ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

ΤΜΗΜΑ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1644/2020

 

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ευαγγελία Μπέλλου, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Χαρίκλεια Φωτεινάτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο την 10η Mαρτίου 2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1) …, με Α.Φ.Μ. …, και 2) …, με Α.Φ.Μ. …, κατοίκων …, για τις οποίες κατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Νικόλαος Κουντούρης (ΑΜΔΣΑ ...), δυνάμει των από 17.05.2018 ειδικών πληρεξουσίων, που χορηγήθηκαν με ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία το γνήσιο της υπογραφής βεβαιώθηκε από τον ίδιο δικηγόρο, και δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρος προσκόμισε το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Εταιρίας με την επωνυμία «…», που εδρεύει στην …, και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία κατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Πάγκαλος (ΑΜΔΣΠ ...), δυνάμει των από 06.12.2019 ειδικών πληρεξουσίων που χορηγήθηκαν με ιδιωτικά έγγραφα, στα οποία το γνήσιο της υπογραφής των νόμιμων εκπροσώπων της βεβαιώθηκαν από δικηγόρο, και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Ο παραπάνω πληρεξούσιος δικηγόρος προσκόμισε το υπ’ αριθ. … γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς.

Οι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 16.07.2019 με Γ.Α.Κ. .../2019 και με Ε.Α.Κ. .../2019 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 08.08.2019, η οποία, μετά το πέρας των προθεσμιών που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 237 και 238 ΚΠολΔ, με την από 13.02.2020 πράξη ορισμού δικαστή και συζήτησης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο και συζητήθηκε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 εδ. β’, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς αποζημίωση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της περιουσιακού ή μη χαρακτήρα ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς προσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ) ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (Βλ. ΑΠ 325/2018, ΑΠ 345/2017, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). Περαιτέρω, όταν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση της αόριστης νομικής έννοιας της αμέλειας του εναγόμενου είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίησή της με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, χωρίς να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ (Βλ. ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 1653/2010, ΕΠ 570/2015, ΜονΕΠ 180/2015, ΜονΕΠ 617/2014, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, «ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του». Η εφαρμογή της παραπάνω διάταξης προϋποθέτει: α) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει, όταν ο προστήσας, ο οποίος μπορεί να είναι και αντιπροσωπευόμενος σε υλικές ενέργειες, διατηρεί το δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα αντιπρόσωπό του, κατά τη διενέργεια υλικών, κυρίως, ενεργειών σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του ή ο τελευταίος υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ’ ευκαιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ’ αυτόν ή καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων του, που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση, εφόσον, μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ’ αυτόν, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την ιδιαίτερη σχέση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (Βλ. ΑΠ 974/2018 ΤΝΠ NOMOS). Επίσης, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 84, 105, 106 ΚΙΝΔ, 914 και 922 ΑΚ συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής (προστήσας) ευθύνονται για την αδικοπραξία που διέπραξε ο πλοίαρχος ή το πλήρωμα, όταν η αδικοπραξία δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εν λόγω υπηρεσία, αλλά τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με αυτήν, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (Βλ. ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 380/2008, ΕΠ 570/2015, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσοτέρων προσώπων. Οι περιπτώσεις αυτές είναι τρεις: α) κοινή πράξη περισσοτέρων προσώπων, β) παράλληλη ευθύνη περισσοτέρων προσώπων και γ) περιπτώσεις διαζευκτικής αιτιότητας. Στη δεύτερη περίπτωση, αυτή της παράλληλης ευθύνης, περισσότερα πρόσωπα ευθύνονται από το νόμο, αυτοτελώς το καθένα, για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας. Η περίπτωση αυτή μπορεί να υπάρχει στο πεδίο της αντικειμενικής, αλλά και της υποκειμενικής ευθύνης. Έτσι, με βάση την περίπτωση της παράλληλης ευθύνης, για την αποκατάσταση της ζημίας ευθύνονται ο προστήσας και ο προστηθείς. Όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 926 ΑΚ, θεμελιώνεται εις ολόκληρον ευθύνη των περισσοτέρων προσώπων, δηλαδή δημιουργείται παθητική εις ολόκληρον ενοχή κατά την έννοια του άρθρου 481 ΑΚ. Προϋπόθεση, όμως, της εις ολόκληρον ευθύνης δεν είναι η κοινή εναγωγή από τον ζημιωθέντα περισσοτέρων προσώπων, φερομένων ως συνοφειλετών, αλλά η πραγματική συνδρομή των νόμιμων όρων ευθύνης για τον κάθε συνοφειλέτη χωριστά (πρβλ. ΑΠ 96/2018 ΤΝΠ NOMOS). Εξάλλου, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του «ευλόγου» εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση (Βλ. ΑΠ 1113/2019 ΤΝΠ NOMOS). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, 330 εδ. β’ και 932 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος μπορεί να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της πράξης αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή στη φήμη ή την προσωπικότητα του προσώπου. Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια. Προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής, και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλόμενου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και υπόληψη, η κοινωνική αξία δηλαδή κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου. Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της αιτούμενης χρηματικής ικανοποίησης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που οι διάδικοι έθεσαν υπόψη του, δηλαδή τον βαθμό πταίσματος του υπόχρεου, το είδος και τη βαρύτητα της προσβολής, την ηλικία του δικαιούχου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, ενώ συνεκτιμάται και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, ο δε καθορισμός του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού για την ικανοποίηση του παθόντος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια της διακριτικής του ευχέρειας (Βλ. ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 97/2018, ΕΑ 320/2019, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). Στην προκειμένη περίπτωση με την αγωγή εκτίθεται ότι δυνάμει σύμβασεων θαλάσσιας μεταφοράς που καταρτίσθηκαν μεταξύ της εναγόμενης, πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου «…», και των εναγουσών, οι τελευταίες κατά τον αναφερόμενο στο δικόγραφο χρόνο επιβιβάσθηκαν στον λιμένα ……επί του παραπάνω πλοίου, το οποίο εκτελούσε το τακτικό δρομολόγιο Πειραιάς – Σύρος – Νάξος – Ίος – Θήρα – Ανάφη, προκειμένου να μεταβούν στην Ίο για ολιγοήμερες διακοπές. Ότι το πλοίο προσάραξε σε ύφαλο, κατά την προσέγγισή του στον λιμένα προορισμού τους. Ότι εξαιτίας του ναυτικού αυτού συμβάντος επικράτησε μεταξύ των επιβατών αγωνία και φόβος, για τον λόγο ότι δεν υπήρξαν ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα τα πλοίου, δεν παρασχέθηκαν σχετικές οδηγίες, ούτε υπήρξε συντονισμός των ενεργειών των μελών του πληρώματος, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα με το αγωγικό δικόγραφο. Ότι εξαιτίας των συνθηκών που επικράτησαν μέχρι τη μετεπιβίβασή τους σε άλλο πλοίο οι ενάγουσες αισθάνθηκαν κίνδυνο απώλειας της ζωής τους και της σωματικής τους ακεραιότητας, βίωσαν έντονη ψυχική δοκιμασία, προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους, κλονίστηκε η ψυχική τους υγεία, ενώ, επίσης, διαταράχθηκαν και οι προγραμματισμένες διακοπές τους, κατά τα ειδικότερα ιστορούμενα με το αγωγικό δικόγραφο. Ότι η προσβολή της προσωπικότητας των εναγουσών και ο κλονισμός της ψυχικής τους υγείας οφείλεται στις περιγραφόμενες με το δικόγραφο παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις του προστηθέντος της εναγόμενης – πλοιάρχου του πλοίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, με το συνοπτικά προεκτεθέν περιεχόμενο, οι ενάγουσες, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού των σωρευόμενων κύριων αγωγικών αιτημάτων τους, με την μερική τροπή τους από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά (άρθρα 223 εδ. β’, 295 παρ. 1 εδ. β’, 297 ΚΠολΔ), αιτούνται: Α) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει σε καθεμία από αυτές το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, και Β) Να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει σε καθεμία από αυτές για την ίδια αιτία το επιπλέον ποσό των 15.000 ευρώ, επίσης νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επίσης, οι ενάγουσες αιτούνται να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές τους διατάξεις, καθώς και να καταδικασθεί η αντίδικός τους στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή, με την οποία σωρεύονται οι αιτήσεις των εναγουσών, που συνδέονται μεταξύ τους με δεσμό απλής ομοδικίας (άρθρο 74 αριθ. 2 ΚΠολΔ), παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση κατά την τακτική διαδικασία στο Δικαστήριο τούτο, το οποίο είναι καθ’ ύλην, κατά τόπο και λειτουργικά αρμόδιο, λόγω της ναυτικής φύσης της διαφοράς (άρθρα 7, 9, 12 παρ. 1, 13, 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παρ. 1 περ. α’, 2 εδ. α’, 3Α, 3Β περ. δ’ Ν. 2172/1993). Περαιτέρω, η αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη εντός της προβλεπόμενης με τη διάταξη του άρθρου 215 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας των τριάντα ημερών από την κατάθεσή της, καθώς κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 08.08.2019, όπως προκύπτει από τη συνημμένη στο αγωγικό δικόγραφο έκθεση κατάθεσης δικογράφου, και επιδόθηκε στην εναγόμενη την ίδια ημέρα (Βλ. την υπ’ αριθ. … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, …). Εξάλλου, η αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη νομική της θεμελίωση και τη δικαστική της εκτίμηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, καθώς με το αγωγικό δικόγραφο αναφέρονται με επάρκεια τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος της εναγόμενης – πλοιάρχου του πλοίου, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της μη περιουσιακής βλάβης που προκλήθηκε στις ενάγουσες, καθώς και τα στοιχεία που προσδιορίζουν τις αγωγικές αξιώσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, απορριπτομένων των ενάντια υποστηριζόμενων από την εναγόμενη, με την επισήμανση ότι η συγκεκριμενοποίηση της αμέλειας είναι επιτρεπτή με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που τυχόν θα προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα ιστορούμενα στην αγωγή (Βλ. ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 77/2014, ΑΠ 1653/2010, ΕΠ 570/2015, ΜονΕΠ 180/2015, ΜονΕΠ 617/2014, ό.π.). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 340, 345, 346, 482, 914, 922, 926, 932 ΑΚ, 84 εδ. β’ ΚΙΝΔ, 70, 176, 907, 908 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, εφόσον για το καταψηφιστικό της αντικείμενο καταβλήθηκε το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (Βλ. το υπ’ αριθ. … e – παράβολο, σε συνδυασμό με το από … έγγραφο εξόφλησης).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 300, 330 ΑΚ, με εκείνες των άρθρων 914 και 932 εδ. α’ του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι εάν στη γένεση ή την έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του παθόντος, το δικαστήριο δύναται να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της, καθώς η τυχόν ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος συνεκτιμάται ως κριτήριο για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (πρβλ. ΑΠ 1209/2019, ΑΠ 574/2019, δημοσιευμένες σε ΤΝΠ NOMOS). Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη συνομολογεί ότι η προσάραξη του πλοίου της οφείλεται σε υπαιτιότητα του προστηθέντος από αυτήν πλοιάρχου, και κατά τα λοιπά αρνείται ότι κλονίσθηκε η ψυχική υγεία των εναγουσών και ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητά τους. Περαιτέρω, η εναγόμενη, επικαλούμενη ότι η δεύτερη ενάγουσα, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 16 παρ. 3 περ. δ’ του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Λιμένα με αριθ. 14, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/15/96 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 208 του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Λιμένα Σκάλας Ίου, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 3131.1/12/96 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, μετέβη στο γκαράζ κατά τη διάρκεια του πλου και επιβιβάσθηκε στο Ι.Χ. της πρώτης από αυτές, αντί να παραμείνει στους προορισμένους για τους επιβάτες χώρους του πλοίου, αναμένοντας την αποβίβασή της από τις ειδικές για τους επιβάτες θύρες και κλίμακες, προβάλλει με τις προτάσεις της ισχυρισμό συντρέχοντος πταίσματος. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγόμενης, ο οποίος προβλήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις της, είναι ορισμένος και νόμιμος ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 300 ΑΚ και 262 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την υπ’ αριθ. … ένορκη βεβαίωση του … ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς, την οποία προσάγουν με επίκληση οι ενάγουσες και λήφθηκε με επιμέλειά τους μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους (Βλ. την υπ’ αριθ. … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιώς, …), από τις υπ’ αριθ. … ένορκες βεβαιώσεις των …, … και …, αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Α., τις οποίες προσάγει με επίκληση η εναγόμενη και λήφθηκαν με επιμέλειά της μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγουσών (Βλ. τις υπ’ αριθ. … εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, …), από όλα τα έγγραφα που προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι, καθώς και από τις ομολογίες τους, που αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:   Η εναγόμενη εταιρία είναι πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία Ε/Γ – Ο/Γ πλοίου «…», με Αριθμό Νηολογίου …………., το οποίο περί ώρα 17.30 της 29ης.08.2017 αναχώρησε από το λιμάνι του Πειραιά προκειμένου να εκτελέσει το τακτικό δρομολόγιο Πειραιάς – Πάρος – Νάξος – Ίος – Θήρα – Ανάφη. Οι ενάγουσες, ηλικίας τότε 52 ετών και 25 ετών, αντίστοιχα, επιβιβάσθηκαν στο παραπάνω πλοίο με το υπ’ αριθ. κυκλοφορίας …. Ι.