ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 165/2019

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αικατερίνη Νομικού, Πρόεδρο Εφετών,  Χρυσούλα Πλατιά, Εφέτη και  Γεωργία Λάμπρου, Εφέτη-Εισηγήτρια  και από τη Γραμματέα Κ.Δ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση της ηττηθείσας ενάγουσας κατασκευαστικής και επενδυτικής ανώνυμης τεχνικής εταιρείας και ήδη εκκαλούσας , κατά της υπ΄αριθμ. 1923/ 2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 495 παρ. 1, 496 παρ. 1, 498 παρ. 1, 499, 511, 513 παρ. 1 στ. β΄ , 516 παρ. 1, 517 εδ. α΄, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91 παρ. 1 και 92 ΚΠολΔ προκύπτει ότι όποιος από τους κύριους διαδίκους έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να ανακοινώσει τη δίκη σε τρίτους μέχρι να εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οριστική απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης (ΕφΑΘ 3263/1991 ΕΕργΔ 1992.26). Η ανακοίνωση δίκης αποτελεί δικαίωμα του διαδίκου και αποβλέπει συνήθως στην παρότρυνση του τρίτου να ασκήσει πρόσθετη, σπανίως κύρια παρέμβαση. Σε αντίθεση προς την προσεπίκληση, η ανακοίνωση δεν συνιστά μορφή αιτήσεως παροχής έννομης προστασίας (ΑΠ 1012/1991 ΕλλΔνη 1993.571), δεν διατυπώνει αίτημα κατά του τρίτου (ΑΠ 1667/1980 ΝοΒ 1981.1079), δεν ανοίγει νέα διαδικασία, ούτε διευρύνει τα υποκειμενικά όρια της εκκρεμούς δίκης και δεν δημιουργεί υποχρέωση του δικαστηρίου να αποφανθεί επ’ αυτής, ούτε υποχρέωση του λήπτη της ανακοίνωσης να απαντήσει στην ιστορική της βάση (ΕφΠατρ 842/2007 ΑΧΑΝΟΜ 2008.420).Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 80, 82 εδ.α’ και β’ και 83 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: Αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους διαδίκους, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση, για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν. Το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος μπορεί να στηρίζεται, είτε στο γεγονός ότι η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις αυτού, οπότε πρόκειται για αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση και εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αναγκαστική ομοδικία των άρθρων 76, 77 και 78 Κ.Πολ.Δ., είτε απλώς στο γεγονός, ότι ο παρεμβαίνων έχει κάποια ουσιαστική συνάρτηση με το αντικείμενο της κύριας δίκης και επηρεάζεται από την έκβασή της, χωρίς όμως ο ίδιος και ο αντίδικος του υπερού η παρέμβαση να συνδέονται με οποιαδήποτε έννομη σχέση, έτσι ώστε η ισχύς της αποφάσεως στην κύρια δίκη να μην εκτείνεται στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε την πρόσθετη παρέμβαση, οπότε πρόκειται για απλή (μη αυτοτελή) πρόσθετη παρέμβαση.Αποφασιστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης, ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της αποφάσεως, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητος και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της ασκήσεως αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδηλώσεως δυσμενών ενεργειών της αποφάσεως σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας (ΑΠ 1485/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει περαιτέρω ότι αναγκαία διαδικαστική προϋπόθεση για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι να υπάρχει έννομο συμφέρον στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος, το οποίο υφίσταται όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης. Πρέπει, όμως, ο παρεμβαίνων τόσο ως προς το δικαίωμά του όσο και ως προς τη δημιουργία σε βάρος του υποχρέωσης να απειλείται από τη δεσμευτικότητα, την εκτελεστότητα ή ανάλογα από τις τυχόν αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης που θα εκδοθεί. Έτσι, δεν αρκεί για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης το γεγονός ότι σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα σε συναφή διαφορά του με κάποιον από τους διαδίκους ή τρίτο, που είναι ή πρόκειται να καταστεί επίδικη, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης στην οποία παρεμβαίνει να θίγει από την άποψη του κρινόμενου νομικού ή πραγματικού ζητήματος τα έννομα συμφέροντά του (ΑΠ Ολομ. 9/2018 17/2015, 12/2013, 11/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ).Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 της με αριθ.8/ 1980 απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Ιερών Ναών και Ενοριών » ,που εκδόθηκε κατ΄εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρ.36 παρ.6 του ν. 590/ 1977 : «Την διαχείρισιν, διοίκησιν και την εν γένει αξιοποίηση της περιουσίας του Ιερού Ναού έχει το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον». Κατά τη διάταξη του άρθρ.9 παρ.3 της ίδιας απόφασης «Το Εκκλησιαστικόν Συμβούλιον αποφασίζει: α) Περι ανεγέρσεως Ναού ή επισκευής, διακοσμήσεως και συντηρήσεως του υπάρχοντος Ενοριακού και των Παρεκκλησίων και Εξωκκλησίων αυτού », κατά δε τη διάταξη του άρθρ.12 παρ.1 της ίδιας απόφασης : «Πάσα πράξις του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου υποβάλλεται εις το Μητροπολιτικόν Συμβούλιον, όπερ εγκρίνει, τροποποιεί ή ακυροί αυτήν. Η απόφασις του Μητροπολιτικού Συμβουλίου εκδίδεται εντός διμήνου από της υποβολής της Πράξεως , παρελθούσης απράκτου της προθεσμίας ταύτης η πράξις εκτελείται». Από όλες τις  ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι για να καταρτιστεί μεταξύ Ενοριακού Ιερού Ναού και εργολάβου οικοδομών νόμιμη σύμβαση έργου εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών απαιτείται απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκριση αυτής από το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο.  