλήρως καταργηθεί. Συγκεκριμένα, με την υπ’ αριθμ. 2324/1994 ΠΔ/ΤΕ με τίτλο «Δανεισμός σε συνάλλαγμα κατοίκων από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα κ.λπ.», που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του ΠΔ 96/1994 «Περί προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 88/361/ΕΟΚ και της Οδηγίας 92/122/ΕΟΚ σχετικά με την κίνηση κεφαλαίων», επιτράπηκε η χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα φυσικών ή νομικών προσώπων κατοίκων εσωτερικού από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα για την κάλυψη πάσης φύσεως αναγκών τους στο εσωτερικό και εξωτερικό, για τις οποίες επιτρέπεται αντίστοιχα η χρηματοδότηση σε δραχμές, το επιτόκιο δε των χρηματοδοτήσεων αυτών σε συνάλλαγμα και οι λοιποί όροι των σχετικών συμβάσεων καθορίζονταν ελεύθερα μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (βλ. ΑΠ 370/2012 ΧρΙΔ 2012, 609, ΜΕφΘεσ 1224/2017 Nomos). Επιπλέον, στο άρθρο 5 παρ. 1 του Ν 2842/2000, με το οποίο αντικαταστάθηκε η δραχμή με το ευρώ, ορίσθηκε ότι καταργείται «κάθε διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα». Σημειώνεται ότι, κατά το άρθρο 4 παρ. 2 του ΑΝ 362/1945, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το Ν 2842/2000, άκυρη ήταν η ρήτρα στη δικαιοπραξία, με την οποία, συνομολογούνταν αξιώσεις και υποχρεώσεις στην Ελλάδα σε εγχώριο νόμισμα (δραχμές) μεν, των οποίων όμως το ποσό αφηνόταν να προσδιοριστεί από την τιμή του χρυσού ή των χρυσών νομισμάτων ή του συναλλάγματος ή του τιμάριθμου. Ειδικότερα, η άκυρη αυτή ρήτρα (ρήτρα σε αξία ξένου νομίσματος ή συναλλάγματος) είχε την έννοια ότι η καταβολή γινόταν σε δραχμές και ο οφειλέτης αναλάμβανε την υποχρέωση να πληρώσει σε δραχμές και πάλι αλλά κατά την τρέχουσα αξία (σε δραχμές) που θα είχε το ξένο νόμισμα κατά το χρόνο της πληρωμής (βλ. ΑΠ 115/2002, ΑΠ 531/1988 Nomos, πρβλ. ΑΠ Ολ 21/1990 Nomos, Καλλιμόπουλο, Το Δίκαιο του Χρήματος, έκδ. 1993, σελ. 237 επ.). Περαιτέρω, τα δάνεια σε συνάλλαγμα, που χορηγούν οι ελληνικές τράπεζες, δεν συνδέονται και δεν είναι αναγκαίο να συνδέονται με πραγματική εισαγωγή ξένων τραπεζογραμματίων, ώστε να χρειάζεται να τηρηθούν οι διοικητικές διατυπώσεις περί εισαγωγής συναλλάγματος. Το συνάλλαγμα, το οποίο δανείζουν οι τράπεζες, έχει τη μορφή λογιστικού χρήματος και προέρχεται κατά κανόνα είτε από άντληση κεφαλαίων στο εν λόγω νόμισμα από τη χρηματαγορά, είτε από δανεισμό της ίδιας της Τράπεζας από τη διατραπεζική αγορά. Ο δανεισμός αυτός των τραπεζών προς κάλυψη των ως άνω αναγκών τους συνήθως γίνεται με τη σύναψη παράγωγων χρηματοοικονομικών συναλλαγών με τη μορφή είτε FX (Foreign Exchange) Swap είτε CCIRS (Cross Currency Interest Rate Swap). Ειδικότερα, οι πρώτες είναι βραχυχρόνιες συμβάσεις, (εβδομαδιαίες έως ετήσιες), ενώ οι δεύτερες έχουν μεγαλύτερη χρονική διάρκεια (συνήθως από ένα έως πέντε ή και δέκα έτη). Η χορήγηση των δανείων αυτών από τις τράπεζες προϋποθέτει την ύπαρξη σ’ αυτές ισόποσων διαθεσίμων στο νόμισμα του δανεισμού, έστω και με τη μορφή λογιστικού χρήματος κατά τα ανωτέρω. Σύμφωνα δε με το ΠΔ 384/1992, που ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το Ν 4308/2014, οι τράπεζες, που υπόκεινται στον εποπτικό έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδος, τηρούσαν ειδικούς λογαριασμούς για συναλλαγές σε συνάλλαγμα (βλ. Ρ. Γιοβαννόπουλο, ό.π., σελ. 653, 657-658). Η ανωτέρω αντιστοίχηση είναι εύλογη, καθόσον α) μόνο έτσι οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα χορηγήσεως δανείων με χαμηλότερα επιτόκια (εφόσον και οι ίδιες δανείζονται ξένο νόμισμα με χαμηλό επιτόκιο) και β) εφόσον ο πελάτης της Τράπεζας, κατά τη σύμβαση, έχει το δικαίωμα να εξοφλεί το δάνειό του στο αλλοδαπό νόμισμα του δανείου, εάν το ανωτέρω δεν συνέβαινε, θα συνιστούσε σοβαρότατο κίνδυνο για την Τράπεζα το ενδεχόμενο ανατιμήσεως του ημεδαπού νομίσματος και πληρωμής του δανείου εκ μέρους του οφειλέτη με υποτιμημένο αλλοδαπό νόμισμα, οπότε η Τράπεζα (λαμβάνοντας χρηματική αξία σε ευρώ μικρότερη της χορηγηθείσας), θα υφίστατο τη σχετική συναλλαγματική ζημία.

 

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994 «Προστασία Καταναλωτών», όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το Ν 3587/2007, οι γενικοί όροι των συναλλαγών (ΓΟΣ), δηλαδή οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις, απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή. Με τη διάταξη αυτή απαλείφθηκε η προηγούμενη ρύθμιση που απαιτούσε απεριόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. [...]

Περαιτέρω, το δίκαιο των ΓΟΣ καταναλωτή διαπνέεται από την αρχή της διαφάνειας, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή της προστασίας του καταναλωτή, διατυπώνεται ρητά στο άρθρο 5 της Οδηγίας και έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό νομικό σύστημα μέσω του άρθρου 2 παρ. 1 έως 3 και άρθρο 5 (όπως ίσχυε προ του Ν 4512/2018) του Ν 2251/1994 αλλά και του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 περ. ε, ζ, η, ι και ια του ίδιου νόμου. Έχει δύο εκφάνσεις, ήτοι τη σαφήνεια και το κατανοητό των όρων. Η σαφήνεια αφορά τις νομικές συνέπειες μιας ρήτρας, στα δικαιώματα δηλαδή και στις υποχρεώσεις του καταναλωτή. Για το λόγο αυτό ασαφείς ή πολυσήμαντες ρήτρες δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται από τον προμηθευτή για να ενισχύσει τη θέση του έναντι του καταναλωτή. Ιδιαίτερα δε, οι δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και επιβαρύνσεις θα πρέπει να είναι ευκρινείς. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, δημιουργούν τον κίνδυνο, ο καταναλωτής είτε να απόσχει από ορισμένες ενέργειες (άσκηση δικαιωμάτων του) είτε να υποκύψει σε δικαιώματα ή αξιώσεις, που κατά το φαινόμενο έχει ο προμηθευτής. Γενικότερα, η αρχή της διαφάνειας αφορά στη σαφή και κατανοητή διατύπωση, στο ορισμένο ή οριστό περιεχόμενο και στην προβλεψιμότητα της ύπαρξης των όρων, που ταυτίζεται με τον αποκλεισμό απροσδόκητων, αιφνιδιαστικών ή παραπλανητικών ρητρών. Ενόψει των ανωτέρω, η απαίτηση της διαφάνειας ικανοποιείται, όταν οι ΓΟΣ δύνανται να κατανοηθούν όχι μόνο από τυπική και γραμματική άποψη, αλλά και κατά την οικονομική τους λειτουργία. Αδιαφανείς ρήτρες, που αποκρύπτουν την πραγματική νομική και οικονομική κατάσταση, μπορεί να οδηγούν, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειάς τους, στη διατάραξη της συμβατικής ισορροπίας, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994, με αποτέλεσμα οι σχετικοί όροι να θεωρούνται άκυροι (βλ. ΑΠ 430/2005 ΕλλΔνη 2005, 802). Ενώ δε, καταρχήν, οι συμβατικές ρήτρες του κύριου αντικειμένου της σύμβασης και της σχέσης παροχής και αντιπαροχής δεν ελέγχονται για καταχρηστικότητα, εντούτοις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας, ελέγχεται εάν οι σχετικές ρήτρες είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, εάν δηλαδή έχει παραβιασθεί η αρχή της διαφάνειας, εφόσον δε αυτό συμβαίνει, ελέγχονται περαιτέρω οι ρήτρες αυτές ως προς την καταχρηστικότητά τους με τα προαναφερόμενα κριτήρια (βλ. ΑΠ Ολ 12/2017, ΑΠ Ολ 15/2007, ΑΠ 1242/2017, ΑΠ 561/2014, ΑΠ 237/2012, ΔΕΕ απόφ. της 20.9.2017, υπόθ. C-186/16 Ruxandra κατά Banca Romaneaska, υπόθ. της 3.6.2010, υπόθ. C-484/08, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid Nomos, Δέλλιο, Προστασία των Καταναλωτών και Σύστημα του Ιδιωτικού Δικαίου, τ. ΙΙ, σελ. 376 επ., 421-422, Α. Ευθυμίου, ΧρΙΔ 2014, 609 επ.).

