ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 164/2019

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αικατερίνη Νομικού, Πρόεδρο Εφετών,  Χρυσούλα Πλατιά, Εφέτη και  Γεωργία Λάμπρου, Εφέτη-Εισηγήτρια  και από τη Γραμματέα Κ.Δ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 44 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, ορίζει ότι «Αν ασκηθεί έφεση από διάδικο που δικάσθηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από την διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της εφέσεως κατά της αποφάσεως, που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος, πλην, όμως, ερευνήθηκαν οι λόγοι, σαν αυτός να ήταν παρών, προκύπτει ότι η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια, που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους και ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως. Του παρέχεται, δηλαδή, η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά δικάστηκε σαν να ήταν παρών, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, να ακουσθεί και να προβάλει στο Εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προβάλει πρωτοδίκως, επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που, ενδεχομένως, επέφερε η απουσία του. Αν αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την βάση της αγωγής, η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και πρέπει να εξαφανισθεί ως προς όλες τις διατάξεις της. Μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως χωρεί νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους είχε δικαίωμα να προτείνει και πρωτοδίκως, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. Αντιθέτως, αν με το εφετήριο προβάλλει ως εναγόμενος μόνον ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής, όπως εξοφλήσεως, παραγραφής ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την απόρριψη των ενστάσεων αυτών, η απόφαση δεν εξαφανίζεται κατά το μέρος που κρίθηκε βάσιμη η απαίτηση, αλλά μόνον κατά το διατακτικό της (Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2003, σελ. 100 επ.). Για να επέλθει, όμως, το αποτέλεσμα της εξαφανίσεως της αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν ερευνά αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αλλά μόνον αν είναι νόμιμος, έτσι ώστε, στην αντίθετη περίπτωση, να απορρίπτεται η έφεση και να μην εξαφανίζεται η απόφαση (Α.Π. 394/2011 ΝοΒ 2011. 2.171, Α.Π. 251/2009 Δίκη 2009.996, Α.Π. 1.906/2008 ΝοΒ 2009.927, Α.Π. 1.140/2008 Δίκη 2009.187, Σαμουήλ, ο.π., σελ. 99, Βαθρακοκοίλης, Κ.Πολ.Δ., οι τροποποιήσεις έως το Ν. 2915/2001, έκδ. 2001, άρθρ. 528, σελ. 498, αριθμ. 1, Κεραμέας – Kονδύλης – Nίκας, Κ.Πολ.Δ., Συμπλήρωμα, έκδ. 2003, άρθρ. 528, σελ. 68). Τέλος, η αντιμετώπιση αυτή ισχύει αδιαφόρως αν η ερήμην απόφαση στον πρώτο βαθμό εκδόθηκε κατά την τακτική ή την ειδική διαδικασία (Α.Π. 884/2007 ΧρΙΔ 2008.52, Α.Π. 446/2007 ΝοΒ 2008.138).Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος άσκησε κατά των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων ενώπιον του  Πολυμελούς Πρωτοδικείου  Πειραιά την από 3-7-2009 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……… αγωγή του κατά την τακτική διαδικασία. Το ως άνω Δικαστήριο εκδίκασε την αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην των εναγομένων, αφού αυτοί κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 8-10-2014 δεν παραστάθηκαν  και δεν  εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η υπ’ αριθμ. 578/2015 οριστική απόφαση με την οποία αφού απορρίφθηκαν ως απαράδεκτα λόγω αοριστίας τα υπο στοιχ. Α΄ και Γ΄ αγωγικά αιτήματα, έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ΄ουσίαν βάσιμη η αγωγή ως προς το υπο στοιχ. Β΄ αγωγικό αίτημα (λόγω της ερημοδικίας των εναγομένων κατ΄άρθρο 271 παρ.3 ΚΠολΔ) και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και τέλος επιβλήθηκε σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος τα οποία ορίστηκαν στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι ως ηττηθέντες διάδικοι άσκησαν την από  27-7-2015 (αριθμ.καταθ………)  υπό κρίση έφεσή τους νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ.1και 2 ,500,511,513 παρ.1 περ.β΄εδ.β΄,  516 παρ.1,517εδ.