Από το άρθρο 904 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολογήτου πλουτισμού, είναι, εκτός άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Αν η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσεως, να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητος της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση, κύρια βάση της αγωγής, απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητος της συμβάσεως για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτό ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητος της συμβάσεως, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσεως (Ολ.ΑΠ 22/2009 ΑΠ 438/ 2017  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).Έτσι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, “ο αντισυμβαλλόμενος” του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (για όλα τα ανωτέρω βλ. ΟλΑΠ 218/1977,  ΑΠ 160/2018, ΑΠ 1537/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά την διάταξη δε του άρθρου 94 & 1 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζεται ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 & 2 Ν.1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά και τις διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., έχουν αντικείμενο σχετικό με την λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες διοικητικού δικαίου ή περιέχουν νομίμως όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλομένου δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς (Ολ.ΑΠ 7/2002 Ελλ.Δνη 42,381). Τέτοιου είδους σύμβαση που δημιουργεί διοικητική διαφορά ουσίας είναι και η κατ` εφαρμογή του Ν.Δ/τος 1266/72 (ή του νεωτέρου Ν. 1418/84) συναπτόμενη από το δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή οργανισμό που ασκεί δημόσια διοίκηση, σύμβαση με τον ανάδοχο εκτέλεσης δημόσιου έργου, για έργο που εκτελείται από τον εργολάβο στα πλαίσια της πιο πάνω ειδικής νομοθεσίας (ΑΠ 1333/1987 Ελλ. Δνη 28,1446). Στην ίδια κατηγορία (διοικητικές διαφορές ουσίας) υπάγεται και η συμφωνία για πρόσθετες εργασίες που εκτελέστηκαν στο πλαίσιο της ίδιας εργολαβικής σύμβασης. Εξάλλου στις διοικητικές διαφορές ουσίας περιλαμβάνονται και οι διαφορές από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993 Ελλ.Δνη 35,297, Ολ.ΑΠ 5/1995 ΝοΒ 44,168). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 1418/1984 «τα δημόσια έργα είναι έργα υποδομής της χώρας που καλύπτουν βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, συμβάλλουν στην ανάπτυξη των παραγω­γικών δυνατοτήτων, στην αύξηση του εθνι­κού προϊόντος, στην ασφάλεια της χώρας και γενικά αποσκοπούν στην βελτίωση της ποιότητας της ζωής του λαού», κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του αυτού άρθρου «από τεχνική άποψη δημόσια έργα είναι όλα τα έργα που εκτελούν φορείς του δη­μοσίου τομέα και συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με το έδαφος, το υπέδαφος ή τον υποθαλάσσιο χώρο, όπως και τα πλω­τά τμήματα των τεχνικών έργων. Ως έργο νοείται κάθε νέα κατασκευή ή επέκταση ή ανακαίνιση ή επισκευή ή συντήρηση και η οικονομικά ή τεχνικά αυτοτελής λειτουρ­γία, καθώς και κάθε σχετική ερευνητική εργασία, που απαιτεί τεχνική γνώση και επέμβαση». Σύμβαση δε για την εκτέλε­ση δημοσίων έργων είναι η, εξ επαχθούς αιτίας, έγγραφη συμφωνία, που καταρ­τίζεται μεταξύ του εργοδότη ή του φορέα κατασκευής του έργου και του αναδόχου για την κατασκευή του έργου με το προαναφερόμενο περιεχόμενο (ΑΠ 845/2009 Νόμος). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 2 εδ. α’ του Ν. 1418/1984, οι δια­τάξεις του Νόμου αυτού εφαρμόζονται σε όλα τα έργα, που προγραμματίζονται και εκτελούνται από τους φορείς, που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, μεταξύ των οποίων περι­λαμβάνονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (Ο.Τ.Α.) Α’ και Β’ βαθμού. Εξάλλου, κατά μεν τις δικονομικού χαρακτήρος διατάξεις του άρθρου 13 του ως άνω Νόμου (1418/1984) και ήδη 77 του Ν. 3669/2008 «Κύρωση της κωδικοποίη­σης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων», με τον τίτλο «Δικαστική επίλυση διαφορών», αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση κάθε διαφοράς μεταξύ των συμβαλλομένων, που προκύπτει από την κα­τασκευή δημοσίου έργου και επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής, είναι το διοικητικό ή πολιτικό Εφετείο της περιφέ­ρειας, στην οποία εκτελείται το έργο (παρ.1 και 2), το οποίο, κατά το άρθρο 64 παρ. 4 ΕισΝΚΠολΔ συγκροτείται από πέντε Δι­καστές. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, καθώς και εκείνων των άρθρου 2   παρ. 1 και 41 παρ. 14 του Ν. 3316/05, που αναφέρονται στην σύναψη και εκτέλε­ση όλων των δημοσίων συμβάσεων ανε­ξαρτήτως αξίας για την εκπόνηση μελετών και παροχή λοιπών υπηρεσιών μηχανικού και άλλων ελευθερίων επαγγελμάτων για λογαριασμό του Δημοσίου, ΝΠΙΔ, ΟΤΑ, ή λοιπών Οργανισμών του Δημοσίου, προ­κύπτει ότι οι διαφορές που προκύπτουν από σύμβαση για την εκπόνηση μελέτης, που σκοπό έχει την εξυπηρέτηση του κοινού και που εκτελείται χάριν ΟΤΑ, ο οποίος είναι κύριος αυτού, υπάγονται στη δικαιοδοσία του Πενταμελούς Πολιτικού Εφετείου της περιφέρειας που βρίσκεται το έργο (ΕφΘεσ 445/2009 Νόμος). Η ως άνω εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Εφετείου συνδέεται και με διαφοροποίηση της διαδικασίας, με ιδιαιτέρως σημαντι­κού περιεχομένου δικονομικές ρυθμίσεις. Συγκεκριμένα, οι διάδικοι υποχρεούνται να προσκομίσουν κατά την πρώτη συζή­τηση όλα τα αποδεικτικά μέσα. Το Δικα­στήριό λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρα 13 παρ. 4 εδ. α’ και β’ του Ν. 1418/1984 και 77 παρ. 4 εδ. α’ και β’του Ν. 3669/2008). Η συζήτηση και η διεξαγω­γή της αποδείξεως ολοκληρώνεται σε μία δικάσιμο, ανεξαρτήτως από την δικαιοδο­σία στην οποία υπάγεται η υπόθεση. Αν ο χρόνος δεν επαρκεί, επιτρέπεται διακοπή για άλλη ημέρα και ώρα ενώπιον των ιδί­ων Δικαστών, με προφορική ανακοίνωση που καταχωρείται στα πρακτικά και επέχει θέση κλητεύσεως όλων των διαδίκων, των μαρτύρων και εκείνων που δεν παρίστανται. Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρη­νοδίκη ή Συμβολαιογράφου ή Προξένου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου τρεις τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν και αρκεί πιθανολόγηση. Οι αποφάσεις του διοικητικού ή πολιτικού Εφετείου είναι αμέσως εκτελεστές (ΑΠ 1499/2009 Νόμος).Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η προσφυγή ή αγωγή, που αναφέρεται σε διαφορά από δημόσια έργα, εκδικάζεται από το Εφετείο κατά την προαναφερόμενη ταχεία διαδικασία, η οποία ομοιάζει με αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, αφού για την έκδοση της αποφάσεως αρκεί πιθανολόγηση, και, επομένως, η κατάθεση των προτά­σεων των διαδίκων μπορεί να γίνει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 1028/2007 Νόμος). Η εξαιρετική αρμοδιότητα του Εφετείου και αντίστοιχα η προβλεπόμενη ειδική διαδικασία καλύπτει και τις αξιώσεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που γεννιούνται από την εκτέλεση δημόσιου έρ­γου, όταν η σχετική σύμβαση είναι άκυρη, όπως συμβαίνει όταν η σύμβαση κατά πα­ράβαση του αρθρ. 41 του ν.δ/τος 496/1974 «περί Κωδικός Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.» καταρτίστηκε προφορικά, αφού και στην περίπτωση αυτή η αγωγή έχει ως ιστορι­κή βάση για τον προσδιορισμό της αξίω­σης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό την εκτέλεση του δημόσιου έργου και συντρέ­χει συνεπώς ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος (ΑΠ 1056/2014 Νόμος).Κατά το άρθρο 1 παρ 1 του Ν 3669/2008 (ΦΕΚ Α΄116/18.6.2008) στο οποίο κωδικοποιήθηκε το άρθρο 2 παρ 1 του Ν 1418/1484 «περί Δημοσίων Έργων», όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 96 παρ 7 του Ν 1892/1990 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1  παρ 2 του Ν 2229/1984 και της  λοιπής νομοθεσίας περί δημοσίων έργων, που  επίσης κωδικοποιήθηκαν στο σύνολό τους με τις διατάξεις του ν. 3669/2008 εφαρμόζονται σ΄ όλα τα έργα που προγραμματίζονται και εκτελούνται από εκείνους τους φορείς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου  14 του Ν 2190/1994» δηλαδή  και οι κρατικοί ή δημόσιοι οργανισμοί που οργανώνονται ως κρατικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονταν και τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου όπως η Εκκλησία της Ελλάδος και οι  οικείες Μητροπόλεις, τα οποία ως προς τα έργα που εκτελούσαν διέπονταν από τις περί δημοσίων έργων διατάξεις (Θ. Ζέρβας Γνωμοδότηση 2014 ΝΟΜΟΣ, Ε.Σ 2496/2009, ΔεφΑθ 562/1988 ΔΙΚΗ 1989, 343, ΔεφΑθ 3833/1987 ΔΔΙΚΗ 1987 427ΔεφΠ 441/2001 ΔΔΙΚΗ 2004.207). Περαιτέρω κατά το άρθρο 68 παρ 3 του Ν 4235/2014 (ΦΕΚ 32 Α/11-12-2014) τα νομικά πρόσωπα  του άρθρου  1 παρ 4 του Ν 590/1977 (Εκκλησία της Ελλάδος, Μητροπόλεις, ενορίες μετά των ενοριακών αυτών Ναών, Μονές, Αποστολική Διακονία, ΟΔΕΜ, ΤΑΚΕ, Διορθόδοξο Κέντρο της Εκκλησίας της Ελλάδος) του Ν 4149/1961 του άρθρου 1 του Ν 3491/1976 οι Ιερές Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου…..υπάγονται  στις διατάξεις που διέπουν την Γενική Κυβέρνηση και τον δημόσιο τομέα ως προς την οργάνωση και τη διοίκησή τους, την εν γένει περιουσιακή και λογιστική διαχείρισή τους, τους λειτουργούς και το προσωπικό τους, μόνον εφόσον αυτές το ορίζουν ρητά». Το άρθρο δε 7 του 255/2014 (ΦΕΚ 95/15-4-2014) κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «περί αναθέσεως και εκτελέσεως παρά της Εκκλησίας της Ελλάδος συμβάσεων έργων, μελετών και παροχής συναφών υπηρεσιών» που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 46 παρ 2 του Ν. 590/1977 και προς εναρμόνισή του με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 68 παρ 3 του Ν.  4235/2014 ορίζει ότι «τα έργα, αι μελέται και αι παροχαί συναφών υπηρεσιών διά την ανάπτυξιν και αξιοποίησιν της εκκλησιαστικής περιουσίας εις το πλαίσιον των νομοθετημένων  σκοπών της ΕΚΥΟ κατά τον κανονισμόν 240/2013 (ΦΕΚ Α 243)  ως εκάστοτε ισχύει, δεν αποτελούν «δημόσια έργα» ή «διοικητικές συμβάσεις έργων ή μελετών» ή «δημόσιες συμβάσεις έργων» ή «δημόσιες συμβάσεις μελετών» κατά  την έννοια της σχετικής νομοθεσίας (Ν 3669/2008 Ν 3316/2006 ΠΔ 60/2007 ΠΔ 59/2007) καθόσον η Εκκλησία της Ελλάδος δεν συνιστά «Οργανισμόν δημοσίου δικαίου» κατά την έννοιαν των οδηγιών 2004/17 ΕΚ ή 2004/18/ΕΚ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι με τις νέες ως άνω ρυθμίσεις του άρθρου  68 του Ν 4235/2014 που ισχύει  από 11.2.2014 τα εκκλησιαστικά  έργα ακόμη και όταν εκτελούνται από ΝΠΔΔ και επιδιώκουν δημόσιο (κοινωφελές) σκοπό δεν υπάγονται στις περί δημοσίων έργων γενικές διατάξεις ήτοι στο Ν 3669/2008  και διέπονται από τον ως άνω κανονισμό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Έτσι από την ως άνω ημερομηνία παύει να εφαρμόζεται αναφορικά με τα εκκλησιαστικά έργα η προβλεπόμενη  από το άρθρο 77 ΠΔ 3669/2008 αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου για τις διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ των εργολάβων και των κυρίων των έργων στα πλαίσια των εκτελουμένων δημοσίων  έργων και η αρμοδιότητα  ως  προς αυτά (εκκλησιαστικά έργα) καθορίζεται από τα άρθρα 14 και 18 ΚΠολΔ. Κατά πάγια δε αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από το δικονομικό δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που ασκούνται, προκειμένου δε περί αγωγής, με όμοιο χαρακτήρα με την οποία έχει και η προσφυγή (ΕΑ 1943/2008 ΕλΔνη 2009 (50) 550, ΕΑ 2999/1986 ΕλΔνη 1986 (27) 949) κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της καθύλην αρμοδιότητας είναι κατά τα άρθρα 45, 221 παρ 1  εδ β ΚΠολΔ και 5 παρ 2 εδ α του  Εισ Ν ΚΠολΔ  εκείνος της ασκήσεώς της (ΠεντΕφΑθ 6674/2003 ΕλΔνη  46,1514, ΠεντΕφΑθ 10493/1996, ΕλΔνη 38, 880, ΕφΘεσ 2402/1997 Αρμ 1998.92).