Εξάλλου, στο άρθρο 1 παρ. 1 της Οδηγίας αυτής ορίζεται ότι: «Η παρούσα οδηγία έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή». Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου «Οι ρήτρες της σύμβασης, που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Η έκφραση «νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου», που αναφέρεται στο άρθρο 1 παρ. 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως». Συναφώς, στο προοίμιο της Οδηγίας, στην 13η αιτιολογική σκέψη, αναφέρεται ότι: «Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες. Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, γι’ αυτό το λόγο η έκφραση «νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου», που αναφέρονται στο άρθρο 1 παρ. 2, καλύπτει τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως». Σύμφωνα με τις ανωτέρω σαφείς προβλέψεις του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και της 13ης αιτιολογικής σκέψης του προοιμίου της, αποκλείεται η εφαρμογή της Οδηγίας αυτής σε ρήτρες της σύμβασης που απηχούν εθνικές διατάξεις, αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου, ήτοι στις λεγόμενες «δηλωτικές ρήτρες». Αυτό ευλόγως συμβαίνει, διότι με την Οδηγία επιδιώκεται ο έλεγχος της καταχρηστικότητας εφόσον αυτή αναφέρεται στην εκμετάλλευση της συμβατικής ελευθερίας, αποσκοπείται δηλαδή να υπαχθούν σε έλεγχο μόνο συμβατικές ρυθμίσεις των μερών και όχι κανόνες δικαίου. Οι κανόνες αυτοί θεωρείται ότι αποτελούν ήδη ανάλογες και δίκαιες λύσεις στις συγκρούσεις των συμφερόντων των κοινωνών του δικαίου και δεν περιέχουν καταχρηστικές, κατά την έννοια της Οδηγίας, προβλέψεις. Με αυτόν τον τρόπο, ο ενωσιακός νομοθέτης θέλει να αποτρέψει έναν έμμεσο έλεγχο των εθνικών ρυθμίσεων από τα δικαστήρια ή τις διοικητικές αρχές. Στους κανόνες εθνικού δικαίου, στους οποίους δεν εφαρμόζεται η ως άνω οδηγία, συγκαταλέγονται τόσο οι κανόνες αναγκαστικού όσο και οι κανόνες ενδοτικού δικαίου, δεδομένου ότι οι τελευταίοι (κανόνες ενδοτικού δικαίου), στο πλαίσιο μιας συμβάσεως, είναι εξίσου δεσμευτικοί, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη πρόβλεψη των μερών. Δηλαδή, εν τέλει, αναγκαστικές είναι όλες οι διατάξεις που ισχύουν δεσμευτικά όταν ελλείπει μια αποκλίνουσα συμβατική πρόβλεψη. Εξάλλου, ως προς τις διατάξεις ενδοτικού δικαίου, ο έλεγχος δεν θα είχε νόημα, διότι σε περίπτωση μη ισχύος της ρήτρας λόγω ακυρότητας, θα έπρεπε να ισχύσει εκ νέου η πρόβλεψη του νόμου. Σε έλεγχο βέβαια υπόκεινται οι συμβατικές ρήτρες που αφίστανται (στο μέτρο που αφίστανται) των κρίσιμων κανόνων δικαίου. Το ανωτέρω όμως άρθρο 1 παρ. 2 περιέχει ρήτρα αποκλεισμού εφαρμογής της Οδηγίας αυτής, μόνον αν η ως άνω νομοθετική ή κανονιστική διάταξη προβλέφθηκε ειδικά από τον νομοθέτη για τη σύμβαση που συνάφθηκε μεταξύ του επαγγελματία και του καταναλωτή. Εξ αντιδιαστολής, συνάγεται ότι η Οδηγία εφαρμόζεται κανονικά στην περίπτωση που μία συμβατική ρήτρα παραπέμπει μεμονωμένα σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη, η οποία, όμως θεσπίστηκε για έναν εντελώς διαφορετικό τύπο συμβάσεως. Στην περίπτωση αυτή η παραπομπή στον εθνικό κανόνα στηρίζεται στην αυτόνομη απόφαση των μερών και όχι σε νομική ή κανονιστική διάταξη δικαίου (βλ. ΔΕΕ απόφ. της 21.3.2013, υπόθ. C-92/11 RWE Vetrieb, απόφ. της 10.9.2014, υπόθ. Kusionova, απόφ. της 30.4.2014, υπόθ. C-26/13 Kasler και Rabal κατά ΟΤΡ, απόφ. της 20.9.2017, υπόθ. C-186/16 Ruxandra κατά Banca Romaneaska, Δέλλιο, ό.π., σελ. 436-437, τον ίδιο, Γενικοί Όροι Συναλλαγών, έκδ. 2013, σελ. 189).

Ενόψει των ανωτέρω, προκειμένου να κριθεί η δυνατότητα και το εύρος του δικαστικού ελέγχου ενός ΓΟΣ, είναι αναγκαίο να διακριβωθεί προηγουμένως εάν ο όρος αυτός εμπίπτει στα «essentalia negotii» (ουσιώδη στοιχεία-κύριο αντικείμενο της σύμβασης), στα «accidentalia negotii» (τυχαία-ενδεχόμενα στοιχεία της σύμβασης), ή στα «naturalia negotii» (φυσικά- συνηθισμένα στοιχεία της σύμβασης). «Εssentalia negotii» είναι τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται από το νόμο και αρκούν για να ολοκληρωθεί η αντικειμενική υπόσταση δικαιοπραξίας ορισμένης μορφής, «naturalia negotii» είναι τα στοιχεία της δικαιοπραξίας, που ρυθμίζονται από το νόμο, ο οποίος συμπληρώνει τη δικαιοπρακτική ρύθμιση συνήθως με διατάξεις ενδοτικού δικαίου (χωρίς όμως να αποκλείονται και κανόνες αναγκαστικού δικαίου), ενώ τα «accidentalia negotii» είναι τα στοιχεία εκείνα που δεν αποτελούν το συνηθισμένο περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, προστίθενται δε σ’ αυτήν από τους δικαιοπρακτούντες και είτε ρυθμίζουν ορισμένα θέματα διαφορετικά απ’ ότι οι ενδοτικοί κανόνες δικαίου, είτε προσθέτουν όρους (αίρεση ή προθεσμία ή ποινική ρήτρα) σχετικά με τη λειτουργία και τις έννομες συνέπειες της δικαιοπραξίας (βλ. Ι. Σπυριδάκη, ESSENTALIA, NATURALIA, ACCIDENTALIA NEGOTII, NoB 1994, 1 επ., Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, εκδ. 2002, σελ. 331-332, παρ. 1-17, Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, έκδ. 1983, σελ. 256-257). Οι όροι της σύμβασης που εμπίπτουν στα «naturalia negotii» συνιστούν «δηλωτικούς όρους». Πρόκειται δηλαδή για συμβατικούς όρους, οι οποίοι απλώς επαναλαμβάνουν το περιεχόμενο διατάξεων ενδοτικού ή αναγκαστικού δικαίου, που θα ήταν ούτως ή άλλως εφαρμοστέες ex lege στην εν λόγω σύμβαση. Εάν πρόκειται για όρο που εμπίπτει στα «naturalia negotii» (δηλωτικό όρο) τίθεται εκτός πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας και δεν υπόκειται καθόλου σε έλεγχο καταχρηστικότητας. Εάν εμπίπτει στα «essentalia negotii» και αφορά στο κύριο αντικείμενο της σύμβασης, στο οποίο ανήκει και η σχέση παροχής- αντιπαροχής, υπόκειται καταρχήν όχι σε πλήρη έλεγχο καταχρηοτικότητας, βάσει των γενικών κριτηρίων του άρθρου 2 παρ. 6 β ή των ειδικών του άρθρου 2 παρ. 7 Ν 2251/1994, αλλά μόνο σε περιορισμένο έλεγχο καταχρηοτικότητας και συγκεκριμένα μόνο ως προς τη διαφάνειά του, δηλαδή η καταχρηστικότητά του ελέγχεται μόνο στην περίπτωση που ο όρος αυτός προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, ενώ αν εμπίπτει στα «accidentalia negotii», υπόκειται σε πλήρη έλεγχο καταχρηστικότητας, χωρίς περιορισμούς (βλ. Α. Ευθυμίου, ό.π.).

Η ακυρότητα ενός δικαιοπρακτικού όρου είναι πιθανό να δημιουργήσει κενό σε μία σύμβαση, εφόσον το αρρύθμιστο πλέον, λόγω της ακυρότητας, σημείο αυτής πρέπει να ρυθμιστεί για να επιτευχθεί ο σκοπός της. Το κενό καλύπτεται καταρχήν διά της εφαρμογής του τυχόν υπάρχοντος σχετικού κανόνα του ενδοτικού δικαίου, που περιέχει τις αξιολογικές παραστάσεις του νομοθέτη για ορισμένη έννομη σχέση με βάση τη συνήθως αναπτυσσόμενη πλοκή των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών. Αν δεν υφίσταται τέτοιος κανόνας, η πλήρωση του κενού θα γίνει με βάση την εικαζόμενη κοινή βούληση των μερών, όπως συνάγεται από το σκοπό της δικαιοπραξίας, δηλαδή τη βούληση που αυτά θα εξέφραζαν, εάν κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως, γνώριζαν το κενό (βλ. Μπαλή, Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου, παρ. 91, Τούση, Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου, παρ. 121, Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, παρ. 67, Ασπρογέρακα-Γρίβα, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, σελ. 366, Μ. Σταθόπουλο, Η ανατίμηση του ελβετικού φράγκου και η προστασία Ελλήνων δανειοληπτών, ΧρΙΔ 2017, 161 επ.).

Όπως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν 2551/1994, οι καταχρηστικοί ΓΟΣ απαγορεύονται και είναι άκυροι ενώ, κατά την παρ. 8 του ίδιου άρθρου, «Ο προμηθευτής δεν μπορεί να επικαλεσθεί την ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, για το λόγο ότι ένας ή περισσότεροι γενικοί όροι είναι άκυροι ως καταχρηστικοί». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ως άνω Οδηγίας «Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες οι καταχρηστικές ρήτρες σύμβασης μεταξύ επαγγελματία και καταναλωτή, τηρουμένων των σχετικών όρων της εθνικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές, ενώ η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εάν μπορεί να υπάρξει και χωρίς τις καταχρηστικές ρήτρες». Ενόψει των ανωτέρω προβλέψεων, σε περίπτωση ακυρότητας ενός ή περισσότερων ΓΟΣ μιας καταναλωτικής συμβάσεως, εφόσον αυτή δεν οδηγήσει, κατά τους όρους του άρθρου 181 ΑΚ, σε ολική ακυρότητα της συμβάσεως (δυνατότητα προς επίκληση και απόδειξη της οποίας παρέχεται μόνο στον καταναλωτή), η πλήρωση του κενού θα γίνει, όπως κατά τα ανωτέρω συμβαίνει εν γένει, προεχόντως με την εφαρμογή της τυχόν υπάρχουσας συναφούς ρυθμίσεως του ενδοτικού δικαίου. (βλ. Δέλλιο, Γενικοί Όροι Συναλλαγών αρ. 464, Καράση, Γενικοί Όροι Συναλλαγών, σελ. 105-106, Καράκωστα, Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτή αρ. 109, Α. Γεωργιάδη, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, εκδ. 2012, παρ. 33, αρ. 31). Μάλιστα, η λύση αυτή στις καταναλωτικές συμβάσεις εμφανίζεται ως απροσμάχητη από το γεγονός ότι το ΔΕΕ, με σειρά αποφάσεών του, έκρινε ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 93/13 έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, που επιτρέπει στον εθνικό δικαστή, στις περιπτώσεις κηρύξεως της ακυρότητας καταχρηστικής ρήτρας, περιλαμβανόμενης σε καταναλωτική σύμβαση, να (αναθεωρεί) συμπληρώνει την εν λόγω σύμβαση τροποποιώντας το περιεχόμενο της ρήτρας αυτής. Ως αιτιολογία αυτής της κρίσης του το ΔΕΕ πρόβαλε ότι: «η ευχέρεια αυτή θα συνέβαλλε στην εξουδετέρωση του αποτρεπτικού αποτελέσματος που ασκεί στους επαγγελματίες η πλήρης απαγόρευση εφαρμογής τέτοιων καταχρηστικών ρητρών στους καταναλωτές, στο μέτρο που οι επαγγελματίες θα εξακολουθούσαν να υπόκεινται στον πειρασμό να χρησιμοποιούν τέτοιες ρήτρες, γνωρίζοντας ότι, ακόμα και αν αυτές κηρύσσονταν άκυρες, η σύμβαση θα μπορούσε παρά ταύτα να συμπληρωθεί, κατά το αναγκαίο μέτρο, από το εθνικό δικαστήριο ώστε να εξασφαλιστεί το συμφέρον των εν λόγω επαγγελματιών» (βλ. ΔΕΕ απόφ. της 30.4.2014, Kasler και Rabal κατά ΟΤΡ, υπόθεση C-26/13, απόφ. της 14.6.2012, Banco Espanol de Credito, υπόθ. C-618/10, απόφ. της 30.5.2013, Dirk Frederik Asbeek Brusse, υπόθ. C-488/11, απόφ. της 21.1.2015, Unicaja Banco, υποθ. C-482, 484, 485, 487/13 Nomos). Αντιθέτως, το ΔΕΕ επιδοκιμάζει στις περιπτώσεις αυτές τη συμπλήρωση του κενού με την εφαρμογή της σχετικής εθνικής διατάξεως ενδοτικού δικαίου, κρίνοντας ότι συνάδει με την ως άνω Οδηγία, καθόσον τείνει να επιφέρει μία ουσιαστική ισορροπία μεταξύ των συμβαλλομένων (βλ. ΔΕΕ απόφ. της 30.4.2014, Kasler και Rabal κατά ΟΤΡ, υπόθ. C-26/13, απόφ. της 21.1.2015, Unicaja Banco, υποθ. C-482, 484, 485, 487/13 Nomos).

