ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 16/2021

 

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Δημήτριο Καβαλλάρη, Εφέτη, που ορίστηκε από ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Τ.Λ..

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 11-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/2019 έφεση του εκκαλούντος, κατά της με αρ. 3902/2018  οριστικής απόφασης  του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθώς και της συννεκαλουμένης με αυτήν με αριθμό 2405/2014 εν μέρει μη οριστικής απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου, οι οποίες εκδόθηκαν αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 26.11.2018 (βλ. την επισημείωση της δικ. επιμελήτριας στο αντίγραφο της απόφασης) η δε κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 11.12.2018 (άρθρο 518 §1 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της. Σημειωτέον ότι για το παραδεκτό της έφεσης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου,  που προβλέπεται από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι το Δημόσιο δεν προκαταβάλλει τέτοιο παράβολο (βλ. Μιχάλης και Άντα Μαργαρίτη, ΕρμΚΠολΔ, τόμ. Α΄, έκδοση 2018, άρθρο 495, αρ. 19, σελ. 849765).

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος  ισχυρίστηκε στην από 25-8-2010 και  με αρ. κατ. ……/2010 αγωγή του, ότι έχει καταστεί αποκλειστικός κύριος κάτοχος και νομέας του αναλυτικά περιγραφόμενου ακινήτου – αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ….., κατά τον τίτλο κτήσης, ……, κατά το Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας, του Δήμου Σαλαμίνας. Ότι την κυριότητα αυτού απέκτησε με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα λόγω αγοράς με το υπ’ αριθ. ……/1982 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας . .., που μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας κι επικουρικώς, με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής και  έκτακτης χρησικτησίας, προσμετρώντας το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του (άμεσου και απώτερων), τους οποίους διαδέχτηκε στη νομή, και οι οποίοι διακατείχαν αυτό, ως τμήμα ακινήτου μείζονος έκτασης με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως, πριν από το έτος 1850 με τις διακατοχικές πράξεις που αναφέρονται στην αγωγή (καλλιέργεια, βόσκηση ζώων, δενδροφύτευση, περίφραξη, καταμετρήσεις, ανέγερση κτισμάτων και συναφείς). Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής, το εν λόγω ακίνητο καταχωρίστηκε με ΚΑΕΚ ………., ανακριβώς, ως ανήκοντας στην κυριότητα του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του και να διορθωθεί η πρώτη εγγραφή του οικείου βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, ώστε να εγγραφεί αυτός ως αποκλειστικός κύριος του επιδίκου γεωτεμαχίου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με τη συνεκκαλούμενη με αρ. 2405/2014 απόφασή του, απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής περί παράγωγης  κτήσης της κυριότητας, καθώς και την επικουρική περί τακτικής χρησικτησίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση (διατάξεις της εκκαλουμένης που δεν προσβάλλονται από το εκκαλούν). Αντίθετα, το Δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς την επικουρική αγωγική βάση περί έκτακτης χρησικτησίας κα ειδικής χρησικτησίας του άρθρου  κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ αυτή, και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να προσκομισθεί έγγραφο και να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη. Ακολούθως και αφού πραγματοποιήθηκαν τα όσα διέταξε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την παραπάνω απόφασή του, τούτο εξέδωσε την με αρ.  3904/2018 οριστική απόφασή του με την οποία, έκανε δεκτή την αγωγή του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου, κατά την ως άνω επικουρική της βάση, αναγνώρισε την κυριότητα αυτού και διέταξε την διόρθωση της κτηματολογικής εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής, ώστε να φαίνεται κύριος ο ενάγων. Kατά των άνω αποφάσεων βάλλει το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία κι εφαρμογή του νόμου κι εκτίμηση των αποδείξεων.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 §§ 2, 3 του ν. 2664/1998 «Εθνικό Κτηματολόγιο» (όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής), σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς το δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία, δηλαδή όταν στο κτηματολογικό φύλλο και συγκεκριμένα στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας διαφορετικό πρόσωπο από τον πραγματικό κύριο ή «άγνωστος», μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον στρεφόμενος κατά του αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως κυρίου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση που εχώρησε μεταβίβαση και κατά του ειδικού διαδόχου, να ζητήσει την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή αυτή έχει διττό χαρακτήρα (αναγνωριστικό – διορθωτικό), και περιεχόμενο του αιτήματός της είναι η αναγνώριση του δικαιώματος, που ισχυρίζεται ότι έχει ο ενάγων επί του σχετικού ακινήτου και η διόρθωση της αντίστοιχης ανακριβούς εγγραφής. Η ανωτέρω αγωγή απευθύνεται ενώπιον του αρμοδίου καθ’ ύλην και κατά τόπο (Μονομελούς ή Πολυμελούς) Πρωτοδικείου, δικάζοντος κατά την τακτική διαδικασία (βλ. ΑΠ 277/2019 Επιθ.