Περαιτέρω  σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου  13 παρ 1, 2, 4 και 5 του Ν 1418/1984 και ήδη 77 του Ν. 3669/2008 «περί δημοσίων έργων» κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών που προκύπτει από «σύμβαση  δημοσίου έργου» δηλαδή έργου κατά την έννοια του άρθρου 1 των νόμων αυτών, που εκτελείται από τους αναφερόμενους στο άρθρο 14 παρ 1 του Ν 2190/1994 φορείς, στους οποίους, όπως προαναφέρθηκε περιλαμβανόταν μέχρι τις 11-2-2014 και η Εκκλησία της Ελλάδος επιλύεται με προσφυγή στο αρμόδιο Δικαστήριο κατά τις  διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του κώδικα πολιτικής  Δικονομίας, αρμόδιο δε Δικαστήριο  για την  εκδίκαση των διαφορών αυτών είναι το διοικητικό ή πολιτικό εφετείο της περιφέρειας στην οποία εκτελείται το έργο  ανάλογα με το αν πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας ή για ιδιωτική διαφορά. Όταν  δε η διαφορά ανακύπτει από την εκτέλεση ιδιωτικής συμβάσεως δημοσίου έργου λόγω του ότι διέπεται από τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων δεν έχει από τη φύση της (λόγω του αντικειμένου της) διοικητικό χαρακτήρα  ώστε οι προκύπτουσες κατά την εκτέλεσή της διαφορές να συνιστούν διοικητικές διαφορές ουσίας έστω και αν ο αντισυμβαλλόμενος στη σύμβαση αυτή είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ (ΑΠ  1649/2007 ΔΕΕ 2008.495 ΤΤΕ 72/2009 ΝΟΜΟΣ ΕΑ 374/2010 ΕλΔνη 2011,188). Ειδικότερα για τον χαρακτηρισμό μιας συμβάσεως ως διοικητικής απαιτείται : α) ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη να είναι  το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, το οποίο ασκεί δημόσια εξουσία β) το αντικείμενο της συμβάσεως να έχει σχέση με την άσκηση δημοσίας υπηρεσίας ή να εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό γ) η κατάρτιση και εκτέλεση της συμβάσεως να διέπονται  εν μέρει τουλάχιστον από κανόνες διοικητικού δικαίου ή η σύμβαση να περιέχει όρους που να δημιουργούν υπέρ του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς. Και όταν η σύμβαση συνάπτεται από το Δημόσιο η ΝΠΔΔ θα πρέπει επί πλέον να επιδιώκεται με αυτήν η ικανοποίηση σκοπού που εξυπηρετεί το δημόσιο όφελος και όχι απλώς τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του συμβαλλομένου Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, αφετέρου να δημιουργείται, υπέρ των τελευταίων και χάριν του επιδιωκομένου κατά τα ανωτέρω σκοπού, εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς αποκλίνον από το κοινό δίκαιο και μη προσιδιάζον στον συμβατικό δεσμό που συνάπτεται κατά τις διατάξεις του  ιδιωτικού δικαίου, είτε μέσω συμβατικών ρητρών, είτε δυνάμει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει εν γένει τη σύμβαση, με τη  μορφή ιδίως της δυνατότητας μονομερούς επεμβάσεως στην εξέλιξη της συμβάσεως και της επιβολής κυρώσεων (ΑΕΔ 11/2013, ΝΟΜΟΣ, ΑΕΔ 28/2011 ΝΟΜΟΣ, ΑΕΔ 21/2009 ΝΟΜΟΣ, 12.14/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΕΔ 6/2007  ΝΟΜΟΣ, ΟλΑΠ 8/2000 ΕλΔνη 41.667, ΑΠ 1405/2008 ΝΟΜΟΣ (ΣτΕ 1989/2014, ΣτΕ 1208/2011 ΝΟΜΟΣ).  Στις συμβάσεις αυτές και μόνο, ο κύριος του έργου μπορεί να εκδίδει διοικητικές πράξεις προσβλητές με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (άρθρα 94 παρ 1, 95 παρ 1 και 3 του Συντάγματος και 6 παρ 1-2 ΚΔΔ ΠΕΑ 19/2013 ΝΟΜΟΣ ΠΕΑ 4095/2008 ΝΟΜΟΣ). Αν ελλείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία η σύμβαση δεν είναι διοικητική, αλλά ιδιωτικού  δικαίου, και κάθε ανακύπτουσα  απ΄ αυτήν  διαφορά ανήκει στη δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων, έστω και αν πρόκειται για  σύμβαση εκτέλεσης δημοσίου έργου υπό την ανωτέρω έννοια (ΑΕΔ 11/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΕΔ……./2012 ΝΟΜΟΣ ΑΕΔ 10/1987 Δ 19,394 ΕλΔνη 43, 161, ΔΕΑ 1104/2012 ΝΟΜΟΣ).  Τέλος , από το άρθρο 425 ΑΚ ,  κατά το οποίο, τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση, προκύπτει ότι τα έξοδα που βεβαιώνουν την εξόφληση (μερική ή ολική) της απαίτησης με την έκδοση εξοφλητικής αποδείξεως ή τιμολογίου από τον δανειστή που ικανοποιείται από την εξόφληση, τέτοια δε είναι και τα τέλη χαρτοσήμου ή ο φόρος προστιθέμενης αξίας, εμπίπτουν στην έννοια των εξόδων του άρθρου 425 ΑΚ και βαρύνουν τον οφειλέτη. Στην περίπτωση δε που ο δανειστής, όπως συμβαίνει συνήθως στην πράξη, έχει προκαταβάλει τα έξοδα αυτά, μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη και να τα αναζητήσει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ ). Και τούτο, εφόσον βεβαίως δεν υπάρχει μεταξύ τους διαφορετική συμφωνία, την οποία οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει ο οφειλέτης, ή δεν υφίσταται ειδική διάταξη που υπερισχύει της γενικής τοιαύτης του άρθρου 425 ΑΚ,  με την οποία ορίζεται διαφορετικά (ΑΠ 1100/1996). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4, 8 παρ. 1, 14 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του ν. 2859/ 2000 “Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας” (ΦΕΚ Α 248), ο οποίος κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τον ν. 1642/1986 (ΦΕΚ Α 125), που εισήγαγε στη χώρα τον ανωτέρω φόρο (ΦΠΑ), όπως οι διατάξεις αυτές τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα και, ως ειδικές, υπερισχύουν των διατάξεων του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 425 του ΑΚ,  σαφώς προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύμβασης έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση προς το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α (ο οποίος, σημειωτέον, επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου στην καταβολή του), εφόσον ο εργολάβος προβεί, μέσα στα χρονικά όρια που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ` αυτά Φ.