α , 518 παρ.2  και 520 παρ.1 του ΚΠολΔ). Εφόσον λοιπόν, ασκήθηκε από διαδίκους οι οποίοι, κατά τα προεκτεθέντα, δικάσθηκαν ερήμην, πρέπει η εκκαλουμένη απόφαση, κατά παραδοχή της τυπικώς δεκτής εφέσεως, με την οποία οι εναγόμενοι ήδη εκκαλούντες παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και  εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της εναντίον τους αγωγής, να εξαφανισθεί μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση, ήτοι στο σύνολό της, αφού πλήττεται ως προς την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, δικαιουμένων των εκκαλούντων να προβάλουν όλους τους ισχυρισμούς, τους οποίους μπορούσαν να προτείνουν πρωτοδίκως, περαιτέρω δε να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να δικασθεί η υπόθεση από την αρχή και να ερευνηθεί η ένδικη αγωγή ,ως προς το νόμω και κατ’ ουσίαν βάσιμό της (άρθρο 533 παρ. 1 και 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).Σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ οι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) η παράνομη και υπαίτια ανθρώπινη συμπεριφορά β) η επέλευση ζημίας και γ) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος (ΑΠ 889/2008, 995/2008, 422/2008). Κατά την κρατούσα γνώμη, το παράνομο κρίνεται από το αποτέλεσμα με την έννοια, ότι για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, αν δηλαδή προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου Κανόνα Δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της κοινωνικώς επιβεβλημένης εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων. Για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης προς αποζημίωση, δεν αρκεί μόνον ο χαρακτηρισμός της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος ως παράνομης. Περαιτέρω αυτοτελής προϋπόθεση είναι η υπαιτιότητα του ζημιώσαντος, δηλαδή απαιτείται να μπορεί η συμπεριφορά του αυτή να αποδοθεί σε μια ιδιαίτερη ψυχική στάση που θεωρείται επιλήψιμη και αποδοκιμάζεται από το δίκαιο. Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης κατά το σύστημα του ΑΚ (άρθ. 300 αυτού), εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργεια του ή προς το αποτέλεσμα της, ο οποίος (δεσμός) δικαιολογεί τη σε βάρος του μομφή από την έννομη τάξη με τη γένεση στο πρόσωπο του ευθύνης προς αποζημίωση. Ο ψυχικός αυτός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργεια του συνίσταται, είτε στο ότι επιδίωξε την ενέργεια αυτήν (δόλος), είτε στο ότι δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα έτσι ώστε να την αποφύγει. Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας (βαριά ή ελαφρά). Η υπαιτιότητα προϋποθέτει ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα). Η ικανότητα προς καταλογισμό είναι απαραίτητη για την κατάφαση της υπαιτιότητας και περαιτέρω της αδικοπρακτικής ευθύνης. Απαιτείται δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά να μπορεί να καταλογιστεί προσωπικά στο δράστη. Ζημία είναι κάθε. δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά του προσώπου, είτε αυτά είναι περιουσιακά είτε μη περιουσιακά, ως συνέπεια της παράνομης πράξης. Η ζημία που προξενείται στα περιουσιακής φύσεως αγαθά του προσώπου, δηλαδή στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία, ενώ αυτή που προξενείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου, δηλαδή σε εκείνα που συνδέονται στενά με την προσωπικότητα του (προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας κ.λ.π του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη.Προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης κατ’ άρθρο 914 ΑΚ είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται η σχέση και αποτελέσματος μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη) και του αποτελέσματος (ζημίας). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα τη κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Ολ. ΑΠ 18/2004, ΑΠ 177/2008, 427/2008, 579/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η αναγκαιότητα της ύπαρξης αυτής της προϋπόθεσης για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση δεν ορίζεται μεν ρητά στο Νόμο, προκύπτει όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν αυτή την ευθύνη. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ΑΚ 932 αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε η τέλεση αδικοπραξίας, δηλαδή η τέλεση, είτε παράνομης και υπαίτιας πράξης κατά την ΑΚ 914, είτε και απλώς παράνομης πράξης, εφόσον δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης (π.χ. περιπτώσεις αντικειμενικής ευθύνης), χωρίς να είναι αναγκαστικά και ποινικά κολάσιμη.Εξάλλου, για την αδικοπρακτική ευθύνη κατά τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 919 απαιτείται: α) ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β)συμπεριφορά που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (είναι δηλαδή ανήθικη, ήτοι αντίθετη κατά την κοινή ως προς την ηθική αντίληψη του χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου ανθρώπου. (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1652/2006, ΑΠ 1298/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), γ) συνοδεύεται από πρόθεση επαγωγής ζημίας (απαιτείται δηλαδή δόλος του δράστη), δ)πρόκληση ζημίας σε άλλον και ε) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας (ΑΠ 1805/2007,135/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την ανθρώπινη συμπεριφορά, τη ζημία, τον αιτιώδη σύνδεσμο και την ικανότητα προς καταλογισμό ισχύει ό,τι και για το άρθρο 914 ΑΚ.Στην προκειμένη περίπτωση με την από 3-7-2009 (αριθμ.καταθ. ………) υπό κρίση αγωγή ο ενάγων εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι είναι κύριος των υπό στοιχ. Α-1 και Α-2 οριζόντιων ιδιοκτησιών (βιοτεχνικών χώρων) επιφάνειας 533, 46 τμ και 280,69 τμ αντίστοιχα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου πολυώροφης οικοδομής που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου που βρίσκεται στη θέση «………» της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πειραιά  επί της οδού …….., οι οποίες περιήλθαν στην κυριότητά του δυνάμει των νομίμως μεταγεγραμμένων στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά υπ αριθμ. ……… περιλήψεων κατακυρωτικής έκθεσης δοθέντος ότι μετά την ολοκλήρωση του εκπλειστηριασμού αυτών που έλαβε χώρα στις 12-1-2005 και στις 9-1-2008 αντίστοιχα, στα πλαίσια της εκτέλεσης που επισπεύστηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου και μέχρι τότε αποκλειστικού κυρίου αυτών, κατακυρώθηκαν στον ίδιο (ενάγοντα).Ότι προκειμένου να πετύχει την εγκατάστασή του στα παραπάνω ακίνητα επέσπευσε κατά του πρώτου εναγομένου αναγκαστική εκτέλεση κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι παρά την επίσπευση της εκτέλεσης δεν κατέστη δυνατή η εγκατάστασή του στα ανωτέρω ακίνητα καθόσον αυτά φέρονταν να έχουν εκμισθωθεί από τον πρώτο των εναγομένων στον δεύτερο εξ αυτών και υιό του για το χρονικό διάστημα 12 ετών, ήτοι από 1-7-2003 έως και 30-6-2015, αντί μηνιαίου ενιαίου μισθώματος ποσού εκατό (100) ευρώ (άνευ ουδεμίας αναπροσαρμογής), προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον τελευταίο ως επαγγελματική στέγη και δη ως εργοστάσιο υφασμάτων, δυνάμει του από 16-6-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης, που είχε κατατεθεί στην αρμόδια ΔΟΥ στις 29-7-2003. Ότι το γεγονός αυτό (της εκμίσθωσης των ακινήτων) κατέστη γνωστό σ΄αυτόν (ενάγοντα) στις 5-6-2007, ήτοι κατά την επίδοση της επιταγής προς απόδοση της νομής της υπό στοιχ. Α1 οριζόντιας ιδιοκτησίας, για το λόγο ότι ο πρώτος εναγόμενος παρέλειψε υπαιτίως να τον ενημερώσει για την ύπαρξη αυτής με αποτέλεσμα την άπρακτη πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας των 3 μηνών από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης προς καταγγελία της μίσθωσης αναφορικά με την υπό στοιχ. Α1 οριζόντια ιδιοκτησία. Ότι ειδικότερα, οι εναγόμενοι προέβησαν τον Ιούνιο του έτους 2003 στην κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης αμφοτέρων των εν λόγω οριζόντιων ιδιοκτησιών φαινομενικά και κακόβουλα, ενώ στην πραγματικότητα δεν την ήθελαν, προκειμένου να καταστήσουν αδύνατη την απόδοση της νομής αυτών (ακινήτων), συνομολογώντας μάλιστα ευτελές μίσθωμα, σε εκείνον που θα αναδεικνυόταν υπερθεματιστής σε ενδεχόμενο πλειστηριασμό αυτών, το οποίο (ενδεχόμενο) καθίστατο σφόδρα πιθανό, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπό στοιχ. Α1 οριζόντια ιδιοκτησία ήταν ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 1995 κατασχεμένη, ενώ η