Με την ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ ορίζεται ότι: «Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο (ήτοι καταβολή αυτούσιου αλλοδαπού νομίσματος), έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στον χρόνο και στον τόπο της πληρωμής». Με την ως άνω διάταξη ορίζεται ότι, αν δεν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο, επί χρηματικής οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα πληρωτέας στην ημεδαπή, ο οφειλέτης έχει τη διαζευκτική ευχέρεια και δικαιούται να αποφύγει την καταβολή αυτούσιων των αλλοδαπών νομισμάτων, πληρώνοντας σε εγχώριο νόμισμα και στην τρέχουσα αξία αυτών κατά τον χρόνο και τόπο που γίνεται η πληρωμή. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή καθιερώνει τη διαζευκτική ευχέρεια του οφειλέτη να εξοφλήσει σε ευρώ αντί για το οφειλόμενο αλλοδαπό νόμισμα (π.χ. ελβετικό φράγκο), με την ισοτιμία του χρόνου της πληρωμής. Στη διαζευκτική ευχέρεια του οφειλέτη υπάρχει απλή ενοχή, αφού οφείλεται μία μόνο παροχή, με παράλληλη ευχέρεια καταβολής άλλης παροχής. Την ευχέρεια αυτή διατηρεί ο οφειλέτης, άνευ ετέρου, έως την καταβολή της μιας από τις δύο παροχές. Δεν πρόκειται συνεπώς για διαζευκτική ενοχή, όπου οφείλονται διαζευκτικά δύο (ή και περισσότερες) παροχές και απαιτείται άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος, για να περιορισθεί η ενοχή σε μία από τις περισσότερες οφειλόμενες παροχές και τούτο γίνεται με την επιλογή (από τον οφειλέτη, σε περίπτωση αμφιβολίας), κατά την ΑΚ 307. Ο δανειστής καθίσταται υπερήμερος (349 ΑΚ), αν αρνηθεί να δεχθεί είτε την οφειλόμενη, είτε την εναλλακτικά προσφερόμενη παροχή. Η ενδεχόμενη, πριν από την καταβολή, δήλωση του οφειλέτη για καταβολή της παροχής στο ένα από τα δύο νομίσματα είναι ανακλητή ως τη στιγμή της καταβολής. Εξάλλου, οι γενικοί κανόνες του ενοχικού δικαίου, στους οποίους ανήκει η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, ισχύουν, αν οι ίδιοι δεν διακρίνουν, για όλες τις ενοχές, είτε αυτές γεννιούνται από σύμβαση είτε από το νόμο. Ειδικότερα, η 291 ΑΚ, εφόσον δεν διακρίνει, εφαρμόζεται τόσο στις στιγμιαίες, όσο και στις διαρκείς συμβάσεις. Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ καταλαμβάνει καταρχήν κάθε σύμβαση δανειακή ή μη (βλ. Μ. Σταθόπουλο ό.π.). Περαιτέρω, η ως άνω ρύθμιση του άρθρου 291 ΑΚ, που ορίζει ως αποφασιστικό χρόνο για τη μετατροπή του οφειλόμενου ποσού συναλλάγματος σε εγχώριο νόμισμα το χρόνο πληρωμής, δεν είναι παρά εφαρμογή της διέπουσας το δίκαιο των χρηματικών ενοχών νομιναλιστικής αρχής, κατά την οποία η ονομαστική αξία του νομίσματος παραμένει αμετάβλητη, έστω και αν η πραγματική αξία του μεταβάλλεται. Από νομική άποψη ισχύει η ονομαστική αξία για όλες τις έννομες σχέσεις, περιλαμβανομένης και της εξόφλησης των χρεών Τη νομιναλιστική αρχή υιοθετεί, άλλωστε, και ο Ν 2842/2000, καθόσον στο άρθρο 1 παρ. 2 ορίζεται: «Το ευρώ ως μέσο εξόφλησης υποχρεώσεων λαμβάνεται πάντοτε στην ονομαστική του αξία». Αυτή είναι η λειτουργία του χρήματος και της χρηματικής ενοχής, η οποία κατ` ανάγκη ενέχει ως εγγενές στοιχείο της και τον κίνδυνο από την υποτίμηση ή ανατίμηση του νομίσματος, κατανομή του οποίου επιχειρεί, βάσει της νομιναλιστικής αρχής, η ΑΚ 291. Η διάταξη αυτή συνεκτιμά τα συμφέροντα τόσο του δανειστή όσο και του οφειλέτη, επιλέγοντας τον οφειλέτη να φέρει το βάρος ή το όφελος της ανόδου ή της πτώσης της αξίας του αλλοδαπού νομίσματος. Διαφυλάσσεται δε η δυνατότητα του δανειστή να αποκτήσει με το καταβαλλόμενο ποσό εγχώριου νομίσματος αλλοδαπό νόμισμα στην οφειλόμενη αξία. Μεταβολή του ως άνω κανόνα δικαιολογείται μόνο επί υπερημερίας του οφειλέτη ή του δανειστή, όπως προβλέπει η ΑΚ 292 (βλ. Γιοβαννόπουλο, ό.π., Σταθόπουλο, ό.π.). Επισημαίνεται επίσης ότι η βούληση του νομοθέτη για καθολική εφαρμογή του άρθρου 291 ΑΚ σε όλες της περιπτώσεις οφειλής αλλοδαπού νομίσματος πληρωτέας στην Ελλάδα, προκύπτει και από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή παρέμεινε χωρίς οποιαδήποτε μεταβολή και μετά την πλήρη άρση των περιορισμών στην ανάληψη οφειλών σε ξένο νόμισμα κατά τα προεκτεθέντα. Εξάλλου, στο ίδιο πλαίσιο βρίσκεται και η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν 5422/1932, που ορίζει ότι: «Αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαί αι πληρωτέαι εν Ελλάδι εξοφλούνται εις δραχμάς (ήδη ευρώ) επί τη τρεχούση τιμή της ημέρας της εξοφλήσεως». Συγκεκριμένα, με τη διάταξη αυτή (ενόψει των προϋφιστάμενων συναλλαγματικών περιορισμών), είχε καθιερωθεί η υποχρέωση του οφειλέτη χρηματικής οφειλής με αντικείμενο ξένο νόμισμα εκπληρωτέας στην Ελλάδα, προερχόμενης είτε από έγκυρη σύμβαση είτε από ειδική διάταξη νόμου, που προβλέπει οφειλή σε ξένο νόμισμα εκπληρωτέα στην Ελλάδα, να εξοφλήσει την οφειλή του βάσει της αντιστοιχίας του με το εθνικό νόμισμα κατά το χρόνο της πραγματικής (εκούσιας ή αναγκαστικής) πληρωμής (βλ. ΑΠ 124/2014 Nomos). Όπως δε ορίζεται στο άρθρο 8 παρ. 1 του ως άνω Ν 5422/1932: «Τρέχουσα τιμή συναλλάγματος εκάστης ημέρας, κατά τον παρόντα νόμον, είναι η τιμή, εις ην η Τράπεζα της Ελλάδος αγοράζει και πωλεί συνάλλαγμα». Ήδη, μετά την εισαγωγή του ευρώ ως εθνικού νομίσματος, δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 3 του Ν 2842/2000, η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιεύει δελτία τιμών αναφοράς του ευρώ προς τα ξένα νομίσματα με βάση τα αντίστοιχα δελτία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ δύναται να εκδίδει ημερήσιο δελτίο τιμών αγοράς και πώλησης συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων για τις ανάγκες των καταστημάτων της. Εξάλλου, ήδη (με το Ν 1083/1980 και το άρθρο 26 Ν 2076/1992) είχε επιτραπεί στα πιστωτικά ιδρύματα και σε άλλα πρόσωπα, που δραστηριοποιούνται στη Ελλάδα, να προβαίνουν σε συναλλαγές (αγορές και πωλήσεις) συναλλάγματος και πλέον υπάρχει πλήρης ελευθερία προς τούτο στα ως άνω πιστωτικά ιδρύματα και τα άλλα πρόσωπα (ανταλλακτήρια κ.λπ.), που εκδίδουν προς τούτο ημερήσια δελτία τιμών αγοράς και πώλησης συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων τα οποία και δημοσιεύουν (άρθρο 4 παρ. 2 Ν 2842/2000). Περαιτέρω, το ζήτημα της ύπαρξης δύο συναλλαγματικών ισοτιμιών (τιμή αγοράς και τιμή πώλησης του ξένου νομίσματος) δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα για την εφαρμογή της ΑΚ 291, αφού η διάταξη, με τον όρο «τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στον χρόνο και τον τόπο της πληρωμής», εννοεί μία ισοτιμία, μία τιμή του ξένου νομίσματος, η οποία συνάγεται από τη λειτουργία αυτής της διατάξεως. Πράγματι, εφόσον με το καταβαλλόμενο ποσό εγχώριου νομίσματος πρέπει ο δανειστής να μπορεί να αποκτήσει αλλοδαπό νόμισμα στην οφειλόμενη αξία, συνάγεται ότι αυτό συμβαίνει υπολογίζοντας την οφειλή με βάση την τιμή πώλησης του αλλοδαπού νομίσματος.

Η διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ προβλέπει την υποχώρηση της αρχής του απαραβίαστου των συμβάσεων (pacta sunt servanda), αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα δικαστικής αναθεωρήσεως ή λύσεως αμφοτεροβαρούς συμβάσεως σε περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών και ανατροπής της ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής. Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: α) να πρόκειται για αμφοτεροβαρή σύμβαση, η οποία δεν έχει εκτελεστεί πλήρως, β) η μεταβολή να αφορά περιστατικά στα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη από κοινού στήριξαν κυρίως τη σύναψη της συμβάσεως εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, δηλαδή αμφότερα τα μέρη πρέπει να έθεσαν τα νομικά ή πραγματικά γεγονότα που αποτέλεσαν το θεμέλιο της συμβάσεως ως όρο της ισχύος της, υπό την έννοια ότι δεν θα προέβαιναν στην κατάρτισή της εάν γνώριζαν τη μεταβολή που επρόκειτο να επέλθει, γ) η μεταβολή να είναι μεταγενέστερη της συνάψεως της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους έκτακτους που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και δ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, εν όψει και της αντιπαροχής, να έγινε υπέρμετρα επαχθής. Λόγοι έκτακτοι και απρόβλεπτοι είναι περιστατικά που δεν επέρχονται κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ. Έτσι, τυχαία γεγονότα, που όμως συμβαίνουν συνήθως, όπως είναι η μεταβολή της αξίας του εγχώριου νομίσματος σε σχέση με τα ξένα νομίσματα, εφόσον δεν υπερβαίνει το συνηθισμένο μέτρο, ώστε να ανατρέπει τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ή η γενική οικονομική κρίση με την επιβολή μέτρων λιτότητας, που συνεπάγονται μείωση της αγοραστικής δυνάμεως των καταναλωτών, δεν αποτελούν περιστατικά έκτακτα και απρόβλεπτα. Περαιτέρω δε, η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση των δύο σκελών της αναπροσαρμογής, δηλαδή της παροχής του οφειλέτη κατά τους υπολογισμούς των μερών αφενός και της παροχής του, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την απρόβλεπτη μεταβολή των συνθηκών αφετέρου. Αν μεταξύ των δύο αυτών σκελών υπάρχει διαφορά, δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει παραπέρα το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής υπάρχει όταν, λόγω της μεταβολής των συνθηκών, επέρχεται ζημία στον οφειλέτη, η οποία, ενόψει και της παροχής του άλλου μέρους, υπερβαίνει κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη τον κίνδυνο που ανέλαβε αυτός καταρτίζοντας τη σύμβαση. Στη συνέχεια, μετά τη διαπίστωση της ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, ώστε να καλυφθεί πλήρως η ζημία του οφειλέτη, αλλά θα αναπροσαρμοσθεί η παροχή του στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα ισορροπία παροχής και αντιπαροχής, σε βαθμό που να ανταποκρίνεται στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (βλ. ΑΠ 1088/2017, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 998/2014, ΑΠ 1171/2004 Nomos).