Ακιν. 2019521). Για το ορισμένο αυτής θα πρέπει, πέραν των λοιπών στοιχείων που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 1094 του ΑΚ και 70, 216 §.1 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο εισαγωγικό δικόγραφο η κυριότητα του ενάγοντος επί του σχετικού ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, είδος και όρια, ενώ, όταν το ακίνητο αυτό φέρεται, με την αγωγή, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, πρέπει να εκτίθεται η θέση του μέσα σε αυτό και τα όριά του, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Ωστόσο, δεν απαιτείται για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής να αναφέρονται σ’ αυτήν οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του επίδικου ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 1089/2019, ΑΠ 1052/2019, ΑΠ 479/2019 και ΑΠ 860/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμη, εάν ο επικαλούμενος τρόπος κτήσης κυριότητας είναι η έκτακτη χρησικτησία κατ’ άρθρο 1045 του ΑΚ, τότε ο ενάγων πρέπει να επικαλεσθεί την εικοσαετή νομή (άρθρο 974 ΑΚ) και να καθορίσει συγχρόνως και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου και, κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη, είναι δηλωτικές εξουσίασης αυτού (βλ. ΑΠ 80/2015 και ΑΠ 27/2015 ΤΝΠ  ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, το επίδικο ακίνητο περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, είδος, έκταση και όρια, με αναφορά μάλιστα και των πλευρικών διαστάσεών του και του κωδικού αριθμού εθνικού κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) αυτού, όπως και των ΚΑΕΚ των ομόρων ακινήτων, χωρίς να είναι αναγκαία η επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος. Το ακίνητο όπως περιγράφεται στην αγωγή είναι αυτοτελές και όχι τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου (αυτό συνιστά το αντικείμενο της δίκης), ενώ δεν είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός της θέσης αυτού στο μείζον ακίνητο (των 95.987 τ.μ.), που είχε αποκτήσει η απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος. Επιπλέον, αναφορικά με τη βάση της αγωγής που αφορά την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αναφέρονται σ΄αυτήν με σαφήνεια οι εμφανείς προς τους τρίτους διακατοχικές πράξεις (δηλαδή οι υλικές πράξεις νομής), τις οποίες άσκησαν διαχρονικώς στο ένδικο ακίνητο με διάνοια κυρίων και καλή πίστη τόσο ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοι του και προηγουμένως, στην μείζονα έκταση από την οποία αυτό προήλθε, διαδοχικώς οι κατονομαζόμενοι δικαιοπάροχοί του από το έτος 1850 (γεωργικές καλλιέργειες κλπ), ενώ προσδιορίζονται και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι τους, καθώς και ο χρόνος έναρξης της νομής αυτών. Συνεπώς η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, όπως ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οπότε ο πρώτος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 “περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος” και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 19-6/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως “περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος” και του άρθρου 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 “περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων”, προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθηκαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα. Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε διά δημεύσεως «πολεμικώ δικαιώματι» (βλ. ΑΠ 222 /2017, ΤΝΠΔΣΑ και Γ. Καριψιάδη «Η Ελλάδα ως διάδοχον κράτος», έκδοσιν 2000, σελ. 137 – 145 και 178επ.). Εξάλλου, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως στην ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα από αυτά ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πώλησής τους εντός προθεσμίας. Περαιτέρω όσον αφορά όσα ακίνητα βρίσκονταν  είτε στην ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής, κατά την 3.2.1830, εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και με άκυρο κατά το οθωμανικό δίκαιο τίτλο, (ήτοι ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί), αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους. Ειδικά, όμως, για τα οθωμανικά κτήματα που βρίσκονται στην Αττική και στην περιοχή της Εύβοιας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για περιέλευσή τους στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου με το δικαίωμα του πολέμου, αφού οι περιοχές αυτές δεν κατακτήθηκαν με τα όπλα, αλλά παραχωρήθηκαν στο Ελληνικό Κράτος στις 31-3-1833, με βάση την από 27-6/9-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και κατόπιν σχετικών συμφωνιών μεταξύ των ελληνικών και των τουρκικών αρχών (ΑΠ 73/2018, ΑΠ 638/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17/29-11-1836 «περί ιδιωτικών δασών» αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου στις εκτάσεις που αποτελούν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από τον αγώνα για την ανεξαρτησία, κατέχονταν νόμιμα από ιδιώτες και για τις οποίες οι σχετικοί οθωμανικοί τίτλοι “ιδιοκτησίας” θα αναγνωρίζονταν από τη Γραμματεία των Οικονομικών κατόπιν υποβολής τους μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του εν λόγω διατάγματος που είχε ισχύ νόμου. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος. Περαιτέρω, στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/10-7-1837 “περί διακρίσεως κτημάτων” (άρθρο 51 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ’ αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως τούτο προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ’ /1912 και των διαταγμάτων “περί δικαιοστασίου” που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16ης-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 “περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης”, που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.ν. 1539/1938 “Περί προστασίας δημοσίων κτημάτων”, οι οποίες έκτοτε ανέστειλαν και απαγόρευσαν κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία και απαγόρευσαν κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (ΑΠ Ολομ. 75/1987, ΑΠ 719/2015, ΑΠ 479/2015, ΑΠ 1919/2014 ΤNΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β. Δ/τος 3/15.12.1833 “περί διορισμού του φόρου βοσκής και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 -1834” όλα τα λιβάδια, δηλαδή οι βοσκότοποι, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο “ταπί”, εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ της 31.1./18.2.1864 “περί βοσκησίμων γαιών”, με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 “περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών” κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του ΒΡΔ που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί,  λιβαδιών ή βοσκοτόπων και δασών από ιδιώτες, εφόσον αυτοί τα νέμονταν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία εφόσον αυτή είχε συμπληρωθεί έως  και τις 11.9.1915 (ΑΠ 279/2019, 7/2019, 8/2019, 826/2018 και 1753/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 850/2019, 590/2019 www.areiospagos.gr). Επομένως η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου για τα λιβάδια, όπως ακριβώς και τα δάση (ΑΠ 987/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες  περιέχονται  στα  με αρ.  2405/2014 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, της από 24-2-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης την οποία συνέταξε ο τοπογράφος μηχανικός ………….., που ορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με την προαναφερόμενη απόφαση σε συνδυασμό με τη την με αρ. 1545/2016   απόφαση ιδίου Δικαστηρίου (που αντικατέστησε τον προηγούμενο), των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζονται με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : To επίδικο ακίνητο αποτελεί αγροτεμάχιο,  το οποίο βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ……, κατά το Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας, του Δήμου Σαλαμίνας, στην ειδικότερη θέση «…..» της κτηματικής περιφέρειας …… Σαλαμίνας Αττικής), εμβαδού 280 τ.μ., κατά τον τίτλο κτήσης του ενάγοντος (το με αρ. …./1982 συμβόλαιο   πώλησης  της  συμβολαιογράφου  Σαλαμίνας  … … ., που μεταγράφηκε νόμιμα) όπως  και το από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της «……….», Α-Β-Γ-Δ-Α, κατά δε με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου  275 τ.μ., στο οποίο έχει λάβει αριθμό γεωτεμαχίου  ΚΑΕΚ …………. Συνορεύει, κατά το άνω τοπογραφικό διάγραμμα, σε συνδυασμό με το απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος, βόρεια με το γεωτεμάχιο  ΚΑΕΚ …. (υπό στοιχ. ΒΕ), ανατολικά υπό στοιχ. ΒΓ με το με αρ. …. (ιδιοκτησία …  – …), δυτικά με οδό (καταγραφή στο κτηματολόγιο …) και νότια με το υπό στοιχ. ΓΖ με το με αρ. …..  To ακίνητο αυτό βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού οριοθετημένου κατά την έννοια του από 24-4-1985 ΠΔ (ΦΕΚ Δ’ 181/3-5-1985), ή προϋφιστάμενου του έτους 1923, καθώς ο οικισμός «Κυνοσούρα», ενώ εμπίπτει στα όρια της Κοινότητας Αμπελακίων και απογράφεται ο πληθυσμός του από το 1971 δεν έχει οριοθετηθεί με οικεία απόφαση του Νομάρχη  (βλ. το με αριθμ. πρωτ. …/2014 έγγραφο του Δήμου Σαλαμίνας και την με αρ. …/2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού …….). Το επίδικο ακίνητο εμπίπτει περαιτέρω στο με αρ. ΒΚ ……. Δημόσιο κτήμα, έκτασης 280.180 τμ., όπως  απεικονίζεται στο από 27-02-1939, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου …….. (βλ. η προαναφερόμενη   έκθεση πραγματογνωμοσύνης και  το από 18-10-2011 τοπογραφικό διάγραμμα του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς, σε συνδυασμό με το υπ’ αριθ. πρωτ. ………/15-04-2011 έγγραφο του Τμήματος Δημόσιων Κτημάτων της ίδιας Υπηρεσίας) και με αυτή την έννοια φέρεται καταρχάς ότι ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός νομέας του παραπάνω αγροτεμαχίου, καθώς απέκτησε αυτό  από αγορά από τον ……… με το υπ’ αριθ. …./1982 συμβόλαιο   πώλησης  της  συμβολαιογράφου  Σαλαμίνας  ……… που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό … και ο ……., κατέστη νομέας αυτού από αγορά από την … . με το υπ’ αριθ. ../1971 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς ………, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …. Η …….. είχε καταστεί νομέας ευρύτερης έκτασης 95.987 τ.