αναγκαστική κατάσχεση της υπό στοιχ. Α2 οριζόντιας ιδιοκτησίας καθίστατο σφόδρα πιθανή,  λαμβανομένης υπόψη της πληθώρας των οικονομικών υποχρεώσεων που είχε δημιουργήσει ο πρώτος εναγόμενος από την εμπορική του δραστηριότητα με αντικείμενο την επεξεργασία (τύπωμα) υφασμάτων και της κήρυξης του τελευταίου ήδη σε πτώχευση, γεγονότα γνωστά στον δεύτερο εναγόμενο λόγω της συγγενικής τους σχέσης. Ότι, ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος εν γνώσει του δεύτερου εναγομένου, μη δυνάμενος να ασκήσει ως πτωχός οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα, εμφάνισε κατά τα έτη 1996-1999 προς τους τρίτους, ως διάδοχό του στο επάγγελμα, τον δεύτερο εναγόμενο υιό του ως ασκούντα ατομική επιχείρηση, πλην όμως ο τελευταίος ουδέποτε ασχολήθηκε με την εν λόγω δραστηριότητα καθόσον έκτοτε μόνο ο πρώτος εναγόμενος απασχολείται με το τύπωμα των υφασμάτων κάνοντας μόνο αυτός χρήση των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών στις οποίες ως σε ενιαίο χώρο είναι εγκατεστημένο βαρύ και πολύπλοκο στη χρήση μηχάνημα, τον χειρισμό των οποίων γνώριζε και διενεργούσε μόνο ο πρώτος εναγόμενος. Ότι η ως άνω εμπορική δραστηριότητα στο χώρο των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών μόνο φαινομενικά γινόταν στο όνομα του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος φερόταν εικονικά να έχει εκμισθώσει αυτές προκειμένου να τις χρησιμοποιήσει ως εργοστάσιο επεξεργασίας υφασμάτων, γεγονός το οποίο αποδείκνυαν εξάλλου οι ιδιαίτερα ευνοϊκοί όροι της σύμβασης και ιδίως το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα ύψους 100 ευρώ, για ένα ακίνητο με πραγματική μισθωτική αξία τουλάχιστον 3.000 ευρώ.Στη συνέχεια ο ενάγων εκθέτει ότι η ακυρότητα της ως άνω σύμβασης επαγγελματικής μίσθωσης για το λόγο ότι έγινε φαινομενικά και προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ιδίου (ενάγοντος) ως επιγενόμενου υπερθεματιστή των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, αναγνωρίστηκε με την υπ΄αριθμ. 152/ 2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά που εκδόθηκε επί σχετικών αγωγών που άσκησε αυτός (ενάγων). Ότι κατόπιν ασκήσεως έφεσης των εναγομένων κατά της ανωτέρω απόφασης εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 2207/ 2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιά η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την ανωτέρω απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά. Ότι συνεπεία της ανωτέρω αποδοκιμαζόμενης από την έννομη τάξη συμπεριφοράς των εναγομένων οι οποίοι ενήργησαν από κοινού και με πρόθεση να δεσμεύσουν το μίσθιο, αφενός μεν με επαχθείς και καταχρηστικούς συμβατικούς κατά τα ανωτέρω όρους , αφετέρου δε με την εκμετάλλευσή του χωρίς αντιπαροχή, με σκοπό να αποκομίσουν περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας του υπερθεματιστή και εν προκειμένω του ιδίου (του ενάγοντος) , από τον οποίο στέρησαν τοιουτοτρόπως τη χρήση και την κάρπωση των ένδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, προκλήθηκε σ΄αυτόν ζημία (αποθετική) η οποία συνίσταται τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα από την κατακύρωση σε αυτόν έκαστου ακινήτου – λαμβανομένου υπόψη ότι από το σημείο αυτό ο υπερθεματιστής παίρνει τα ωφελήματαέως και 30-6-2009 ( χρόνος κατάθεσης της αγωγής ) στα μισθώματα που αυτός θα ελάμβανε από τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες , κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με βάση τη θέση τους, την εμπορική τους αξία , την μισθωτική αξία έτερων οριζόντιων ιδιοκτησιών της ίδιας οικοδομής, το ύψος των οποίων προσδιορίζει για τα παρακάτω επιμέρους χρονικά διαστήματα στα ακόλουθα ποσά : 1) για την υπό στοιχ. Α1 οριζόντια ιδιοκτησία στο συνολικό ποσό των 339.539,84 ευρώ υπολογίζοντας με τα ανωτέρω κριτήρια το αρχικώς καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα το έτος 2005 στο  ποσό των 6.000 ευρώ, ήτοι: 1α) για το χρονικό διάστημα από 12-1-2005 μέχρι 31-1-2005 στο ποσό των 3.800 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2005 μέχρι και 31-12-2005 στο ποσό των (6.000 Χ 11 μήνες) 66.000,00 ευρώ, ήτοι συνολικά για το έτος 2005 στο συνολικό ποσό των 69.800,00 ευρώ, 1β) για το έτος 