Χ., ιδιοκτησίας της πρώτης, προκειμένου να μεταβούν στην Ίο για ολιγοήμερες διακοπές. Περί ώρα 01.28 της 30ης.08.2017 κατά την προσέγγιση στον λιμένα της Ίου και ενώ στην περιοχή επικρατούσαν μέτριοι άνεμοι από βόρειες διευθύνσεις, έντασης 4 βαθμών στην κλίμακα Beaufort, με ριπές έντασης 5 βαθμών, το πλοίο προσάραξε σε ύφαλο που βρίσκεται κοντά στο Ακρωτήρι Ξέρες στο νοτιοανατολικό άκρο του όρμου Ίου. Αμέσως μετά την προσάραξη ενημερώθηκε το Λιμεναρχείο Ίου, το οποίο ειδοποίησε το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης και τα παραπλέοντα πλοία. Επίσης, το Λιμεναρχείο κινητοποίησε σκάφη που ελλιμενίζονταν στον λιμένα Ίου και εφάρμοσε το τοπικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης. Στην περιοχή έσπευσαν δεκατρία σκάφη, αλλά λόγω των καιρικών συνθηκών δεν κατέστη δυνατή η μετεπιβίβαση των επιβατών σε αυτά. Περί ώρα 03.29 της ίδιας ημέρας κατέπλευσε στο σημείο το Ε/Γ – Τ/Χ «…», στο οποίο μετεπιβιβάσθηκαν οι 206 επιβάτες που επέβαιναν στο πλοίο, καθώς και τα 44 από τα 87 μέλη του πληρώματος, οι οποίοι στη συνέχεια αποβιβάσθηκαν στον λιμένα της Ίου, και μεταφέρθηκαν σε καταλύματα που διατέθηκαν για τη διαμονή τους. Κατά τη διάρκεια της παραπάνω μετεπιβίβασης, η οποία εξελίχθηκε ομαλά και με ασφάλεια, τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία και εκτελέσθηκαν όλες οι απαραίτητες ενέργειες. Το πλοίο παρέμεινε στο σημείο της προσάραξης μέχρι την 06.09.2017, οπότε, κατόπιν διενέργειας μελέτης ευστάθειας και πλευστότητας και μετά από σχετική έγκριση του Λιμεναρχείου, αποκολλήθηκε και ρυμουλκήθηκε σε ασφαλές αγκυροβόλιο της Ίου. Εκεί τοποθετήθηκε πλωτό φράγμα και μετά από  τις αναγκαίες επιθεωρήσεις και την άρση της απαγόρευσης απόπλου το πλοίο κατέπλευσε ρυμουλκούμενο στον Πειραιά την 09.09.2017, όπου δεξαμενίσθηκε την επόμενη ημέρα προκειμένου να διαπιστωθεί η έκταση της ζημίας. Στη συνέχεια, το πλοίο ρυμουλκήθηκε στην Ελευσίνα για τη διενέργεια των επισκευών αποκατάστασης. Από το ναυτικό αυτό συμβάν δεν επήλθε απώλεια ζωής, δεν προκλήθηκε τραυματισμός, ούτε θαλάσσια ρύπανση. Η παραπάνω περιγραφόμενη προσάραξη οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του προστηθέντος πλοιάρχου της εναγόμενης εταιρίας, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε αυτοπροσώπως τη διακυβέρνηση του πλοίου. Ειδικότερα, παρόλο που δεκαπέντε περίπου λεπτά πριν το συμβάν και ενώ η απόσταση από τον προορισμό ήταν 0,7 ναυτικά μίλια, ο υποπλοίαρχος που εκτελούσε χρέη αξιωματικού φυλακής στη γέφυρα είχε θέσει το πηδάλιο σε χειροκίνητη θέση και παρόλο που κατά την προσέγγιση του πλοίου στον όρμο Ίου υπέδειξε στον πλοίαρχο την λανθασμένη πορεία, ο πλοίαρχος, κατά παράβαση των κανόνων της ναυτικής τέχνης, εκτίμησε εσφαλμένα το σημείο αλλαγής πορείας και δεν μείωσε εγκαίρως την ταχύτητα των 19 κόμβων πριν την άφιξη στο σημείο στροφής, με βάση τις επικρατούσες στην περιοχή συνθήκες. Οι παραπάνω παραλείψεις του πλοιάρχου, που οφείλονται στη μη επίδειξη της οφειλόμενης εκ μέρους του επιμέλειας και προσοχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, την οποία όφειλε και μπορούσε να επιδείξει, συνιστούν υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά, που είχε ως συνέπεια την προσάραξη του πλοίου της εναγόμενης σε ύφαλο. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της αμελούς συμπεριφοράς του πλοιάρχου ενισχύεται από την επισκόπηση της υπ’ αριθ. … έκθεσης του Γ’ Ανακριτικού Συμβουλίου Ναυτικών Ατυχημάτων (Α.Σ.Ν.Α.), με την οποία το Συμβούλιο αποφάνθηκε ότι το συμβάν της προσάραξης αποτελεί ναυτικό ατύχημα, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν.δ. 712/1970, το οποίο οφείλεται σε αμέλεια του πλοιάρχου. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του προπεριγραφόμενου ναυτικού ατυχήματος, προκλήθηκαν συνθήκες, οι οποίες, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ήταν πρόσφορες να προκαλέσουν φόβο για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των εναγουσών. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η εύλογη αναστάτωση και το τυχόν αίσθημα ανασφάλειας που προκλήθηκαν στους επιβάτες εξαιτίας της προσάραξης αποκαταστάθηκαν χάρη στον ενδεδειγμένο χειρισμό της κατάστασης από τον πλοίαρχο και τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος. Η κρίση για τα παραπάνω συνάγεται από την επισκόπηση της προαναφερόμενης υπ’ αριθ. … έκθεσης του Α.Σ.Ν.Α., από την οποία προκύπτει ότι το επίδικο ναυτικό συμβάν αντιμετωπίσθηκε με τον πλέον κατάλληλο τρόπο (Βλ. σελίδα 5 της έκθεσης όπου επί λέξει αναφέρεται ότι: «Αναγνωρίζεται ότι λόγω των ιδιαιτεροτήτων στην ακτοπλοΐα, η εφαρμογή των Κανονισμών, η επιλογή του ναυτικού προσωπικού, η συντήρηση των πλοίων, η συνεχής εκπαίδευση και η εφαρμογή αυστηρών εσωτερικών κανονισμών αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του έργου αυτού. Η μετά το ατυχές συμβάν αλληλουχία των ενεργειών επιβεβαιώνει τα ανωτέρω και αποτελεί υπόδειγμα αντιμετώπισης τέτοιων συνθηκών»), και ενισχύεται από την υπ’ αριθ. … ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ανταπόδειξης, …, ο οποίος κατέθεσε ότι μετά την προσάραξη διενεργήθηκαν έλεγχοι, κατά τους οποίους διαπιστώθηκε ότι το πλοίο ήταν ασφαλές, δεν είχε πάρει κλίση λόγω εισροής υδάτων, δεν υπήρξε διακοπή ρεύματος, στον χώρο συγκέντρωσης επιβατών οι επιβάτες ήταν ήρεμοι, καθώς και ότι η επιχείρηση μετεπιβίβασής τους στο «…» εξελίχθηκε με ηρεμία και τάξη. Η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα, για την αξιοπιστία του οποίου το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι κατά τον χρόνο του συμβάντος αυτός ήταν ναυτολογημένος στο πλοίο με το βαθμό του Ύπαρχου. Η κρίση αυτή δεν αντικρούεται από το με ημερομηνία … ηλεκτρονικό δημοσίευμα εφημερίδας, ούτε από όσα κατέθεσε με την υπ’ αριθ. … ένορκη βεβαίωση ο μάρτυρας απόδειξης, …, διότι ο παραπάνω δεν έχει προσωπική αντίληψη για το συμβάν και απλά μεταφέρει τις διηγήσεις των εναγουσών. Επίσης, τα όσα σχετικά αναφέρει ο μάρτυρας απόδειξης με την προαναφερόμενη υπ’ αριθ. … ένορκη βεβαίωση σχετικά με τον κλονισμό της ψυχικής υγείας των εναγουσών εξαιτίας του συμβάντος, ελέγχονται ως μη πειστικά και δεν ενισχύονται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα, αναφορικά με τη δεύτερη ενάγουσα δεν προσκομίζεται οποιαδήποτε σχετική ιατρική γνωμάτευση, ενώ σε σχέση με την πρώτη ενάγουσα από την από … ιατρική βεβαίωση που προσάγεται, η οποία φέρει ημερομηνία τρεις μήνες μετά το συμβάν, η αγχώδης – καταθλιπτική συμπτωματολογία με στοιχεία μετατραυματικής διαταραχής με την οποία διαγνώσθηκε και η λήψη φαρμακευτικής αγωγής δεν προκύπτει ότι συνδέεται αιτιωδώς με το επίδικο συμβάν. Ούτε όμως αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του συμβάντος διαταράχθηκαν σημαντικά οι διακοπές των εναγουσών στην Ίο, οι οποίες, όπως είχαν προγραμματίσει, διήρκησαν μέχρι την 04.09.2017, καθώς οι ίδιες παρέλαβαν τις αποσκευές τους την επόμενη ημέρα του συμβάντος, δηλαδή την …, ενώ για τις μετακινήσεις τους στο νησί τους παραχωρήθηκε όχημα που είχε μισθώσει η εναγόμενη εταιρία, με επιμέλεια του πράκτορά της. Κατόπιν τούτων, οι ενάγουσες δεν δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, και πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ παρέλκει η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος που προβλήθηκε από την εναγόμενη. Περαιτέρω, πρέπει οι ενάγουσες, λόγω της ήττας τους, να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 68 παρ. 1 σε συνδυασμό με 63 παρ. 1 i (α) Κώδικα Δικηγόρων), σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις ενάγουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγόμενης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 30.04.2020, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                               Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