μ., δυνάμει του υπ’ αριθ. …./1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών . …, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό …, αμέσως μετά την αγορά της οποίας, προέβη σε κατάτμηση αυτής σε περισσότερα, αυτοτελή, αγροτεμάχια, σύμφωνα με το από Ιουλίου 1961 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ………., τα οποία διαχωρίζονταν από ιδιωτικές οδούς, και ακολούθως, μεταβίβασε αυτά, λόγω πώλησης, στον απώτερο  δικαιοπάροχο του ενάγοντος …….., ένα από τα οποία απέκτησε ο ενάγων. Οι δικαιοπάροχοι της …….. είναι 25 άτομα τέκνα, διάδοχοι λόγω κληρονομικής διαδοχής του αρχικού – απώτερου δικαιοπαρόχου αυτών ………., που απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1932 και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του ……….. και τα δέκα τέκνα του 1) …….., 2) ………., 3) ………, 4) ………., 5) ………, 6) ………, 7) …….., 8) ………., 9) ………, και 10) ………. οι οποίοι αναμίχθηκαν στην κληρονομιά  του ασκώντας τις υλικές πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση του ακινήτου, όπως επίβλεψη, οριοθέτηση, παραχώρηση δικαιώματος ξύλευσης και βόσκησης, με καλή πίστη και την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαίωμα τρίτου. Ειδικότερα, η …….. κατέστη, κατά τα ανωτέρω συγκυρία κατά ποσοστό 450/1800 και κατά ποσοστό 135/1800, οι λοιποί κληρονόμοι, εξ αδιαιρέτου με παράγωγο τρόπο λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου. Όταν, κατά το έτος 1937, απεβίωσε και η …….., οι ανωτέρω, τέκνα αυτής και του ……. . κατέστησαν κληρονόμοι αυτής στο από 450/1800 ποσοστό συγκυριότητας της και συννομείς κατά ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, λόγω κληρονομικής διαδοχής με βάση τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομιά και ασκώντας τις ίδιες παραπάνω πράξεις νομής. Στη συνέχεια απεβίωσε από τους συγκύριους ο …………, χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του ………., και τα πέντε (5) τέκνα του: 1) ……., 2) …….., 3) …….., 4) ………, και 5) ………., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά, ποσοστό 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου ………… επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ’ αριθ. ………./1961 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών …………, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συννομείς και συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800, 27/1800 και 27/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου συζύγου και πατρός τους (1951), συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση. Κατά το έτος 1952, απεβίωσε από τους συγκύριους ο ……….., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και συνεπώς εξ αδιαθέτου κληρονόμους τους, τη σύζυγο του ………, το γένος …….., και τα έξι (6) τέκνα του: 1) ………, 2) ……….., 3) ……….., 4) ………, 5) ……… και 6) ………., ενώ, κατά το έτος 1954 απεβίωσε και ο υιός του ……….. (6°ς), χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη μητέρα του ………., και τα πέντε (5) αδέλφια του, …………., οι οποίοι αποδέχθηκαν, καταρχήν, την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, ………., για λογαριασμό τους, αλλά και για λογαριασμό του μεταποβιώσαντος υιού τους και αδελφού, αντίστοιχα, ……….., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, αποτελούμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου ……….. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……/1961 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 45/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800, 22,50/1800 και 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, και ακολούθως, αποδέχτηκαν την επαχθείσα κληρονομιά του υιού και αδελφού τους, ………, συγκείμενη από το 22,50/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ’ αριθ. ……../1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ……., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι το ποσοστό (συγκυριότητας τους επί του ακινήτου αυτού, ανήλθε σε 48,75/1800 (48,75/1800 = 45/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800 (26,25/1800 = 22,50/1800 + 3,75/1800, όπου 3,75/1800 = 22,50/1800 : 6), 26,25/1800, 26,25/1800, 26,25/1800 και 26,25/1800 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου των κληρονομούμενων συζύγου και πατρός τους και υιού και αδελφού τους (1952 και 1954), αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση. Κατά το έτος 1958, απεβίωσε από τους συγκυρίους ο ………., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του και κατ’ επέκταση εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του ………, τα επτά (7) εν ζωή αδέλφια του: 1) ………., 2) ………., 3) ………., 4) ………, 5) ………., 6) ………., και 7) ……….., τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1951) αδελφού του ……….: α) ……….., β) …………, γ) ……….., δ) ………., και ε) ………., και τα πέντε (5) τέκνα του προαποβιώσαντος (1952) αδελφού του ………: α) ………, β) …….., γ) ………, δ) …….., και ε) ………, οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 180/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κληρονομούμενου ……. επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ’ αριθ. ………./1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ………., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 90/1800, 190/1800 (190/1800 = 180/1800 + 10/1800, όπου 10/1800 = 180/1800 : 2 : 9), 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 