Π.Α. στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον αναζητήσει απ` αυτόν, κατά τις ως άνω διατάξεις, και επικουρικά, κατ` εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεστεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία ο τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 1113/2017 και ΑΠ 1598/2011). Σε περίπτωση όμως που κατά τον χρόνο εκδίκασης της διαφοράς δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο ή η απόδειξη παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής του εργολάβου ύστερα από επιταγή δημοσίας αρχής, όπως δικαστικής απόφασης, ο εργολάβος οφείλει να εκδώσει κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής (δηλαδή στο μέλλον) τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει τη φορολογική αξία (την ως άνω επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά (ΑΠ 80/1999). Η εν λόγω απαίτηση του εργολάβου έναντι του εργοδότη για την οφειλή του ΦΠΑ μπορεί να καταστεί αντικείμενο δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ. ε του ΚΠολΔ . Επομένως, για την κατά τα ανωτέρω αναγνώριση της ως άνω οφειλής του ΦΠΑ δεν αρκεί η εξόφληση στο μέλλον της σχετικής οφειλής από τον υπόχρεο εργοδότη αλλά απαιτείται επί πλέον και η έκδοση από τον εργολάβο, κατά τον χρόνο είσπραξης της αμοιβής, του κατά τη φορολογική νομοθεσία απαραίτητου φορολογικού στοιχείου. Ο φόρος δε στην περίπτωση αυτή θα υπολογιστεί με βάση το ποσοστό που θα ισχύει κατά τον χρόνο της εξόφλησης (πρβλ ΑΠ 1113/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά , από  31-10-2013 (αριθμ. εκθ. καταθ. …….) αγωγή της εξέθετε ότι δυνάμει του από 2/6/2008 εργολαβικού συμφωνητικού που υπεγράφη μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της και των εκπροσώπων του εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου Ιερου Ναού………. Πειραιά ο οποίος εκπροσωπήθηκε για την υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού από το κατά Νόμο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, ενεργούντος του τελευταίου δυνάμει της υπ΄αριθμ. 10/2008 αποφάσεώς του, συμφωνήθηκε η από αυτήν (ενάγουσα εταιρία) εκτέλεση των αναλυτικώς αναφερομένων στην αγωγή οικοδομικών εργασιών στον υπό ανέγερση τότε ως άνω Ιερό Ναό, για τις οποίες (οικοδομικές εργασίες) ορίσθηκε κατ΄αποκοπή τίμημα το αντίστοιχο ποσό κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ΄αυτήν (αγωγή). Ότι το σύνολο της κατ΄αποκοπή τιμής όλων των ανατεθέντων σ΄αυτήν (ενάγουσα) εργασιών όπως αναλυτικά περιγράφονται στην αγωγή, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 564.680 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Ότι μετά την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκτέλεση όλων των ως άνω εργασιών και κατόπιν της συνεχούς παρακολουθήσεως των εκτελουμένων εργασιών υπό των μελών του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου, τις υποδείξεις και εντολές του  επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού κατά τα οριζόμενα στο ανωτέρω συμφωνητικό, παρέδωσε (η ενάγουσα) στον εναγόμενο τις ανατεθείσες εργασίες περί τον Δεκέμβριο του έτους 2009 και ο εναγόμενος Ναός (όπως νόμιμα εκπροσωπείται) αφού ήλεγξε δια των εκπροσώπων του και βρήκε αυτές της απολύτου αρεσκείας του , παρέλαβε ανεπιφύλακτα το όλο έργο χωρίς μέχρι σήμερα να έχει διατυπώσει παράπονο ή αντίρρηση για την ποιότητα των εργασιών και το αντίστοιχο τίμημά τους, ενώ μετά την ολοκλήρωση και παράδοση των ανατεθέντων σ΄αυτήν (ενάγουσα εταιρεία) εργασιών, ο εναγόμενος ανέθεσε σε άλλες εταιρίες και ιδιώτες τις λοιπές εργασίες αποπεράτωσης και σήμερα εξυπηρετείται απρόσκοπτα ο σκοπός για τον οποίο ανηγέρθη.Στη συνέχεια η ενάγουσα εξέθετε ότι από το ως άνω συνολικό ποσό των 564.680 ευρώ ο εναγόμενος της κατέβαλε ποσό 259.133,44 ευρώ και της οφείλει το υπόλοιπο ήτοι 305.546,56 ευρώ πλέον ΦΠΑ, ποσό που παρά τις συνεχείς οχλήσεις της αρνείται μέχρι ήμερα να της καταβάλει επικαλούμενος ταμειακή αδυναμία. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα επικαλούμενη κατ΄αρχήν την προαναφερόμενη σύμβαση έργου, επικουρικώς δε σε περίπτωση που αυτή κριθεί άκυρη, τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ζήτησε  α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Ιερός Ναός να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 305.546,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει και τον αναλογούντα ΦΠΑ επί του συνολικού ποσού των εργασιών, ήτοι επί του ποσού των 564.680 ευρώ υπολογιζομένου του ποσού τούτου σύμφωνα με το ισχύον κατά την ημέρα καταβολής, ποσοστού ΦΠΑ γ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την καταψηφιστική της διάταξη  και τέλος να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην εν γένει δικαστική της δαπάνη.Στη δίκη αυτή η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς άσκησε την από 25-5-2015 ( γεν. αριθμ.