2006, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 μέχρι και 31-12-2006 λαμβανομένης υπόψη και του ποσοστού αναπροσαρμογής ύψους 3% του μηνιαίου μισθώματος ανά έτος, στο ποσό των (12 μήνες Χ 6.180,00) 74.160 ευρώ, 1γ) για το έτος 2007, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι και 31-12-2007, λαμβανομένης υπόψη και του ποσοστού αναπροσαρμογής ύψους 3% του μηνιαίου μισθώματος ανά έτος, στο ποσό των (12 μήνες Χ 6.365,40) 76.384,80 ευρώ 1δ) για το έτος 2008, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 μέχρι και 31-12-2008, λαμβανομένης υπόψη και του ποσοστού αναπροσαρμογής ύψους 3% του μηναίου μισθώματος ανά έτος στο ποσό των (12 μήνες Χ 6.556,37) 78.676,44 ευρώ και 1ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι και 30-6-2009, λαμβανομένης υπόψη και του ποσοστού αναπροσαρμογής ύψους 3% του μηνιαίου μισθώματος ανά έτος, στο ποσό των ( 6 μήνες Χ 6.753,10 ) 40.518,60 ευρώ και 2) για την υπό στοιχ. Α2 οριζόντια το συνολικό ποσό των 57.322,70 ευρώ υπολογίζοντας με τα ανωτέρω κριτήρια το αρχικώς καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα το έτος 2008 στο ποσό των 3.200  ευρώ, ήτοι : 2α) για το χρονικό διάστημα από 9-1-2008 μέχρι και 31-1-2008 στο ποσό των 2.346,70 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 9-1-2008 μέχρι και 31-1-2008 στο ποσό των 2.346,70 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2008 μέχρι 31-12-2008 (3.200,00 Χ 11 μήνες) στο ποσό των 35.200 ευρώ, ήτοι συνολικά για το έτος 2008 στο ποσό των 37.546,70 ευρώ και 2β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι και 30-6-2009, λαμβανομένου υπόψη και του ποσοστού αναπροσαρμογής ύψους 3% του μηνιαίου μισθώματος ανά έτος, στο συνολικό ποσό των (3.296 Χ 6 μήνες) 19.776 ευρώ.Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον εξαιτίας της αδικοπρακτικής τους ευθύνης Α) το συνολικό ποσό των (339.539,84 + 57.322,70) 396.862,54 ευρώ ως αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας τα επιμέρους αυτά ποσά από το τέλος κάθε μισθωτικού μήνα, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και Β) το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αδικοπραξία που τέλεσαν σε βάρος του, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, Γ) άλλως και όλως επικουρικώς κατά τις περι αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις , να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος έκανε αποκλειστική χρήση των ανωτέρω οριζόντιων ιδιοκτησιών να του καταβάλει το ποσό των 396.862,54 ευρώ, κατά το οποίο (ποσό) κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία και με ζημία αυτού (του ενάγοντος) και το οποίο (ποσό) θα κατέβαλε ως μίσθωμα εάν εκμίσθωνε άλλο ακίνητο για τη στέγαση της επαγγελματικής δραστηριότητάς του κατά τις προαναφερόμενες χρονικές περιόδους, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.Τέλος ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά του έξοδα.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ.1 του ΚΠολΔ  προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά, ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (Ολ.ΑΠ 30/2007 ΑΠ 971/ 2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ).  Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με τις έγγραφες προτάσεις του περιόρισε : 1) το υπό στοιχ. Α΄ως άνω αγωγικό αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το αιτούμενο από τους εναγόμενους ως αποζημίωση ποσό των 357.862 ευρώ, διατηρώντας καταψηφιστικό το υπόλοιπο, ποσό των 39.000 ευρώ, 2) το υπό στοιχ. Β΄ αγωγικό αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το αιτούμενο από τους εναγομένους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης , ποσό των 45.000 ευρώ, διατηρώντας καταψηφιστικό το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ και 3) για το υπό στοιχ. Γ΄αγωγικό αίτημα από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το αιτούμενο σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις από τον πρώτο εναγόμενο ποσό των 357.862,54 ευρώ, διατηρώντας καταψηφιστικό το υπόλοιπο ποσό των 39.000 ευρώ.Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή ως προς τα υπό στοιχ. Α΄ και Γ΄ αγωγικά αιτήματα (τα οποία συντίθενται από περισσότερα κονδύλια) απορριπτέα τυγχάνει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα και στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ως άνω περιορισμός τους από καταψηφιστικά  σε εν μέρει αναγνωριστικά δεν έγινε παραδεκτά εφόσον δεν διευκρινίστηκε σε ποια κονδύλια αφορά, ούτε περιορίστηκαν κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος έτσι ώστε να επέλθει μ΄αυτόν τον τρόπο η αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων. Και τούτο διότι αφού δεν διευκρινίζεται ποίων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση δεν θα είναι δυνατό να διαγνωσθεί σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω ή αβάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές, αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί ποιές από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικασθούν στον ενάγοντα.Κατά τα λοιπά η υπό κρίση αγωγή ως προς το υπό στοιχ. Β΄αγωγικό αίτημα είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 340, 345, 346, 914, 919, 926 ,932 του ΑΚ και 176 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται  είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις τυχόν ομολογίες των διαδίκων που συνάγονται από τα δικόγραφά τους (άρθρα 261, 352 του ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρ.336 παρ.4 ΚΠολΔ  βλ. ΑΠ 48/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει των υπ΄αριθμ. ……… περιλήψεων κατακυρωτικών εκθέσεων των συμβ/φων Αθηνών ………… αντίστοιχα, εκ των οποίων η πρώτη έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πειραιά , ενώ η μεταγραφή της δεύτερης συνομολογείται από την μη ειδική αμφισβήτηση του γεγονότος αυτού από τους εναγόμενους (άρθρ. 352, 261 ΚΠολ ), ο ενάγων κατέστη κύριος των υπό στοιχεία Α-1 και Α-2 οριζόντιων ιδιοκτησιών (βιοτεχνικών χώρων) του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου οικοδομής που βρίσκεται στην οδό …….., στη θέση «…» του Δήμου Πειραιά, εμβαδού 533,46 τμ και 280,69 τμ αντίστοιχα, οι οποίες ανήκαν κατά κυριότητα , προ της στον ενάγοντα κατακυρώσεως και ιδίως προ της μεταγραφής των σχετικών περιλήψεων , στον πρώτο των εναγομένων …….. και οι οποίες είχαν, μετά διαδοχικές αναβολές και ματαιώσεις, εκπλειστηριασθεί στις 12-1-2005 και στις 9-1-2008 αντίστοιχα, κατόπιν επιβολής σ΄αυτές αναγκαστικής κατάσχεσης στην μεν πρώτη δυνάμει της υπ΄αριθμ. ……… κατασχετήριας έκθεσης ακινήτων του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ……., χωρίς να αρθεί έκτοτε και μέχρι την κατακύρωση των ακινήτων στον ενάγοντα υπερθεματιστή , στην δε δεύτερη δυνάμει της υπ΄αριθμ. …….. κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά, …….., που έχουν μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Πειραιά. Μετά την μεταγραφή των παραπάνω περιλήψεων των κατακυρωτικών εκθέσεων και εξαιτίας της άρνησης του καθού η εκτέλεση(οφειλέτη) – πρώτου εναγομένου να αποδώσει εκουσίως τα εν λόγω ακίνητα, ο ενάγων ως ειδικός διάδοχος του πρώτου εναγομένουκαθού η εκτέλεση προκειμένου να πετύχει την εγκατάστασή του στα ακίνητα αυτά, επέσπευσε κατ΄αυτού άμεση αναγκαστική εκτέλεση δυνάμει των άνω περιλήψεων ως εκτελεστών τίτλων, τηρώντας όλες τις νόμιμες διατυπώσεις και συγκεκριμένα επιδίδοντας την από 4-6-2007 επιταγή προς απόδοση, κάτω από απόγραφο εκτελεστό της με αριθμό …….. περιλήψεως και την από 21-11-2008 όμοια κάτω από απόγραφο εκτελεστό της με αριθμό ………. περιλήψεως.Κατά την επίδοση δε της πρώτης από 4-6-2007 επιταγής, ο ενάγων το πρώτον πληροφορήθηκε, ότι οι εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες είχαν εκμισθωθεί ως ενιαίο ακίνητο μετά την επί αυτών επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης σύμφωνα με τα ανωτέρω, από τον πρώτο των εναγομένων στον δεύτερο υιό του  δυνάμει του από 16-6-2003 ιδιωτικού μισθωτηρίου εγγράφου κατατεθέντος στην αρμόδια ΔΟΥ, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2003 έως 30-6-2015 προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον δεύτερο των εναγομένων ως επαγγελματική του στέγη και συγκεκριμένα ως εργοστάσιο επεξεργασίας υφασμάτων, αντί μηνιαίου μισθώματος προκαταβαλλομένου την πρώτη εκάστου μηνός, ποσού εκατό (100) ευρώ.