190/1800, 29/1800 (29/1800 = 27/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800: 5), 28,25/1800 (28,25/1800 = 26,25/1800 + 2/1800, όπου 2/1800 = 10/1800 : 5), 28,25/1800, 28,25/1800, 28,25/1800 και 28,25/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου συζύγου, αδελφού και θείου τους (1958), αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση. Το έτος 1960 απεβίωσε από τους συγκύριους η ……….., χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλίποντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς, και κατ΄επέκταση εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, το σύζυγο της, ………., και τα πέντε (5) τέκνα της: 1) ………, 3) …. ., 4) ……., και 5) ………, οι οποίοι αποδέχτηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά, συγκείμενη από το 190/1800 εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομούμενης ……… επί του ανωτέρω ακινήτου, δυνάμει της υπ’ αριθ. …../1961 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ……, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι αυτού, κατά ποσοστό 47,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800, 28,50/1800 και 28,50/1800 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ενώ, επιπλέον, από το χρόνο θανάτου της κληρονομούμενης συζύγου και μητέρας τους (1960), αντίστοιχα, συννέμονταν το ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά, ασκώντας, ειδικότερα, όλες τις υλικές πράξεις που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, όπως οριοθέτηση, επίβλεψη, άτυπη παραχώρηση σε τρίτους προς βόσκηση και ξύλευση. ¨Όπως ήδη προαναφέρθηκε οι ανωτέρω …….. και  συγκύριοι του ακινήτου δυνάμει του υπ’ αριθ. …./1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών ……, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ……., δηλαδή οι: 1) … …. (190/1800), 2) ……. (190/1800), 3) ……. (190/1800), 4) …….. (190/1800), 5) …….. (190/1800), 6) ……. (190/1800), 7) …….. (45/1800), 8) …….. (29/1800), 9) …….. (29/1800), 10) ……… (29/1800), 11) …….. (29/1800), 12) ………. (29/1800), 13) ………. (48,75/1800), 14) ……. (28,25/1800), 15) ………. (28,25/1800), 16) ……. (28,25/1800), 17) …… (28,25/1800), 18) ……… |28,25/1800), 19) …….. (90/1800), 20) …… (47,50/1800), 21) ……. . (28,50/1800), 22) …….. (28,50/1800), 23) ……. (28,50/1800), 24) ……. (28,50/1800), και 25) ………. (28,50/1800), μεταβίβασαν, λόγω πώλησης, το ανωτέρω ακίνητο των 95.987 τ.μ., στην … (ή …) συζ. ……, το γένος ……., και της παρέδωσαν τη νομή αυτού. Ο δικαιοπάροχος των ανωτέρω ……… είχε αποκτήσει το ακίνητο αυτό ως ευρύτερη έκταση 111.987 τ.μ., κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου από κληρονομία από τον πατέρα του ….., που απεβίωσε το έτος 1899, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ως μοναδικός ενήλικος κληρονόμους του, που αναμίχθηκε στην κληρονομιά, ασκώντας τη συννομή επ’ αυτού, κατά τον ίδιο τρόπο, όπως ο κληρονομούμενος πατέρας του, και, μάλιστα, με καλή πίστη, δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλει δικαίωμα τρίτου. Λίγα χρόνια μετά, ο ανωτέρω ………., αποκτά και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του ακινήτου αυτού, με παράγωγο τρόπο, και συγκεκριμένα λόγω αγοράς από τους συγκυρίους – λόγω κληρονομικής διαδοχής, με βάση τις διατάξεις της εξ αδιαθέτου διαδοχής του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου-, υιούς του ……., ….. και ……., δυνάμει του υπ’ αριθ. …./1908 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας ………, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό … Εδαφικό τμήμα 16.000 τμ. πώλησε το έτος 1925 στον .. …, οπότε απέμεινε το ακίνητο των 95.987 τμ., που όπως προεκτέθηκε, απέκτησε το έτος 1961 η …….. – …. Οι δικαιοπάροχοι αυτού ………. πατέρας των …. και … και ο αδελφός του …. είχαν καταστεί κύριοι, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ο καθένας, της ανωτέρω μείζονος έκτασης, η οποία συνορεύει ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων …., δυτικά με ακίνητο κληρονόμων ………., κλπ. και βόρεια με θάλασσα (Κόλπο Αμπελακίων) και ακίνητα αγνώστων και νότια με θάλασσα επιφανείας 111.987 τμ., καθώς, είχαν εγκαταστήσει εντός αυτής ποιμνιοστάσια, τη χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο και καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα της, (όπως και όλοι οι μετέπειτα διάδοχοι αυτών), στους οποίους είχε περιέλθει, πριν από το 1850, τις ίδιες δε πράξεις νομής αυτών συνέχισε ο ………, αρχικά ως συννομέας και τελικώς ως αποκλειστικός κύριος και νομέας. Τα όρια του ακινήτου, το ½ του οποίου αγόρασε ο ………, ενώ ήδη κατείχε το υπόλοιπο ½, όπως  αναφέρονται στο με αρ. …../1908 συμβόλαιο είναι ανατολικώς αγρός …….., δυτικώς Καμίνια και αγρός ………., αρκτικώς και μεσημβρινώς θάλασσα. Ως έκταση αναφέρεται έκταση 50 περίπου στρέμματα, όμως την εποχή εκείνη ήταν συνήθης πρακτική η έκταση να αναφέρεται κατά προσέγγιση (ώστε μπορεί να είναι και παραπάνω) με απλή αναφορά των ορίων. Το ίδιο ανατολικό όριο (κληρονόμοι ….) αναφέρεται και στον τίτλο κτήσεως της …….., ταυτίζονται επίσης το βόρειο και νότιο όριο (αρκτικώς – μεσημβρινώς), που είναι η θάλασσα (προς βορράν κόλπος Αμπελακίων και νότο θάλασσα Σεληνίων). Ο τεχνικός σύμβουλος του εκκαλούντος στην από 2.12.2018 έκθεσή  του – παρατηρήσεις επί της πραγματογνωμοσύνης, αναφέρει ότι δεν είναι δυνατός ο εντοπισμός της θέσης του ακινήτου των 50 στρεμμάτων παρατηρώντας ότι στους συνορεύοντες ιδιοκτήτες του με αρ.  