καταθ…….. ) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου και κατά της ενάγουσας , με την οποία επικαλούμενη έννομο  συμφέρον το οποίο συνίσταται στο ότι αυτή (Ιερά Μητρόπολη) δια του προς τούτο αρμοδίου οργάνου της, δηλαδή του Μητροπολιτικού Συμβουλίου του οποίου προεδρεύει ο Μητροπολίτης Πειραιώς, έχει όχι μόνον ηθικό δικαίωμα και καθήκον αλλά και νομικό δικαίωμα και υποχρέωση να ελέγχει την νομιμότητα των πράξεων του υπ΄αυτήν Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ιερου Ναού ………., έστω και κατασταλτικά αφού, με την παράκαμψη του Μητροπολιτικού Συμβουλίου από τους συμβληθέντες στο από 2-6-2008 ως άνω άκυρο και άνευ έννομων συνεπειών ιδιωτικό συμφωνητικό, αποκλείσθηκε η δυνατότητά της να επέμβει κατά νόμον προληπτικά για την τήρηση των νόμων περί εκκλησιαστικών έργων και προς αποτροπή αναλήψεως υποχρεώσεων του ως άνω Ναού που απορρέουν από τις παραπάνω παράτυπες ή και παράνομες πράξεις και παραλείψεις αυτού και της ενάγουσας, προκειμένου όχι μόνο να προασπίσει την εκκλησιαστική περιουσία, όπως έχει νομικό καθήκον και υποχρέωση, αλλά και για να διαφυλάξει το κύρος, την αξιοπιστία, την ποιμαντική ικανότητα και Ιερατική επάρκεια αυτών, όπως έχει ηθικό καθήκον, την οποία απεπειράθη να πλήξει ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας με την υποβολή μηνύσεως για συκοφαντική δυσφήμηση κατά του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κ.κ. Σεραφείμ γνωστού ανά το Πανελλήνιο για την επιστημονική του (νομική και θεολογική) κατάρτιση, ποιμαντική ικανότητα, ηθική ακεραιότητα, ο οποίος χαίρει απεριορίστου εκτιμήσεως και βαθυτάτου σεβασμού μεταξύ των λοιπών Ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, των κληρικών αλλά και των λαϊκών μελών της Εκκλησίας, ζήτησε να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικασθεί η ενάγουσα στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.Επί της αγωγής αυτής και της απλής πρόσθετης παρέμβασης εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση από το πρωτοβάθμιο ως ανω δικαστήριο, η οποία  αφου συνεκδίκασε την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, απέρρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αφού δέχθηκε ότι για να καταρτιστεί νομίμως μεταξύ Ενοριακού Ιερού Ναού και εργολάβου οικοδομών, σύμβαση έργου εκτέλεσης οικοδομικών έργων όπως εν προκειμένω ,απαιτείται απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκριση αυτής από το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο, στοιχείο απαραίτητο για τη νομότυπη κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης έργου, που όμως δεν αναφέρεται στην αγωγή και ότι επιπλέον για το ποσό του ΦΠΑ, ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν είναι δικαιούχος του εν λόγω ποσού, καθόσον αυτό αποτελεί δημόσιο φόρο που αποδίδεται στο Δημόσιο, δεν αναφέρει (η ενάγουσα) ότι η καταβολή αυτού συμφωνήθηκε να γίνει για λογαριασμό του εναγομένου από την ίδια και ότι πράγματι καταβλήθηκε, ώστε να απαιτήσει από την εναγομένη το ποσό αυτό, ορισμένο αριθμητικά.  Κατόπιν δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση και καταδίκασε την ενάγουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου, τα οποία όρισε στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και των δικαστικών εξόδων της προσθέτως παρεμβαίνουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την κρινόμενη έφεσή της η ενάγουσα, για εσφαλμένη  ερμηνεία και εφαρμογή του  νόμου  και  κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε  στη συνέχεια να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή της. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη διαφορά δεν είναι διοικητική ως αβασίμως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, αλλά ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, ενώ για να καταρτιστεί νομίμως μεταξύ Ενοριακού Ιερού Ναού και εργολάβου οικοδομών, σύμβαση έργου εκτέλεσης οικοδομικών έργων όπως εν προκειμένω, απαιτείται απόφαση του οικείου Εκκλησιαστικού Συμβουλίου και έγκριση αυτής από το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο, στοιχεία  απαραίτητα για τη νομότυπη κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης έργου, που όμως το τελευταίο ήτοι η έγκριση από το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο δεν αναφέρεται στην αγωγή, ως εκ τούτου η από 2-6-2008 έγγραφη σύμβαση (εργολαβικό συμφωνητικό)  μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη και η ακυρότητα λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο.  Επομένως σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας η κύρια βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις περί συμβάσεως έργου κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη πλην όμως η ενάγουσα δύναται να διεκδικήσει την αμοιβή της με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού που νόμιμα και ορισμένα κατά τα αναφερόμενα σωρεύει επικουρικά. Περαιτέρω η ασκηθείσα υπέρ του εναγομένου πρόσθετη παρέμβαση της Ιεράς Μητρόπολης Πειραιώς απορριπτέα τυγχάνει ως μη νόμιμη αφού κατά τα εκτιθέμενα σ΄αυτήν δεν προκύπτει το ένννομο συμφέρον για την άσκησή της, ήτοι δεν αναφέρεται πως θα αποτελέσει γι΄αυτήν (προσθέτως παρεμβαίνουσα) δεδικασμένο η απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί ή εάν θα είναι εκτελεστή κατά αυτής ή ποιές αντανακλαστικές συνέπειες θα έχει ως προς αυτήν, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως απαράδεκτη χωρίς περαιτέρω να ερευνήσει την επικουρική, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου ως βασίμως ισχυρίζεται με σχετικό λόγο έφεσης η ενάγουσα εκκαλούσα και πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να ερευνηθεί η αγωγή ως προς την επικουρική της βάση. Επίσης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου σύμφωνα με προεκτεθέντα.