Η γενική ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία, λειτουργεί δε όχι μόνο ως συμπληρωματική, αλλά και ως διορθωτική ρήτρα των δικαιοπρακτικών βουλήσεων στις περιπτώσεις που εξαιτίας ειδικών συνθηκών μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο και έγιναν δυσβάστακτες για τον οφειλέτη ή το δανειστή. Αντίθετα έτσι με τη ρήτρα του άρθρου 200 ΑΚ, που αναφέρεται στην ερμηνεία των συμβάσεων, όταν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων δεν είναι σαφείς, επιβάλλοντας ως ερμηνευτικά κριτήρια την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με στόχο την ανεύρεση του αποφασιστικού νοήματος των δηλώσεων βουλήσεως, δηλαδή τον καθορισμό της ενυπάρχουσας στη σύμβαση αυτόνομης δικαιοπρακτικής ρυθμίσεως, η εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ έπεται της ερμηνείας της δικαιοπραξίας με στόχο την προσαρμογή της στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης, επιβάλλοντας στα μέρη ετερόνομη ρύθμιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών τους, όταν κατά τα ανωτέρω χρειάζεται να συμπληρωθούν ή να διορθωθούν για να μην προκαλούνται στο ένα μέρος δυσβάστακτες συνέπειες από τη λειτουργία του ενοχικού δεσμού. Παρέχεται έτσι τότε στο δικαστήριο η δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, να αποκλίνει από τα συμφωνηθέντα και να επαναπροσδιορίσει τις οφειλόμενες παροχές, αυξάνοντας ή ανάλογα μειώνοντας το συμφωνημένο μέγεθός τους, ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπληρώσεώς τους (βλ. ΑΠ Ολ 927/1982 και 9/1997, ΑΠ 398/2008 Nomos). Η ρήτρα της καλόπιστης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη εκπληρώσεως των παροχών είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς δεν επιτρέπεται παραίτηση απ’ αυτήν, είτε ρητή είτε σιωπηρή. Δεν αποτελεί όμως παραίτηση η ειδικότερη συμφωνία σε αμφοτεροβαρή σύμβαση, με την οποία προβλέπεται η εκπλήρωση των παροχών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκαν, ακόμη και σε περίπτωση συγκεκριμένης μελλοντικής μεταβολής των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, διότι τότε με την ειδική αυτή συμφωνία, που βρίσκεται μέσα στα όρια της ελευθερίας των συμβάσεων και δεν αντίκειται άνευ άλλου τινός στη συναλλακτική καλή πίστη και εντιμότητα, αναλαμβάνεται από τον οφειλέτη ο σχετικός κίνδυνος και τονίζεται η ευθύνη του για την πιστή και στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση εκπλήρωση της παροχής του (βλ. ΑΠ 334/2015 Nomos). Όμως και στην περίπτωση αυτή, που προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύμβασή τους, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ επεμβαίνει και πάλι διορθωτικά, αλλιώς θα υπήρχε ανεπίτρεπτη απ’ αυτήν παραίτηση, αν η μεταβολή που επήλθε είναι τόσο μεγάλη, ώστε η εκπλήρωση πλέον της παροχής ενός των μερών, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε, να συνεπάγεται υπέρβαση του κινδύνου ζημίας, που το μέρος αυτό πρόβλεψε και ανέλαβε, συνιστώντας -στην περίπτωση αυτή- η εμμονή στη συμφωνηθείσα εκπλήρωση της παροχής συμπεριφορά αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές. Συνεπώς, η ρήτρα του άρθρου 288 ΑΚ εφαρμόζεται και μάλιστα πολύ περισσότερο και όταν, από υπαιτιότητα των μερών, κοινή ή μόνον του οφειλέτη ή του δανειστή, δεν προβλέφθηκε η μεταβολή των συνθηκών εκτελέσεως της συμβάσεως, ενώ η ανυπαίτια έλλειψη προβλέψεως επισύρει την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό απαιτεί. Δηλαδή το άρθρο 288 ΑΚ εφαρμόζεται στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ειδικότερης διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ (βλ. ΑΠ 1088/2017 ό.π., ΑΠ 1739/2014, ΑΠ 1271/2012 Nomos). Περαιτέρω, τα δικαιώματα εκ των άρθρων 388 και 288 ΑΚ είναι διαπλαστικά και κατά συνέπεια τόσο οι σχετικές αγωγές όσο και οι αποφάσεις είναι διαπλαστικές, η δε διάπλαση μπορεί να ανάγεται από το χρόνο επιδόσεως της αγωγής και εντεύθεν (βλ. για ΑΚ 388 ΑΠ 463/2017, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 998/2014 και για ΑΚ 288 ΑΠ Ολ 3/2014, ΑΠ 2022/2014, ΑΠ 998/2014 Nomos). [...]

Με τους πρώτο και τέταρτο λόγους της εφέσεως οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι ουδέποτε τους παραδόθηκαν από την Τράπεζα, ούτε έλαβαν στην κυριότητά τους, ελβετικά φράγκα, αλλά απλώς έγινε από την εφεσίβλητη στις 2.1.2007 μία λογιστική μετατροπή του οφειλόμενου εκ μέρους τους τότε κεφαλαίου από ευρώ σε ελβετικά φράγκα, γι’ αυτό κατ’ ουσίαν δεν πρόκειται για σύμβαση στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα, αλλά για σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ευρώ με ρήτρα σε αξία ξένου νομίσματος και συγκεκριμένα σε αξία ελβετικού φράγκου. Όμως, όπως προεκτέθηκε, ήταν επιτρεπτή και καθ’ όλα νόμιμη η, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της δανειακής συμβάσεως, συμφωνία μετατροπής του νομίσματος, στο οποίο το δάνειο χορηγήθηκε, από ευρώ σε ελβετικά φράγκα, με παράλληλη συμφωνία μεταβολής του καταβαλλόμενου επιτοκίου από αυτό του βασικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε LIBOR μηνιαίας διάρκειας. Για το υποστατό της συμβάσεως του δανείου σε ελβετικά φράγκα, δεν ήταν αναγκαία η εξαρχής κατάρτισή του στο νόμισμα αυτό με καταβολή του δανείσματος “re” σε ελβετικά φράγκα, όπως οι εκκαλούντες προβάλλουν, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, το αποτέλεσμα αυτό μπορούσε να επέλθει με τη μεταγενέστερη συμφωνία των μερών για μεταβολή του νομίσματος του οφειλόμενου κεφαλαίου του δανείου (που είχε εισπραχθεί σε ευρώ κατά το παρελθόν) από ευρώ σε ελβετικά φράγκα. Όπως δε αναφέρεται στην αγωγή, με την από 2.1.2007 σύμβαση, οι διάδικοι συμφώνησαν να τροποποιηθεί η δανειακή τους σύμβαση ως προς το νόμισμα και το επιτόκιο, ειδικότερα δε συμφώνησαν να μετατραπεί το οφειλόμενο κατά την ως άνω ημερομηνία ποσό από ευρώ σε ελβετικά φράγκα. Εξάλλου, κατ’ άρθρο 526 ΚΠολΔ, απαραδέκτως προβάλλεται από τους εκκαλούντες για πρώτη φορά στο Εφετείο ο ως άνω, μη περιλαμβανόμενος στην αγωγή, ισχυρισμός ότι στην πραγματικότητα το δάνειό τους αφορά σε δανειακή σύμβαση στεγαστικού δανείου σε ευρώ με ρήτρα σε αξία ελβετικού φράγκου. Επομένως, η εκκαλουμένη δεν έσφαλε, που απέρριψε ως νομικά αβάσιμους τους παραπάνω ισχυρισμούς των εκκαλούντων, γι΄ αυτό οι ανωτέρω λόγοι της εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Με το δεύτερο λόγο της εφέσεως και τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένα κρίθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι επίδικοι υπό στοιχεία 7α και 9 όροι της δανειακής συμβάσεως συνιστούν δηλωτικούς όρους και ότι ως εκ τούτου δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο περί διαφάνειας και καταχρηστικότητας, κατά τις διατάξεις του Ν 2251/1994. Καταρχήν, ο επίδικος υπ’ αριθμ. 7α συμβατικός όρος ουδόλως αφίσταται του ρυθμιστικού προτύπου που προϋποθέτει ο εθνικός νομοθέτης στο άρθρο 291 ΑΚ. Αντιθέτως, ταυτίζεται με τις περιπτώσεις που η τελευταία διάταξη ρυθμίζει και δεν αποκλίνει από τη ρύθμιση αυτή, δεδομένου ότι, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή: α) πρόκειται για δάνειο σε ξένο νόμισμα, που πρέπει να αποπληρωθεί στην Ελλάδα και επομένως, σύμφωνα με την προαναφερόμενη έννοια του δανείου, κατά την οποία ο οφειλέτης υποχρεούται να αποδώσει πράγματα της ίδιας ποιότητας και ποσότητας, η αποπληρωμή του πρέπει καταρχήν να γίνει στο νόμισμα αυτό, β) παρέχεται η ευχέρεια στον οφειλέτη να πληρώσει την οφειλή του είτε με το αλλοδαπό νόμισμα του δανείου είτε με εγχώριο νόμισμα, γ) εφόσον επιλεγεί η πληρωμή με εγχώριο νόμισμα, αυτή πρέπει να γίνει με βάση την τρέχουσα τιμή (πώλησης) του ξένου νομίσματος κατά την ημέρα καταβολής. Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές, ότι ο παραπάνω επίδικος όρος δεν εισάγει απόκλιση από την διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, δεν τη συμπληρώνει ούτε τη διαφοροποιεί ως προς το οποιοδήποτε ουσιώδες στοιχείο της, αλλά την επαναλαμβάνει αυτούσια, ρυθμίζοντας συναλλαγή σε αλλοδαπό νόμισμα υπό το αυτό ρυθμιστικό πρότυπο στο οποίο απέβλεπε ο εθνικός νομοθέτης όταν την θέσπιζε. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι ο ανωτέρω συμβατικός όρος διαφοροποιείται ως προς το άρθρο 291 ΑΚ από το γεγονός ότι σ’ αυτόν προβλέπεται η πληρωμή βάσει της τιμής πώλησης του αλλοδαπού νομίσματος, ενώ στην ως άνω νομοθετική διάταξη γίνεται λόγος για τρέχουσα αξία (τιμή) του αλλοδαπού νομίσματος, είναι αβάσιμος. Πράγματι, όπως προεκτέθηκε, εφόσον στο δανειστή πρέπει να καταβληθεί ποσότητα ημεδαπού νομίσματος, με την οποία αυτός θα μπορεί να αποκτήσει από μία Τράπεζα το αλλοδαπό νόμισμα που του οφείλεται, αναγκαίως αυτό προϋποθέτει τον υπολογισμό της ισοτιμίας του αλλοδαπού νομίσματος με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησής του. Σημειώνεται εξάλλου ότι, κατά τα προαναφερόμενα, οι εκκαλούντες εκπληρώνουν προσηκόντως την οφειλή τους καταβάλλοντας σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τιμή πώλησης του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της καταβολής, σύμφωνα με τα δελτία τιμών αναφοράς του ευρώ προς τα ξένα νομίσματα της Τράπεζας της Ελλάδος, που ταυτίζονται με τα αντίστοιχα δελτία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και δεν είναι υποχρεωμένοι να υπολογίζουν την αξία πώλησης του ελβετικού φράγκου σύμφωνα με την τιμή πώλησης του νομίσματος αυτού από την εφεσίβλητη. Εννοείται βέβαια ότι, εάν είτε η εφεσίβλητη είτε κάποια άλλη Τράπεζα προσφέρει ευνοϊκότερη τιμή πώλησης του αλλοδαπού νομίσματος, οι εκκαλούντες μπορούν να προσφύγουν σ’ αυτήν για την απόκτηση της εκάστοτε οφειλόμενης ποσότητας του αλλοδαπού νομίσματος. Ο δηλωτικός χαρακτήρας του ως άνω όρου καθίσταται φανερός από το γεγονός ότι, εάν δεν είχε περιληφθεί στη δανειακή σύμβαση, για την αποπληρωμή των οφειλών σε αλλοδαπό νόμισμα των εκκαλούντων, ασφαλώς θα εφαρμοζόταν το άρθρο 291 ΑΚ. Ενόψει των ανωτέρω, ο επίμαχος υπ’ αριθμ. 7α όρος συναλλαγματικής ισοτιμίας, ως δηλωτικός όρος της επίδικης σύμβασης, αφού επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου, σύμφωνα και με τη ρητή επιταγή του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13 (βλ. Γνωμοδότηση, Δ. Λιάππη, σελ. 24-25, Α. Ευθυμίου, ό.π.). Όμως, ακόμη και αν γινόταν δεκτό, όπως οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, ότι ο παραπάνω όρος δεν είναι δηλωτικός, διότι εισάγει απόκλιση από το ενδοτικό δίκαιο και περαιτέρω ότι εμπίπτει στο κύριο αντικείμενο της σύμβασης (essentalia negotii), οπότε υπόκειται μόνο σε έλεγχο από άποψη διαφάνειας, ότι είναι αδιαφανής και επιπλέον, μετά από πλήρη έλεγχο, ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός, (ή ότι εμπίπτει στα accidentalia negotii και μετά από πλήρη έλεγχο κρίνεται άκυρος ως καταχρηστικός), το αποτέλεσμα δεν θα άλλαζε. Πράγματι, όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοζόταν αναγκαίως ο κανόνας ενδοτικού δικαίου του άρθρου 291 ΑΚ, που θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα με αυτό της εφαρμογής του ως άνω επίδικου όρου της δανειακής συμβάσεως 7α. [...]