αρ. …./1908 συμβολαίου δεν γίνεται αναφορά σε ιδιοκτησία του . … (το άλλο μισό δηλαδή). Ωστόσο το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας της …….. και του δημοσίου κτήματος με αρ. ΑΒΚ …, εντός του οποίου αυτή οριοθετείται, πλησίον της θάλασσας (προέκταση ανατολικού ορίου, βλ. το από 18.10.2011 διάγραμμα εφαρμογής του κόλπου «…» με το με από υπόμνημα 7.10.2013 της κτηματικής υπηρεσίας Πειραιά, βάσει του αρχικού από 27.2.1939 τοπογραφικού διαγράμματος των μηχανικών ……. με  τοποθέτηση του ΑΒΚ … και του  επιδίκου ακινήτου και το από Ιανουάριο του 2009 τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών ……..και ……… της ιδίας υπηρεσίας). Αφού συνεπώς το επίδικο ακίνητο βρίσκεται πλησίον των αναμφισβήτητων κοινών  ορίων  (νότιο – ανατολικό) των τίτλων ……. δεν υπάρχει αμφιβολία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσεως του απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ………., χωρίς την ανάγκη αποσαφήνισης του εύρους της αληθινής έκτασης της ιδιοκτησίας αυτού, ή του δυτικού ορίου αυτής, (ο ίδιος ο τεχνικός σύμβουλος ως προς αυτό δίνει την απάντηση ότι η φερόμενη ιδιοκτησία του στη περιοχή αναφερόταν πιθανώς στο υπόλοιπο μισό της έκτασης που αγόρασε).  Στο ανωτέρω από 27.3.1939  τοπογραφικό διάγραμμα, απεικονίζεται με αύξοντα αριθμό 12 το δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ ……, το οποίο έχει εμβαδό 288.190 τ.μ., εντός του οποίου, όπως εκτέθηκε οριοθετείται η ιδιοκτησία της ………, όπου καταγράφεται ανατολικώς επίσης η ιδιοκτησία …….. και στη συνέχεια, προς νότον, (όπως είναι η διαμόρφωση της Χερσονήσου) ακολουθεί η θάλασσα. Κατά το ίδιο  τοπογραφικό διάγραμμα ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος ………. φέρεται να κατέχει μία πολύ μικρή έκταση στο βόρειο τμήμα της Χερσονήσου, από το έτος 1928 μόλις 3,860 στρεμμάτων, με αύξοντα αριθμό . και στο υπόμνημα του άνω τοπογραφικού αναφέρεται ότι η έκταση από την οδό προς Σελήνια έως τον αγρό του ………. είχε κατατμηθεί σε 8 μεγάλα γήπεδα κι  έκτοτε δημοπρατείτο από την Οικονομική Εφορία Σαλαμίνας.  Το έτος 1940 το Ελληνικό Δημόσιο, εξέδωσε σε βάρος του ………. (υιού και εξ αδιαιρέτου κληρονόμου του …….. βλ. παραπάνω), το από 7 Μαρτίου του 1940 πρωτόκολλο γνωμοδοτήσεως της κατά το άρθρον 5 του Ν. 5595 Επιτροπής, με το οποίο του επέβαλε να πληρώσει ως μίσθωμα για τη χρήση τριάντα περίπου στρεμμάτων γης από την παραπάνω έκταση, το ποσό των 150 δραχμών για τα έτη 1928-1939. Όμως κατόπιν άσκησης ανακοπής από τον ανωτέρω το πρωτόκολλο αυτό ακυρώθηκε με την με αρ. 27/29.7.1940 απόφαση του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος, καθώς «….απεδείχθη ότι η έκτασις η αφορώσα τα ανακοπτόμενα Πρωτόκολλα μετ’ άλλης συνεχομένης προς δυσμάς εκτάσεως ανήκεν εις τον πάπον του ανακόπτοντος ………. κατεχομένη και νεμομένη υπ’ αυτού μέχρι του θανάτου του επισυμβάντος προ 50ετίας ότι περιήλθε αύτη εις τον υιόν του και πατέραν του ανακόπτοντος …….. και τούτου δε αποβιώσαντος εν έτει 1932 εις τον ανακόπτοντα όστις έκτοτε κατέχη και νέμεται ταύτην ήτοι απεδείχθη ότι ο ανακόπτων είναι κύριος νομεύς και κάτοχος της εκτάσεως…», επιβεβαιώνοντας δηλαδή τις αμέσως ως άνω παραδοχές περί άσκησης πράξεων νομής από τον …….. και τους δικαιοπαρόχους του. Αντίστοιχα πρωτόκολλα γνωμοδοτικών Επιτροπών σε βάρος άλλων κατόχων της έκτασης (όπως προσκομίζονται από το εκκαλούν) ακυρώθηκαν με τις με αρ. αριθ. 19, 20, 21, 22, 24, 25, 26, 27, 29, 30, 31, 36 και 38 έτους 1940 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Σαλαμίνος (όπως αναφέρεται στο με αρ. πρωτ. ……../3.8.1974 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας …….. προς την Γενική Διεύθυνση Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών), ενώ μόνο παραγγελίες του Οικονομικού Εφόρου προς Αστυνομικό σταθμάρχη (αρ.πρωτ. ……../18.11.1939) για επιτήρηση της έκτασης δεν συνιστούν σοβαρές διακατοχικές πράξεις και δεν αποδεικνύεται ότι αφορούσαν το επίδικο ακίνητο (δηλαδή στο νοτιοανατολικό σημείο έκτασης). Εξάλλου οι Κοινότητες Αμπελακίων και Σεληνίων (υπήρχε σημείωση στο από 1939 τοπογραφικό ότι διεκδικούσαν το ολόκληρη την έκταση του  ΒΚ ……..) άσκησαν αγωγές κατά της δικαιοπαρόχου του ενάγοντος . …… και ειδικότερα η Κοινότητα Σεληνίων, την από 5.8.1963 αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς (αριθ. έκθ. κατ.: ……../16-08-1963), ζητώντας να αναγνωρισθεί κυρία εδαφικού τμήματος τυγχάνει εμβαδού 15 στρεμμάτων και 600 μέτρων, που είχε καταλάβει η εναγόμενη, ως κυρία (2) ακινήτων ακινήτων εμβαδών 456,250 και 6 στρεμμάτων, που είχε αποκτήσει, ως καθολική διάδοχος του Δήμου Σαλαμίνας και κατά τη σύσταση του ο Δήμος Σαλαμίνας και την από 15-04-1965 αγωγή της (αριθ. έκθ. κατ. ……../05-05-1965), με όμοιο περιεχόμενο, αγωγές όμως που ουδέποτε συζητήθηκαν. Η κοινότητα Αμπελακίων άσκησε στο ίδιο Δικαστήριο την  από 30-12-1964 αγωγή της κατά της ……… (αριθ. έκθ. κατ. ……../30-12-1964), με την οποία, αφού στήριζε την κτήση κυριότητας στα περιστατικά που τη στήριζαν και οι αγωγές της τότε Κοινότητας Σεληνίων, ζητούσε να αναγνωριστεί κυρία του αναλυτικά περιγραφόμενου τμήματος, εμβαδού 90 στρεμμάτων περίπου, το οποίο, με βάση τα διαλαμβανόμενα, είχε καταλάβει, χωρίς