Έτσι με το ως άνω περιεχόμενο η υπό κρίση αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 904, 345, 346 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ ενώ το δεύτερο αγωγικό  αίτημα καταβολής του οφειλόμενου ΦΠΑ επί του συνολικού ποσού των εργασιών, ήτοι επί του ποσού των 564.680 Ευρώ είναι μεν νόμιμο κατ` εφαρμογή του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε` ΚΠολΔ  το καταβλητέο όμως για την αιτία αυτή ποσό θα υπολογιστεί με βάση το ποσοστό ΦΠΑ που θα ισχύει κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο είσπραξης από την ενάγουσα της αμοιβής της, οπότε και θα εκδώσει τα σχετικά παραστατικά, δεδομένου ότι το ποσοστό αυτό δεν είναι σταθερό (ΑΠ 535/ 2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατ΄ουσίαν δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό της αίτημα έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ.υπ΄αριθμ. ……. διπλότυπο είσπραξης Γ΄ΔΟΥ Πειραιά).Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από τις τυχόν ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τα δικόγραφά τους (άρθρα 261, 352 του ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ.336 παρ.4 ΚΠολΔ  βλ. ΑΠ 48/2009 ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:  Η ενάγουσα είναι κατασκευαστική εταιρεία και αναλαμβάνει την εκτέλεση έργων και οικοδομικών εργασιών για λογαριασμό φυσικών και νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου. Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς της συμφωνήθηκε μεταξύ της ίδιας ( ενάγουσας) και των εκπροσώπων του εναγομένου Ιερού Ναού η εκτέλεση και παράδοση των παρακάτω αναφερομένων οικοδομικών εργασιών για τις οποίες συμφωνήθηκε και το αντίστοιχο κατ΄αποκοπή ποσόν τιμήματος κατά τα ειδικότερα κατωτέρω.Ειδικότερα, με το από 2-6-2008 εργολαβικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας ενάγουσας εταιρείας και των εκπροσώπων του εναγομένου Ιερού Ναού, ο οποίος εκπροσωπήθηκε για την υπογραφή του ανωτέρω συμφωνητικού από το κατά Νόμο Εκκλησιαστικό Συμβούλιο, ήτοι του Προέδρου του Ιερέως …… και των μελών ………, ενεργούντος – του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου – δυνάμει της υπ΄αριθμ. 10/ 2008 απόφασής του (η οποία κατά τα εκτιθέμενα δεν εγκρίθηκε από το οικείο Μητροπολιτικό Συμβούλιο) συμφωνήθηκε η από την ενάγουσα εταιρεία εκτέλεση των παρακάτω αναφερομένων εργασιών στον υπό ανέγερση – τότεΙερό Ναό ……. Πειραιά, για τις οποίες (οικοδομικές εργασίες) ορίσθηκε κατ΄αποκοπή τίμημα το αντίστοιχο ποσό.Έτσι κατόπιν των ανωτέρω ορίσθηκε : Α)  Για την κατασκευή και τοποθέτηση ικριωμάτων , εσωτερικάεξωτερικά του Ιερού Ναού, σε όλο το ύψος του οικοδομήματος του Ναού για την σωστή και ασφαλή εκτέλεση του έργου και για τα επιχρίσματα τριών στρώσεων (πεταχτόλάσπωμαμάρμαρο), εσωτερικών και εξωτερικών τοίχων και σε κωδωνοστάσια, τρούλους, κελύφη και σε κάθε σημείο του Ναού , σε όλο το ύψος από το δάπεδο εργασίας και για κάθε δαπάνη για την εκτέλεση της εργασίας αυτής, τιμή κατ΄αποκοπή 310.000 ευρώ Β) Για την λείανση και σπατουλάρισμα εσωτερικών τοίχων και προετοιμασία των επιφανειών αυτών προς αγιογράφηση του Ναού, τόσο σε επίπεδες επιφάνειες, όσο και σε καμπύλες (θόλους, τόξα, τρούλους), τιμή κατ΄αποκοπή 25.000 ευρώ, Γ) Για εργασία ελαιοχρωματισμού, εξωτερικά όλου του οικοδομήματος του Ναού σε όλα τα σημεία, συμπεριλαμβανομένων και των εργασιών εξωτερικών λειάνσεων, τριψίματος, ψιλοστοκαρίσματος, δύο στρώσεων με αστάρι ακρυλικού χρώματος, μίας στρώσεως χρώματος και ψιλοστοκαρίσματος, δύο στρώσεων ακρυλικού χρώματος, τιμή κατ΄αποκοπή 28.000 ευρώ. Συνολικά δε η αξία των ανατεθέντων ως άνω εργασιών ανήλθε στο ποσό των 363.000 ευρώ. Σε όλες δε τις ανωτέρω τελικές τιμές περιλαμβάνονται αγορά και μεταφορά υλικών, μικροϋλικών, δαπάνη ημερομισθίων εργατοτεχνικού προσωπικού,  εργοδοτικές εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία και κάθε είδους σχετική δαπάνη για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών. Επίσης στο ανωτέρω συμφωνητικό ορίσθηκε ότι για κάθε νέα εργασία που τυχόν θα προέκυπτε κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των ως άνω εργασιών θα γίνεται νέα, ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ της εργολήπτριας εταιρείας και του εκκλησιαστικού συμβουλίου και ότι οι ανωτέρω τιμές θα παραμείνουν σταθερές καθόλο το διάστημα εκτελέσεως του έργου, το οποίο συμφωνήθηκε να παραδοθεί εντός 4 μηνών από την υπογραφή του από 2-6-2008 συμφωνητικού, χωρίς να υπολογίζεται ο μήνας Αύγουστος, κατά ρητή προς τούτο γενομένη συμφωνία των ανωτέρω συμβαλλομένων. Συμφωνήθηκε επίσης ότι εάν από υπαιτιότητα της ενάγουσας παρέλθει ο χρόνος παράδοσης του έργου και αυξηθούν οι τιμές αγοράς οικοδομικών υλικών, ημερομισθίων εργατοτεχνιτών και ασφαλιστικών εισφορών, τότε και στην περίπτωση αυτή θα αυξηθεί μόνο η τιμή των οικοδομικών υλικών και τίποτα άλλο.Τέλος ορίσθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης του έργου από υπαιτιότητα της ενάγουσας, θα επιβάλλεται ποινική ρήτρα ποσοστού 3% επί του προϋπολογισμού του έργου για κάθε μήνα καθυστέρησης, σύμφωνα με σχετικό όρο του ως άνω συμφωνητικού.Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι σε πιστή τήρηση των συμφωνηθέντων η ενάγουσα εταιρεία προέβη σε έναρξη των ανωτέρω εργασιών στον προαναφερόμενο Ιερό Ναό, κατά την διάρκεια εκτέλεσης των οποίων η ενάγουσα ανέλαβε, κατόπιν αναθέσεως σ΄αυτήν από τους νόμιμους εκπροσώπους του εναγομένου, την πραγματοποίηση των παρακάτω εργασιών επιπλέον των ήδη συμφωνηθέντων, για τις οποίες – εργασίες ορίσθηκε κατ΄αποκοπή τίμημα. Ειδικότερα: Δ) Για τη μόνωση ολόκληρης της επιφάνειας της οροφής του οικοδομήματος του Ιερού Ναού, ήτοι σε επίπεδα τμήματα, τρούλους, κελύφη, κορνίζες, οροφή ιερού, κατ΄αποκοπή ποσό 52.280 ευρώ  Ε) Προμήθεια , αγορά και τοποθέτηση μαρμάρινων ποδιών σε όλα τα παράθυρα, κορνίζες κλπ , εσωτερικά και εξωτερικά του Ναού, κατ΄αποκοπή ποσό 16.150 ευρώ ΣΤ) Για ελαιοχρωματισμούς καμπαναριών και κορνιζών του οικοδομήματος του Ιερού Ναού, κατ΄αποκοπή τιμή 8.550 ευρώ  Ζ) Για διαμόρφωση κορνιζών με λείανση, αποξήλωση φελιζόλ, στοκαρίσματα και αποκατάσταση σπασμένων τμημάτων, εξωτερικά του Ναού (καμπύλα και ευθύγραμμα), κατ΄αποκοπή τιμή 9.600 ευρώ. Συνολικά δε η αξία των ως άνω επιπλέον εργασιών ανήλθε στο ποσό των 86.580 ευρώ.