Με τον τρίτο λόγο της εφέσεως οι εκκαλούντες κατ’ ουσία ισχυρίζονται ότι η σύμβαση, βάσει της οποίας συμφωνήθηκε να τραπεί η οφειλή τους σε ξένο νόμισμα, πάσχει από ακυρότητα (δεν υπήρξε νόμιμη συναλλαγματική συμφωνία), καθόσον οι επίδικοι συμβατικοί όροι 7α και 9 είναι αδιαφανείς και προσκρούουν στο άρθρο 2 παρ. 6 του Ν 2251/1994, πράγμα που η εκκαλουμένη εσφαλμένα δεν αναγνώρισε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, προεχόντως διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως. Συγκεκριμένα, η εφαρμογή των ως άνω υπ’ αριθμ. 7α και 9 συμβατικών όρων προϋποθέτει τη νομιμότητα της συνάψεως του δανείου και της οφειλής σε συνάλλαγμα, η δε ενδεχόμενη ακυρότητα των όρων αυτών ουδόλως συνεπάγεται και την ακυρότητα της συναλλαγματικής συμφωνίας.

Με τους πέμπτο και έκτο λόγους της εφέσεως οι εκκαλούντες παραπονούνται για την απόρριψη από την εκκαλουμένη ως νομικά αβάσιμων των βάσεων της αγωγής τους για αναπροσαρμογή της δανειακής συμβάσεως κατά το άρθρο 388 ΑΚ και επικουρικά κατά το άρθρο 288 ΑΚ. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, οι εκκαλούντες-ενάγοντες, ζητώντας την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, ισχυρίζονται ότι αμφότερα τα μέρη, για τη σύναψη της δανειακής συμβάσεως σε αλλοδαπό νόμισμα, στηρίχθηκαν στη σχετική σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων, που είχε υπάρξει επί μακρό χρονικό διάστημα πολλών ετών και συνακόλουθα στην προοπτική συναλλαγματικών διακυμάνσεων μεταξύ των δύο αυτών νομισμάτων, κατά τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου, σε συνήθη επίπεδα. Ότι, παρά τις προσδοκίες αυτές των μερών, από λόγους έκτακτους και απρόβλεπτους, υπήρξε ραγδαία υποτίμηση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, που έφθασε το 40%, με αποτέλεσμα να ανατραπεί πλήρως η συμβατική ισορροπία μεταξύ των δύο μερών και να καταστεί υπέρμετρα επαχθής η δική τους παροχή, καθόσον αυξήθηκαν κατά πολύ οι μηνιαίες δόσεις σε ευρώ, που πρέπει να καταβάλουν για την αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών του δανείου σε ελβετικά φράγκα, επιπλέον δε, παρά τις σημαντικές καταβολές, στις οποίες έχουν προβεί μέχρι την άσκηση της αγωγής, το υπόλοιπο ποσό της οφειλής τους, υπολογιζόμενο σε ευρώ, υπερβαίνει σημαντικά το συνολικό ποσό του δανείου, που είχαν λάβει. Περαιτέρω, οι εκκαλούντες με την αγωγή τους ισχυρίζονται ότι, ακόμη και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 388 ΑΚ, δεδομένου ότι εξαιτίας των ανωτέρω περιστατικών υπήρξε η προαναφερόμενη ουσιώδης αύξηση της οφειλής τους, που την κατέστησε επαχθή, επιβάλλεται με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών η αναπροσαρμογή της οφειλής τους στο προσήκον μέτρο κατά το άρθρο 288 ΑΚ. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή τόσο του άρθρου 388 ΑΚ, όσο και του άρθρου 288 ΑΚ, συνακόλουθα δε, οι ως άνω βάσεις της αγωγής είναι νομικά βάσιμες. Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη, που απέρριψε τις ως άνω βάσεις της αγωγής ως νομικά αβάσιμες. Συνεπώς, αφού γίνουν δεκτοί οι ως άνω λόγοι της έφεσης, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς αυτό το σκέλος της και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό, να ερευνηθεί κατ’ ουσία και κατά το ανωτέρω μέρος της.

 

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, [...], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../15.12.2005 συμβάσεως στεγαστικού δανείου και του συνημμένου σ’ αυτήν Προσαρτήματος I, που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη, μεταξύ αφενός των δύο πρώτων εκκαλούντων ως πιστούχων και των λοιπών ως εγγυητών και αφετέρου της εφεσίβλητης Τράπεζας, ως πιστώτριας, νομίμως εκπροσωπούμενης από τους αρμόδιους υπαλλήλους της, χορηγήθηκε στους πρώτους στεγαστικό δάνειο, ύψους 99.000 ευρώ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την αγορά κατοικίας. Προς εξασφάλιση δε της απαιτήσεως της εφεσίβλητης έγινε εγγραφή υπέρ αυτής προσημειώσεως υποθήκης στο προς αγορά ακίνητο, ποσού 128.700 ευρώ. Με τον όρο 7α της συμβάσεως, ορίσθηκε ότι: «Εφόσον το δάνειο ή οποιοδήποτε τμήμα αυτού έχει χορηγηθεί σε συνάλλαγμα, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε euro με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα της καταβολής».

Εξάλλου, αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως δανείου αποτέλεσε και το πιο πάνω προσάρτημα αυτής, με τους όρους 1 και 2 του οποίου συμφωνήθηκε ότι το δάνειο θα εξοφλούνταν σε 360 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις, καθεμία από τις οποίες θα καταβαλλόταν την πρώτη εργάσιμη ημέρα (δήλη ημέρα) κάθε μήνα, αρχής γενομένης από το Φεβρουάριο του 2006. Το επιτόκιο συμφωνήθηκε μεταβλητό, έχοντας ως επιτόκιο αναφοράς το βασικό επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και καθορίσθηκε ως εξής: α) για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου μέχρι το τέλος του μήνα εκταμίευσης αυτού και για τον επόμενο μήνα, το επιτόκιο ορίσθηκε ότι θα ήταν ίσο με το βασικό επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, το οποίο θα ίσχυε την ημέρα εκταμίευσης του δανείου, προσαυξημένο κατά 1,6% και β) μετά τη λήξη της ανωτέρω περιόδου και για κάθε εφεξής μήνα, το επιτόκιο συμφωνήθηκε ότι θα αναπροσαρμοζόταν και θα ήταν ίσο με το εκάστοτε βασικό επιτόκιο για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, το οποίο θα ίσχυε την τελευταία ημέρα του κάθε προηγούμενου μήνα, προσαυξημένο κατά 1,6%.

Επιπροσθέτως, στον ειδικότερο όρο 13 του Προσαρτήματος Ι προβλέφθηκε ότι: «O Οφειλέτης δύναται να ζητήσει εγγράφως με προειδοποίηση ενός (1) μηνός την μετατροπή του υπολοίπου του Δανείου του σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα (με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν τα ανάλογα συναλλαγματικά διαθέσιμα) και πάντοτε με τη συγκατάθεση της Τράπεζας ...». Το προϊόν του δανείου, δηλαδή το ποσό των 99.000 ευρώ, εκταμιεύθηκε την 20.12.2005 και πιστώθηκε στον υπ’ αριθμ. ... λογαριασμό καταθέσεων των δύο πρώτων εκκαλούντων. Από την 1.2.2006 ο ως άνω λογαριασμός εξυπηρετούνταν κανονικά από τους πιστούχους, πλην όμως, λόγω της αυξητικής μεταβολής του επιτοκίου βάσης, ενώ οι δόσεις για καθένα από τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 2006 ανήλθαν στο ποσό των 470,93 ευρώ, οι δόσεις για καθένα από τους μήνες Μάϊο, Ιούνιο και Ιούλιο του 2006 ανήλθαν στο ποσό των 485,19 ευρώ, οι δόσεις για καθένα από τους μήνες Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2006 ανήλθαν στο ποσό των 499,58 ευρώ, οι δόσεις για καθένα από τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2006 ανήλθαν στο ποσό των 514,11 ευρώ, οι δόσεις για καθένα από τους μήνες Δεκέμβριο του 2006 και Ιανουάριο του 2007 ανήλθαν στο ποσό των 528,79 ευρώ και η δόση του μήνα Φεβρουαρίου του 2007 ανήλθε στο ποσό των 543,61 ευρώ.

Ενόψει της ως άνω αυξητικής τάσης του επιτοκίου του ευρώ, η οποία είχε ως συνέπεια τη σημαντική αύξηση των μηνιαίων δόσεων του δανείου τους, οι εκκαλούντες την 2.1.2007 σύναψαν με την εφεσίβλητη, νομίμως εκπροσωπούμενη από τους αρμόδιους υπαλλήλους της, την από 2.1.2007 πρόσθετη πράξη τροποποίησης της υπ’ αριθμ. .../15.12.2005 σύμβασης στεγαστικού δανείου, με την οποία τροποποιήθηκε η προαναφερόμενη σύμβαση ως προς το νόμισμα και το επιτόκιο του δανείου. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του ως άνω ληφθέντος δανείου, κατά την ημέρα συντελέσεως της μετατροπής, θα μετατρεπόταν σε ελβετικά φράγκα. Επιπροσθέτως, το επιτόκιο συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και συγκεκριμένα θα ήταν ίσο με το εκάστοτε LIBOR μηνιαίας διάρκειας, όπως αυτό θα καθοριζόταν δύο εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήξη εκάστου προηγούμενου μήνα προσαυξημένο κατά 1,75%.