νόμιμο δικαίωμα, η εναγόμενη, καθώς και να υποχρεωθεί η τελευταία να της αποδώσει τη νομή αυτού. Η αγωγή όμως αυτή καταργήθηκε με εξώδικο συμβιβασμό (με αρ. αριθ. ……/1969 ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς ….., που εγκρίθηκε με την υπ’ αριθ. 31/1969 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 81/1969 απόφαση, και την υπ’ αριθ. πρωτ. 17802/10-06-1969 και κατόπιν, δυνάμει της υπ’ αριθ. 17802/1969 απόφασης της Νομαρχίας Πειραιώς, μετά την καταβολή από την τότε εναγόμενη προς την Κοινότητα Αμπελακίων ποσού 200.000 δρχ. Εξάλλου το έτος 1969 με την Ε13862/5745/2.8.1969 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών κι Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Δ 167/13.9.1969) κηρύχθηκε απαλλοτρίωση στη Χερσόνησο Κυνόσουρας στο βόρειο τμήμα αυτής καταλαμβάνοντας και τμήμα του ΑΒΚ … (βλ. το από 18.10.2011 τοπογραφικό διάγραμμα των αγρονόμου τοπογράφου ………. και τοπογράφου μηχανικού ………. της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιώς) για την επέκταση της χερσαίας ζώνης του λιμένα του Πειραιά, υπέρ και με δαπάνες του ΟΛΠ. Διενεργήθηκε επίσης απαλλοτρίωση εκτάσεως 427.115 τμ. και στο νότιο τμήμα με την ΚΥΑ 342/175/16.2.1972 (ΦΕΚ 45/25.2.1972), η οποία ανακλήθηκε με την με αρ. ΚΥΑ 4159/2170/Ν 11549/20.4.1975. Με την με αρ. 44/1971 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων η ………. αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης ως προς την πρώτη απαλλοτρίωση και κλήθηκε ως καθ’ ού – ιδιοκτήτης και στην δεύτερη απαλλοτρίωση, στο νότιο τμήμα της χερσονήσου (πλησίον του επιδίκου) με την με αρ. 43/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος της αποζημίωσης. Είναι επόμενο ότι αν επρόκειτο για αδιαμφισβήτητη έκταση που ανήκε στο Δημόσιο, δεν θα παρίστατο ανάγκη καθόλου να κηρυχθούν οι άνω απαλλοτριώσεις. Με αφορμή την πρώτη απαλλοτρίωση διενεργήθηκε έρευνα για τα δικαιώματα του Δημοσίου και τις καταπατήσεις εκτάσεων στη Χερσόνησο Κυνοσούρας, από την οποία προέκυψε ότι, εκτός από τις ίδιες τις καταχωρήσεις στα βιβλία δημοσίων κτημάτων, δεν κατέστη δυνατό να τεκμηριωθούν με άλλο τρόπο δικαιώματα του Δημοσίου, καθώς δεν υπήρχε καταχωρημένος τίτλος κτήσεως του Δημοσίου, ούτε στο βιβλίο δημοσίων κτημάτων, ούτε στο υποθηκοφυλακείο (βλ. το με αρ. πρωτ. 15.10.1970 έγγραφο του μηχανικού …….. και Επιθεωρητή ….. και το με αρ. πρωτ. ……../3.8.1974 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου Σαλαμίνας ………). Κατόπιν αυτών η καταχώρηση του επιδίκου (και της ευρύτερης έκτασης που αυτό βρίσκεται) ως Δημοσίου κτήματος δεν τεκμηριώνει την κυριότητα του Δημοσίου και  δεν αναιρεί τις πράξεις νομής του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχων αυτού, οι οποίες ήταν συνεχείς και αδιάλειπτες με αφετηρία, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, το έτος 1850, (νομή από τους απώτερους δικαιοπαρόχους ευρύτερης έκτασης 111.987 τμ και μετά πώληση τμήματος αυτής 16.000 τμ, έκτασης 95.987 τμ, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο).  Έτσι, στις 11.9.1915, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, …….. είχε καταστεί κύριος με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τριακονταετή νομή με καλή πίστη, με προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του (βλ. και την προαναφερόμενη με αρ. 27/29.7.1940 απόφαση του Ειρηνοδίκη Σαλαμίνος  που έχει  εκδοθεί σε ανύποπτο χρόνο). Την νομή αυτού συνέχισαν οι κληρονόμοι του, έως την αγορά από την …….. (1962), στη συνέχεια ο ……… ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος (1971) και τέλος ο ίδιος ο ενάγων (1982), με την φύτευση φυτών και δέντρων, και  επιτήρηση  των ορίων του, χωρίς να ενοχληθούν από κανένα και ιδίως το Ελληνικό Δημόσιο. Σημειώνεται ότι τα περί άσκησης των προαναφερόμενων διακατοχικών πράξεων από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος ……… έως την αγορά από την …….. έχουν γίνει δεκτά και με τις με αρ. 349/2020, 316/2020, 506/2019, 436/2019, 437/2019, 199/2018, 549/2018, 499/2018,  634/2017, 650/2017 αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου,  επί αγωγών που άσκησαν οι κάτοικοι στην ίδια περιοχή που αγόρασαν ομοίως εδαφικά τμήματα από την ……….. Η κατάθεση της μάρτυρος ανταποδείξεως υπαλλήλου της κτηματικής υπηρεσίας Πειραιώς ότι το Δημόσιο ασκούσε διακατοχικές πράξεις στο επίδικο, δεν προσέθεσε κάτι επιπλέον διαφορετικό, πέραν των όσων ήδη σχολιάσθηκαν, αφού βασίζεται στο φάκελο της υπηρεσίας. Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο επαναφέρει με την έφεσή του ένσταση ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει και πρωτοδίκως, επικαλούμενο ότι το επίδικο αγροτεμάχιο ως τμήμα του υπ’ αριθ. ΑΒΚ …. δημοσίου κτήματος συνολικής έκτασης 288.190 μ2, απέκτησε α) «δικαιώματι πολέμου», διότι αποτελούσε δημόσια γαία, που ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο, β) άλλως ανήκε στους Οθωμανούς υπηκόους και κατελήφθη από αυτό την 21-1/3-2-1830, γ) άλλως ως δημόσια δασική έκταση, δ) άλλως, διότι αποτελούσε λιβάδι ή βοσκότοπο κατά την 3/15-12-1833, ε) άλλως με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενο αυτό με καλή πίστη από την Ελληνική Επανάσταση του έτους 1821 μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής στ) άλλως, διότι ήταν αδέσποτο κατά την 21-6/10-7-1837, χωρίς να απαιτείτο η κατάληψή του.  