Όπως αποδείχθηκε οι συμβαλλόμενοι στην ανωτέρω σύμβαση μίσθωσης – εναγόμενοι προέβησαν κατά τον μήνα Ιούνιο 2003 στην κατάρτιση της μίσθωσης αυτής φαινομενικά, ενώ στην πραγματικότητα δεν την ήθελαν, και με άλλο σκοπό, και συγκεκριμένα προκειμένου να δεσμεύσουν το νέο κτήτορα των μισθίων ακινήτων, αυτόν δηλαδή που θα αναδεικνυόταν στο μέλλον πλειοδότηςυπερθεματιστής στον πλειστηριασμό αυτών, ενόψει του ότι το μεν πρώτο υπό στοιχ. Α-1 ήταν αναγκαστικώς κατεσχημένο ήδη από τον μήνα Οκτώβριο του 1995 και επίκειτο πλειστηριασμός του, ενώ η επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης και επί του δεύτερου υπό στοιχ. Α-2 ακινήτου ήταν σφόδρα πιθανή δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε, ο πρώτος των εναγομένων παλαιός έμπορος και βιοτέχνης με αντικείμενο την επεξεργασία (τύπωμα) υφασμάτων και κύριος σημαντικής ακίνητης περιουσίας, είχε δημιουργήσει από την δραστηριότητά του αυτή πληθώρα οικονομικών υποχρεώσεων προς τρίτους , τις οποίες αδυνατούσε να ικανοποιήσει.Η οικονομική δε αυτή αδυναμία του πρώτου των εναγομένων όπως αποδείχθηκε, ήταν γνωστή και στον δεύτερο εναγόμενο  υιό του, λόγω της συγγενικής σχέσεως αυτών.Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης δυνάμει της υπ΄αριθμ. 289/27-6-1996 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία έπαυσε να ισχύει μετά την έκδοση της υπ΄αριθμ. 846/1999 απόφασης του Εφετείου Πειραιά. Κατά δε το χρονικό διάστημα από 1996 μέχρι 1999 αυτός (πρώτος εναγόμενος) μη δυνάμενος εκ του νόμου, ως πτωχός να ασκήσει οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα , εμφάνισε προς τους τρίτους ως διάδοχό στο επάγγελμα , τον δεύτερο εναγόμενο – υιό του και δη ως ασκούντα ατομική επιχείρηση με τον διακριτικό τίτλο «………..», ο οποίος όμως ουδέποτε απασχολήθηκε με το τύπωμα υφασμάτων, την τεχνική του οποίου δεν αποδείχθηκε ότι κατείχε, αλλά μόνον με το εμπόριο αυτών, δραστηριότητα την οποία ασκούσε στο υπόγειο  της οικοδομής όπου βρίσκονταν τα εν λόγω ακίνητα. Αντίθετα, μετά την παύση των εργασιών της πτώχευσης, ο πρώτος των εναγομένων και μόνον αυτός, απασχολείται αποκλειστικά με το τύπωμα υφασμάτων, κάνοντας ο ίδιος χρήση των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών, στις οποίες ως σε ενιαίο χώρο, είναι εγκατεστημένο βαρύ και πολύπλοκο στη χρήση μηχάνημα πολλαπλών χρήσεων, με το οποίο γίνεται η επεξεργασία, κοπή και  βαφή υφασμάτων, τον χειρισμό του οποίου γνωρίζει και διενεργεί ο πρώτος των εναγομένων και ουδόλως ο δεύτερος των εναγομένων υιός του, ο οποίος ως εκ τούτου, εικονικά φέρεται σύμφωνα με το από 16-6-2003 μισθωτήριο συμφωνητικό, να μισθώνει τις άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες ως ενιαίο ακίνητο προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως εργοστάσιο επεξεργασίας υφασμάτων. Έτσι από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η ως άνω δραστηριότητα μόνο τυπικά γινόταν στο όνομα του δευτέρου των εναγομένων υιού, ουσιαστικά όμως ασκείτο από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος όπως αποδείχθηκε, χρησιμοποιούσε από τα επίδικα ακίνητα, χώρο 14 τμ , ώστε να δικαιολογεί την παρουσία του εκεί και να ασκεί καλύτερα την εποπτεία της επιχείρησής του (εκτύπωση υφασμάτων). Εξάλλου, οι ιδιαίτερα ευνοϊκοί όροι που περιέχονται στην μισθωτική ως άνω σύμβαση όπως η δυνατότητα υπομίσθωσης εκ μέρους του  μισθωτή, το δικαίωμα του μισθωτή να ζητήσει ανανέωση της μίσθωσης κατά τη λήξη της σε συνδυασμό με το συμφωνηθέν μίσθωμα των εκατό (100) ευρώ μηνιαίως για ακίνητο συνολικού  εμβαδού 814,15 τμ με πραγματική μισθωτική αξία 3.000 ευρώ τουλάχιστον, χωρίς πρόβλεψη οποιασδήποτε αναπροσαρμογής και σε συνδυασμό με την προσπάθεια του πρώτου των εναγομένων να ακυρώσει δια της δικαστικής οδού, με την άσκηση δηλαδή της ακυρωτικής ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, τον πλειστηριασμό του Α-1 ακινήτου , ανεπιτυχώς, λόγω της ήδη αμετάκλητης απόρριψης της ανακοπής, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι η ένδικη μίσθωση έγινε φαινομενικά και προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ως νέου κτήτορα των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, προκειμένου να καταστεί αδύνατη η απόδοση σ΄αυτόν, ενόψει και της παρελεύσεως ως προς την πρώτη αυτών (Α-1) της αποσβεστικής προθεσμίας των 3 μηνών από την μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης προς καταγγελία της μίσθωσης, εξαιτίας της υπαίτιας παράλειψης του πρώτου των εναγομένων να ενημερώσει τον ενάγοντα για την ύπαρξη της τελευταίας.Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά κατά των εναγομένων τις από 27-11-2017 (αριθμ. καταθ. ………) και από 24-1-2008 (αριθμ.καταθ. ………) αγωγές με τις οποίες ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας ως εικονικής της ως άνω από 16-6-2003 σύμβασης μίσθωσης των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών. Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. 152/2008 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά με την οποία καθό μέρος κρίθηκαν νόμιμες, έγιναν δεκτές ως κατ΄ουσίαν βάσιμες και αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα ως εικονικής της εν λόγω σύμβασης μίσθωσης. Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία ζήτησαν την εξαφάνισή της για τους αναφερόμενους σ΄αυτήν (έφεση) λόγους. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε από το ανωτέρω δικαστήριο η υπ΄αριθμ. 2207/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η έφεση, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά. Κατά συνέπεια, οι εναγόμενοι, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, έχουν τελέσει αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος, για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η συμπεριφορά των εναγομένων, με βάση τα κίνητρα, το σκοπό τους, τα μέσα που χρησιμοποίησαν και τις εν γένει περιστάσεις, υπήρξε αντικειμενικά αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως αυτά διαγράφονται από τις κρατούσες δικαιϊκές αρχές και εκφράζονται στις σχετικές αντιλήψεις του σκεπτόμενου με σύνεση μέσου κοινωνικού ανθρώπου, καθόσον γνώριζαν ότι με τις ανωτέρω μεθοδεύσεις και ειδικότερα με την προαναφερόμενη σύμβαση μίσθωσης (που γνώριζαν ότι είναι εικονική), θα δέσμευαν τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες που ανήκαν στον ενάγοντα με αποτέλεσμα να στερηθεί ο τελευταίος να κάνει χρήση αυτών καθώς και να τις αξιοποιήσει ( πχ εκμισθώσει )  ως αποκλειστικός κύριος και νομέας αυτών. Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών. Στην προκειμένη περίπτωση από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του προσδιορισμού της, μεταξύ των άλλων, τις ως άνω συνθήκες της επίμαχης αδικοπραξίας, το είδος, τη βαρύτητα και τις συνέπειες της προσβολής,του ψυχικού άλγους που δοκίμασε ο ενάγων,  το βαθμό του πταίσματος των εναγομένων, την έλλειψη οιουδήποτε πταίσματος από την πλευρά του ενάγοντος, τις ιδιότητες και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών  (ολΑΠ 13/02, ΑΠ 8/09, ΑΠ 298/09, ΑΠ 44/09  ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ), κρίνει ότι πρέπει να καθοριστεί αυτή στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.Το ποσό αυτό είναι δίκαιο και εύλογο (βλ. και ΑΠ 716/08, ΑΠ 433/08, ΑΠ 1779/08, ΑΠ 635/07 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δηλαδή, ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (αρθ. 25§1 του Συντάγματος και 2, 9§2 και 10§2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται με την ανωτέρω διάταξη του αρθ. 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (βλ. και ολΑΠ 6/09, ΑΠ 79/10, ΑΠ 123/10 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ).Κατόπιν των ανωτέρω η  υπό κρίση αγωγή καθό μέρος κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ΄ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι εναγόμενοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρ. 178 παρ.1, 183, 191 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ΄αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ΄ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ΄αριθμ. 578/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (τακτική διαδικασία).Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 3-7-2009 (αριθμ.καταθ……….) αγωγής.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΚΑΙ Καταδικάζει τους εναγόμενους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

 

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στον Πειραιά στις    21 Ιουνίου 2018.

 

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                       Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