Πέραν δε των υπόλοιπων αναφερόμενων εκεί όρων, οι οποίοι δεν είναι κρίσιμοι εν προκειμένω, συμφωνήθηκε ότι κατά τα λοιπά θα ίσχυαν οι όροι της υπ’ αριθμ. .../15.12.2005 συμβάσεως. Δυνάμει της ως άνω τροποποιητικής συμβάσεως, το οφειλόμενο την 12.2.2007 άληκτο κεφάλαιο του δανείου, ύψους 97.254,62 ευρώ, μετατράπηκε σε 158.923,77 ελβετικά φράγκα, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου την ημέρα της μετατροπής, δηλαδή με ισοτιμία 1 προς 1,6341.

Περαιτέρω, σε εκτέλεση της τροποποιηθείσας πλέον συμβάσεώς τους, από την 5.3.2007 οι εκκαλούντες άρχισαν να καταβάλουν τακτικά σε ευρώ τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις συναλλάγματος (ελβετικού φράγκου) του στεγαστικού τους δανείου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν κάθε μήνα μέρος του κεφαλαίου και μέρος των τόκων επ’ αυτού (κεφαλαίου). Η δόση αρχικά ανερχόταν στο ποσό των 800 περίπου ελβετικών φράγκων, δηλαδή στο ποσό των 500 ευρώ περίπου. Ωστόσο, σταδιακά λάμβανε χώρα ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, που είχε τη μορφή διολίσθησης και έλαβε μεγαλύτερη έκταση από τα μέσα του 2010 και εντεύθεν.

Ενδεικτικά, η ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου διαμορφώθηκε ως ακολούθως: 1) την 5.3.2007 1,5822, 2) την 5.2.2008 1,5762, 3) την 3.10.2008 1,5380, 4) την 4.2.2009 1,4544, 5) την 5.10.2009 1,4746, 6) την 7.1.2010 1,4510, 7) την 4.8.2010 1,3243, 8) την 5.1.2011 1,2229, 9) την 5.10.2011 1,1902 10) την 5.3.2012 1,1786, 11) την 3.10.2012 1,1833, 12) την 5.3.2013 1,1940, 13) την 3.10.2013 1,2029, 14) την 5.2.2014 1,2024, 15) την 1.9.2014 1,1723, 16) την 1.1.2015 1,1687. Λόγω της δυσμενούς αυτής εξέλιξης, (που πάντως συνοδεύτηκε και με σταδιακή μείωση του επιτοκίου LIBOR και αντίστοιχη μείωση των καταβαλλόμενων τόκων), ενώ οι εκκαλούντες εξακολούθησαν να καταβάλλουν περί τα 500 ευρώ μηνιαίως, το εξοφλούμενο ποσό του δανείου τους στο νόμισμα δανεισμού τους (κεφάλαιο + τόκοι) περιορίσθηκε σε 600 ελβετικά φράγκα περίπου.

Με τις καταβολές των δόσεων αυτών μειωνόταν σταδιακά το κεφάλαιο του δανείου σε ελβετικό φράγκο, το οποίο την 1.1.2015 ανερχόταν στο ποσό των 125.801,40 ελβετικών φράγκων, έναντι του μετατραπέντος την 12.2.2007 ποσού των 158.923,77. Όμως, παρά τις σημαντικές καταβολές στις οποίες προέβησαν οι εκκαλούντες μέχρι το τέλος του 2014 (26.938,79 ευρώ για κεφάλαιο + 29.729,92 ευρώ για τόκους), λόγω της ως άνω ανατιμήσεως του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ, το οφειλόμενο (άληκτο) υπόλοιπο του δανείου τους, εκφραζόμενο σε ευρώ, υπερέβαινε την 1.1.2015 το συνολικό ποσό του ληφθέντος δανείου, αφού ανερχόταν σε 104.642,66 ευρώ. Εξάλλου, η ισοτιμία του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, που παρέμενε «κλειδωμένη» για δύο χρόνια περίπου (2013-2014) στο επίπεδο των 1,2 περίπου, στη συνέχεια ανατράπηκε περαιτέρω μετά την απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας να απελευθερώσει την ισοτιμία του εθνικού της νομίσματος, με αποτέλεσμα τη νέα σημαντική ανατίμησή του έναντι του ευρώ, με τη μεταξύ τους ισοτιμία να φθάνει περίπου στο 1 προς 1.

Πάντως, ήδη το ευρώ ανέκαμψε σημαντικά έναντι του ελβετικού φράγκου και έτσι στις 29.11.2017 (συνυπολογίζοντας και τις μέχρι τότε καταβολές των εκκαλούντων) η συνολική οφειλή του δανείου τους ανερχόταν σε 110.591,25 ελβετικά φράγκα ήτοι σε 97.411,48 ευρώ, με ισοτιμία μεταξύ των δύο νομισμάτων 1,1353. Δηλαδή, η ως άνω σημαντική ανατίμηση του ελβετικού φράγκου έχει δυσμενή επίδραση για τους εκκαλούντες τόσο ως προς τις μηνιαίες δόσεις που καταβάλλουν, όσο και ως προς το ύψος του οφειλόμενου άληκτου κεφαλαίου του δανείου τους, εκφραζόμενου σε ευρώ, που αποτελεί το νόμισμα το οποίο αυτοί αποκτούν από την εργασία τους. Σημειώνεται δε επιπλέον ότι τόσο το επιτόκιο της ΕΚΤ όσο και το επιτόκιο LIBOR σταδιακά σημείωσαν μεγάλη μείωση και συγκεκριμένα το επιτόκιο της ΕΚΤ, που τον Ιούλιο του 2008 ανερχόταν σε 5,25%, το Δεκέμβριο του 2017 ανερχόταν σε 0,25%, ενώ το επιτόκιο LIBOR μηνιαίας διάρκειας του ελβετικού φράγκου από περίπου 2,039% τον Ιανουάριο του 2007 το Δεκέμβριο του 2017 διαμορφώθηκε σε -0,78%, γεγονός που αμβλύνει σημαντικά την ως άνω δυσμενή εξέλιξη της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων αναφορικά με το ύψος των μηνιαίων δόσεων, που πρέπει να καταβάλλουν οι εκκαλούντες.

Με την υπ’ αριθμ. 2501/31.10.2002 ΠΔ/ΤΕ, με θέμα την ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους, προβλέπεται ειδικότερα για τις χορηγήσεις δανείων σε συνάλλαγμα ότι πρέπει στους συναλλασσομένους α) να παρέχεται ενημέρωση σχετικά με τον κίνδυνο ενδεχόμενης διακύμανσης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και β) να παρέχεται ενημέρωση σχετικά με τη δυνατότητα και το κόστος χρησιμοποίησης τεχνικών κάλυψης του κινδύνου από την ενδεχόμενη μεταβολή της συναλλαγματικής ισοτιμίας ή των επιτοκίων (κεφ. Β ενότ. 2 στοιχ. x και xi). Εξάλλου, στην ίδια πράξη προβλέπεται ότι: «Σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων. Ειδικότερα, για τη διευκόλυνση της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε α) αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της επένδυσης, β) σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων σε εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κ.λπ.), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα». Η τραπεζική εργασία της χορήγησης δανείου σε συνάλλαγμα δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, καθόσον ο επενδυτής διαθέτει το κεφάλαιό του σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο (π.χ. ομόλογο, μετοχή κ.λπ.) με σκοπό την οικονομική απόδοση ή διατήρηση της αξίας του κεφαλαίου του. Αντίθετα, στις δανειακές συμβάσεις ο πελάτης της Τράπεζας - δανειολήπτης δεν επενδύει ένα κεφάλαιο, αλλά δανείζεται από την Τράπεζα ένα ποσό, το οποίο χρειάζεται για να χρηματοδοτήσει την απόκτηση ενός αγαθού, όπως λ.χ. για να αγοράσει ένα ακίνητο ή ένα αυτοκίνητο. Κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ο πελάτης της Τράπεζας εμφανίζεται ως επενδυτής και επιδιώκει τη βέλτιστη απόδοση του κεφαλαίου του, ενώ κατά την παροχή τραπεζικών-πιστωτικών προϊόντων ο πελάτης της Τράπεζας είναι καταναλωτής, που αναζητά τους ευνοϊκότερους όρους για τη χρηματοδότηση κάποιας αγοράς. Η ιδιαιτερότητα του δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, ότι δηλαδή η εκφρασμένη στο νόμισμα του δανειολήπτη τοκοχρεωλυτική δόση αυξομειώνεται ανάλογα με την εξέλιξη της ισοτιμίας του (εθνικού) νομίσματος του δανειολήπτη έναντι του (αλλοδαπού) νομίσματος του δανείου, δεν μεταλλάσσει τη χορήγηση του δανείου σε επενδυτική πράξη του Ν 3606/2007 (Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων), ούτε σε σύνθετο τραπεζικό προϊόν, ως προς το οποίο οι απαιτήσεις πληροφόρησης των συναλλασσομένων είναι αυξημένες, όπως προεκτέθηκε, βάσει της υπ’ αριθμ. 2501/31.10.2002 ΠΔΤΕ (βλ. Γνωμοδότηση, Δ. Λιάππη, ό.π., σελ. 32-35). Σημειώνεται επίσης ότι η ρύθμιση των ως άνω σύνθετων τραπεζικών προϊόντων περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο της προαναφερόμενης ΠΔ/ΤΕ, που αναφέρεται στις «καταθέσεις» προς τα πιστωτικά ιδρύματα, ενώ επισημαίνεται ότι και το ΔΕΕ έκρινε ομοίως στην απόφαση της 3.12.2015 επί της υποθέσεως C-312/14 Banif Plus Bank Zrt κατά Marton Lantos ΝΟΜΟΣ, στην οποία αναφέρεται ότι: «οι πράξεις αυτές (ορισμένες πράξεις συναλλάγματος, τις οποίες πραγματοποιεί ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα δυνάμει ρητρών συμβάσεως δανείου προς αγορά αγαθού σε ξένο νόμισμα) δεν έχουν σκοπό την πραγματοποίηση επενδύσεως, εφόσον ο καταναλωτής αποσκοπεί μόνο στη λήψη των κεφαλαίων ενόψει της αγοράς καταναλωτικού αγαθού ή παροχής υπηρεσίας και όχι, παραδείγματος χάρη, στη διαχείριση συναλλαγματικού κινδύνου ή στην κερδοσκοπία επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας ξένου νομίσματος ...». Επομένως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η επίδικη δανειακή σύμβαση αποτελούσε «οιονεί επενδυτικό προϊόν», ως προς το οποίο έπρεπε να εφαρμοσθούν οι απαιτήσεις προσυμβατικής ενημέρωσης για τα επενδυτικά προϊόντα.

Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, οι δύο πρώτοι εκκαλούντες επιδίωξαν την τροποποίηση της υφιστάμενης δανειακής τους σύμβασης, προκειμένου να επωφεληθούν από τις οικονομικές δυνατότητες που αυτή παρείχε, ιδίως με την απόλαυση των πολύ χαμηλότερων επιτοκίων, που πρόσφερε η δανειοδότησή τους σε ελβετικό φράγκο. Η εκτίμησή τους αυτή προήλθε μετά τη λήψη εκ μέρους τους, αποτίμηση και επιβεβαίωση των αναγκαίων πληροφοριών, βάσει των οποίων θεώρησαν ότι η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου, που επί πολλά έτη και συγκεκριμένα από το 1999 έως το 2007 παρουσίαζε σχετική σταθερότητα (η διακύμανσή της δεν υπερέβαινε το 5,3%), ήταν ευνοϊκή για τους ίδιους ως προς τη διαμόρφωση του ύψους της καταβαλλόμενης εκ μέρους τους χρηματικής παροχής, την οποία όφειλαν, καθόσον το επιτόκιο Libor ήταν σημαντικά μειωμένο έναντι του αντίστοιχου βασικού επιτοκίου για πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Αποδείχθηκε δηλαδή ότι η σχέση συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου απετέλεσε τον βασικό παράγοντα για την ανωτέρω επιλογή τους. Παράλληλα όμως, αυτοί, όπως επίσης ο τρίτος και η τέταρτη των εκκαλούντων, γνώριζαν καλά ότι η μετατροπή αυτή, πέραν του ως άνω ευνοϊκού της αποτελέσματος, παρουσίαζε και το, σύμφυτο με τη συνομολόγηση του δανείου τους σε ξένο νόμισμα, μειονέκτημα της μεταβλητότητας της ισοτιμίας μεταξύ του εγχώριου και του αλλοδαπού νομίσματος και ειδικότερα της υποτίμησης του εγχώριου νομίσματος. Ωστόσο, συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα, οι εκκαλούντες έκριναν ότι η μετατροπή της σύμβασής τους και η υπαγωγή της στον ως άνω ειδικότερο συμβατικό τύπο ήταν για τους ίδιους πλέον συμφέρουσα σε σχέση με την αρχική σύμβαση. Υπό το πρίσμα αυτό εξεταζόμενη η θέση των εκκαλούντων ως καταναλωτών δεν χαρακτηρίζεται από ορισμένο πληροφοριακό έλλειμμα, όπως αυτοί ισχυρίζονται. Σε σχέση με τα πρόσωπα των εκκαλούντων, ο πρώτος από τους οποίους είναι απόφοιτος ιδιωτικού ΙΕΚ με την ειδικότητα του ηλεκτρονικού, που μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής απασχολούνταν ως πωλητής σε κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, η δεύτερη απόφοιτος επίσης τεχνικού λυκείου και ιδιωτικής σχολής νοσηλευτριών, εργαζόμενη με την ειδικότητα αυτή σε ιδιωτική κλινική, ο τρίτος συνταξιούχος ΙΚΑ και η τέταρτη νοικοκυρά, δεν προέκυψε ότι αυτοί στερούνται της μέσης ικανότητας εκτίμησης του ως άνω πλαισίου των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Άλλωστε, για την κατανόηση των ενδεχόμενων συνεπειών, που προέκυπταν από την ως άνω συναλλαγματική διακύμανση, δεν επιβαλλόταν οι εκκαλούντες να έχουν εξειδικευμένες οικονομικές γνώσεις, ούτε κατά μείζονα λόγο ήταν αναγκαίο να λάβουν από την εφεσίβλητη εκτεταμένη και εξειδικευμένη ενημέρωση, με περιεχόμενο την ανάπτυξη του μηχανισμού λειτουργίας του διεθνούς συστήματος διαμόρφωσης και μεταβολής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, όπως αβασίμως επικαλούνται. Επισημαίνεται εξάλλου, ότι η προσοχή των εκκαλούντων ιδίως στις υποχρεώσεις που ανελάμβαναν, ήταν ιδιαίτερα αυξημένη, αφού η λήψη ενός στεγαστικού δανείου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αποφάσεις στη ζωή ενός καταναλωτή.

Περαιτέρω, το ύψος της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου δεν ελέγχεται από την εφεσίβλητη, αλλά προκύπτει από τη λειτουργία της διατραπεζικής αγοράς συναλλάγματος, ενώ είναι δεδομένη η ευχέρεια λήψης της σχετικής πληροφόρησης από δημοσιεύσεις στον τύπο, από αναρτήσεις στο διαδίκτυο, αλλά και από ανακοινώσεις που εκτίθενται σε οποιοδήποτε υποκατάστημα της εφεσίβλητης ή κάποιας άλλης Τράπεζας. Επιπροσθέτως, η εφεσίβλητη μέσω των καταστημάτων της παρείχε στους καταναλωτές αναλυτική πληροφόρηση για τα παρεχόμενα στεγαστικά δάνειά της, στα οποία περιλαμβάνονταν και τα δάνεια σε συνάλλαγμα. Ειδικότερα, στους ενδιαφερόμενους δανειολήπτες παραδινόταν ένα φυλλάδιο με τον τίτλο «ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΓΙΑ ΤΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ», στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφερόταν ότι: «Ο δανεισμός σε συνάλλαγμα προσφέρει ένα επιτοκιακό πλεονέκτημα σε σχέση με ένα αντίστοιχο δάνειο σε ευρώ. Αναλαμβάνονται όμως συγκεκριμένοι κίνδυνοι συναλλάγματος που μπορούν εύκολα να ανατρέψουν αυτό το πλεονέκτημα και να επιβαρύνουν σημαντικά!!! Ο ένας από τους κινδύνους που αναλαμβάνεται είναι «ο κίνδυνος του επιτοκίου» του νομίσματος, που επιλέγει ο πελάτης. Το επιτόκιο αυτό, που αναπροσαρμόζεται κάθε μήνα, μπορεί να αυξηθεί στο μέλλον επιβαρύνοντας ανάλογα τη δόση του δανείου. Όμως, ο πλέον σημαντικός κίνδυνος, όταν δεν υπάρχουν εισοδήματα στο νόμισμα του δανείου αλλά μόνο σε ευρώ, είναι ο «συναλλαγματικός κίνδυνος». Συγκεκριμένα, το ευρώ είναι πιθανόν να υποτιμηθεί σε σχέση με το νόμισμα που επιλέγεται μια ή περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του δανείου. Στην περίπτωση αυτή, λόγω του ότι η οφειλή είναι σε ξένο νόμισμα, η καταβολή σε ευρώ για τη δόση του δανείου θα επιβαρυνθεί αναλογικά με το ποσοστό της υποτίμησης. Ταυτόχρονα, το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου σε όρους ευρώ θα αναπροσαρμοστεί επίσης κατά το ίδιο ποσοστό. Είναι ευνόητο λοιπόν από τα παραπάνω ότι η εκάστοτε επιβάρυνση θα καθορίζεται από τους εν πολλοίς απρόβλεπτους παράγοντες της εξέλιξης του επιτοκίου του νομίσματος που επιλέγεται, καθώς και από τη σχέση του ως προς το ευρώ. Πρέπει να γίνει γνωστό ότι τυχόν δυσμενής εξέλιξη στους παράγοντες αυτούς μπορεί όχι μόνο να εξανεμίσει τα όποια σημερινά πλεονεκτήματα έναντι του αντίστοιχου δανείου σε ευρώ, αλλά και να δημιουργήσει πολύ σημαντικές επιβαρύνσεις». Προσθέτως, στο έντυπο αυτό αναφερόταν ότι, εφόσον η δανειοδότηση γινόταν σε ελβετικό φράγκο, ο δανειολήπτης είχε παράλληλα τη δυνατότητα, με την καταβολή μιας μικρής προσαύξησης του επιτοκίου, της επιλογής του «Προγράμματος Προστασίας Δόσης» από πιθανές διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας, προκαθορισμένου ορίου αύξησης ή μείωσης της ισοτιμίας πώλησης των νομισμάτων ελβετικού φράγκου/ευρώ +/-5%. Γινόταν σαφές ότι η εφεσίβλητη Τράπεζα παρείχε την εν λόγω προστασία για τα 3 πρώτα έτη του δανείου, κατά τη διάρκεια των οποίων η καταβολή των δόσεων θα γινόταν με βάση την εκάστοτε συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων με την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού νομίσματος την ημέρα της εκάστοτε καταβολής, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούσε να υπερβεί το ανώτατο ή κατώτατο όριο +/-5% της ισοτιμίας βάσης, ήτοι της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων κατά την ημέρα εκταμίευσης του δανείου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως συνέβαινε με όλους του υποψήφιους δανειολήπτες, πέραν της παραδόσεως του ως άνω εντύπου, έγινε στους εκκαλούντες από τον αρμόδιο υπάλληλο της εφεσίβλητης και αναλυτική ενημέρωση για τη λήψη στεγαστικού δανείου σε συνάλλαγμα και ειδικότερα σε ελβετικό φράγκο. Ειδικότερα, εκτέθηκαν σ’ αυτούς τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα αυτού του είδους δανείου με επισήμανση ως πλέον σημαντικού του συναλλαγματικού κινδύνου, που προκαλείται σε περίπτωση υποτίμησης του ευρώ και οι συνέπειες αυτού, τόσο ως προς τη δόση, όσο και ως προς το κεφάλαιο. Επίσης, οι ανωτέρω ενημερώθηκαν ότι μπορούσαν οποτεδήποτε, κατόπιν εγκρίσεως της εφεσίβλητης, χωρίς οικονομική τους επιβάρυνση, να προβούν σε μετατροπή του άληκτου υπολοίπου του δανείου τους από ελβετικά φράγκα σε ευρώ, με βάση την ισχύουσα κατά το χρόνο της μετατροπής συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων. Εν τέλει, όταν οι εκκαλούντες αποφάσισαν να προβούν στην ως άνω μετατροπή του δανείου τους σε ελβετικό φράγκο, παραδόθηκε σ’ αυτούς και σχετική ενημερωτική επιστολή της εφεσίβλητης, για την παραλαβή της οποίας υπέγραψε ο πρώτος εξ αυτών. Στην επιστολή αυτή επισημαινόταν εκ νέου ο ως άνω συναλλαγματικός κίνδυνος από ενδεχόμενη υποτίμηση του εγχώριου νομίσματος έναντι του ελβετικού φράγκου με συνακόλουθη επιβάρυνση τόσο της μηνιαίας δόσης όσο και του άληκτου κεφαλαίου του δανείου. Επίσης, στην ίδια επιστολή γινόταν αναφορά της ως άνω δυνατότητας προστασίας της δόσης σε περίπτωση συναλλαγματικών μεταβολών μέχρι ποσοστού 5%. Όπως δε προεκτέθηκε, στο υπ’ αριθμ. 13α άρθρο του προσαρτήματος Ι της ως άνω από 15.12.2005 συμβάσεως προβλέπεται επίσης η παραπάνω δυνατότητα της μετατροπής του άληκτου κεφαλαίου του δανείου σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη Τράπεζα απέστελλε στους εκκαλούντες κάθε μήνα ενημερωτική επιστολή με τον αριθμό λογαριασμού, την ένδειξη CHF (ελβετικό φράγκο), το υπόλοιπο σε CHF και τη δόση σε CHF, όπου δεν αναγραφόταν μεν η ισοτιμία ευρώ - ελβετικού φράγκου, πλην όμως αυτή μπορούσε να διακριβωθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, δυνάμει της τιμής του συναλλάγματος, που αναγραφόταν καθημερινά στο δελτίο τιμών της εφεσίβλητης ή κάποιας άλλης Τράπεζας. Από τις επιστολές αυτές οι εκκαλούντες ήταν σε θέση να αντιληφθούν τη σταδιακή πορεία και την περαιτέρω προοπτική αύξησης της οικονομικής τους επιβάρυνσης, εξαιτίας της αρνητικής για τους ίδιους εξέλιξης της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου. Ενώ όμως οι εκκαλούντες γνώριζαν την ως άνω δυσμενή εξέλιξη και ήταν σε θέση να προστατευθούν από το συναλλαγματικό κίνδυνο, επιχειρώντας εγκαίρως τη μετατροπή σε ευρώ του νομίσματος αποτίμησης της συμβατικής σχέσης, αυτοί παρέλειψαν να ασκήσουν το σχετικό τους δικαίωμα εμμένοντας στο συμβατικό τύπο τον οποίο είχαν επιλέξει, προδήλως προσδοκώντας ότι το ευρώ θα ανέκαμπτε. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επιλογή των εκκαλούντων να συμφωνήσουν τη μετατροπή του νομίσματος της δανειακής τους συμβάσεως σε ελβετικά φράγκα και η μεταγενέστερη εμμονή τους στην επιλογή αυτή αποτελούν εκδηλώσεις της υποβάθμισης εκ μέρους τους του συναλλαγματικού κινδύνου που ανέλαβαν- ο οποίος σαφώς τους είχε επισημανθεί και τον γνώριζαν- και της εκτίμησης ότι η συγκεκριμένη συμβατική σχέση θα εξακολουθούσε και στο μέλλον, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν, να είναι επωφελέστερη, ώστε να αξιολογείται εκ μέρους τους η συνέχισή της ως περισσότερο συμφέρουσα από την μετατροπή της. Με βάση όσα εκτέθηκαν, δεν αποδεικνύεται ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιάσθηκαν από τον προστηθέντα υπάλληλο της εφεσίβλητης και συνακόλουθα και από την τελευταία οι ευλόγως προσδοκώμενες ειδικότερες υποχρεώσεις πρόνοιας, διαφώτισης και συμβουλευτικής καθοδήγησης των εκκαλούντων, επιπλέον δε, όπως αποδείχθηκε, εφαρμόσθηκαν τα οριζόμενα από την ως άνω υπ’ αριθμ. 2501/31.10.2002 ΠΔ/ΤΕ. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη εκμεταλλεύθηκε την υπερέχουσα θέση της απέναντί τους, παρασύροντάς τους στην ως άνω μετατροπή, καθόσον δεν ανέμενε κάποιο επιπλέον κέρδος από την μετατροπή αυτή, δεδομένου ότι οι ίδιοι οι εκκαλούντες ήταν ήδη πελάτες της, με τους οποίους υπήρχε ενεργή σύμβαση δανείου. Αντιθέτως, οι ίδιοι οι εκκαλούντες, όπως συνέβαινε εκείνη την περίοδο και με πολλούς άλλους δανειολήπτες της εφεσίβλητης και των άλλων τραπεζών, επεδίωκαν να επωφεληθούν από την ως άνω μετατροπή του δανείου τους σε αλλοδαπό νόμισμα, που συνεπαγόταν τη μικρότερη επιτοκιακή επιβάρυνσή τους. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγική βάση της αδικοπραξίας. Συνακόλουθα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι σχετικοί έβδομος λόγος της εφέσεως και δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι θεμέλιο της αμφοτεροβαρούς συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την κατάρτιση της ως άνω από 2.1.2007 πρόσθετης πράξης τροποποιήσεως της από 15.12.2005 δανειακής συμβάσεως, ήταν η σχετική σταθερότητα της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων (ευρώ/ελβετικού φράγκου) κατά τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, από την εισαγωγή του ευρώ το 1999 μέχρι το 2007 η διακύμανση της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων δεν είχε ξεπεράσει το 5,3%. Τα ως άνω δύο νομίσματα ήταν από τα ισχυρότερα παγκοσμίως και τόσο η ευρωζώνη ως σύνολο όσο και η Ελβετία είχαν από τις πιο ανεπτυγμένες και ισχυρές οικονομίες. Βάσει των ανωτέρω, οι διάδικοι θεωρούσαν ότι η διακύμανση μεταξύ των δύο νομισμάτων θα συνέχιζε να βρίσκεται στα ίδια επίπεδα, στη χειρότερη δε περίπτωση δεν θα υπερέβαινε το 10% και κρίνεται ότι οι ανωτέρω δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση της από 2.1.2007 τροποποιητικής συμβάσεως εάν γνώριζαν ότι θα υπήρχε μεταγενέστερα η ως άνω πολύ μεγάλη ανατίμηση του ελβετικού φράγκου. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω μεταβολή της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων οφείλεται σε έκτακτους και απρόβλεπτους λόγους. Πράγματι, ενόψει των προαναφερόμενων, ήταν εντελώς απίθανο να συμβεί η μεταβολή αυτή. Συγκεκριμένα, είναι μεν γεγονός ότι η διακύμανση μεταξύ των νομισμάτων είναι διαρκής και αναμενόμενη, ωστόσο, η διακύμανση που επήλθε στην προκειμένη περίπτωση, η οποία έφθασε μέχρι το 40% περίπου, ασφαλώς υπερέβη το συνηθισμένο και αναμενόμενο μέτρο, δεδομένου ότι πρόκειται για τα συγκεκριμένα πολύ ισχυρά και σταθερά νομίσματα, ανατρέποντας έτσι τους υπολογισμούς των μερών κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Αντιθέτως, εάν επρόκειτο για τη διακύμανση της ισοτιμίας της δραχμής σε σχέση με το ως άνω ισχυρό αλλοδαπό νόμισμα, ενδεχομένως δεν θα εθεωρείτο έκτακτη και απρόβλεπτη μία τέτοια μεταβολή διότι, όσο η δραχμή αποτελούσε το επίσημο νόμισμα της χώρας, ήταν συχνή η σημαντική μεταβολή (υποτίμηση) της αξίας της είτε εφάπαξ είτε με τη μορφή της διολίσθησης. Περαιτέρω, εξαιτίας της ως άνω συναλλαγματικής μεταβολής, η παροχή των δανειοληπτών έγινε υπέρμετρα επαχθής, ενόψει και της αντιπαροχής της εφεσίβλητης, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Πράγματι, μετά τη μεταβολή αυτή, η εφεσίβλητη συνέχισε να αποκομίζει το συμφωνηθέν κέρδος της, ήτοι το spread (περιθώριο κέρδους), που είχε συμφωνηθεί στο 1,75%, ενώ οι δανειολήπτες επιβαρύνονταν επιπλέον με την καταβολή σημαντικά αυξημένων δόσεων σε σχέση με αυτά που θα κατέβαλλαν αν η συναλλαγματική μεταβολή βρισκόταν εντός του πλαισίου που κατ’ ανώτατο όριο είχαν υπολογίσει τα μέρη ότι θα βρισκόταν. Το ύψος της ως άνω συνολικής πρόσθετης επιβαρύνσεως των δανειοληπτών δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς στο παρόν στάδιο, διότι αυτή εξαρτάται από τη διακύμανση της ισοτιμίας των δύο νομισμάτων καθ’ όλη τη διάρκεια αποπληρωμής του δανείου. Ωστόσο, αν υποτεθεί ότι η ισοτιμία των δύο νομισμάτων θα παραμείνει μέχρι την αποπληρωμή του δανείου περίπου στα σημερινά επίπεδα, η ως άνω επιβάρυνση (κεφάλαιο δανείου + τόκοι) θα κυμαινόταν στο 25% - 30% περίπου.