Οι από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της τέτοιας αγωγής (ΑΠ 1182/2018, ΑΠ 946/2017, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 148/2016 ΤΝΠ 112/2013 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 349/2020, ΕφΠειρ 436/2019, 437/2019) ¨Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί είναι απορριπτέοι  : Ο υπό στοιχ. (α)  ως μη νόμιμος, με δεδομένο ότι η Αττική και η νήσος Σαλαμίνα δεν κατακτήθηκε διά των όπλων, αλλά παραχωρήθηκε στο Ελληνικό Κράτος την 31η Μαρτίου 1833 βάσει της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, κατά τα (δ), (ε) και (στ) σκέλη του ως αόριστοι, διότι το εκκαλούν – εναγόμενο δεν επικαλείται τα αναγκαία για την θεμελίωση αυτών περιστατικά (ποιός ήταν ο οθωμανός κύριος του επιδίκου ή πότε έγινε εγκατάλειψη της νομής του επιδίκου από τον μέχρι τότε κύριο με πρόθεση παραιτήσεως από του δικαιώματος κυριότητας). ¨Οσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι αποτελούσε δασική έκταση πρέπει να σημειωθούν τα εξής : Το έτος 1845 ολοκληρώθηκαν στη νήσο Σαλαμίνα οι εργασίες της αρμόδιας Επιτροπής, επί των διαφιλονικούμενων δασών, η οποία, με την υπ’ αριθ. 305/24-01-1845 απόφαση της, αναγνώρισε αυτά (δάση) ως ιδιωτικά, εκτός εκείνων που ανήκαν στη διαλελυμένη Ιερά Μονή ………. (καθώς και εκείνων που είχαν καταχωριστεί στα βιβλία δημόσιων κτημάτων). Στα τελευταία (δημόσια δάση) δεν περιλαμβάνεται  το επίδικο γεωτεμάχιο (βλ. το με αριθμ. πρωτ. ……/18.3.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Πειραιώς).  Σύμφωνα με το τελευταίο έγγραφο η ευρύτερη έκταση στην οποία περιλαμβάνεται το επίδικο έφερε τα στοιχεία δασικής έκτασης στις αεροφωτογραφίες του 1945, χωρίς όμως εξειδίκευση των χαρακτηριστικών αυτής. ¨Όμως το  ΒΚ ….. Δημόσιο Κτήμα, μέρος του οποίου αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, και το επίδικο ακίνητο, καταγράφηκε για πρώτη φορά ως δημόσια έκταση, συνολικού εμβαδού 288.180 τ.μ., περί τα τέλη της δεκαετίας του 1930, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε δασικό χαρακτήρα αυτού, καθώς στην περιθωριακή στήλη του οικείου Γενικού βιβλίου καταγραφής ως «Είδος Κτήματος», αναφέρεται ως «Τεμάχιον Γαιών». Συνεπώς δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο και η ευρύτερη περιοχή περιλαμβανόταν σε δημόσια δασική έκταση, αφού δεν ανήκε στα δημόσια δάση της διαλυμένης Μονής ………., η δε καταχώρησή του ως Δημόσιο Κτήμα έγινε, χωρίς καμία αναφορά στο  δασικό του χαρακτήρα.  Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής καθώς ο δασικός χαρακτήρας του ακινήτου δεν απέκλειε την κτήση επ’ αυτού κυριότητας εκ μέρους ιδιωτών με έκτακτη χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι την 11.9.1915, όπως έχει γίνει δεκτό σε προηγούμενη σκέψη της παρούσας, αναφορικά με τους δικαιοπαρόχους  του ενάγοντος.  Σημειώνεται επίσης ότι ο τρόπος απόκτησης κυριότητας από πλευράς του Δημοσίου θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου (ΑΠ 368/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση ως άνω ισχυρισμοί, όπως και ο ισχυρισμός για κτήση κυριότητας από αυτό με έκτακτη χρησικτησία, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικώς αβάσιμοι, αφού από το αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν οθωμανικό κτήμα ή ότι υπήρξε λιβάδι ή βοσκότοπος κατά την ημερομηνία της 3/15-12-1833 ή ότι ήταν αδέσποτο. Εξάλλου η περιοχή κηρύχθηκε σε κτηματογράφηση στο πλαίσιο εργασιών για την δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα προς τον Ν. 2308 /1995 και κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ανακριβώς με ΚΑΕΚ ………… ως ιδιοκτησία του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου. Η αρχική, όμως, αυτή εγγραφή του κτηματολογικού φύλλου, η οποία αφορά στο επίδικο ακίνητο είναι ανακριβής ως προς το καθεστώς κυριότητος, αφού, βάσει των προαναφερθέντων, αυτό ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια και κάνοντας δεκτή την αγωγή, αναγνώρισε τον ενάγοντα ως κύριο του επιδίκου και διέταξε τη διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο Κτηματολογικό Γραφείο του Δήμου Σαλαμίνας, ώστε στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου με το ως άνω ΚΑΕΚ, εμβαδού 280,00 τμ. ο ενάγων ως κύριος αυτού κατά ποσοστό 100%, με αιτία κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ορθά  ερμήνευσε κι εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε ελλιπείς σε ορισμένα σημεία αιτιολογίες του, αντικαθίστανται με αυτές της παρούσας κατ’ άρθρο 534 του ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού,  καθώς δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη τα δε δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός του, να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος εκκαλούντος, μειωμένα όμως σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 191 § 2, 183 ΚΠολΔ και 22 § 1 του ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει στην ουσία της την έφεση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των τριακοσίων (300) €.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στον Πειραιά, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις  12 Ιανουαρίου 2021.

 

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