Στις ανωτέρω τιμές περιλαμβάνονται αγορά και μεταφορά υλικών, μικροϋλικών, ημερομίσθια εργατοτεχνικού προσωπικού, εργοδοτικές εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία και κάθε είδους δαπάνη για την σωστή, επιμελημένη και ασφαλή εκτέλεση των εργασιών.Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την αποπεράτωση και παράδοση όλων των ανωτέρω εργασιών οι εκπρόσωποι του εναγομένου για την ολοκλήρωση των εξωτερικών όψεων του Ναού και προκειμένου αυτός να καταστεί έτοιμος προς χρήση, ανέθεσαν και πάλι στην ενάγουσα εταιρεία την εκτέλεση των παρακάτω εργασιών για τις οποίες (εργασίες) συμφωνήθηκε και πάλι μεταξύ των συμβαλλομένων το αντίστοιχο κατ΄αποκοπή τίμημα. Ειδικότερα : Η) Για αποπεράτωση τριών προπυλαίων (μόνωση, στοκάρισμα, λείανση, τριψίματα, διόρθωση με τσιμεντοκονία) κατ΄αποκοπή τιμή (3 Χ 6.200) = 18.600 ευρώ Θ) Για αποκατάσταση δαπέδου και διαμόρφωση επιπέδων Ναού, διάστρωση με μπετόν, τοποθέτηση μόνωσης και πλεγμάτων και για επεξεργασία τελικής μορφής δαπέδου (βιομηχανικό δάπεδο), κατ΄αποκοπή τιμή 14.500 ευρώ Ι) Για παρεμβάσεις σε όμορο κτήριο (πρώην γηροκομείο) και μετατροπή του σε πνευματικό κέντρο, για πλήρη καθαίρεση εσωτερικών χωρισμάτων και τοίχων και ανακαίνιση δύο ορόφων (επιχρίσματα, δάπεδα με πλακάκια, ηλεκτρικά κλπ) κατ΄αποκοπή τιμή (2 όροφοι Χ 26.000) = 52.000 ευρώ  και ΙΑ) Για διαμόρφωση εξωτερικών κλιμάκων, ραμπών πρόσβασης στα πλαϊνά του Ιερού Ναού και τμήματα γκρο μπετόν, κατ΄αποκοπή τιμή 30.000 ευρώ. Συνολικά δε η αξία των νέων πρόσθετων ως άνω εργασιών ανήλθε στο ποσό των 115.100 ευρώ.Στις ανωτέρω τιμές περιλαμβάνονται αγορά και μεταφορά υλικών, μικροϋλικών, ημερομίσθια εργατοτεχνικού προσωπικού, εργοδοτικές εισφορές σε ασφαλιστικά ταμεία και κάθε δαπάνη για την εκτέλεση των εργασιών.Έτσι, το σύνολο της κατ΄αποκοπή τιμής όλων των ανατεθέντων στην ενάγουσα εργασιών ανέρχεται στο ποσό των (363.000 + 86.580 + 115.100 =) 564.680 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκτέλεση όλων των ως άνω εργασιών με άριστα υλικά και σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και  κατόπιν συνεχούς παρακολούθησης των εκτελουμένων εργασιών από τα μέλη του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου , τις υποδείξεις και εντολές του επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού, η ενάγουσα εταιρεία παρέδωσε στον εναγόμενο όλες τις ανατεθείσες ως άνω εργασίες περί τον Δεκέμβριο του έτους 2009 και ο εναγόμενος Ναός, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, αφού έλεγξε δια των εκπροσώπων του και βρήκε αυτές της απολύτου αρεσκείας του , παρέλαβε ανεπιφύλακτα το όλο έργο χωρίς να έχει ποτέ διατυπώσει παράπονο ή αντίρρηση γα την ποιότητα των εργασιών και το αντίστοιχο τίμημα αυτών. Μετά δε την ολοκλήρωση και παράδοση των ανατεθέντων στην ενάγουσα εταιρεία εργασιών, ο εναγόμενος ανέθεσε σε εταιρείες και ιδιώτες τις λοιπές εργασίες αποπεράτωσης και ήδη εξυπηρετείται απρόσκοπτα ο σκοπός για τον οποίο ανηγέρθη. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στον εναγόμενο για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα με άκυρη σύμβαση έργου και ο τελευταίος σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν παρείχε τις υπηρεσίες της θα υποχρεωνόταν να συνάψει σύμβαση έργου με άλλο άτομο και να καταβάλει σ’ αυτό την ίδια αμοιβή. Συνεπώς ο εναγόμενος πλούτισε αδικαιολογήτως σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά το ποσό των 564.680 ευρώ, δαπάνη που μετά βεβαιότητας θα κατέβαλε σε τρίτο άτομο για να δεχθεί τις ίδιες υπηρεσίες μ’ αυτές που του παρείχε η ενάγουσα. Τέλος αποδείχθηκε ότι από το ανωτέρω ποσό ο εναγόμενος δια των εκπροσώπων του κατέβαλε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 259.133, 44 ευρώ οπότε της οφείλει το υπόλοιπο ποσόν των 305.546,56 ευρώ, ποσό που αρνείται μέχρι σήμερα να της καταβάλει αν και οχλήθηκε. Κατ΄ ακολουθία όλων των παραπάνω πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ΄ ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και αφού δικασθεί η ως άνω αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ΄ ουσία ως προς την επικουρική βάση της. Επίσης πρέπει ν΄απορριφθεί η απλή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου και να διαταχθεί η επιστροφή στην εκκαλούσα του παραβόλου άσκησης έφεσης, που αυτή κατέθεσε , κατ` άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν ολικά μεταξύ των διαδίκων κατ΄άρθρ. 179 περ.β΄και 183 ΚΠολΔ

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ΄αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ΄ουσίαν την έφεση κατά της υπ΄αριθμ. ……. οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία).

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη ως άνω απόφαση.

Κρατεί την υπόθεση ΚΑΙ

Συνεκδικάζει κατ΄αντιμωλίαν των διαδίκων α) την από 31-10-2013 (αριθμ.εκθ.καταθ………)  αγωγή  και β) την από 25-5-2015 (αριθμ.εκθ.καταθ……..) απλή πρόσθετη παρέμβαση.

Απορρίπτει την πρόσθετη παρέμβαση.

Δέχεται την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσόν των τριακοσίων πέντε χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα έξι ευρώ και πενήντα εξι λεπτών (305.546,56 ευρώ), με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Διατάσσει την επιστροφή του eπαραβόλου με κωδικό ……/ 2017, ποσού 150 ευρώ παραβόλου άσκησης έφεσης στην καταθέσασα εκκαλούσα..

ΚΑΙ Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις    21 Ιουνίου 2018.

 

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