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι η ζημία των εκκαλούντων, λόγω της μεταβολής των συνθηκών, είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής, αφού υπερβαίνει σαφώς τον κίνδυνο που ανέλαβαν καταρτίζοντας την ως άνω σύμβαση. Για την άρση της ως άνω διαταραχθείσας ισορροπίας παροχής και αντιπαροχής, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ασφαλώς δεν κρίνεται ως προσήκουσα η αιτούμενη από τους εκκαλούντες μείωση του άληκτου κεφαλαίου του δανείου τους κατά το ποσό που ήδη έχουν καταβάλει προς αποπληρωμή αυτού, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων (ευρώ/ελβετικού φράγκου), που επήλθε μετά τη μετατροπή του δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα. Πράγματι, όπως προεκτέθηκε, η μετατροπή του δανείου των εκκαλούντων σε ελβετικό φράγκο αντιστοιχούσε σε ισόποσο δανεισμό της εφεσίβλητης στο ίδιο νόμισμα, με συνέπεια, η δυσμενής εξέλιξη της ισοτιμίας ευρώ/φράγκου να συνεπάγεται αντίστοιχη επιβάρυνση της εφεσίβλητης με αυτήν που προέκυπτε για τους δανειολήπτες. Δηλαδή, εν τέλει αυτά που επιπλέον εισπράττει η εφεσίβλητη από τους εκκαλούντες λόγω της μεταβολής της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων τα καταβάλλει προς κάλυψη των δικών της αυξημένων δανειακών υποχρεώσεων. Έτσι, αν γινόταν δεκτό το αίτημα των εκκαλούντων, αυτό θα συνεπαγόταν τη μετάθεση της ζημίας στην εφεσίβλητη. Δηλαδή, το μόνο κέρδος της εφεσίβλητης είναι, όπως προεκτέθηκε, το συμφωνηθέν spread (περιθώριο κέρδους) 1,75%, στο οποίο κρίνεται ότι πρέπει να γίνει παρέμβαση προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας συμβατικής ισορροπίας.

Στο σημείο αυτό χρήσιμο είναι να αναφερθεί ότι, ενόψει των προβλημάτων, που προέκυψαν από τις σημαντικές επιβαρύνσεις τις οποίες υπέστησαν πολλοί δανειολήπτες σε συνάλλαγμα διαφόρων χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τη μεταγενέστερη ανατίμηση του αλλοδαπού νομίσματος δανεισμού, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2014/17/ΕΕ Οδηγία. Προς συμμόρφωση της οδηγίας αυτής, εκδόθηκε ο Ν 4438/2016, με το άρθρο 22 του οποίου ορίζεται ότι, σε περίπτωση δανείων αυτού του είδους, α) επιβάλλεται η συμβατική πρόβλεψη είτε δικαιώματος του δανειολήπτη προς μετατροπή της οφειλής στο νόμισμα της επιλογής του (εναλλακτικό νόμισμα), όταν η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας υπερβεί το 20% σε σχέση με αυτή που ίσχυε κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως, είτε χρηματοπιστωτικού μέσου αντιστάθμισης του συναλλαγματικού κινδύνου, που πρέπει να ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια της δανειακής συμβάσεως και β) θεσπίζεται η υποχρέωση του πιστωτικού φορέα για άμεση ειδοποίηση του δανειολήπτη, σε περίπτωση που το ύψος του οφειλόμενου συνολικού ποσού ή των οφειλόμενων δόσεων, που πρέπει να καταβάλει, παρουσιάζει διακύμανση μεγαλύτερη από 20% σε σχέση με αυτό που θα ήταν αν ίσχυε η συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ του νομίσματος της σύμβασης και του εναλλακτικού νομίσματος, που ίσχυε κατά το χρόνο συνάψεως της συμβάσεως πιστώσεως.

Ενόψει των ανωτέρω, η αναπροσαρμογή της παροχής των δανειοληπτών προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας συμβατικής ισορροπίας πρέπει να γίνει, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, θέτοντας ως οδηγό την ως άνω ενωσιακή ρύθμιση, που ήδη αποτελεί και εσωτερικό δίκαιο, λαμβάνοντας υπόψη και τις καταβολές των δανειοληπτών μέχρι την άσκηση της αγωγής. Ειδικότερα, από την άσκηση της αγωγής και εντεύθεν μέχρι την αποπληρωμή του δανείου, πρέπει α) να περιορισθούν τα ποσά των πληρωτέων δόσεων του δανείου, υπολογιζόμενα με επιτόκιο μειωμένο κατά 1,75% (περιθώριο κέρδους), ενόσω η διακύμανση της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων (ελβετικού φράγκου/ευρώ), με βάση το δελτίο τιμών της Τράπεζας της Ελλάδος, υπερβαίνει το 20% σε σχέση με αυτή που ίσχυε κατά το χρόνο μετατροπής του δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, ήτοι 1 προς 1,6341, β) να περιορισθούν τα ποσά των πληρωτέων δόσεων του δανείου, υπολογιζόμενα με επιτόκιο μειωμένο κατά 1% (μέρος του περιθωρίου κέρδους), ενόσω η διακύμανση της ισοτιμίας μεταξύ των δύο νομισμάτων (ελβετικού φράγκου/ευρώ), με βάση το δελτίο τιμών της Τράπεζας της Ελλάδος, υπερβαίνει το 10% και έως το 20% σε σχέση με αυτή που ίσχυε κατά το χρόνο μετατροπής του δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα, ήτοι 1 προς 1,6341. Εφόσον δε η ως άνω διακύμανση δεν υπερβαίνει το 10%, η πληρωμή των δόσεων των δανειοληπτών πρέπει να γίνεται κατά τα συμφωνηθέντα. [...]

 

(Δέχεται εν μέρει την αγωγή.)